14
Φεβ
12

και τώρα μπορείτε να πα να γαμηθείτε…..

Γενικά στη ζωή μου είμαι φειδωλή σε χαρακτηρισμούς και λεκτικές κορώνες. Εννοώ πως δεν χαρακτηρίζω εύκολα κάποιους “προδότες” και δεν ζητάω “κρεμάλες”. Κατεβαίνω σε πορείες και διαδηλώσεις από 14-15 χρόνων και σπάνια φωνάζω συνθήματα, πάντα προτιμούσα τη συζήτηση από τα συνθήματα. Επίσης με τρομάζουν οι λέξεις όπως “πατρίδα”, “έθνος”, “λαός” κλπ. και τις χρησιμοποιώ σπάνια στο λόγο μου είτε προφορικό είτε γραπτό. Τους τελευταίους όμως μήνες με βλέπω ν’ αλλάζω όπως βλέπω ν’ αλλάζει και πολύς κόσμος γύρω μου.Φωνάζω συνθήματα στις πορείες κι έχω αρχίσει να φαντασιώνομαι κρεμάλες και βασανιστήρια.

Σήμερα πήρε το μάτι μου στις ειδήσεις τον Σόιμπλε και με ανατρίχιασε με την κυνικότητα της δήλωσής του. Προσέξτε, ποτέ δεν πίστευα πως οι πολιτικοί νοιάζονται έστω και κατά το ελάχιστο για τον λαό, τον κόσμο σαν και μένα και σας, που ξυπνάει το πρωί και πάει στη δουλειά του, μετράει τα φραγκοδίφραγκα και κάνει σχέδια ν’ αλλάξει βήμα βήμα τη βρύση που στάζει και τις τέντες που χάλασαν και τα καινούρια παπούτσια για το παιδί γιατί μεγάλωσε το πόδι του και δεν του κάνουν πλέον, σκέφτεται αν και πως θα πάει 10 μέρες διακοπές και πως θα ξεχειλώσει με τερτίπια το μισθό για να βγάλει το μήνα. Ξέρω πως οι πολιτικοί μας γράφουν στ’ αρχίδια τους και πως είμαστε αναλώσιμα νούμερα και πιόνια στη σκακιέρα. Όμως σήμερα ο κύριος Σόιμπλε αποφάσισε πως δεν υπάρχει πλέον λόγος να κρύβεται και δήλωσε σαφέστατα πως τώρα πια μπορούμε να πάμε να γαμηθούμε. Είπε πως “η Ευρώπη πλέον είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει τη χρεωκοπία της Ελλάδας και την έξοδό της από το ευρώ. Δεν το θέλουν βέβαια να βγούμε από το ευρώ και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να μείνουμε αλλά τέλος πάντων….. στ’ αρχίδια τους” Επίσης είπε “να το ξανασκεφτούμε για τις εκλογές και να δούμε το παράδειγμα της Ιταλίας που έχει μια κυβέρνηση τεχνοκρατών και πάει μια χαρά”.

Κι εκεί τα πήρα στο κρανίο. Τι λέτε ρε καριόληδες; Δύο χρόνια μας ζαλίσατε τον έρωτα να κάνουμε θυσίες για να μη χρεωκοπήσουμε όταν και τα τσιμέντα καταλάβαιναν πως αυτό ήταν παραμύθι, δυο χρόνια τα σιχαμερά παπαγαλάκια σας μας έπρηζαν και μας πρήζουν πως η Ευρώπη μόνο το δικό μας νταλγκά έχει και προσπαθεί να μας σώσει από τον κακό εαυτό μας, πως εμείς φταίμε γιατί είμαστε τεμπέληδες από DNA και χαζοί γιατί δεν θέλουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το καλό μας και τώρα έρχεται και δηλώνει με περισσή κυνικότητα πως πλέον είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν τ’ απόνερα της χρεωκοπίας μας και μπορούμε να κόψουμε ελεύθερα το λαιμό μας; Κι από πάνω μας συμβουλεύει να μην κάνουμε εκλογές γιατί κάπως τους χαλάει τη σούπα; Κι οι δικοί μας οι μούλοι τρέχουν να του γλύψουν τ’ αρχίδια και να μας πείσουν πως όλα αυτά γίνονται για το καλό μας; Μια κυβέρνηση που δεν υπάρχει και σε άλλες εποχές θα είχε ήδη καταρρεύσει με βρόντο; Τι λέτε ρε καριόληδες; Ε ναι λοιπόν, εγώ που πρόσεχα πάντοτε τα λόγια μου θέλω να σας βρίσω (ήδη βρίζω) σαν λιμενεργάτης, να φωνάξω πως είστε προδότες, πως πουλήσατε τη χώρα μου και μένα μαζί σκλάβους σε σκλαβοπάζαρα και να ονειρεύομαι κρεμάλες και γκιλοτίνες στο Σύνταγμα με τα λιπαρά κορμιά σας κρεμασμένα να τα τρώνε τα κοράκια. Αυτό που κάνετε είναι εθνική προδοσία και δεν έχετε καμμία εξουσιοδότηση από μας, πολύ αέρα πήρατε.

Και θέλω να φωνάξω εγώ πιο δυνατά από σας “ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΠΑ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΜΟΥΝΟΠΑΝΑ…”

05
Φεβ
12

Η γιορτή του ΝΑΙ

Στην Ελλάδα έχουμε την Εθνική εορτή του ΟΧΙ στις 28 Οκτωβρίου. Από παιδάκι ακούω για το ΟΧΙ που το είπε είτε ο Μεταξάς, είτε ο ελληνικός λαός, είτε η γιαγιά μου…… ανάλογα με το ποιος διηγείται την ιστορία. Όποιος και να το είπε όμως ήταν ένα ΟΧΙ! και άντε σιχτίρ σε κάποιους που τότε έθεσαν το δίλημμα “ή που θα κάνετε αυτό που σας λέμε, είτε που θα υποφέρετε”. Και διαλέξαμε/ν/ε να υποφέρουμε. Και υπέφερε αυτή η χώρα κι αυτός ο λαός. Και καταστράφηκε. Και έφαγε στη μάπα έναν εμφύλιο. Και δεν συνήλθε στην ουσία ποτέ. Αλλά είπε ΟΧΙ.

Τώρα πλέον θα πρέπει να βάλουμε στο εθνικό μας εορτολόγιο και τη γιορτή του ΝΑΙ. Θα γιορτάζεται κάθε Γενάρη για να θυμόμαστε πως μισό και κάτι αιώνα μετά, σε ένα αντίστοιχο δίλημμα “θα υποφέρετε ή θα κάνετε αυτό που θέλουμε παλιοδουλάρες…”, η χώρα απάντησε ΝΑΙ.

28
Ιαν
12

Ο κύκλος των χαμένων εκπαιδευτικών

«Καλημέρα,
..και δεν ξέρω και το μικρό σου όνομα.
Λοιπόν φιλενάδα πάντα αναρωτιόμουν, πάντα με βασάνιζε η σκέψη τι σόϊ κοινωνική ομάδα είναι οι εκπαιδευτικοί. Και για να μην γίνομαι κουραστικός, αναρωτιέμαι και τώρα, στις φοβερές αυτές στιγμές που ζούμε, πως αυτοί οι άνθρωποι δεν ξήλωσαν εν μια νυκτί το κυβερνείο των τυράννων μας, το κολαστήριο της ζωής μας, ενώ μπορούν ! Χωρίς ιδαίτερο κόστος, χωρίς πολλές-πολλές επισφάλειες.
Το νάχεις στα χέρια σου παιδιά, έτοιμα να ρουφήξουν τη ζωή και τους ανθούς της, κρεμασμένα από τα χείλη σου ν’ ακούσουν για τη ζωή τους, καρφωμένα τα μάτια τους πάνω σου γιατί η εξουσία τους γυρίζει την πλάτη, είναι έγκλημα να είσαι με τους ΑΛΛΟΥΣ να βάζεις πλάτη στα έργα τους.
Πάντα αναρωτιόμουν και πάντα θα αναρωτιέμαι. Εϊναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να μπουκάρω σε ένα σχολείο, σε μια τάξη μέσα, σε τάξη του “χειρότερου επιπέδου” που λένε, με πλήρωμα μαθητών που θάθελαν να με …κατασπαράξουν. Να μπώ και να τους πώ κάτι πολύ απλό: Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε.
Αναρωτιέμαι και προσπαθώ να μαντέψω τη συνέχεια !
Μπορείς να μου την πείς ;
με τις καλημέρες μου και τις ευχαριστίες μου.
θανάσης»

