Αρχείο συγγραφέα για

13
Μάι
12

Αυτή η χώρα δεν θ’ αλλάξει ποτέ ή αλλιώς Πάμε Σινεμά;

Αυτή η χώρα δεν θ’ αλλάξει ποτέ. Το πιστεύω αυτό πλέον.

Το Σάββατο 12/05/2012 στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» έγινε το Φεστιβάλ Μαθητικών Ταινιών του προγράμματος «Πάμε Σινεμά;». Το πρόγραμμα αυτό είχε σταματήσει το σχολικό έτος 2004-2005, παρ’ όλο που η τότε νεοεκλεγείσα υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου είχε υποσχεθεί ενθουσιασμένη (τάχα μου…) ότι είναι ένα από τα πράγματα που θα συνεχιστούν οπωσδήποτε και το οποίο κατάργησε μετά από λίγο καιρό. Τέλος πάντων, περσινά ξινά σταφύλια είναι αυτά. Εκείνη τη χρονιά είχα λάβει μέρος με το σχολείο μου αλλά δεν τα πήγαμε και πολύ καλά. Δεν έδεσε η ομάδα, τα παιδιά παρ’ όλο που έδειξαν ενθουσιασμό στην ιδέα να γυρίσουν ταινία, βαρέθηκαν όταν κατάλαβαν πόσες ώρες  δουλειάς χρειάζονται για να γράψουν σενάριο και να γυρίσουν ένα πεντάλεπτο ταινιάκι κι ο σύμβουλος σκηνοθέτης μάλλον μας βαριόταν κι αυτός. Παρ’ όλ’ αυτά ήταν εμπειρία που μου άρεσε και γιαυτό όταν φέτος είδα πως το πρόγραμμα  θα ξανατρέξει, το κυνήγησα και ξανέβαλα το σχολείο στο πρόγραμμα. Φέτος δεν ήμουν και μόνη αλλά συμμετείχε με ενθουσιασμό και μια συνάδελφος που άλλο που δεν θέλει άμα πρόκειται για τέτοια. Στην αρχή δεν προβλεπόταν γύρισμα ταινιών ή για την ακρίβεια θα μπορούσαν να γυρίσουν ταινία όσων σχολείων οι μαθητές θα μπορούσαν να καταβάλλουν 90 ευρώ έκαστος, πράγμα σχεδόν αδύνατον δεδομένων των συνθηκών της εποχής. Φαντάζομαι πως το κατάλαβαν νωρίς κι έτσι έψαξαν και βρήκαν χορηγούς και τα σχολεία που πήραν μέρος στο πρώτο κομμάτι του προγράμματος μπόρεσαν –εάν το επιθυμούσαν- να γυρίσουν το ταινιάκι τους. Αφιερώσαμε δύο Σαββατοκύριακα με τα παιδιά, το πρώτο να γράψουν το σενάριο και το δεύτερο για το γύρισμα. Τα παιδιά το ευχαριστήθηκαν κι εμείς το ίδιο.

Και φτάνουμε στην προχτεσινή μέρα, τη μέρα που θα βλέπαμε τις ταινίες και θα γινόταν η απονομή των βραβείων. Ντύθηκαν, στολίστηκαν τα κορίτσια που συμμετείχαν (σχεδόν μόνο κορίτσια συμμετείχαν) και πήγαμε στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» που ήταν ο χώρος που διοργανώθηκε το Φεστιβάλ για τη Νότια Ελλάδα ενώ κάτι αντίστοιχο έγινε και στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη για τις ταινίες της Βόρειας Ελλάδας. Το πρόγραμμα μεταδόθηκε ζωντανά από τη ΝΕΤ και σε σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη.  Τα παιδιά όλων των σχολείων που συμμετείχαν (δημοτικά- γυμνάσια-λύκεια) ήταν εκεί, φορώντας τα καλά τους και με πολύ καλή διάθεση παρακολούθησαν τις ταινίες πριν την τελετή απονομής, γελούσαν κι έκαναν σχόλια, αποθέωναν τις δικές τους το κάθε σχολείο, έκαναν προγνώσεις  και περίμεναν τη βράβευση με αγωνία. Η ατμόσφαιρα σε τίποτε δεν είχε την κατήφεια και τη μιζέρια των ημερών, παρ’ όλο που τα περισσότερα ταινιάκια έδειχναν πως οι μαθητές προβληματίζονται από το κλίμα της εποχής και τις συνέπειες όλων όσων γίνονται στο παρόν και το μέλλον τους. Είχαν όμως φρεσκάδα, γέλιο, ζωντάνια.

Δόθηκαν τα δύο βραβεία για τη νότια Ελλάδα και παρακολουθήσαμε και τα αντίστοιχα της Βόρειας Ελλάδας. Ήρθε και η στιγμή για το Πανελλήνιο Βραβείο για τα δημοτικά σχολεία που δόθηκε σ’ ένα Δημοτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης για ένα ταινιάκι με γέλιο και φρεσκάδα. Περιμέναμε όλοι με αγωνία να δούμε σε ποια πόλη θα πάει το Πανελλήνιο Βραβείο   για τα γυμνάσια και λύκεια και ναι, πήγαινε στην Αθήνα. Άκουγα γύρω μου προγνωστικά για το ποια ταινία θα το πάρει, κάπου πήρε το αυτί μου και τη δική μας ταινία. Μόλις ανακοινώθηκε η ταινία πάγωσε η αίθουσα, ο γιος μου που καθόταν δίπλα μου μου είπε «μα καλά, σ’ αυτή τη μαλακία το δώσανε; Αν είναι δυνατόν!!!!». Ήταν μια ταινία που δεν την είδα διότι με το που ξεκίνησε μου φάνηκε κακή και αδιάφορη και πήγα να καθήσω κάπου αφού τις περισσότερες τις είχαμε παρακολουθήσει όρθιοι και είχα κουραστεί. Παγωμένο χειροκρότημα στην αίθουσα αλλά τα παιδιά πήγαν καταχαρούμενα να πάρουν το βραβείο τους. Μετά απ’ αυτό ήρθε η ώρα να τη δούμε. Με το που ξεκίνησε άρχισαν τα ψυθιριστά σχόλια γύρω μου «τι μαλακία είναι αυτή ρε…» και τέτοια. Η συνάδελφος η οποία δεν την είχε δει και στην αρχή μου είπε «άσε να τη δούμε ρε συ, μπορεί να είναι καλή…» όσο περνούσε η ώρα άρχισε κι αυτή με τη σειρά της να δυσανασχετεί.  Στους τίτλους του τέλους τα καταλάβαμε όλα. Στην ταινία συμμετείχε ο γιος του διευθυντή του «Πάμε Σινεμά;» αλλά και ο ίδιος ο Αντώνης Κιούκας!!!!!

Για όσους δεν κατάλαβαν να το επαναλάβω. Πήρε βραβείο η ταινία που συμμετείχε ο γιος και ο ίδιος ο διευθυντής του προγράμματος. Πόσο πιο στημένο να ήταν δηλαδή; Τα παιδιά άρχισαν να φεύγουν με το που άναψαν τα φώτα, η βραδιά που ήταν όμορφη χάλασε στο τέλος παρ’ όλο που κανείς δεν γιούχαρε. Ίσως γιατί τα παιδιά ντράπηκαν να το κάνουν, θα ήταν και λάθος κατά τη γνώμη μου να πέσει γιούχα την ώρα που κάποια άλλα παιδιά της ηλικίας τους πήγαιναν με χαρά να πάρουν το βραβείο τους. Είχαν ακουστεί και νωρίτερα κάποιες διαμαρτυρίες όταν νωρίτερα έβγαλε έναν δεκάρικο παπαρολογίας ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΠΘ αλλά κάποιοι φώναξαν πως δεν ήταν η ώρα και σταμάτησαν. Ίσως κι αυτό να επηρέασε τον κόσμο.

Το θέμα είναι ένα. Τι μάθημα δώσατε στα παιδιά κύριε Κιούκα; Ξέρετε τι μάθημα δώσατε στο γιο σας; Πως ο έχων μπάρμπα στην Κορώνη παίρνει το βραβείο. Αυτό το μάθημα δώσατε στο γιο σας  και στα υπόλοιπα παιδιά και μάλιστα σε ζωντανή σύνδεση, σας έβλεπε πολύς κόσμος την ώρα που εσείς ο ίδιος παπαρολογούσατε στην εκδήλωση της Θεσσαλονίκης. Όλοι το ίδιο μήνυμα πήραν. Πως σ’ αυτή τη χώρα η διαπλοκή ξεκινάει από νωρίς και ότι και να λέμε ή να προσπαθούμε να πούμε εμείς στην τάξη, έρχεται ένας Κιούκας και μας ακυρώνει.

Κύριε Κιούκα στη θέση σας δεν θα έπαιρνα καν μέρος στο διαγωνισμό, είναι αθέμιτος ανταγωνισμός αυτό και μάλιστα με ταινία που ήταν εντελώς εκτός κλίματος από το πνεύμα του Φεστιβάλ. Γιαυτό επιλέξατε να είστε στη Θεσσαλονίκη; Φοβηθήκατε το γιούχα που παρ’ όλα αυτά δεν το πήρατε; Οι μαθητές στάθηκαν πιο αξιοπρεπείς από σας κύριε Κιούκα.