Με αφορμή την παραπάνω ερώτηση του Θανάση που τέθηκε σαν σχόλιο σε προηγούμενη ανάρτηση και το πόσο άσχημα νιώθω μέρα με τη μέρα στο σχολείο μου, θα προσπαθήσω να οργανώσω μερικές σκόρπιες σκέψεις για το τι σημαίνει διδασκαλία και ποιες αρχές την διέπουν ή τέλος πάντων πρέπει να τη διέπουν, χρησιμοποιώντας σκόρπια κειμενάκια που έγραψα σε διάφορες φάσεις, καθώς και συναισθήματα που γεννιούνται από πέρσι που επέστρεψα στο σχολείο, μετά από ένα διάλειμμα πέντε χρόνων από την τάξη.
Κατ’ αρχήν είναι η διδασκαλία επάγγελμα; Κι αν είναι έχει κάποιες αρχές, έναν κώδικα ηθικής πάνω στον οποίο πρέπει να «πατάνε» οι εκπαιδευτικοί; Ή μήπως αυτό που λέγεται πως «η διδασκαλία είναι λειτούργημα και όχι επάγγελμα» σημαίνει αυτό ακριβώς, πως υπάρχουν δηλαδή ή πρέπει να υπάρχουν κώδικες ηθικής πιο στέρεοι απ’ αυτούς που υπάρχουν σε άλλα επαγγέλματα; Οι ηθικές αρχές που αφορούν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού διαφέρουν από τις ηθικές αρχές που καθορίζουν άλλα επαγγέλματα; Υπάρχει τέλος πάντων, κάποιος γραπτός «Κώδικας Ηθικής» για τους εκπαιδευτικούς;
Στη χώρα μας επιμένουμε να παραβλέπουμε την αναγκαιότητα μιας σοβαρής και συστηματικής έρευνας της ηθικής διάστασης της εκπαίδευσης και η ηθική λάμπει δια της απουσίας της από τα Αναλυτικά Προγράμματα που αφορούν στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Εκπαίδευση όμως δεν σημαίνει μοναχά κατοχή γνώσης αλλά και μόρφωση. Σήμερα στους υποψήφιους εκπαιδευτικούς δεν γίνεται συζήτηση για μόρφωση, με βάση το ιδεολόγημα πως ο εκπαιδευτικός επιτελεί ένα έργο άμοιρο ηθικής ευθύνης ενώ η μόρφωση είναι κατά βάση ο σκοπός της γνώσης. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν κάποιες γενικές ηθικές αρχές που διαπερνούν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού κι αυτές είναι:

1) Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν τα αντικείμενά τους με ακεραιότητα

2) Πρέπει να είναι πρότυπα πολιτικής ηθικής και να χειρίζονται την τάξη τους σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές

3) πρέπει να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον, ώστε να προωθείται η εκπαίδευση και η μόρφωση όλων ανεξαιρέτως των συμβαλλόντων στη διαδικασία της αγωγής.
Υπάρχουν πολλά που μπορεί να πει κάποιος θέλοντας να υποστηρίξει ή να απορρίψει τις παραπάνω γενικές θέσεις. Και μόνον η ανάπτυξή τους θα έπαιρνε σελίδες πράγμα που ξεπερνά το στόχο ενός ποστ σ’ ένα blog. Εκείνο το σημείο που θέλω να σταθώ παραπάνω, είναι η πρώτη αρχή, πως  οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν τα αντικείμενά τους με ακεραιότητα. Πως όμως ορίζεται η ακεραιότητα;
Υπάρχει μια τεχνοκρατική ή εργαλειακή άποψη που υποστηρίζει πως οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γνωρίζουν βασικά δύο πράγματα: τα γνωστικά αντικείμενά που πρόκειται να διδάξουν και διάφορες δεξιότητες και στρατηγικές, με τις οποίες πρόκειται να μεταδώσουν τις γνώσεις τους στους μαθητές. Αυτή όμως η άποψη καθορίζει τα κριτήρια ενός επαγγέλματος που μάλλον δεν είναι η διδασκαλία αυτή καθ’ αυτή. Ένας χημικός για παράδειγμα, γνωρίζει χημεία αλλά δεν είναι επαγγελματίας χημικός ούτε και θα υποστήριζε ποτέ κάτι τέτοιο. Λέγοντας πως είναι εκπαιδευτικός θεωρείται δεδομένο πως έχει μια βάση τεχνικών γνώσεων που κρύβεται κάτω από την πρακτική της διδασκαλίας του. Τι θέλω να πω μ’ αυτό. Αν έπρεπε σήμερα να διαλέξουμε ποιός θα μας χειρουργήσει, ο Ιπποκράτης ή ο Γαληνός από τη μία ή ένας απλός χειρούργος κάτοχος πτυχίου ιατρικής και ειδικευμένος στη χειρουργική μάλλον θα διαλέγαμε τον δεύτερο. Αν όμως  ήταν να διαλέξουμε δάσκαλο ποιον θα προτιμούσαμε; Τον Σωκράτη ή έναν απόφοιτο ενός μέτριου παιδαγωγικού τμήματος; Μάλλον τον δεύτερο. Για την εγχείρηση θέλουμε κάποιον που να κατέχει καλά τις σύγχρονες τεχνικές ενώ για τη διδασκαλία δεν το βρίσκουμε απαραίτητο αυτό. Υπάρχουν λοιπόν θέματα που προκύπτουν από την υπόθεση πως η διδασκαλία είναι μόνο ζήτημα τεχνικής. Για να έχουμε καλή διδασκαλία πρέπει να ξέρουμε τι είναι γνώση, πως επιτυγχάνεται και ποια είναι η αξία της. Ένα όραμα που ν’ ανταποκρίνεται στην «παιδαγωγική γνώση του περιεχομένου κατά τον Lee Shulman (1986), το οποίο να μην αφορά μόνο στις βασικές έννοιες και την επιστημολογία της γνώσης αλλά και τους κανόνες και στην αξία της.
Ας πάρουμε κάτι άλλο, την ποίηση. Η διδασκαλία της ποίησης μπορεί να μην απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να είναι ο ίδιος καλός ποιητής αλλά απαιτεί το ενδιαφέρον του, την απαραίτητη κατανόηση και τον τρόπο να εκθέτει τα εκείνα τα στοιχεία που όσοι αγαπούν την ποίηση τα θεωρούν άξια προσοχής. Ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει ποίηση αλλά δεν μπορεί να δει στην ποίηση αυτό που βλέπουν οι ποιητές είναι σαν τον κληρικό που κάνει καλό κήρυγμα αλλά δεν ενδιαφέρεται για την ευσέβεια (το παράδειγμα δεν είναι δικό μου αλλά μου άρεσε). Οι φιλόλογοι θα είχαν πιθανόν να συμπληρώσουν πολλά πράγματα στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Το να διδάσκει όμως κάποιος ένα γνωστικό αντικείμενο χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους εσωτερικούς σκοπούς του ίδιου του αντικειμένου, χωρίς να εξηγεί τις αρετές του είναι διαστρέβλωση και παραποίηση. Ακεραιότητα είναι το να εκπροσωπεί κάποιος το ύλικό του θέματος που διδάσκει με επιτυχία. Και είναι μέρος της ηθικής διδασκαλίας το να διδάσκεις το αντικείμενό σου με ακεραιότητα, όταν το εκπροσωπείς πιστά και προσπαθείς ν’ αναδείξεις την εγγενή του τελειότητα. Έτσι μπορείς πιο εύκολα να βοηθήσεις και τους μαθητές να μάθουν πως ν’ αξιολογούν τις πρακτικές και ν’ ανακαλύψουν ένα συνδυασμό πρακτικών και τελειοτήτων που να συνιστούν μια ικανοποιητικά διαισθητική εικόνα για τον αγαθό βίο.
Γράφεις Θανάση «Πάντα αναρωτιόμουν και πάντα θα αναρωτιέμαι. Εϊναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να μπουκάρω σε ένα σχολείο, σε μια τάξη μέσα, σε τάξη του “χειρότερου επιπέδου” που λένε, με πλήρωμα μαθητών που θάθελαν να με …κατασπαράξουν. Να μπώ και να τους πώ κάτι πολύ απλό: Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε.
Αναρωτιέμαι και προσπαθώ να μαντέψω τη συνέχεια !
Μπορείς να μου την πείς ;»
Να σου πω λοιπόν…. Μου θυμίζεις τον «Κύκλο των χαμένων ποιητών» ή εκείνη την ταινία με την Michelle Pfeiffer, το «Dangerous Minds». Μπαίνεις νέος και ωραίος στην τάξη που την αποτελούν διάφορα παιδιά κατά κύριο λόγο αδιάφορα και προβληματικά, έχεις όνειρα και όραμα και παρ’ όλες τις δυσκολίες το σύμπαν ολόκληρο συνομωτεί για να το καταφέρεις. Τα παιδιά στην αρχή σε μισούν, στο τέλος σε λατρεύουν, όλα είναι τέλεια, κάπου εκεί βρίσκεις και το άλλο σου μισό, οι μαθητές κάνουν διδακτορικά από κει που ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι και όλα είναι τέλεια. Χειροκροτήματα. Αυλαία.
Μόνο που η ζωή δεν είναι σινεμά, οι περισσότερες απέχουμε παρασσάγγας από τη Μισέλ, οι περισσότεροι δεν φέρνουν ούτε κατά διάνοια προς Ρόμπιν Ουίλιαμς και τα περισσότερα σχολεία δεν είναι στο Χάρλεμ αλλά ούτε η ακαδημία Γουέλντον στα 1959. Και κυρίως δεν αποφάσισε για το τέλος της ιστορίας μας ένας σεναριογράφος του Χόλιγουντ.
Στην ταινία,  κύριος Κίτινγκ είναι ένας ενσυνείδητος εμπρηστής συνειδήσεων. Και γνωρίζει ότι εκείνο που σε τελευταία ανάλυση μετράει για έναν δάσκαλο, είναι το «πόσες πυρκαγιές θα καταφέρει να ανάψει στα τριαντατόσα χρόνια που θα είναι εκπαιδευτικός». Με εργαλείο την ποίηση τους προτρέπει να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, τους παρακινεί να κάνουν αυτό που πιστεύουν, τους ωθεί προς το να δημιουργούν αλλά και να αμφισβητούν την εκάστοτε ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Δεν είναι όμως μόνο η ποίηση το μοναδικό αντικλείδι του «Καπετάνιου» για το λουκέτο των εφηβικών συνειδήσεων.  Είναι και η ανορθόδοξη διδακτική του αλλά και «κάτι» ακόμα που καθημερινά εκπέμπει, μια «ανθρωπομυρωδιά» την οποία αναβλύζουν τα κύτταρά του και μια αρμονία ανάμεσα στα λόγια του και την αντικομφορμιστική συμπεριφορά του.
Όλα αυτά ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος στην ταινία έχει όλα όσα θέλουμε εμείς οι δάσκαλοι από τον εαυτό μας και η κοινωνία από μας. Έχει όμως και κάτι επιπλέον. Έχει μαθητές που θέλουν, να «πετάξουν», μαθητές που επιθυμούν την αλλαγή, μαθητές που ψάχνουν ένα όραμα κι έναν δάσκαλο να τους δείξει το δρόμο. Ακόμα κι η Μισέλ, η οποία στην ταινία παλεύει σ’ ένα σχολείο σε γκέτο, έχει τέτοιους μαθητές. Όχι όλους αλλά αρκετούς που δεν θέλουν ένα άγγιγμα για να πάρουν μπρος.
Θανάση αν έμπαινες σε μια τάξη στο σχολείο μου κι έλεγες «Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε» μαντεύω πως στην αρχή θα σε κοίταζαν αποσβολωμένοι, μετά θα γινόταν μια κόλαση από ουρλιαχτά, μετά απλά θα ήσουν το σούργελο του σχολείου και από το μυαλό μερικών θα περνούσε η ιδέα να σε κάνουν στ’ αλήθεια ολοκαύτωμα για να σπάσουν πλάκα.
Νομίζω πως υπάρχουν κάθε χρόνο και πιο λίγοι μαθητές που «καίγονται» για να μάθουν, όλο και πιο λίγοι δάσκαλοι που «καίγονται» για να μεταδώσουν όσα έχουν μάθει, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι που χαίρονται της διαδικασία της μάθησης, που πιστεύουν πως η γνώση –και όχι η δεξιότητα- είναι δύναμη. Κι ακόμα λιγότεροι άνθρωποι που έχουν τη διάθεση να κοπιάσουν για ν’ αποκτήσουν κάτι τόσο «άχρηστο» όπως η μόρφωση κι όχι η απόκτηση δεξιοτήτων που θα τους δώσουν αύριο μεροκάματο και, ει δυνατόν, καλό μεροκάματο.
Δεν ξέρω….. νομίζω πως ζω πλέον σε μια κοινωνία που μισεί τα σχολεία, τη γνώση, τον εαυτό της τον ίδιο.

Όσο για τι είδους ομάδα είναι οι εκπαιδευτικοί που αναρωτιέσαι, σου λέω πως είναι μια ομάδα σαν όλες τις υπόλοιπες. Έχει μερικούς που κάνουν όσα μπορούν, μερικούς που κάνουν παραπάνω απ’ όσα μπορούν, έχει τυπικούς, έχει αδιάφορους αλλά έχει και πάρα πολλούς σταρχιδιστές.

31
Δεκ
11

καλή χρονιά

 

Εύχομαι να έχουμε όλοι μας μια χρονιά όσο γίνεται καλύτερη.
Να έχουμε Υγεία και Δουλειά, Αλληλεγγύη και Συντροφικότητα.

19
Δεκ
11

ασανσέρ πάλι

Διάβασαν την προηγούμενη ανάρτηση οι φίλοι μου κι άρχισαν τα τηλέφωνα. “Τι έπαθες ρε συ; Μη μασάς…” και τέτοια. Ασανσέρ, φίλοι μου, αυτό έπαθα. Κατεβαίνω στα Τάρταρα, μετά κάπου βλέπω λίγο φως, ανεβαίνω και ρουφάω μια τζούρα μέχρι να έρθει η επόμενη σφαλιάρα και να με ξαναρίξει στο σκοτάδι. Να… σήμερα για παράδειγμα. Με το ζόρι κρατιόμουν μην αρχίσω να γράφω σεντόνια για το χάος που ζω κάθε μέρα στο σχολείο, για τους “συναδέλφους” που εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να θεριέψουν επειδή έπρεπε (όταν έκαναν μαλακίες, όταν άντε μην αρχίσω…. ) να δείξουμε “συναδελφική αλληλεγγύη” και να σπρώξουμε τα σκατά κάτω από το χαλί αντί να τους ρίξουμε μια μούτζα γιατί με τις δικές τους μαλακίες έπαιρναν κι εμάς στο λαιμό τους και τώρα τους κοιτάμε να μας κάθονται στο σβέρκο. Πάνω λοιπόν που κρατιόμουν με το ζόρι έσκασε αυτό το φωτάκι που μ’ έκανε να σκεφτώ πως πέρα από τους “συνάδελφους”, πέρα από τη συμμορία που κάνει κουμάντο στο σχολείο, υπάρχουν με ρικές φορές και κάποια παιδιά που σε θυμούνται.