08
Μάι
12

ανάκατες σκέψεις και λόγια

Πέρασαν οι εκλογές, οι πιο μουγκές εκλογές που θυμάμαι να έχω ζήσει. Νομίζω πως ακόμα και κείνο το κατάπτυστο δημοψήφισμα της Χούντας είχε περισσότερο θόρυβο, έστω κι αν ήταν μουρμούρισμα αφού όλοι φοβόταν να μιλήσουν. Το δημοψήφισμα που έριχνες ΟΧΙ στην κάλπη και το βράδυ είχε γίνει ΝΑΙ με τρόπο θαυματουργό. Το θυμάμαι κι ας ήμουν μικρή σχετικά, θυμάμαι να βράζει η μουρμούρα γύρω μου. Προχτές τίποτε, μια ησυχία του τάφου. Κανείς δεν πανηγύρισε, ακόμα και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που ήταν ο μεγάλος νικητής των εκλογών, όπως και να το δει κάποιος. Μαζί με τη Χρυσή Αυγή φυσικά αλλά ούτε κι αυτοί βγήκαν στους δρόμους. Ίσως να βγήκαν σε ομάδες δυο τρεις μαζί και να πανηγύρισαν τη νίκη πλακώνοντας όποιον δεν τους άρεσε γιατί ήταν λίγο πιο μαυριδερός ή έμοιαζε λίγο πιο αλβανός. Μαζικά πανηγύρια και χαιρετούρες και “Ζιγκ Χάιλ” όμως, δεν είχε.

Μόνο εκείνα τα μπαμπουινάκια έδειξαν πόσο διψασμένοι είναι για εξουσία όταν άρχισαν τα “εγέρθουτου..” με τον ξυρισμένο έτοιμο να πλακώσει στο ξύλο όσους δεν ήθελαν να υπακούσουν, τον Κασιδιάρη να απειλεί ότι θα πλακώσει τους δημοσιογράφους και ότι έγινε νοθεία (να πούμε…) εις βάρος τους και πως πρέπει να αποκτήσουμε επιτέλους όλοι λίγη πειθαρχία (!). να μας βάλουν σε σειρά και τάξη οι μπαμπουίνοι που μπορεί να πέρασαν από τις τάξεις μας και να μη πήραν χαμπάρι τίποτε μαζί με όλο το τσίρκο Μεντράνο των αμόρφωτων σφίχτερμαν που περιμένει πεινασμένο να ταπεινώσει όλους όσους θεωρεί εχθρούς. Μου θυμίζουν τους πασόκους του πρώτου καιρού, που έπεσαν λιμασμένοι στην κουτάλα. Με την ίδια πείνα έπεσαν κι αυτοί στη δική τους κουτάλα, οι πασόκοι ήθελαν χλιδές οι ξυρισμένοι την εξουσία που θα τους δώσει τη δύναμη ταπεινώνουν όσους δεν γουστάρουν την πειθαρχία τους.

Περιμένω τον Τσίπρα (όπως και πολύς κόσμος) στη γωνία, ελπίζω να μη φανεί εντελώς λίγος. Δεν περιμένω θαύματα, αξιοπρέπεια περιμένω. Διότι όσοι τον ψήφισαν αυτό νομίζω περιμένουν απ’ αυτόν.

Έχουμε πλάκα οι έλληνες κι ας ακουστεί σαν ένα από τα εκατό πράγματα που κάνουν τους έλληνες πολύ ουάου τύπους. Μου θυμίζει η φάση αμερικάνικη ταινία όπου στην τελευταία σκηνή, εκεί που το καλό παιδί και με καλή δουλειά και φάτσα συμπαθητική αλλά ξενέρωτη περιμένει τη νύφη στην εκκλησία και όλα είναι άψογα, κι αυτή η τρελή αντί να πάει να τον βρει να τελειώνει το πανηγύρι, το σκάει με τα νυφικά και τρέχει στα λιβάδια να βρει τον άντρα της καρδιάς της να φύγουν με τη μηχανή στο ηλιοβασίλεμα. Αυτό μου θύμισε το αποτέλεσμα των εκλογών. Ενώ όλοι έλεγαν να κάνουμε ησυχία και υπομονή και να το πάρουμε το παληκάρι με την καλή δουλειά και τους παράδες που θα μας έχει βασίλισσες της κουζίνας αν δεν μιλάμε πολύ και μας φτάνει τελικά ένα τσιτάκι, εμείς αποφασίσαμε να του ρίξουμε φάσκελο και να ακολουθήσουμε τον κουλ Αλέξης και τους υπόλοιπους που μας έταζαν την αγάπη τους και μίαν καλύβην. Εντάξει, μερικοί ψήφισαν κι αυτούς που τους έταξαν “πούτσα και ξύλο” σ’ όποιον τους χαλάει με τη φάτσα του, αλλά πάντα υπάρχουν και οι κομπλεξικοί….  σε όλες τις ταινίες.

Ανέκδοτάκι: Φαντάζεστε το βουλευτή Καιάδα Υπουργό Παιδείας; Τον Κασιδιάρη Υπουργό Εξωτερικών;

07
Μάι
12

εγέρθητω

Τι να σχολιάσει κανείς; Τους φαντάζομαι στη Βουλή, να μπαίνει ο Αρχηγός και να ουρλιάζουν σε άπταιστη διάλεκτο Κθούλου “Εγέρθητω!!!!” Οι προστακτικές τους μάραναν και τα αρχαία. Μπαμπουίνοι που τους στείλαμε στη Βουλή.

Τέτοια βλέπω και δεν γιατρεύονται τα μάτια μου.

03
Μάι
12

η ζωή κυλάει….

Χάθηκα….. Κάτι η άνοιξη, κάτι το Πάσχα που εξαφανίστηκα και δεν υπήρχε ίντερνετ και αποτοξινώθηκα, κάτι που τι να πεις πλέον; Για τις εκλογές; Το μόνο που θα έλεγα ήταν όχι στην αποχή.

Κατά τα άλλα όλα βαζίζουν σταθερά στο δρόμο του απόλυτου παράλογου. Τούμπες και κωλοτούμπες, άνθρωποι που τους ήξερα για ψηφοφόρους του ΚΚΕ θα ψηφίσουν Χρυσή Αυγή, δεξιοί που ορκίζονται πως θα το ρίξουν στο ΚΚΕ, κάτι Καμμένους που δεν ξέρω σε ποια κολυμπήθρα του Σιλωάμ μπήκαν και βγήκαν παρθένες “εγώ δεν ήξερα κι ας ήμουν υπουργός…”, κάτι Μπένυδες που ζητάνε συγγνώμη (αλλά είπαμε… από τότε που βγήκε η “συγγνώμη” χάθηκε το φιλότιμο). Κι έναν προεκλογικό αγώνα ακόμα πιο παρανοϊκό. Ο κώλος μας καίγεται, νέα μέτρα έρχονται και στον προεκλογικό αγώνα των καναλιών το πρόβλημα που συζητούν είναι ο Τσοχατζόπουλος και η απεργία πείνας της συζύγου, οι μετανάστες που ξαφνικά αποφάσισαν να τους μαντρώσουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ν’ ανοίξουν “θέσεις εργασίας” για τους γηγενείς, και οι πουτάνες που ξαφνικά θυμήθηκαν να ανακαλύψουν αν και πόσες έχουν AIDS. Και να οι φωτογραφίες για να δούνε -λέει- οι πουτανιάρηδες αν πήγαν με κάποια απ’ αυτές να ξέρουν πως να πορευτούν. Κι εγώ να απορώ. Κι αν πήγαν μεν αλλά όχι με κάποια από τις γυναίκες των φωτογραφιών θα ησυχάσουν; “ΟΚ, πήδηξα χωρίς προφύλαξη μεν αλλά δεν ήταν κάποια από τις φωτογραφημένες άρα δεν κόλλησα;” Και όλα καλά όλα ανθηρά;

Και το κράτος…. ω! το καλό μας και φοβερό κράτος!!!! Το AIDS, οι μετανάστες και τα γκέτο, οι λαμογιές του Τσοχατζό και το μαχαίρι που θα φτάσει στο κόκκαλο, όλα στο μίξερ της αλίευσης ψηφαλακίων. Σε κάποιες προηγούμενες εκλογές όλοι μιλούσαν για το βιβλίο της Ιστορίας της Στ’ δημοτικού, κορυφαίο θέμα για προεκλογικό αγώνα στο κατώφλι της κρίσης που χτυπούσε την πόρτα μας. Τώρα, στην καρδιά της κρίσης κι ενώ ετοιμάζονται να μας πηδήξουν δίχως σάλιο ο προεκλογικός αγώνας αναφέρεται σε μετανάστες, πουτάνες και της απεργία πείνας της κυρίας του κυρίου. Έχω αρχίσει και αναρωτιέμαι, εγώ είμαι σαλή ή οι άλλοι;

Άσχετο. Πόσο κομπλεξικός και καμμένος πρέπει να είσαι για να θέλεις να πηδήξεις μ’ ένα δεκάρικο τα ναυάγια των φωτογραφιών; Πόσο τελευταίος νιώθεις και θέλεις να πηδήξεις και να νιώσεις ανώτερος μια γυναίκα που δεν ξέρει τι της γίνεται από την πρέζα; Που είναι γεμάτη πληγές και μελανιές; Δεν εννοώ το αισθητικό μέρος του θέματος, εννοώ πως μόνο ένα κομπλεξικό ζώο θα ένιωθε καλά, άντρακλας μεγάλος και βαρβάτος πηδώντας γυναίκες που για κάποιο λόγο ναυάγησαν και το μόνο που μπορούν να πουλήσουν για να φάνε ή να “γίνουν”, είναι ένα διαλυμένο και αποστεωμένο κορμί;

Κατά τα άλλα γυρνάω με αλλεργία στα μάτια κι από πάνω μια οφθαλμική ίωση να έχω να πορεύομαι. Το σχολικό έτος οδεύει προς το τέλος του και οι τάξεις έχουν τον αμάζευτο και η ζωή κυλάει δίχως να κοιτάει τις δικές μας μελαγχολίες/αφραγκίες/υπαρξιακά.

02
Απρ
12

παράλογο;

παράλογο 1

Ο Σαμαράς διέγραψε την Μπακογιάννη επειδή ψήφισε ΝΑΙ στο Μνημόνιο, ενώ η γραμμή του κόμματος ήταν ΟΧΙ.
Μετά, διέγραψε 21 βουλευτές του επειδή ψήφισαν ΟΧΙ στο Μνημόνιο, ενώ η γραμμή του κόμματος ήταν ΝΑΙ.
Στη συνέχεια, κάποιοι από τους διαγραφέντες είχαν επαφές με την Μπακογιάννη για να ενταχθούν στο κόμμα της, που έλεγε ΝΑΙ στο Μνημόνιο, ενώ αυτοί είχαν διαγραφεί επειδή είπαν ΟΧΙ.
Η Μπακογιάννη, που συζητούσε το ενδεχόμενο ένταξης στο κόμμα της αυτών που ψήφισαν ΟΧΙ, ενώ η ίδια έλεγε ΝΑΙ, κατηγόρησε το Σαμαρά για πολιτική σχιζοφρένεια.
Ο Σαμαράς τώρα μαζεύει πίσω αυτούς που ψήφισαν ΟΧΙ ενώ έπρεπε να ψηφίσουν ΝΑΙ.

παράλογο 2

Φέτος τα παλιά ΕΠΑΛ έγραφαν μαθητές στη Α’ τάξη οι οποίοι παρακολουθούν το πρόγραμμα σπουδών της Α’ τάξης του Νέου Τεχνολογικού Λυκείου με προοπτική του χρόνου να παρακολουθήσουν το αντίστοιχο πρόγραμμα σπουδών της Β’ τάξης κ.ο.κ. Λογικό; Λογικό θα μου πεις…
Αμ δε!!!! Όλο αυτό συμβαίνει ΕΝΩ τα Νέα Τεχνολογικά Λύκεια (όπως και τα αντίστοιχα Νέα Λύκεια) ΔΕΝ έχουν ιδρυθεί ακόμα επίσημα αφού δεν έχει ακόμα κατατεθεί ο νόμος που τα ιδρύει και που ρυθμίζει τα της λειτουργίας τους.  Τους λέγαμε φυσικά ότι παρακολουθούν Τεχνολογικό Λύκειο αλλά τους εγγράφαμε στα μητρώ των ΕΠΑΛ κι αυτό γιατί για ν’ ανοίξεις μητρώο ενός νέου τύπου σχολείου θα πρέπει αυτό ΠΡΩΤΑ να ιδρυθεί επίσημα.  Η χρονιά τελειώνει και δεν ξέρει κανείς τι θα γίνει του χρόνου, τι πρόγραμμα σπουδών θα υπάρχει, τι ωρολόγιο πρόγραμμα, τι εξετάσεις θα δώσουν. Ούτε εμείς, ούτε οι μαθητές, ούτε οι γονείς έχουμε ιδέα. Ο Μπαμπινιώτης δε, πάγωσε την κατάθεση του νόμου στη Βουλή. Οι μαθητές που τελειώνουν φέτος το Γυμνάσιο ΔΕΝ ξέρουν σε τι σχολείο θα πάνε, τι μαθήματα θα κάνουν, πόσες ώρες κλπ. Ρωτάνε οι γονείς και τα παιδιά και τι ακριβώς ν’ απαντήσεις; Εντυπωσιακό;

παράλογο 3

Χωρίς πολλές κουβέντες… ΕΟΠΠΥ και συνταγογράφηση, να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Γιατρό δεν βρίσκεις, αν θες να βρεις ντε και καλά γιατρό συμβεβλημμένο που να μπορεί να σε δεχτεί σαν ασφαλισμένο κι όχι ιδιωτικά, πρέπει να πάρεις αγκαλιά το τηλέφωνο και να ρωτάς. Κι αν βρεις κάποιον, θα πρέπει να πας να τον βρεις κι ας είναι στην άλλη μεριά της πόλης. Την επόμενη φορά θα βρεις άλλον, λες και είναι περίπτερο που παίρνεις τσιγάρα (που ούτε καν αυτό το αλλάζεις εύκολα) κι όχι γιατρός που πρέπει να ξέρει το ιστορικό σου τουλάχιστον. Όοοοοχι, θα κουβαλάς όλα τα χαρτιά και τις εξετάσεις σου υπό μάλης κάθε φορά. Δεν θες; Μαγκιά σου αλλά θα πλερώσεις, οι μαγκιές πάντα πλερώνονται. Φυσικά θα πλερώσεις, ακόμα κι αν στο μαγκόμετρο είσαι στο μηδέν, στην περίπτωση που δεν υπάρχει γιατρός με κενό στα ραντεβού του, πράγμα όχι απίθανο όταν για παράδειγμα είναι εποχή που “θερίζει’ η γρίπη.Έχεις φράγκα; θα συνέλθεις. Δεν έχεις; Ψόφα…..

παράλογο 4

και το καλύτερο; Άκουσα πριν στις ειδήσεις για την αξιολόγηση που θα εισάγουν στη Δημόσια Διοίκηση!!! Και θέλω να γελάσω δυνατά, να κυλιστώ στα πατώματα από τα γέλια αν δεν ήταν τόσο τραγικό αυτό που άκουσα. Αξιολόγηση; Από ποιούς ρε μάγκες; Τους διευθυντές και ιδιώτες που είπατε; με τι σχεδιασμό ρε μάγκες; Με τι σκοπό, ποια κριτήρια; Γιατί να σας εμπιστευτεί κάποιος και να πιστέψει ότι δεν θα είναι σχεδιασμένη στο γόνατο και δεν θα λειτουργήσει σαν άλλοθι για να κάνετε αυτό που δεν τολμάτε να ξεστομίσετε φοβούμενοι το πολιτικό κόστος; Άλλοθι για ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ με το φτυάρι θα είναι μάγκες μου. Άκου αξιολόγηση!!!! Από ποιούς; Απ’ αυτούς που κατάφεραν να κατεδαφίσουν ένα κράτος (έστω και ζαβό) σε χρόνο μηδέν….

Να εξηγούμαι, δεν είμαι κατά της αξιολόγησης, το αντίθετο. Χρειάζεται η αξιολόγηση, είναι εργαλείο αυτοβελτίωσης και βελτίωσης του παραγόμενου έργου και των παρεχόμενων υπηρεσιών αλλά είναι κάτι που θέλει σχεδιασμό, υποβαθρο επιστημονικό, υποδομές. Θέλει ν’ απαντάει πρώτα στα ερωτήματα “Ποιοι;”, “Για ποιο λόγο;”, “Ποιος ο στόχος;”, “Ποια τα κριτήρια;”, “Με ποια εργαλεία;”. Αυτούς τους μαστροχαλαστήδες δεν θα τους εμπιστευόμουν ούτε λάμπα ν’ αλλάξουν, όχι να σχεδιάσουν αξιολόγηση….

Δεν γράφω άλλα παράλογα που ζω κάθε μέρα γιατί θα χρειαστώ το ρουχαλάκι της φωτογραφίας και δεν με παίρνει για τέτοια…..

23
Μαρ
12

μάλλον ήρθε και φέτος η άνοιξη (επιτέλους…)

    

13
Μαρ
12

«Ποιότητα στην εκπαίδευση: πανάκεια ή παγίδα;»

Εισαγωγή

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη σημερινή της μορφή, είναι αποτέλεσμα μιας σειράς πολιτικών και οικονομικών επιλογών και διεργασιών που έχουν τις απαρχές τους στα τέλη της δεκαετίας του 1940, αν και σύμφωνα με τον Χριστοδουλίδη (2004) έχει την αφετηρία της στον 14ο αιώνα, όταν διατυπώνεται ως πρόταση από μια σειρά ευρωπαίους διανοητές. Βασική αιτία για την αναζήτηση ενός μελλοντικού ενιαίου πλαισίου ειρηνικής συνύπαρξης και ευημερίας των εθνικών κρατών στην Ευρώπη αποτέλεσαν οι εμπειρίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την υπογραφή των συνθηκών της Ρώμης (1957) και την ίδρυση της Ε.Ο.Κ. όπως και της Ε.Κ.Α.Ε. (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ή Euratom) το όραμα για μια Ενωμένη Ευρώπη απέκτησε θεμέλια και η προοπτική της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πήρε μορφή μη αναστρέψιμης πλέον διαδικασίας, παρά τις όποιες επικρίσεις ή τις δυσλειτουργίες του θεσμού. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν διευρύνθηκε ο κύκλος των κρατών-μελών και αυξήθηκε η επιρροή των πολιτικών στοχεύσεων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικών με την αρχιτεκτονική του κοινού ευρωπαϊκού χώρου. Με τις αναθεωρήσεις της ιδρυτικής συνθήκης το 1986, το 1992 και το 1997 (Χριστοδουλίδης, 2004) επεκτάθηκε το πεδίο ολοκλήρωσης και σε μη οικονομικά θέματα και έτσι οι θεσμικές εξελίξεις που σημειώθηκαν με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη άγγιξαν και ζητήματα της εκπαίδευσης. Μέσα από τη διαδικασία εξισορρόπησης μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών στοχεύσεων και δράσεων και τη σταδιακή μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε μια κοινότητα αρχών, τα ζητήματα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, παρ’ όλο που η πορεία συγκρότησης ενιαίας εκπαιδευτικής πολιτικής στους κόλπους της Ε.Ε. υλοποιείται με αργούς ρυθμούς. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο ο δημόσιος λόγος για την εκπαίδευση στην Ε.Ε. αλλά και παγκόσμια,  κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από το ζήτημα της ποιότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων και την εννοιολογική οριοθέτηση του όρου.