Έβγαινα από έναν σταθμό του ΜΕΤΡΟ όταν άκουσα το όνομά μου και γύρισα. Ένας νεαρός με κοιτούσε χαμογελώντας και με πλησίαζε. Ξυρισμένο κεφάλι με μια λωρίδα μόνο μαλλί, σκουλαρίκια, ένα κάπως dandee ντύσιμο, “καλλιταχνικό στιλ σύμφωνα με κάποια στερότυπα. “Εσύ είσαι, εσύ είσαι…” μου είπε πλησιάζοντάς με. Το πρόσωπό του γνωστό αλλά δεν μπορούσα να το ταυτίσω με συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Χαμογέλασα όμως και τον πλησίασα. “Είμαι ο Μ. από το σχολείο στ …” Τον θυμήθηκα πριν πει το σχολείο. Ήταν ο Μ., το “Cureάκι”, έτσι τον έλεγα. Λάτρευε τους Cure και είχε γουρλώσει τα μάτια όταν του είχα πει ότι ήμουν σε live τους όταν αυτός μπουσούλαγε. Νομίζω πως είχα να τον δω από τότε που τελείωσε το σχολείο, ο Μ. επέμενε πως είχαμε ξανασυναντηθεί αλλά εγώ δεν το θυμάμαι. Ου γαρ έρχεται μόνον….

“Σε σκέφτομαι συχνά”, μου είπε “κι αναρωτιέμαι τι να κάνεις. Πολλές φορές μιλάω για σένα και σκέφτομαι αυτά που μας έλεγες… Έτσι ζω τη ζωή μου, δεν πουλιέμαι σε κανέναν….”. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα “Τι τους έλεγα άραγε; Ποιες φράσεις χαράχτηκαν στο μυαλό του; Του έκαναν καλό ή κακό; Ω Θεοί! Τελικά επηρεάζουμε πολύ κάποια παιδιά με τη στάση και τα λόγια μας”. Μου είπε ότι είναι καλά, ασχολείται με τα καλλιτεχνικά, κάνει αυτό που θέλει και μέσα σ’ όλα φτιάχνει κοσμήματα. Και τότε άνοιξε μια σακούλα “Εδώ τα έχω, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, διάλεξε ποιο απ’ όλα σ’ αρέσει. Είναι λίγο αντισυμβατικά αλλά εσύ ποτέ δεν ήσουν συμβατική, είσαι ίδια όπως σε άφησα”. Διάλεξα ένα βραχιόλι φτιαγμένο από δέρμα, σε πολύ ιδιαίτερο σχέδιο. Το φοράω τώρα που γράφω, θα το φοράω και αύριο στο σχολείο. Είναι ο μισθός μου κουφάλες, το βραβείο μου, κι αυτό δεν μπορεί κανείς σας να μου το δώσει ή να μου το πάρει. Αύριο θα σηκώσω και τα μανίκια για να το δουν όλοι.

Βιαζόταν ο Μ. , βιαζόμουν κι εγώ. Μου είπε και για έναν συμμαθητή του που άνοιξε ένα καφέ στα Εξάρχεια, σκέφτομαι να περάσω κάποια μέρα. Άραγε θα με αναγνωρίσει και κείνος; Με τον Μ. δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα που ποτέ δεν θα πάρουμε. Με τη σιγουριά πως κάποια στιγμή θα ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο σε μια άλλη στάση του ΜΕΤΡΟ.

13
Δεκ
11

Τα κατάφεραν…..

Ομολογώ πως τα κατάφεραν. Με τρόμαξαν, με φόβισαν…. Τόσους μήνες αντιστεκόμουν με νύχια και με δόντια στο φόβο, πίστευα (κι ακόμα πιστεύω) πως ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός μου, ο χειρότερος  σύμβουλος, ο πιο σίγουρος τρόπος να με/μας νικήσουν. Ε, τα κατάφεραν και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι πως στα πενήντα θα μείνω χωρίς δουλειά, πως θα μείνουμε και οι δυο μας χωρίς δουλειά. Ακούω στις ειδήσεις και διαβάζω στις εφημερίδες και το internet για τον απόλυτο χαμό που μας περιμένει και τρελαίνομαι. 150.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θέλουνε μέχρι το 2015, απολύσεις που σίγουρα θα γίνουν χωρίς σκέψη, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς τίποτε. Πρόχειρα και υπό το κράτος του πανικού, όπως πάντα, κι όποιον πάρει ο χάρος.  150.000 άνθρωποι, όχι αριθμοί, άνθρωποι με παιδιά και υποχρεώσεις. Άνθρωποι σαν αυτούς που μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν σπίτια και οικογένειες και τώρα είναι άστεγοι. Για να μη μιλήσω για το χαμό που γίνεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα.

Τα τελευταία 25 χρόνια δεν έμεινα σχεδόν ποτέ χωρίς δουλειά, είτε έκανα λάντζα σε μπαράκια, είτε στη διαφήμιση, είτε στα περιοδικά, είτε στα ΙΕΚ και τελικά στο σχολείο. Χωρίς βύσματα και μέσα, απλά γιατί σιγά σιγά αποκτούσα καλή φήμη, σ’ όλες τις δουλειές που έκανα στη ζωή μου -και ήταν πολλές και διαφορετικές- αφήνα καλές εντυπώσεις φεύγοντας. Μπορεί να ήμουν και τυχερή, δεν το ξέρω, αλλά χωρίς δουλειά δεν έμεινα. Όχι χρυσοπληρωμένες δουλειές αλλά τα βασικά της ζωής τα έβγαζα αξιοπρεπώς και ζούσα με το κεφάλι ψηλά αφού ποτέ δεν αναγκάστηκα να παρακαλέσω ή να βάλω μέσο για να δουλέψω.Τον έβλεπα βέβαια τον ορυμαγδό να έρχεται από τότε ακόμη που δεν τον υποψιαζόταν σχεδόν κανείς. Από το 1998, όταν έσκασε μύτη ο νόμος Αρσένη για τις αλλαγές στα σχολεία και έπεσε στα χέρια μου το σχέδιο -τότε- του κώδικα των δημοσίων υπαλλήλων και είδα το άρθρο για τις καταργήσεις οργανικών θέσεων που θα είχαν σαν συνέπεια διαθεσιμότητες και απολύσεις σε περίπτωση που δεν υπήρχε θέση για μετάταξη. Τότε που έλεγα στους συναδέλφους πως πρέπει να έχουμε το νου μας κι αυτοί -μέσα στη νιρβάνα τους (και οι συμδικαλιστές μας μαζί τους)- πως αυτά δεν γίνονται, πως αποκλείεται να αρθεί ποτέ η μονιμότητά μας. Το είχα στο μυαλό μου αλλά ευχόμουν να μην έρθει αυτή η ώρα…. Και να που ήρθε η ώρα η κακιά…..  Πριν μερικά χρόνια έκλεισε ο άντρας μου το μαγαζί του, ευτυχώς που φώναζα και το έκανε γιατί τώρα απλά θα το κλείναμε πνιγμένοι στα χρέη. “Μη φοβάσαι” του έλεγα “μέχρι να βρεις δουλεία εγώ είμαι εδώ, έστω και με λίγα θα τη βγάλουμε, έστω και με το μισθό μου θα επιβιώσουμε”. Διότι, παρ’ όλο που είχα κατά νου τον κώδικα, δεν ήθελα να βάζω κακές σκέψεις στο μυαλό μου. Επιβιώσαμε, βρήκε δουλειά και συνεχίσαμε να ζούμε. Όπως ζούσαμε πάντα, με λίγα αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κυνηγήσαμε τα πολλά. Πάντα είμασταν ολιγαρκείς, ούτε αυτοκίνητο δεν είχαμε. Δεν ζήτησα ποτέ στη ζωή μου χλιδή, ακριβά ρούχα, ακριβά έπιπλα, ακριβό σπίτι, ακριβές διακοπές. Ζούσα πάντα (ζούσαμε) με όσα μου έφταναν για να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, να ντύνομαι από στοκατζίδικα, να πηγαίνω διακοπές σε κάμπινγκ, να κάνω μικρά δώρα στους φίλους μου και από τη στιγμή που ήρθε ο γιος μου στη ζωή να καλύπτω τις ανάγκες ενός παιδιού. Βασικά πράγματα. Και τώρα άρχισα να τρέμω πως δεν θα έχω σε λίγο να ταίσω το παιδί μου, πως δεν θα έχω να πληρώσω τ’ αγγλικά και τα γερμανικά του, να τον πάω διακοπές τις 10 μέρες στο κάμπινγκ που τις περιμένει ολόκληρο το χρόνο.