Διερεύνηση της έννοιας της ποιότητας στην εκπαίδευση

Η επιδίωξη της «ποιότητας» στην εκπαίδευση κατέχει κεντρική θέση στις συζητήσεις για τα εκπαιδευτικά πράγματα. Στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν χιλιάδες βιβλία και άρθρα για το θέμα αλλά ελάχιστοι, όπως ο Ball (1985), αναρωτιούνται για το «τι στο καλό είναι η ποιότητα;», Έχει, μάλιστα, διατυπωθεί η άποψη πως αποτελεί μια «αμφισβητούμενη έννοια» και, άρα, θα πρέπει να εστιάζουμε την προσοχή μας όχι στη μάταιη αναζήτηση του εννοιολογικού προσδιορισμού της αλλά, όπως υποδεικνύει ο Wittgenstein (1953, 1958), στις «χρήσεις της έννοιας» σε συγκεκριμένο συγκείμενο, στο πλαίσιο του οποίου γίνεται η επίκλησή της. Την ίδια περίπου άποψη υποστηρίζει και ο Ματθαίου (2007), κατά τον οποίο «η ποιότητα είναι έννοια σύνθετη και ιδεολογικά φορτισμένη, με το νοηματικό της περιεχόμενο να προσδιορίζεται κάθε φορά διαφορετικά και ν’ αντανακλά την ιστορική συγκυρία και τις κατά περίπτωση επικρατούσες συνθήκες». Ο Τριλιανός (2009), απ’ την άλλη, υποστηρίζει πως «η «ποιότητα διδασκαλίας είναι λειτουργική διαδικασία που αποτελεί σύνθεση στοιχείων τριών σχολών σκέψης[1] και για να λειτουργήσει χρειάζεται επιπρόσθετα την παρώθηση και την προσπάθεια των μαθητών, το υποστηρικτικό, κοινωνικό περιβάλλον και τις διαφοροποιημένες ευκαιρίες για διδασκαλία και μάθηση».

Ωστόσο, η διαπίστωση ότι η έννοια της «ποιότητας» προσδιορίζεται από το εκάστοτε ιστορικό, οικονομικό και κοινωνικο-πολιτικό συγκείμενο καθιστά αναγκαία την ιστορική επισκόπηση του ζητήματος. Προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλλουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, όταν δημιουργήθηκαν τα εθνικά κράτη και θεμελιώθηκαν τα δημόσια συστήματα εκπαίδευσης, η βιομηχανική επανάσταση, ανατρέποντας παραδοσιακές δομές και λειτουργίες, ευνόησε την εμφάνιση ιδεολογικών ρευμάτων που ανέπτυξαν νέες μορφές πάλης των εργατών κατά της εκμετάλλευσης. Καταιγιστικές ήταν και οι επιστημονικές εξελίξεις, που έδωσαν μια αισιόδοξη προοπτική προόδου και ώθησαν στην εφαρμογή του θετικισμού στη φιλοσοφία. Μέσα σ’ αυτή τη δίνη των αλλαγών πρωταρχικός σκοπός της εκπαίδευσης κατά τον Green (1990) ήταν η διαμόρφωση των εθνικών συνειδήσεων και η ενίσχυση των θεσμών εξουσίας του εθνικού κράτους. Η εκπαίδευση έφερε τη σφραγίδα «της ιδεολογικής ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων». Υπό αυτή την οπτική ιδρύματα όπως το Oxford, το Harvard, το Lycèe  Luis-Le-Grand παρείχαν, κατά τις αντιλήψεις της εποχής, εκπαίδευση υψηλού επιπέδου και αποσπούσαν εγκωμιαστικές κριτικές, λόγω της επιτυχημένης συμβολής τους στην αποστολή που τους είχε ανατεθεί. Με την ίδια λογική ποιοτικό ήταν και το «πανίσχυρο ελληνικό σχολείο», το οποίο κατόρθωσε να διαμορφώσει εθνική ταυτότητα και να αφυπνίσει το εθνικό αίσθημα στην καθ’ ημάς Ανατολή (Κιτρομηλίδης, 1997, Ματθαίου, 2007β).

Ανάλογα με την κατά περίπτωση θεώρηση, η αποστολή την οποία έπρεπε να φέρει εις πέρας η εκπαίδευση μπορούσε να είναι η πειθάρχηση των μαζών και η ενσωμάτωση του προλεταριάτου στις διαδικασίες ανάπτυξης του καπιταλισμού (μαρξιστική θεώρηση), η διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και του καταμερισμού εργασίας (δομολειτουργική θεώρηση), η κοινωνική απελευθέρωση και πρόοδος (φιλελεύθερη θεώρηση) (Καζαμίας, 1986). Σε όλες όμως τις περιπτώσεις κριτήριο ποιότητας θεωρήθηκε η επίτευξη ενός συγκεκριμένου και κοινωνικά προσδιορισμένου στόχου, κριτηρίου με καθαρά λειτουργικές και εργαλειακές διαστάσεις. Παρ’ όλ’ αυτά για το σύνολο των ανθρώπων της διανόησης και των κοινωνικών και πολιτικών κύκλων της εποχής, βασικό στοιχείο ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης ήταν η διδασκαλία των ανθρωπιστικών σπουδών και κυρίως των κειμένων της αρχαίας κλασικής γραμματείας. Οι ανθρωπιστικές σπουδές, εξ αιτίας της εγγενούς μορφωτικής τους αξίας αλλά των δυσκολιών στην προσέγγιση των αρχαιοελληνικών κειμένων θεωρήθηκαν απόλυτο κριτήριο ποιότητας και μάλιστα απαλλαγμένο από «εγκόσμιες υστεροβουλίες», παρ’ όλο που εν τέλει είχαν πρακτική χρησιμότητα, αφού παρείχαν τα εφόδια που απαιτούσε η άσκηση δημόσιου λειτουργήματος (Ματθαίου, 2007β, Φραγκουδάκη, 1987). Αν όμως τους στόχους της εκπαίδευσης τους έθεταν οι πολιτικές αρχές, το Πρόγραμμα Σπουδών ήταν απόλυτη ευθύνη των εκπαιδευτικών και της πνευματικής ηγεσίας κάθε τόπου, ως αναγνώριση της συμβολής των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην ικανοποίηση των αναγκών του κράτους.

Στην περίοδο που μεσολάβησε από τον 19ο αιώνα μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Π.Π., δεν συνέβησαν μεγάλες εκπαιδευτικές αλλαγές, εκτός ίσως από την επιρροή της προοδευτικής παιδαγωγικής στις διδακτικές προσεγγίσεις και την ενίσχυση των φυσικών επιστημών στα σχολικά Προγράμματα Σπουδών, εξαιτίας των πιέσεων που άσκησαν ο θετικισμός, ο πραγματισμός και η εντυπωσιακή πρόοδός τους.  Αντίθετα, μετά τον Β΄ Π.Π. και κυρίως στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ο ιδεολογικοπολιτικός ανταγωνισμός επέβαλε στη Δύση τη διασφάλιση της εσωτερικής ηρεμίας, για την προώθηση της οποίας υιοθετήθηκαν πολιτικές εκδημοκρατισμού, οικονομικής ανάπτυξης και κράτους προνοίας. Στην εκπαίδευση διευρύνθηκαν οι ευκαιρίες μάθησης, με την επέκταση και τη δωρεάν παροχή της υποχρεωτικής στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης, με την άρση των εξεταστικών εμποδίων ανάμεσα στις εκπαιδευτικές βαθμίδες και με την αύξηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η εκπαίδευση πλέον αντιμετωπιζόταν ως μηχανισμός προώθησης της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικονομικής ανάπτυξης, χωρίς όμως ποτέ ν’ απαρνηθεί τον ρόλο της στη διατήρηση της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων (Ματθαίου, 2007, Apple, 1986). Η επίτευξη αυτών των σκοπών ως κριτήριο ποιότητας επέσυρε την κριτική από όλο το εύρος του ιδεολογικoπολιτικού φάσματος, είτε γιατί υπηρετούσε τη μεταβίβαση της «κοινωνικής και οικονομικής δομής από γενια σε γενιά» (Carnoy, 1974) είτε γιατί η μαζικοποίηση της εκπαίδευσης και η ισότητα ευκαιριών ήταν ασύμβατα με την παραδοσιακή αντίληψη που πρέσβευε την πρωτοκαθεδρία των ανθρωπιστικών σπουδών κι ένα απαιτητικό κλίμα διδασκαλίας και μάθησης. Η χαλάρωση που, τάχα, προκάλεσε στα σχολεία η προοδευτική μαθητοκεντρική παιδαγωγική πίστευαν πως εξοβέλιζε την ποιότητα από την εκπαίδευση (Husen, 1991).

Στα χρόνια της ύστερης νεωτερικότητας, με την απελευθέρωση και παγκοσμιοποίηση των αγορών, την ενίσχυση των πολυεθνικών εταιρειών, την ιδιωτικοποίηση δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα, την κατάργηση των εργασιακών πρακτικών και ρυθμίσεων του παρελθόντος και την αντικατάστασή τους από νέες, την υιοθέτηση διαφορετικής εργασιακής κουλτούρας, θεμέλιο των οποίων υπήρξε η ραγδαία ανάπτυξη των Νέων Τεχνολογιών, σηματοδοτήθηκε η ανάδυση και ανάπτυξη της αποκαλούμενης οικονομίας και κοινωνίας της γνώσης  (Ματθαίου, 2001, 2002, 2007α). Οι απαιτήσεις της αγοράς μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της ποιότητας από τις γνώσεις στις δεξιότητες/ικανότητες: γνωστικές, κοινωνικές, προσωπικές και επαγγελματικές, με παράπλευρη συρρίκνωση της χρησιμότητας των ανθρωπιστικών σπουδών, αφού η ενότητα πνευματικής και επαγγελματικής προοπτικής που αυτές διασφάλιζαν έχει διαρραγεί. Η εργαλειακή γνώση και οι δεξιότητες αποτελούν πλέον, κατά την επικρατούσα αντίληψη, την πεμπτουσία της ποιοτικής εκπαίδευσης, η οποία κρίνεται εκ του αποτελέσματος (επιδόσεις μαθητών, επαγγελματικές προοπτικές, επικοινωνιακές δεξιότητες και ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται, να αναλύουν και να διαχειρίζονται προβλήματα της καθημερινότητας) και όχι από τις εισροές. Πλέον την ποιοτική εκπαίδευση δεν μπορεί παρά να στοιχειοθετεί η ικανοποίηση όσων προτεραιοτήτων παραπέμπουν ευθέως στη στενή σχέση που οφείλει να έχει η εκπαίδευση με την οικονομία.

Ποιότητα στην εκπαίδευση και Ε.Ε.