Τους μισώ γιαυτό που μου κάνουν, τους μισώ που φοβάμαι, τους μισώ γιατί ξέρω πως παρ’ όλα τα πτυχία και τα μάστερ μου και τα προσόντα μου πιθανόν να βρεθώ στο δρόμο χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι και σε μια ηλικία που θα είναι αδύνατο να βρω δουλειά. Όπως είμαι σχεδόν σίγουρη πως οι όποιοι άχρηστοι και τεμπέληδες που υπάρχουν θα συνεχίσουν, να επιβιώνουν και να (μη) δουλεύουν. Διότι αυτοί πάντα έχουν κάνει τις καβάντζες τους από πριν, πάντα έχουν έτοιμο ένα μηχανισμό διασωσής τους.

Νιώθω νικημένη που κάνω αυτές τις σκέψεις και τους μισώ γιαυτό. Το κακό είναι πως δεν ξέρω σίγουρα ποιοι είναι αυτοί που μισώ, όπως δεν το ξέρει και κανείς μας και ίσως γιαυτό υπάρχει αυτή η παράλογη παράλυση και παγωμάρα στον κόσμο. Ποιοι είναι αυτοί που μας βλέπουν σαν αριθμούς, ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν πως τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον, δεν έχουν λόγο να έχουν μέλλον; Δεν μπορώ να προσωποποιήσω την οργή που νιώθω κι αυτό με κάνει να νιώθω διπλά αδύναμη και διπλά νικημένη. Σαν να παλεύω με φαντάσματα….

Ίσως και να είναι οι κακές σκέψεις της μέρας, ίσως αύριο να σκέφτομαι άλλα πράγματα, πιο ελπιδοφόρα. Ίσως αύριο να σκέφτομαι πως θα τη γλυτώσω, αν κι αυτό δεν είναι γλυτωμός. Δεν γλυτώνεις όταν καταρρέει το σύμπαν γύρω σου. Το κακό δεν είναι πως είμαι σήμερα στις μαύρες μου, το κακό είναι πως αυτές οι σκέψεις τρυπώνουν όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου και φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα εγκατασταθούν μόνιμα. Κι αν γίνει αυτό τη βάψαμε οικογενειακά…..

26
Νοε
11

Πατησίων

Ο πεζόδρομος της Φωκίωνος Νέγρη όπως είναι τώρα

Πρωτοήρθα στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση το 1985. Μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο στην Πάτρα, δεν ήθελα να επιστρέψω στην πατρική στέγη στη Θεσσαλονίκη μετά από χρόνια που ζούσα μόνη, και γενικά ψαχνόμουν. Η προοπτική να κάνω ιδιαίτερα ζώντας στο πατρικό σπίτι, με τους γονείς να με πρήζουν να “βρω ένα καλό παιδί” και οι οποίοι έχοντας χάσει αρκετά χρόνια από τη ζωή μου, θα ήθελαν να ξαναβρούν την έφηβη κόρη που έχασαν εκεί ακριβώς που την άφησαν. Η έφηβη όμως είχε μεγαλώσει, είχε ζήσει πολλά χρόνια μόνη, είχε αλλάξει και πνιγόταν στην ιδέα αυτής της επιστροφής και των ιδιαίτερων. Ψάχνοντας για εναλλακτική λύση, ανακάλυψα τη σχολή των -τότε- ονείρων μου και αποφάσισα να ξαναρχίσω σπουδές από την αρχή και σε τελείως διαφορετικό αντικείμενο από τις πρώτες μου. Ο πατέρας μου δεν ξετρελάθηκε από τη χαρά του κι έτσι έφυγα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη από τη Θεσσαλονίκη, μετά από καυγά με τους γονείς μου και με 18.000 δρχ περιουσία, για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα μη έχοντας όμως εξασφαλίσει ακόμα την εισαγωγή μου με κατατακτήριες στη σχολή που ήθελα. Τόσο σίγουρη ήμουν πως τα πράγματα θα έρθουν ακριβώς έτσι όπως τα θέλω. Δεν ξέρω από που αντλούσα αυτή τη σιγουριά αλλά την είχα…

Η κολλητή μου έμενε κοντά στην Πλ. Αμερικής κι εκεί πήγα να μείνω μέχρι να βρω δικό μου σπίτι και να φέρω τα πράγματά μου από την Πάτρα που τα είχα αφήσει, αφού πριν το καλοκαίρι είχα σκοπό να δώσω κατατακτήριες σε μια σχολή του εκεί Πολυτεχνείου. Τρελοκομείο τελείως ήμουν….. Βρήκα σπίτι πολύ γρήγορα, σε μια παλιά τριόροφη πολυκατοικία του 1930 στην οδό Δροσοπούλου, απ’ αυτές με τις χτιστές κουπαστές και το ξύλινο κάλυμα, τα όμορφα και περιποιημένα μωσαϊκά στο πάτωμα και τα ξύλινα πατώματα στα υπνοδωμάτια. Ανήκε σε μια γιαγιά, την κυρία Βάγια, που με συμπάθησε αμέσως παρά την παλαβή εμφάνισή μου. Ήταν μεγάλο σπίτι όπως το ήθελα, παλιό και ψηλοτάβανο με τεράστιες μπαλκονόπορτες, σχετικά χαμηλό νοίκι και χωρίς θέρμανση. Το αγάπησα αμέσως αυτό το σπίτι παρά την ηλικία του και τα προβλήματα που έβγαζε. Πέτυχα στις κατατακτήριες όπως ακριβώς το ήθελα, κουβάλησα τα πράγματά μου από την Πάτρα και εγκαταστάθηκα εκεί για 11 χρόνια.

Η Κυψέλη ήδη είχε χάσει τη λάμψη της, δεν ήταν πλέον γειτονιά μεγαλοαστών και καλλιτεχνών αλλά κάτι ενδιάμεσο. Είχε μεγαλοαστούς που δεν την είχαν κάνει ακόμα για τα προάστεια και που ζούσαν κυρίως στη Φωκίωνος Νέγρη, η οποία δεν είχε γίνει ακόμα πεζόδρομος γεμάτος καφέ. Υπήρχε ακόμα το παλιό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα και το Σελέκτ, στη γωνία Φωκίωνος και Επτανήσου που ήταν το στέκι της παραγωγικότερης κινηματογραφικής-και θεατρικής-παρέας μιας εποχής, με προεξέχοντες θαμώνες τον Νίκο Τσιφόρο, τον Αλέκο Σακελλαριο, τον Κώστα Πρετεντέρη, τον Γιώργο Γιαννακοπουλο, τον Γιώργο Λαζαριδη, τον Ορέστη Λάσκο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη… Υπήρχε ακόμα, όταν πήγα στη γειτονιά το μαγαζί του Σαράφη (στην Αθήνα, στα Τρίκαλα, τώρα και στη Νέα Υόρκη…), η πιτσαρία του Παεζάνο (με ωραία πίτσα αλλά ακριβή για τα δικά μου οικονομικά δεδομένα), η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης που λειτουργούσε ακόμα με χασάπικα και μαγαζιά με βότανα, η γκαλερί “Αγκάθι”… Όταν εγκαταστάθηκα στην Κυψέλη, η Δροσοπούλου δεν γέμιζε και από τις δύο πλευρές με παρκαρισμένα αυτοκίνητα και στη Φωκίωνος έβλεπες ακόμα να πίνουν τον καφέ τους το πρωί γηραίες κυρίες  καλοχτενισμένες, φορώντας τις πέρλες τους. Μου άρεσε που ζούσα στην Κυψέλη, ήταν κοντά στο κέντρο, πήγαινα παντού με τα πόδια και ζούσα σε μια παλιά πολυκατοικία χτισμένη με βάση τις αρχές του Bauhaus, όπως πολλές που χτίστηκαν στη δεκαετία του ’30. Μου έδωσαν και κάτι φίλοι μια σόμπα πετρελαίου που δεν τη χρειαζόταν κι έτσι έλυσα και το πρόβλημα της θέρμανσης. Το σπίτι είχε σώματα καλοριφέρ τα οποία δούλευαν με έναν ατομικό λέβητα μαντεμένιο και υπέροχο, που όμως για κακή μου τύχη έκαιγε κοκ. Που να βρω κοκ και πως να το φέρω μέχρι το σπίτι, παρ’ όλο που υπήρχε ειδικός αποθηκευτικός χώρος για την αποθήκευσή του. Έτσι έμεινα να χαζεύω τα παλιά σώματα και να κουβαλάω κάθε τόσο μπετόνια με πετρέλαιο από ένα κοντινό σχετικά βενζινάδικο για τη σόμπα μου.