Η συζήτηση για την ποιότητα στην εκπαίδευση ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του ’70 σε διεθνείς οργανισμούς όπως ο Ο.Ο.Σ.Α., η Διεθνής Τράπεζα, η U.N.E.S.C.O., με ερωτήματα όπως τι είναι «καλό σχολείο» και «καλή εκπαίδευση», αντικατοπτρίζοντας έτσι τους πρώτους προβληματισμούς σχετικά με την καταγραφή των ποιοτικών χαρακτηριστικών της εκπαίδευσης. Ο Neave (1988) επισημαίνει πως η εκπαίδευση πλέον καθίσταται όλο και λιγότερο τομέας της κοινωνικής πολιτικής και περισσότερο τομέας της οικονομικής πολιτικής, παρουσιάζεται ως το νέο εγχείρημα του μέλλοντος και οι νέοι της στόχοι δανείζονται την ορολογία τους (παραγωγή δεξιοτήτων, κατάρτιση, ποιότητα, αποδοτικότητα, ανταγωνιστικότητα, λογοδοσία κ.λπ.) από τον χώρο της οικονομίας, είναι στην πραγματικότητα «τεχνικοί» και διατυπώνονται σ’ ένα πλαίσιο που απορρέει από το βιομηχανικό περισσότερο παρά από το κοινοτικό-συλλογικό μοντέλο οργάνωσης.

Από την αρχή της δεκαετίας του ’90 τα ζητήματα αξιολόγησης και ποιότητας στην εκπαίδευση κατέχουν υψηλή θέση και στην ατζέντα της Ε.Ε. Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με την αλλαγή των αντιλήψεων για τον ρόλο του κράτους στην Ευρώπη, που έχει ως κύρια χαρακτηριστικά την υποχώρηση του παρεμβατικού κράτους πρόνοιας και την ενίσχυση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων περί μείωσης του μεγέθους του και ενίσχυσης του διαχειριστικού/στρατηγικού του ρόλου σ’ ένα περιβάλλον ελεύθερης αγοράς (Ρουσσάκης & Πασσιάς, 2006). Στο πλαίσιο αυτό ο -παγκόσμια ισχυρός- λόγος περί «αποτελεσματικότητας, ποιότητας και αξιολόγησης στην εκπαίδευση» εισάγεται και στην Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται το ενδιαφέρον και η διεκδίκηση αυξημένου ρόλου και παρεμβατικότητας στα εκπαιδευτικά δρώμενα από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο Υπουργών Παιδείας). Ως απάντηση στις προκλήσεις αυτές, σύμφωνα και με τη θεώρηση του ανθρώπινου δυναμικού ως κύριου πόρου της Ε.Ε., η εκπαίδευση και κυρίως η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων, προβάλλεται ως ο αποφασιστικός μοχλός ανάπτυξης και ως εκ τούτου υποστηρίζεται η ανάγκη μεγιστοποίησης της αποδοτικότητας των εκπαιδευτικών επενδύσεων. Η ποιότητα της εκπαίδευσης εκλαμβάνεται ως ο καταλύτης για την ανάπτυξη μιας συλλογικότερης ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής, που είναι συνδεδεμένη με τις εθνικές εκπαιδευτικές πολιτικές αλλά ταυτόχρονα αποτελεί υπο-τομέα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής (Ρουσσάκης & Πασσιάς, 2006). Σύμφωνα με τη Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί Ευρωπαϊκής συνεργασίας για την αξιολόγηση της ποιότητας στη σχολική εκπαίδευση (2001), η εκπαίδευση υψηλού επιπέδου (quality education) θεωρείται σημαντική, υπό την έννοια των πολιτικών για την αγορά εργασίας, για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και για την αναγνώριση διπλωμάτων και διδακτικών ικανοτήτων. Παράλληλα, η ποιότητα της εκπαίδευσης συνδέεται με την έννοια της «απόδοσης», άρα με την αξιολόγηση των «αποτελεσμάτων» της, με διαδικασίες που υπερβαίνουν τα σχολικά συστήματα και τα εθνικά σύνορα [COM (1999) 709C5-0053/2000, 2000/0022 (COD)]. Έτσι, υιοθετήθηκε η «Ανοιχτή Μέθοδος Συντονισμού», για τη διασφάλιση της όσο το δυνατό μεγαλύτερης σύγκλισης των κρατών-μελών με τους στόχους της Λισαβόνας[2]. Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (European Commission, 2000) υποβάλλει έκθεση, η οποία υιοθετεί 16 δείκτες ποιότητας της εκπαίδευσης, που αντίστοιχούν σε τέσσερις κατηγορίες: α) επιδόσεις, β) επιτυχία και μετάβαση, γ) παρακολούθηση της σχολικής εκπαίδευσης, δ) πόροι και δομές.

Το 2001, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης, εγκρίνεται η έκθεση του Συμβουλίου Παιδείας της Ε.Ε. για τους συγκεκριμένους μελλοντικούς στόχους των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, που αποτελούν τον βασικό πυρήνα σχεδιασμού των εκπαιδευτικών πολιτικών στα κράτη-μέλη. Η έκθεση αποτελείται από τρία μέρη: α) διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, β) στόχοι του «Προγράμματος Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010», γ) μελλοντικός ρόλος της εκπαίδευσης και της κατάρτισης και συμβολή τους στην προώθηση των επιδιώξεων της Λισαβόνας.

Το «Πρόγραμμα Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010» έχει τρεις στρατηγικούς στόχους που αναλύονται σε 13 επιμέρους στόχους:

  • βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης,
  • διευκόλυνση της πρόσβασης όλων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση δια βίου,
  • συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης ανοιχτά στην ευρύτερη κοινωνία και τον κόσμο.

Στη συνέχεια κατατίθεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης (2002) το Λεπτομερές Πρόγραμμα για την εφαρμογή των συμπεφωνημένων στρατηγικών στόχων και των επιμέρους δεικτών. Οι στρατηγικοί στόχοι και τα κεντρικά ζητήματα συμπληρώνονται από τους δείκτες μέτρησης για κάθε στρατηγικό και επιμέρους στόχο. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οργανώνει Ομάδες Εργασίας για τη μελέτη των επιμέρους στόχων και συγκροτεί ομάδα εμπειρογνωμόνων για την ανάπτυξη κριτηρίων και δεικτών μέτρησης της προόδου των κρατών μελών, ως εξής.

  • Εκπαίδευση και κατάρτιση εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών
  • Βασικές δεξιότητες
  • Εκμάθηση ξένων γλωσσών
  • Νέες τεχνολογίες στην εκπαίδευση και κατάρτιση
  • Μαθηματικά, Θετικές Επιστήμες και Τεχνολογία
  • Βέλτιστη αξιοποίηση πόρων
  • Κινητικότητα των εκπαιδευτικών
  • Ανοιχτή εκπαίδευση: ελκυστική μάθηση, σύνδεση με την επαγγελματική ζωή και την κοινωνία
  • Ενεργοί πολίτες και κοινωνική συνοχή
  • Πολιτικές πρακτικές για τη δια βίου εκπαίδευση στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό
  • Ανεπίσημες και άτυπες μορφές μάθησης.

 Πανάκεια ή παγίδα;

Όπως διαφαίνεται από τα προαναφερθέντα, η διασφάλιση της ποιότητας των ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συστημάτων είναι κεντρικό ζήτημα για την Ε.Ε. Σύμφωνα με το άρθρο 149 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, υπεύθυνη είναι η πολιτική ηγεσία κάθε κράτους-μέλους, ενώ η Ε.Ε. συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου. Το ερώτημα που γεννάται είναι αν οι συγκεκριμένες πρακτικές της Ε.Ε. προωθούν μια παιδεία υψηλού επιπέδου σε μια Ευρώπη όπου τις τελευταίες δεκαετίες επικρατεί ο νεοφιλελευθερισμός και ο οικονομικός πραγματισμός που τον συνοδεύει, και όπου ο εκπαιδευτικός λόγος κατακλύζεται από έννοιες, δάνειες από τον κόσμο των επιχειρήσεων: «επιλογή», «ανταγωνισμός», «αποτελεσματικότητα», «απόδοση λόγου», «παραγωγικότητα» κ.ά. (Ρουσσάκης & Πασιάς 2006). Με αυτά τα δεδομένα εκφράζεται σκεπτικισμός για το αν μια παιδεία υψηλού επιπέδου μπορεί να ταυτίζεται με βασικές δεξιότητες σε Μαθηματικά, Γλώσσα, Θετικές Επιστήμες και Νέες Τεχνολογίες και γνώσεις που συνδέονται με την επαγγελματική ζωή και τη δια βίου εκπαίδευση. Είναι αυτή η εκπαίδευση αποτελεσματική και, αν ναι, σε τι και για ποιον;

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως σύμφωνα με τους επιμέρους στόχους της Ε.Ε., το κέντρο βάρους της ποιότητας μετατοπίζεται προς τις δεξιότητες/ικανότητες (γνωστικές, κοινωνικές επαγγελματικές, προσωπικές)  σε βάρος των γνώσεων. Ποιοτική χαρακτηρίζεται η εκπαίδευση που προετοιμάζει το άτομο να μαθαίνει και να προσαρμόζεται δια βίου σε μια κοινωνία υψηλού ρίσκου, μέσα στην οποία πρέπει να διαχειρίζεται πληροφορίες και προσωπικές σχέσεις, να καιτοτομεί και να παράγει, καταστάσεις στις οποίες οι εργαλειακού τύπου γνώσεις και δεξιότητες κρίνονται απαραίτητες και γι’ αυτό ποιοτικές και των οποίων η αποτελεσματικότητα ελέγχεται με διαδικασίες και κριτήρια, δανεισμένα από τον χώρο των επιχειρήσεων. Έτσι η αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων, ελεγχόμενη με μηχανισμούς ενδελεχούς και συστηματικής παρακολούθησης της προόδου του παραγομένου εκπαιδευτικού έργου, αποτιμάται ποσοτικά, με την υιοθέτηση των κατάλληλων standards, ενώ υπέρτατος κριτής της ποιότητας είναι ο τελικός καταναλωτής του εκπαιδευτικού «προϊόντος», αφού αυτός πληρώνει.