Από χρήματα -ειδικά την πρώτη χρονιά- ήμουν άθλια. Πεισμωμένη με τον πατέρα μου κατέβηκα στην Αθήνα με ελάχιστα και με σκοπό να βρω δουλειά. Την πρώτη χρονιά δεν βρήκα τίποτε κι έτσι αναγκάστηκα να ρίξω τα μούτρα μου και να πάρω χρήματα από τους γονείς μου, αλλά τα ελάχιστα που θα κάλυπταν τις πολύ βασικές μου ανάγκες, πράγμα που σήμαινε πως δεν περίσσευε τίποτα για εξόδους και μπαράκια. Έτσι πάρα πολλά βράδυα η έξοδός μας με την κολλητή μου ήταν βόλτα στην Πατησίων, μετά Εξάρχεια, μετά ανέβασμα βολταριστό μέχρι το Κολωνάκι και πίσω. Με το να χαζεύουμε βιτρίνες και να συζητάμε περνούσε η ώρα και γυρνούσαμε σπίτια μας για ύπνο κουρασμένες. Κάποιες φορές τη βγάζαμε στο σπίτι της καθώς εκείνη είχε τηλεόραση ενώ εγώ δεν είχα. Αλλά η τηλεόραση ήταν πολύ βαρετή σε σχέση με το χάζι στο δρόμο. Η Πατησίων ήταν φωτεινή, γεμάτη βιτρίνες ακριβών μαγαζιών και ποτέ δεν νιώσαμε φόβο όποια ώρα και να την περπατούσαμε. Την επόμενη χρονιά βρήκα δουλειά σ’ ένα μπαράκι στα Εξάρχεια (τι πρωτότυπο για την εποχή….) που μου άφηνε ελεύθερη τη μέρα για τη σχολή και ήταν πολλά τα βράδυα που γυρνούσα στο σπίτι μου μετά τη δουλειά περπατώντας, χωρίς ποτέ να νιώσω κάποιου είδους απειλή. Η Πατησίων έλαμπε από τα φώτα, τι να με φοβίσει;

Σήμερα πέρασα από την Πατησίων πάλι. Δεν έχω απομακρυνθεί πολύ από το κέντρο, δεν μετακόμισα σε προάστειο, απλά δεν μένω πλέον στην Κυψέλη, δεν έχω χρήματα να κατεβαίνω για ψώνια, δεν περισσεύει χρόνος για να χαζεύω τις βιτρίνες κι έτσι είχα καιρό να την περπατήσω. Λέγοντας “καιρό” όμως δεν εννοώ χρόνια, μήνες εννοώ και επειδή σήμερα την περπάτησα πάνω κάτω και απόγευμα, μ’ έπιασε θλίψη. Που είναι ο φωτεινός δρόμος που ήξερα; Πού πήγαν τα μαγαζιά και οι φωτισμένες βιτρίνες; Ένα ανοιχτό μαγαζί και τρία κλειστά είναι η αναλογία κι αυτά δεν ξέρω για πόσο ακόμα θ’ αντέξουν, αφού σε πολλά είχε ταμπέλες “Ξεπούλημα”….. Σκοτεινή μου φάνηκε, περπατούσα κι έβλεπα όλα τα μαγαζιά που χάζευα στα νιάτα μου κλειστά χωρίς προοπτική να ξανανοίξουν. Και θυμόμουν εμένα και τη Μαρία να χαζεύουμε τα ρούχα που δεν μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε γιατί ήταν ακριβά για μας και να γελάμε χαζολογώντας και κάνοντας βόλτα στη φωτισμένη Πατησιών ένός άλλου καιρού.

Πάνω κάτω, πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων.
Εμείς εκεί μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε στην ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία κι ανάποδα.
Εντάξει, δεν κλαίμε, μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες,
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι αυτό σου λέω, την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε, να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε!
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε!»

Εκεί κοντά έμενε και η Κατερίνα, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, σ΄ένα σπίτι τόσο παλιό αλλά πιο όμορφο από το δικό μου. Την ήξερε την Πατησίων αλλά έγραφε για μια άλλη Πατησίων από τη δική μου, τη φωτεινή. Η δική της Πατησίων ήταν “σκοτεινή” σαν τη σημερινή.  Όπως φαντάζομαι την ήξερε κι ο Νίκος Γκάτσος που υπήρξε για χρόνια κάτοικος της Κυψέλης.

Update: Δεν κάνω καμμία αναφορά στο παζάρι που στήνεται μέχρι το σούρουπο στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Ούτε για το “παζάρι” που στήνεται τις νύχτες. Σκόπιμα δεν θέτω αυτές τις δύο παραμέτρους που συμβάλλον κι αυτές στην αλλαγή αυτού του δρόμου που νιώθω σαν την αυλή του σπιτιού μου. Τα μαγαζιά που κλείνουν είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, η μετανάστευση όμως και το trafficking, είναι ένα περίπλοκο θέμα (κατά τη γνώμη μου από τα προβλήματα με τις περισσότερες παραμέτρους) και δεν νιώθω ότι μπορώ να το αναλύσω στα πλαίσια ενός blog. Νομίζω πως γενικά δεν μπορεί ν’ αναλυθεί παρά μονοσήμαντα και δεν το θέλω σ’ εποχές που οι άνθρωποι κραυγάζουν περισσότερο παρά σκέφτονται.

16
Νοε
11

Bazaar, ημερίδα, έκθεση ζωγραφικής

Στις 21/11 τα εγκαίνια της 2ης έκθεσης έργων κρατουμένων του ΚΚΓΕΘ

          

Στο Συνεδριακό Κέντρο Θήβας θα φιλοξενηθεί η 2η έκθεση έργων τέχνης κρατουμένων του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών Ελεώνα Θήβας. Τα εγκαίνια της έκθεσης θα γίνουν τη Δευτέρα 21 Νοεμβρίου στη 1 μ.μ., η διάρκειά της θα είναι έως τις 8 Δεκεμβρίου και υλοποιείται με τη συνδρομή της ΧΕΝ Θήβας και του Δήμου Θηβαίων. Η έκθεση θα περιλαμβάνει πίνακες ζωγραφικής, ακουαρέλες, δημιουργικά χρηστικά αντικείμενα από ξύλο και μέταλλο και διάφορα άλλα είδη που φιλοτεχνήθηκαν και δημιουργήθηκαν από τις έγλειστες γυναίκες του ΚΚΓΕΘ. ‘Ολα τα έργα θα διατίθενται προς πώληση σε χαμηλές τιμές και τα έσοδα από κάθε έργο θα κατατεθούν στον ατομικό λογαριασμό της κρατούμενης που το δημιούργησε.
Το Συνεδριακό Κέντρο Θήβας βρίσκεται στην οδό Λουκά Μπέλλου 1.

Η Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, στο πλαίσιο του συντονισμού του Ευρωπαϊκού Προγράμματος DAPHNE ΙΙΙ με τίτλο «Μεγαλώνοντας ένα Παιδί μέσα από τα Κάγκελα της Φυλακής», διοργανώνει ημερίδα με το ομώνυμο θέμα.

Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011 και ώρα 9.00 έως 17.45, στην Αθήνα (Ξενοδοχείο President, Λεωφόρος Κηφισίας 43, Αίθουσα Ευρώπη).
Περισσότερες πληροφορίες στο www.ich-mhsw.gr
08
Νοε
11

Μισώ τους αδιάφορους

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ

Antonio Gramsci (1891-1937)

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.

Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.
11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1917

06
Νοε
11

τώρα τι να πω;

Βαρέθηκα. Άρχισα να σιχαίνομαι τη διαδικτυακή “ζωή”. Το διαδίκτυο έχει γίνει ευχή και κατάρα. Εκτονωνόμαστε όλοι βρίζοντας πολιτικούς, γράφοντας αναλύσεις, ανταλλάσσοντας αστειάκια κι εξυπνάδες και νέα, βρίζοντας ο ένας τον άλλο, κι όλ’ αυτά σε μπλογκς και φόρα και δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και μετά πάμε σινεμά, σε μπαράκια για ποτό όπου ξαναλέμε τα ίδια, αλλάζουμε κανάλι και βλέπουμε τη “Ζωή της άλλης” και ειδήσεις των 8 και ντοκιμαντέρ για τους βίσωνες. Και μετά πέφτουμε για ύπνο και ονειρευόμαστε τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη και το Έπος του ’40 ή τον Λένιν και τη μεγάλη Ρώσικη Επανάσταση, τον Τσε και τη δική του επανάσταση, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Τρότσκι. Την ώρα που κάποιοι παίζουν με τις ζωές και το μέλλον μας το timeline στο Twitter παίρνει φωτιά, στα φόρα γίνεται της πουτάνας από αλληλομπινελικώματα, το Facebook βράζει. Και οι δρόμοι είναι άδειοι. Και το πρωί η ζωή συνεχίζεται, μπαίνουμε στο λεωφορείο και πάμε στις δουλειές μας και σπρώχνουμε άλλη μια βδομάδα προς το Σαββατοκύριακο….

05
Νοε
11

και ξανά skata

01
Νοε
11

χάος….

09
Οκτ
11

νιάτα

Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

03
Οκτ
11

η ιστορία ενός βάτραχου

Το βατραχάκι που δεν ήξερε ότι θα βραζόταν…

Φανταστείτε μια κατσαρόλα γεμάτη κρύο νερό, μέσα στο οποίο κολυμπά ανέμελα, ένα βατραχάκι. Κάτω από την κατσαρόλα, ανάβεται μια μικρή φωτιά και το νερό, αρχίζει να ζεσταίνεται πολύ σιγά. Το νερό, σιγά σιγά γίνεται χλιαρό και το βατραχάκι, βρίσκοντας το μάλλον ευχάριστο, συνεχίζει να κολυμπά χαρούμενο.
Η θερμοκρασία του νερού συνεχίζει να ανεβαίνει.
Τώρα το νερό είναι πιο ζεστό, από ότι το βατραχάκι θα θεωρούσε ευχάριστο, αισθάνεται λίγο κουρασμένο, αλλά παρόλα ταύτα δεν αισθάνεται κανέναν φόβο. Τώρα το νερό είναι πραγματικά ζεστό και το βατραχάκι αρχίζει να αισθάνεται δυσάρεστα, αλλά είναι εξουθενωμένο. Για αυτό τον λόγο, υπομένει και δεν αντιδρά. Η θερμοκρασία συνεχίζει να ανεβαίνει, έως ότου, το βατραχάκι καταλήξει να βράσει και ως εκ τούτου, να πεθάνει.
Εάν έριχναν το ίδιο βατραχάκι κατ’ ευθείαν σε νερό θερμοκρασίας 50 βαθμών, με μια εκτίναξη των ποδιών του, θα είχε πηδήξει αμέσως έξω από την κατσαρόλα. Αυτό, αποδεικνύει, ότι όταν μια αλλαγή γίνει με έναν τρόπο επαρκώς αργό, διαφεύγει της συνειδήσεως και στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν προκαλεί καμία αντίδραση, καμιά αντίσταση, καμία επανάσταση. Εάν παρατηρούσαμε αυτό που
συμβαίνει στην κοινωνία μας εδώ και λίγες δεκαετίες, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ότι υφιστάμεθα μια αργή αλλά σταδιακή εξαφάνιση των πανανθρώπινων αξιών μας και των ιδανικών μας. Δεν το καταλαβαίνουμε όμως γιατί γίνεται αργά και σιγά για να το συνηθίζουμε. Στο όνομα της προόδου, της επιστήμης και του κέρδους, γίνονται διαρκώς αυθαιρεσίες κατά της προσωπικής ελευθερίας έκαστου, της αξιοπρέπειας του, της ακεραιότητας της φύσεως, της ομορφιάς και της χαράς της ζωής, με αργό ρυθμό αλλά ασταμάτητα, με την συνεχή συνενοχή των αδαών θυμάτων, που ίσως και στο μεταξύ να έχουν χάσει την ικανότητα και τη θέληση τους να αμυνθούν. Το συνεχές σφυροκόπημα από τα μέσα ενημερώσεως μεταλλάσσει τον ανήσυχο ανθρώπινο νου σε παθητικό δέκτη που απλά εκτελεί εντολές χωρίς κρίση και ικανότητα να αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του……………………….

Συνειδητοποίηση ή βράσιμο.
Πρέπει να διαλέξουμε!!!

Είμαστε ήδη μισοβρασμένοι ή όχι;!

Το κείμενο δεν είναι δικό μου, μου ήρθε με μέιλ αλλά προσυπογράφω.

24
Σεπ
11

δημόσιοι υπάλληλοι

18
Σεπ
11

χρεωκοπία ή πόλεμος;

“istor Poulopoulos Ioannis

by asteris
Δεν ξέρω τι πραγματικά προτιμώ, την υποτέλεια, την αναξιοκρατεία της εγχώριας πολιτικής τάξης ή την χρεοκοπία… #grpolitics”
Είδα αυτό το tweet στο Tweeter και ήταν ακριβώς πάνω σ’ αυτό που σκεφτόμουν τις τελευταίες μέρες. Βλέπω, ακούω και διαβάζω ολο και περισσότερο κόσμο που περιμένει μια χρεωκοπία ή ακόμα κι ένα πόλεμο με την Τουρκία για τα πετρέλαια σαν λύτρωση. Κάτι που αν πριν ένα χρόνο το πρότειναν οι κυβερνώντες μας θα σηκωνόταν αν τους φτύσουν ακι οι πέτρες. Μετά από ένα χρόνο διαβάζω αναλύσεις για μικρής έκτασης πόλεμο με την Τουρκία που θα ήταν ωφέλιμος για τη χώρα, για χρεωκοπία που επιτέλους θα ξέρουμε που βρισκόμαστε κι όχι μ’ αυτό το άγχος τώρα του τι θα ξημερώσει αύριο και ποια θα είναι τα νέα μέτρα. Και σκέφτομαι πόσο εύκολα χειραγωγίσιμος είναι τελικά αυτή η πούλπα που λέγεται λαός.
13
Σεπ
11

μηδενισμός….

Αν δεν είχα παιδί, ευχαρίστως θα άναβα το σπίρτο που θα τα έκανε όλα στάχτη και μπούρμπερη. Σιχάθηκα τα πάντα και σχεδόν τους πάντες.