Φυσικά υπάρχουν πολλοί που διαφωνούν μ’ αυτή τη θεώρηση της ποιότητας και τους τρόπους πιστοποίησής της είτε ιδεολογικά είτε καθαρά πραγματιστικά. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, κράτος που πρώτο εφάρμοσε ποσοτικούς τρόπους για αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, διαπιστώνεται πως η επιχείρηση αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου αποδείχτηκε υπόθεση εξαιρετική δαπανηρή και ανορθολογική και με υψηλό ανθρώπινο κόστος, αφού από τη μία μεταφέρει οικονομικούς πόρους από το αμιγώς παιδευτικό έργο στα συστήματα εποπτείας (Gewirtz, Ball & Bowe, 1995), τη στιγμή που η διαρκής προσπάθεια των εκπαιδευτικών ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του εξωτερικού ελέγχου δημιουργεί επαγγελματικό στρες, ανασφάλεια και ασθένειες (Woods & Jeffrey, 1998; Morley, 2005). Ακόμα, στην προσπάθεια των σχολείων για θετικό απολογισμό, υιοθετούνται πρακτικές αμφιλεγόμενης παιδευτικής και ηθικής αξίας, όπως αποπομπή αδύνατων μαθητών, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, διαδικασία που ακυρώνει στην πράξη τον στρατηγικό στόχο για  διευκόλυνση της πρόσβασης όλων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση δια βίου και στις διακυρήξεις της Ε.Ε. που ενσωματώνει την κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη (European Commission, 1997, European Presidency, 2000, O.E.C.D., 2001). Ακόμα, η ανάγκη να ανταποκριθούν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στις απαιτήσεις των ποιοτικών ελέγχων οδηγεί σε εκπαιδευτικό και ερευνητικό κομφορμισμό, αφού η παραγωγικότητα αντικαθιστά τη δημιουργικότητα (Morley, 2003).

Εκτός όμως από τις αντιρρήσεις που μπορεί να υπάρχουν σε επίπεδο πραγματιστικό υπάρχουν έντονες διαφωνίες και σε ιδεολογικό επίπεδο. Σύμφωνα με τον Michèa (2002) το σχολείο του 21ου αιώνα προωθεί μεταρρυθμίσεις που σκοπεύουν ν’ αναπλάσουν τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, με βάση αποκλειστικά τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα του κεφαλαίου, απόφαση που, σύμφωνα με τους Martin & Schummann (1997) λήφθηκε σε συνάντηση «πεντακοσίων πολιτικών, οικονομικών ηγετών και επιστημόνων πρώτης κλάσεως», διοργανωμένη από το Ίδρυμα Γκορμπατσώφ το 1995. Η λύση που επικράτησε για το πρόβλημα της διατήρησης της διακυβερνησιμότητας της κατά 80% υπεράριθμης ανθρωπότητας, της οποίας το ανώφελο έχει ήδη προγραμματίσει η νεοφιλελεύθερη λογική, ήταν αυτή του Μπρεζίνσκι[3], ο οποίος εισήγε τον νεολογισμό tittytainment[4], αποδίδοντας «ένα κοκτέιλ αποβλακωτικής διασκέδασης και επαρκούς διατροφής που θα επέτρεπαν να διατηρηθεί σε καλή διάθεση ο αποστερημένος πληθυσμός του πλανήτη». Έτσι, δημιουργείται ένας πόλος υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης με εξαιρετικά περιορισμένη και επιλεκτική πρόσβαση, στον οποίο μεταδίδονται γνώσεις σύμφωνες με το μοντέλο του κλασικού σχολείου, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονται για να στελεχώσουν τις διάφορες επιστημονικές, τεχνικές και διαχειριστικές ελίτ. Για τους υπόλοιπους απομένουν σχολεία που παρέχουν γνώσεις ωφελιμιστικές, που δεν προάγουν τη δημιουργικότητα και την αυτονομία αυτών που τις αποκτούν, και που στην εποχή της επανάστασης της πληροφορικής μπορεί να τις αποκτήσει κάποιος μόνος του στο σπίτι, χρησιμοποιώντας το αντίστοιχο λογισμικό, καθιστώντας άχρηστους χιλιάδες διδάσκοντες[5] και υποβοηθώντας τις εταιρείες πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών και δημιουργίας πακέτων εκπαιδευτικών λογισμικών ν’ αυξήσουν  τα κέρδη τους. Αυτή η εκπαίδευση προορίζεται για ανθρώπους μεσαίων τεχνικών ικανοτήτων, των οποίων οι γνώσεις  «έχουν ζωή δέκα ετών, εφόσον το πνευματικό κεφάλαιο υποτιμάται κατά 7% ετησίως»[6]. Η «ευελιξία» διαποτίζει την εκπαίδευση τόσο σε επίπεδο αλλαγών στόχων και περιεχομένων όσο και σε επίπεδο δομικών μεταβολών. Άλλωστε, για την προώθηση του στόχου της ανταγωνιστικότητας  καθοριστικό ρόλο παίζει η εκπαίδευση που θα ετοιμάσει τον «ελαστικά εργαζόμενο», τη δημιουργία του οποίου απαιτεί η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της οικονομίας (Γρόλλιος, 1998, Κάτσικας & Θεριανός, 2008). Για όσους δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες, τους περισσότερους, που θα χρησιμοποιηθούν με επισφαλή και ευέλικτο τρόπο, υπάρχει το  tittytainment, αφού είναι φανερό πως η μεταβίβαση πραγματικών γνώσεων και η εκμάθηση πολιτικών συμπεριφορών είναι ανεπιθύμητη από το σύστημα.

Ριζοσπαστική κριτική της εργαλειακής γνώσης που προτείνεται σαν ποιοτική εκπαίδευση από την Ε.Ε. αλλά και παγκόσμια, εκτός από τον  Michèa άσκησαν και οι οπαδοί της κριτικής παιδαγωγικής, των οποίων οι απόψεις απήχουν την ανησυχία  σε ό,τι αφορά τη δύναμη, την αντιπροσώπευση, την πολυφωνία, την ποικιλομορφία, τη δημοκρατία και την ισότητα. Οι κριτικοί παιδαγωγοί (Giroux, McLaren, Apple) αποκηρύσσουν τη συντηρητική μετανεωτερικότητα, σύμφωνα με την οποία έχει έρθει το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων (ιδεολογιών) που οδηγεί στην εξαφάνιση των κοινωνικών τάξεων, καθιστώντας τη δημόσια διοίκηση ένα καθαρά τεχνικό ζήτημα, αποκομμένο από την πολιτική και την ιδεολογία. Βασιζονται στο έργο του Paulo Freire, ενός από τους μεγαλύτερους παιδαγωγούς των τελευταίων πενήντα χρόνων, και χρησιμοποιώντας μαρξιστικά εργαλεία ανάλυσης ορθώνουν λόγο αντίθετο σ’ αυτόν που θέλει την εκπαίδευση υποταγμένη στους νόμους και τις ανάγκες της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. «Η συμβατική προσέγγιση της εκπαίδευσης όχι μόνον αποκρύπτει τις αντιφάσεις των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά μας λέει και ότι δεν υπάρχει άλλη μέθοδος» διακηρύσσει ο Peter McLaren (2010). Επίσης υποστηρίζει πως οι εκπαιδευτικοί πρέπει να δημιουργήσουν όρους, τέτοιους ώστε οι μαθητές να εμπλακούν σε μεταγνωστικές διαδικασίες, με τρόπους πολιτιστικά και γλωσσολογικά οικείους, να τους παρέχουν την ευκαιρία να αρθρώσουν τη δική τους φωνή, να διαμορφώσουν την προσωπικότητά τους, σεβόμενοι το πολιτιστικό τους κεφάλαιο. Ο Apple (2008) υποστηρίζει πως τα εθνικά Αναλυτικά Προγράμματα νομιμοποιούν και επισημοποιούν τη γνώση από τους κοινωνικά ισχυρούς προς όφελός τους, ενώ είναι καταστροφικές οι συνέπειές τους για τους κοινωνικά αδύναμους.

Σήμερα όμως, περισσότερο ίσως από ποτέ, πρέπει να τεθούν τα ερωτήματα στα οποία προσπάθησε ν’ απαντήσει ο  Freire με το έργο του. Ποιος επωφελείται από το εκπαιδευτικό σύστημα στην παρούσα μορφή του; Ποια είναι η σχέση μεταξύ των παιδαγωγικών πρακτικών της εκπαίδευσης ως συστήματος κοινωνικής διαμεσολάβησης και αναπαραγωγής του συστήματος της καθεστηκυίας τάξης; Πως μπορεί η εκπαίδευση να συμβάλλει στην κοινωνική αλλαγή;