08
Σεπ
11

Εγώ, μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων……

της Σοφίας Λαμπίκη

Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Λοβέρδος, μιλώντας το βράδυ της Τετάρτης στην επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, είπε ότι «το ένα εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων, που ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια πολίτες με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν».(από τον Τύπο)

Είμαι μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων.
Υπηρετώ την Εκπαίδευση 12 χρόνια. Έχω αξιολογηθεί πολλάκις από τους μαθητές μου, τους συναδέλφους, τους προϊσταμένους μου, τις τοπικές κοινωνίες, όπου δούλεψα, ως τουλάχιστον επαρκής.
Δεν είναι δική μου ευθύνη που το Κράτος είναι ανίκανο, ως αμιγώς κομματικός μηχανισμός που είναι, να θέσει αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και μάλιστα αδικούμαι απ΄ αυτήν τη πρακτική.
Έζησα και δούλεψα 4 χρόνια στα Ψαρά που ο υπουργός αγνοεί κατά που πέφτουν.
Έχω δουλέψει πριν το Δημόσιο 16 χρόνια στον Ιδιωτικό τομέα όπου και σε όλες τις εργασίες που έκανα αξιολογήθηκα θετικά.
Πληρώνω κανονικά τους φόρους μου 30 χρόνια, δεν χρηματοδοτήθηκα ως ΜΚΟ, δεν έλαβα κρατική επιδότηση κανενός τύπου όταν έρρεε το χρήμα, δεν πήρα δωράκι από υποβρύχιο ούτε αντάλλαξα λίμνη με τη Μονή Βατοπεδίου.
Έχω εργαστεί σε ΟΛΕΣ τις δουλειές από που πέρασα ,εκτός ωραρίου και πέραν αμοιβής, όταν υπήρξε ανάγκη (στο Δημόσιο δεν είχα ούτε καν την ηθική επιβράβευση).
Δεν έχω κάνει στη θητεία μου στο Δημόσιο ούτε μία ώρα αμειβόμενου ιδιαίτερου μαθήματος σε μαθητή.
Μού έχουν γίνει τους τελευταίους 20 μήνες, 5 περικοπές οριζόντιου τύπου στις αμοιβές μου που ως εκπαιδευτικού είναι οι χαμηλότερες στο Δημόσιο και αυτή τη στιγμή είναι χαμηλότερες του αντίστοιχου συναδέλφου σε ιδιωτικό σχολείο.
Λοιδορούμαι συστηματικά από ανθρώπους που δεν έχουν πληρώσει ποτέ φόρο, ζουν πάμπλουτα και λένε ότι “δεν γουστάρουν να με πληρώνουν πια”.
Ο μόνιμος χαρακτηρισμός που μου αποδίδεται είναι “κοπρίτης”.
Με το νέο μισθολόγιο θα φτάσω στα όρια της εξαθλίωσης και με την εργασιακή εφεδρεία δεν μου επιτρέπεται καν να απολυθώ απευθείας, να πάρω την αποζημίωση μου καθώς και ό,τι έχω αποδώσει για το εφάπαξ μου και να φτιάξω μια δουλειά δική μου έξω, στην αγορά.
Σήμερα ο Λοβέρδος συλλήβδην με έβαλε στους αποδιοπομπαίους τράγους που ευθύνονται για τα πάντα σ΄ αυτή τη χώρα..
Ο κος υπουργός δεν έχει αξιολογηθεί ποτέ στην Ελλάδα για το έργο το δικό του και των κυβερνήσεων του κόμματός του που διέλυσαν τη χώρα (παρακαλώ να μην μου φέρετε ως επιχείρημα ότι αξιολογείται δια της ανά τετραετίας ψήφου διότι θα καγχάσω)
Κε υπουργέ είμαι σίγουρη ότι εάν τα μέλη των κυβερνήσεων σας έδιναν στον ΑΣΕΠ η πλειονότης ούτε κλητήρες δεν θα διοριζόσασταν.
Όμως , 20 μήνες τώρα, σας αξιολογεί η τρόικα ,ο δικός σας ΑΣΕΠ, και σας έχει αξιολογήσει ως άχρηστους αλλά σας διατηρεί στην εξουσία ως βολικούς και ταπεινούς υπαλλήλους.
Αγαπητέ υπουργέ που πάσχετε από σύνδρομο αδικημένου καλλιτέχνη μελοδραματικής ταινίας, θα σας έπρεπε μία μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση καθώς και αστική αγωγή για αποζημίωση αλλά οι φοβερές συνδικαλιστικές μας ενώσεις δεν διαθέτουν μήτε τμήμα νομικής υποστήριξης, αφού χρόνια τώρα αποτελούν το αριστερό σας χέρι.
Σας παραδίδω στη χλεύη των σκεπτόμενων ανθρώπων και των έντιμων εργαζόμενων γνωρίζοντας ότι όλοι οι μικροαστοί νοικοκυραίοι θα επικροτήσουν με ζητωκραυγές τις ισοπεδωτικές επικοινωνιακές τακτικές.
Θα σας έλεγα : Ντροπή σας , αλλά η έννοια της ντροπής προϋποθέτει την ύπαρξη Αρχών και Συνείδησης που ως φαίνεται δεν διαθέτετε.
Εγώ πάντως δεν θα ξεχάσω τους δραματικούς λίβελους σας-άξιους δευτεροκλασσάτου ηθοποιού- και θα σας αναμένω όταν θα έχει παρέλθει η Εξουσία απ΄τα χέρια σας και θα φτάσει η ώρα της αληθινής λαϊκής αξιολόγησής σας.

Σοφία Λαμπίκη

31
Αυγ
11

στιγμές (ξανά…)

Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. “Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;” Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, “άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…” και καμμιά φορά το “άστα τα μαλλάκια σου…”. Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. “Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;”. “Ιδέα σου είναι” μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, “τι λες Τ.;” τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. “Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…”. Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

25
Αυγ
11

τέφρα

Όχι, δεν έχει φωτογραφίες από τις διακοπές.  Στα ίδια μέρη βρέθηκα, θα μπορούσα να βάλω τις περσινές ή προπέρσινες. Άλλο θέλω να πω.

Άμα πεθάνω κάφτε με, μη με παραχώσετε στο χώμα μ’ έναν τάφο από μάρμαρο πάνω μου. Θέλω να καώ, να γίνω στάχτη και να είναι χειμώνας ή άνοιξη ή φθινόπωρο, όχι καλοκαίρι. Και να είναι εκείνη η ώρα ανάμεσα νύχτα και μέρα, η ώρα που ο ουρανός γίνεται γκρι-μπλε και είναι ψύχρα και είναι σαν να βλέπεις τον αέρα. Και να σκορπίσετε τη στάχτη μου εκείνη την ώρα, σ’ ένα τόπο σαν τον κάμπο πριν φτάσεις στη Θεσσαλονίκη, για να μπορέσω επιτέλους -έστω κι έτσι- να στροβιλιστώ στον αέρα, να πλανηθώ ίσα πάνω από τις κορυφές των δέντρων και να κάτσω κόκκος κόκκος πάνω τους. Και να μείνω εκεί να περιμένω το πρωί.

Αλλά όχι τάφους, όχι νεκροταφεία και θυμιάματα και καντηλάκια και λαδάκια και κάποιος να μουρμουράει πάνω στο μάρμαρο και να νομίζει πως μου μιλάει κι εγώ τον ακούω.




Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr

Νότες

για να ξέρουμε που βρισκόμαστε

Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει

Free Palestine

tweetίσματα

Θέλετε να ειδοποιείστε με e-mail για νέα posts; Βάλτε το mail σας και Voila!!

Join 11 other followers

RSS ιστορίες από τη βιβλιοθήκη

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS arkoudos.com

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS Κάφτρα

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Bubbles, bubbles, bubbles

Ας μετρηθούμε

document.write(unescape("%3Cscript src=%27http://s10.histats.com/js15.js%27 type=%27text/javascript%27%3E%3C/script%3E")); try {Histats.start(1,1173149,4,604,110,55,"00011111"); Histats.track_hits();} catch(err){}; free tracking

και λίγη στατιστική…

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='dame31' // Login var EXvsrv='s11' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

είμεθα κοσμοπολίται…

convey_source = "Greek"; Free Translation

tweet it


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.