Ο  Freire (1974) κάνει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στον ρόλο της εκπαίδευσης να βοηθά τους μαθητές να αναπτύξουν την κριτική τους ικανότητα και στην εκπαίδευση που τους προετοιμάζει να γίνουν πειθήνιοι εργαζόμενοι στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Υποστηρίζει πως μαθαίνει κανείς τη δημοκρατία όταν ασκεί τη δημοκρατία, και πως μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε αντικείμενα και τους ετοιμάζει να προσαρμοστούν στη λογική του συστήματός της, έτσι ώστε να καταποντιστούν σε μια «κουλτούρα σιωπής», όπως οι αναλφάβητοι χωρικοί της Λατινικής Αμερικής. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσπαθήσουν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να «ονοματίσουν» τον κόσμο, γιατί ονομάζω τον κόσμο, σημαίνει μετασχηματίζω τον κόσμο. Η παιδεία δεν (θα έπρεπε να) είναι η διαιώνιση των αξιών μιας δοσμένης κουλτούρας ούτε η προσπάθεια να προσαρμοστεί ο μαθητής στο περιβάλλον αλλά άσκηση ελευθερίας. Σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από αδικία και εκμετάλλευση οι κάτοχοι της εξουσίας ορίζουν τις μεθόδους, τα προγράμματα και το περιεχόμενο, ώστε η κυρίαρχη κουλτούρα να εσωτερικεύεται από τις κυριαρχούμενες τάξεις και να διαιωνίζεται η εκμετάλλευσή τους. Μόνο μια παιδαγωγική που ακολουθεί διαφορετικές διαδικασίες και είναι ταυτόχρονα πολιτιστική δράση, μαθαίνει στις λαϊκές τάξεις να διερευνούν την κουλτούρα, να τη θέτουν σε δοκιμασία, να αναγνωρίζουν την ισχύ της πειθούς της και να τη μετασχηματίζουν,  ώστε να πάψουν οι μαθητές να είναι «δοχεία» για γέμισμα με έτοιμη και προαποφασισμένη γνώση˙ οι δε εκπαιδευτικοί να διδάξουν τους μαθητές όχι να σκέφτονται, γιατί ήδη σκέφτονται, αλλά τη συνέρευνα προς την ανάλυση και αποκωδικοποίηση ενός αντικειμένου. Αυτός είναι και ο λόγος που για τον Freire τα Αναλυτικά Προγράμματα που αποφασίζονται από μια ισχυρή ομάδα διασφαλίζουν τον μηχανισμό με τον οποίο αυτή η ομάδα επιβάλλει τις αποφάσεις της στους άλλους και υπό αυτή την έννοια επιτυχημένοι θεωρούνται οι δάσκαλοι και οι μαθητές που προσαρμόζονται και προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στα δεδομένα επίπεδα.

Εν κατακλείδι

Αν σήμερα η έκρηξη των νέων τεχνολογιών και η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, των νόμων της αγοράς και του υλικού κέρδους έχουν αναδείξει ως ουσιαστικό και κυρίαρχο σκοπό της εκπαίδευσης την κατάκτηση των δεξιοτήτων και ικανοτήτων εκείνων που συμβάλλουν στην αύξηση της απασχολησιμότητας των νέων, στο όνομα τάχα της καταπολέμησης της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά πρωτίστως για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας των πολυεθνικών κολοσσών, είναι σκόπιμο να υπενθυμισθεί ότι ο υπέρτατος σκοπός της εκπαίδευσης είναι η Παιδεία, άρα η διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων, που διαθέτουν νοητική ικανότητα και κριτική σκέψη, αλλά και εμφορούνται από αρχές, αξίες, ιδανικά και ευαισθησίες (Τσιαντής, 2008). Άλλωστε, η ολόπλευρη  καλλιέργεια των  ψυχοπνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου μπορεί να αναδείξει όχι μόνο σοβαρούς επαγγελματίες αλλά και υπεύθυνους πολίτες, που είναι σε θέση να συμμετέχουν ενεργά και ουσιαστικά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δράσης. Και μόνο με αυτή την προϋπόθεση υπάρχει ελπίδα διαμόρφωσης μιας σύγχρονης παγκόσμιας κοινότητας, θεμελιωμένης στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της κοινωνικής ευημερίας, της ανθρώπινης αλληλεγγύης, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ανοχής στο διαφορετικό, της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, της οικολογίας, όπως και της οικονομικής ανάπτυξης και της επαγγελματικής προκοπής.

Η οικοδόμηση ενός όσο το δυνατόν περισσότερο ορθολογικού και κοινωνικά δίκαιου εκπαιδευτικού συστήματος προϋποθέτει την κατανόηση των ορίων και των δυνατοτήτων του ως προς την εξασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών στη γνώση, με άλλα λόγια προαπαιτεί την αναγνώριση της αδυναμίας του να εκδημοκρατισθεί πλήρως, αλλά και την υποχρέωσή του να αναλάβει αντισταθμιστικές δράσεις, οι οποίες θα εξασφαλίζουν την ελαχιστοποίηση της αναπαραγωγικής του δράσης, στο μέτρο του δυνατού (Παναγιωτόπουλος 2007). Με τον τρόπο αυτό η εκπαίδευση δεν θα αποτελεί απλώς αναπαραγωγικό μηχανισμό της καθεστηκυίας τάξης αλλά και παράγοντα ανατροπής της.


[1] Η πρώτη σχολή συνδέει την ποιότητα διδασκαλίας με εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη δυναμική του σχολείου και της τάξης και υποχρεώνουν τους ικανούς εκπαιδευτικούς να ενεργούν με σύνεση και παιδαγωγικό τακτ, προκειμένου ν’ αυξήσουν τα μαθησιακά αποτελέσματα και τις δυνατότητες των παιδιών (Zammit et al., 2007: 1). Η δεύτερη σχολή ορίζει ως ποιότητα διδασκαλίας αυτό που φέρουν οι εκπαιδευτικοί στην τάξη τους, δηλαδή τα χαρακτηριστικά, τις ικανότητες και τα προσόντα τους, ενώ η τρίτη σχολή σκέψης ταυτίζει την ποιότητα διδασκαλίας με την κατοχή εξειδικευμένης γνώσης για την απρόσκοπτη διεξαγωγή της παιδαγωγικής διαδικασίας, πράγμα που σημαίνει για τον εκπαιδευτικό βαθιά κατανόηση των αρχών της διδασκαλίας, συσσωρευμένη πρακτική εμπειρία, οικειότητα με την προωθημένη γνώση του επαγγέλματος και κατοχή των πιο πρόσφορων διδακτικών τεχνικών και εργαλείων (The Center, 2008: 3-4, Zammit et al., 2007: 4).

[2]Η «Ανοιχτή Μέθοδος Συντονισμού προβλέπει: α) καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών, συνδυασμένων με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για τη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη επίτευξη των στόχων, β) προσαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών στις εθνικές και περιφερειακές πολιτικές, με προσδιορισμό ειδικών στόχων και θέσπιση μέτρων που λαμβάνουν υπόψη εθνικές και περιφερειακές ιδιαιτερότητες, γ) καθορισμό διαρκώς βελτιούμενων ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών και σημείων αναφοράς προσαρμοσμένων στις ανάγκες των κρατών-μελών, ως μέσων σύγκρισης των βέλτιστων πρακτικών, δ) περιοδική παρακολούθηση, αξιολόγηση και επανεξέταση από ομότιμους, με τη μορφή αλληλοδιδακτικών διαδικασιών (peer reviews).

[3] Παλαιός σύμβουλος του προέδρου Κάρτερ και ιδρυτής, το 1973, της Τριμερούς. Η Τριμερής «ήταν μια λέσχη ακόμη πιο αδιαπέραστη από τη λέσχη Siècle». Το 1992 συγκέντρωνε περίπου 350 Αμερικανούς, Γιαπωνέζους και Ευρωπαίους, που επεξεργαζόταν τις ιδέες και τις στρατηγικές της καπιταλιστικής διεθνούς.

[4] «Tittytainment» σημαίνει διασκέδαση και tits (στήθη στην αμερικάνικη αργκό), δηλαδή «άρτος και θέαμα» ή «βυζοδιασκέδαση» ή «βυζαγμο-διασκέδαση». Προτείνει τη διασκέδαση για τις μάζες με βάση τη σεξουαλικότητα του γυναικείου στήθους. Υπαινίσσεται επίσης τον θηλασμό και τη βρεφική ηλικία.

[5] Όπως έλεγε όμως ο Πλάτων, στη βάση κάθε απόκτησης και μεταβίβασης γνώσεως υπάρχει ο «έρως»: ο έρως για το διδασκόμενο αντικείμενο που αναγκαστικά περνάει μέσα από την ιδιαίτερη και ουσιαστική σχέση μεταξύ διδάσκοντος και διδασκομένου (Καστοριάδης, 1992)

[6] Έκθεση της 24ης Μαίου 1991. Σημειώνεται στο Tableau Noir των Gèrard de Selys et Nico Hirtt, ERO, Brussels, 1998.

Το παραπάνω κείμενο το έγραψα την άνοιξη του 2010 και έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό “Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης”, Τ.95. Το δημοσιεύω κι εδώ σαν συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης.

09
Μαρ
12

ο βασιλικός και η αυλή που μύριζε ασβέστη

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθώ δια ζώσης και στο διαδίκτυο διάφορες συζητήσεις σχετικές με την εκπαίδευση και τα χάλια της. Πολλοί μάλιστα αναπολούν τον καιρό που οι μαθητές φορούσαν ποδιές και ο δάσκαλος ήταν ο απόλυτος άρχοντας της τάξης. Ζητούν την άρση της μονιμότητας και την επαναφορά του επιθεωρητή που θα κουνάει το δάχτυλο στους εκπαιδευτικούς κι αυτοί θα κάνουν σωστά τη δουλειά τους για το φόβο της απόλυσης. Αυτοί που τα ζητούν αυτά χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες. Αυτοί που τις δεκαετίες του ’60 και ’70 ήταν μαθητές και άρα τα έχουν ζήσει αυτά και οι σημερινοί 30ρηδες (λίγο πάνω, λίγο κάτω…) που τότε ήταν αγεννητοί.  Αυτοί που την έζησαν αναπολούν τα νιάτα τους και οι άλλοι κάτι που δεν έχουν ζήσει αλλά το έχουν ωραιοποιήσει στο μυαλό τους. Πόσοι αλήθεια από σας που πηγαίνατε τότε σχολείο θυμάστε στ’ αλήθεια πως ήταν; Ξέρετε ποια είναι η πλάκα; Όλοι όταν μεγαλώνουμε ωραιοποιούμε τις αναμνήσεις μας. Θυμόμαστε το βασιλικό και την ασβεστωμένη αυλή αλλά ξεχνάμε που δεν είχαμε τουαλέτα και χέζαμε σε μια παράγκα στην αυλή κι αντί για κωλόχαρτο είχαμε στο καρφί εφημερίδες. Εγώ πάλι προσπαθώ να μην ξεχνάω γιατί άμα ξεχάσω πρώτον θα γεράσω και πνευματικά (το σωματικά δεν μπορώ να το αποφύγω) και δεύτερον δεν θα έχω μέτρο σύγκρισης για εξαγωγή σχετικά ψύχραιμων συμπερασμάτων.Για να δούμε λοιπόν αν θυμόμαστε τα ίδια πράγματα και τι  είναι αυτό που αναπολείτε……

Στο δημοτικό είχα μια δασκάλα τα τρία πρώτα χρόνια, αν δεν είχα αυτή θα είχα άλλη πορεία στη ζωή μου πιθανόν. Όταν στην Δ’ δημοτικού αλλάξαμε δασκάλα έχασα τον κόσμο και κατάλαβα πως η κυρία Λούλα ήταν η εξαίρεση. Οι υπόλοιποι ήταν απλά ανύπαρκτοι.  Θυμάμαι τα ονόματά τους, δεν τους θυμάμαι σαν δάσκαλους παρά μόνο για τις προσβολές και το ξύλο που έριχναν ή γιατί απλά καθόταν, έλεγαν ένα μάθημα στα γρήγορα και άναβαν τσιγάρο. Ακόμα θυμάμαι το ξύλο που έφαγα μια φορά με το χάρακα, εγώ και σχεδόν όλη η τάξη. Και για να έφαγα εγώ ξύλο, που στην κλίμακα αταξίας ήμουν μια γραμμή πάνω από το «νεκρός», φανταστείτε τι γινόταν με τους άλλους. Ξύλο λοιπόν με το χάρακα όχι στην παλάμη, αυτό αντέχεται, ξύλο με το χάρακα στην πάνω πλευρά του χεριού. Όποιος δεν το έζησε είναι αδύνατο να φανταστεί τι σημαίνει…. για το τί και πόσο πόνο μιλάω. Η αιτία; Δεν τη θυμάμαι και για να μη θυμάμαι γιατί φάγαμε τόσο άγριο ξύλο μάλλον δεν θα ήταν κάτι τόσο σοβαρό που να το δικαιολογεί. Τα τραβήγματα αυτιών, οι καρπαζιές και τα χαστούκια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Το χειρότερο όμως ήταν οι προσβολές. Οι περισσότεροι δάσκαλοι δεν το είχαν σε τίποτε να σε δείξουν με το δάσκαλο και να σε προσβάλλουν αποκαλώντας σε μπουμπούνα. Τους μαθητές τους αξιολογούσαν με την πρώτη ματιά, την πορώτη μέρα του σχολείου ανάλογα με το τι δουλειά έκαναν οι γονείς, αν έμεναν σε πολυκατοικία ή παράγκα (στις πολυκατοικίες ήταν άλλο επίπεδο κι άμα ήταν και ρετιρέ το διαμέρισμα είχες εντελώς άλλο status). Τα παιδιά των ΔΥ και των ρετιρέ είχαν άλλη αντιμετώπιση. Καθόταν στο πρώτο θρανίο, οι δάσκαλοι τους χαμογελούσαν και εκτός εξαιρέσεων, ήταν οι καλοί μαθητές. Η άλλη περίπτωση ήταν τα παιδιά με τα πεσκέσια. Ανάλογα με το πεσκέσι ανέβαινες στην κλίματα της αξιολόγησης.  Βέβαια, συνήθως τα πεσκέσια ήταν ανάλογα και του ορόφου που έμενες. Αυτό το ξεσκαρτάρισμα γινόταν τις πρώτες μέρες και έμενε για πάντα. Είμαι σίγουρη πως ο συμμαθητής μου ο Μπιτσάνης ή ο Παρασκευάς ο «γλόμπος» θα ήταν καλύτεροι μαθητές αν τους είχε δοθεί μια ευκαιρία. Ο ένας όμως έμενε σε παράγκα κι ο άλλος σ’ ένα «καραβάν σαράι» όπου έμεναν αυτοί που λέγαμε τότε «ρωσοπρόσφυγες». Ένα τεράστιο κτίριο, όπου σε κάθε δωμάτιο έμεναν δύο και τρεις οικογένειες και ο χώρος της κάθε μιας οικογένειας χωρίζονταν από αυτόν της διπλανής με κουρελού. Αυτοί με το καλημέρα σας κατατάχτηκαν στους κακούς μαθητές και φυσικά έγιναν τέτοιοι. Έτρωγαν ξύλο καθημερινά, καθόταν πάντα στο τελευταίο θρανίο, κανείς δεν τους βοηθούσε να ξεπεράσουν τα προβλήματα που είχαν στο μάθημα, κανείς δεν σκεφτόταν πως δεν είχαν λεφτά για τετράδια ή πως οι γονείς τους πιθανόν ήταν αγράμματοι και δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν στο σπίτι.  Όλοι τους θεωρούσαμε αλητάμπουρες αφού το είχαν πει και οι δάσκαλοι κι εκείνοι έκαναν τελικά όσα μπορούσαν για να ανταποκριθούν στο ρόλο που τους είχαν φορέσει. Απλά έμεναν στην ίδια τάξη κι αν καμμιά φορά προσπαθούσαν να πουν κάτι τους κορόιδευε όλη η τάξη με αρχηγό τη δασκάλα. Τελείωσαν το δημοτικό με χίλια ζόρια και χάθηκαν. Ιδέα δεν έχω τι απέγιναν.

Μετά γυμνάσιο και Λύκειο. Και μεταπολίτευση που όμως εμείς δεν την καταλάβαμε. Το σύστημα είχε μεγάλη αδράνεια για ν’ αλλάξει. Ξύλο και στο γυμνάσιο αλλά λιγότερο. Έλεγχος για το χρώμα της κάλτσας (μόνον άσπρες και μπλε επιτρεπόταν), το μήκος της ποδιάς και τέτοια, για τα μαλλιά, για τα βγαλμένα φρύδια. Θυμάμαι γυμνάστρια που όταν έβλεπε μαθήτρια να έχει βγάλει τα φρύδια της, την άρπαζε με τα δάχτυλα στο βγαλμένο φρύδι και τράβαγε το δέρμα για τιμωρία. Οι προσβολές πάντα οι ίδιες, οι καθηγητές έμπαιναν, έλεγαν κάτι και όποιος το κατάλαβε, το κατάλαβε. Εξέταση, παράδοση, τέλος. Άμα οι γονείς ήξεραν κάτι για να βοηθήσουν είχε καλώς, άμα δεν ήξεραν την είχες πατήσει. Κάπως έτσι άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα φροντιστήρια, πήγαινες γιατί δεν καταλάβαινες την τύφλα σου στο σχολείο. Έτσι πήγα κι εγώ στην Α’ Λυκείου και ξεστραβώθηκα. Δεν ήμουν χαζή, απλά στο σχολείο στα μαθηματικά, φυσικές, χημείες οι καθηγητές μας έκαναν ανάγνωση το μάθημα από το βιβλίο. Στις ερωτήσεις των μαθητριώνεπαναλάμβαναν ό,τι είχαν πει προηγουμένως (αυτοί που δεχόταν ερωτήσεις) και σε κοιτούσαν μ’ ένα βλέμμα του στιλ «μα πόσο ήλίθια μπορεί να είσαι». Μια, δυο, τρεις τις κόβαμε τις ερωτήσεις.

Οι κύριοι Επιθεωρητές.

Είδα μόνο δύο φορές στη ζωή μου. Μας είχαν πείσει δε, πως οι επιθεωρητές θα κρίνουν εμάς άρα πρέπει να δείξουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Θυμάμαι θεολόγο στην γ’ γυμνασίου που μας έβριζε και μας πρόσβαλε κάθε μέρα, μας έβριζε κανονικά και  όταν κάποια φορά περίμενε τον επιθεωρητή μας κατατρόμαξε πως άμα δεν είμαστε ήσυχες και δεν έχουμε διαβάσει θα έχουμε πρόβλημα με τον επιθεωρητή. Εμείς κι όχι αυτή. Μασήσαμε κι εμείς και όταν μπήκε ο επιθεωρητής στην τάξη τρέμαμε από φόβο. Εκείνη τη μοναδική φορά ήταν γλυκομίλητη και χαμογελούσε. Ήρθε ο επιθεωρητής, έφυγε, είδε πόσο καλή είναι στην τάξη η κυρία και την άλλη μέρα γυρίσαμε στη ρουτίνα μας. Βρισιές και προσβολές. Ποτέ κανένας δάσκαλος τότε δεν αξιολογήθηκε για το παιδαγωγικό και το διδακτικό του έργο. Ποτέ κανένας δάσκαλος δεν απολύθηκε γιατί έβαζε βαθμούς με βάση τα πεσκέσια, γιατί σάπιζε τους μαθητές στο ξύλο, γιατί τους πρόσβαλε, γιατί καθόταν στην τάξη και απλά κάπνιζε (θεολόγος στην α’ λυκείου), γιατί δεν ήξεε την τύφλα του ή είχε μείνει στα μαθηματικά του προηγούμενου αιώνα. Κανένας δεν πίστευε πως ένας μουσικός που πέρασε από το σχολείο μας έβαζε χέρι σε όσες μαθήτριες μπορούσε και ποτέ δεν διώχθηκε γιαυτό.

Αν δεν είχες μόνος σου το νταλγκά παπάρια μάθαινες από τους ημιμαθείς δασκάλους μας. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που ήταν αληθινά καλοί δάσκαλοι, όχι λιγότεροι και όχι περισσότεροι από τώρα. Η διαφορά είναι πως τότε είχαν τον σεβασμό της κοινωνίας κι ας ήταν καθάρματα. Ο παπάς, ο χωροφύλακας κι ο δάσκαλος ήταν οι αρχές των μικρών κοινωνιών. Μας σάπιζαν στο ξύλο και κανένας γονιός δεν σκεφτόταν μήπως είχαν άδικο. Για να σε δείρει ο δάσκαλος θα είχε δίκιο, έλεγαν, και σου έριχναν και οι γονείς ένα χέρι ξύλο για να εμπεδώσεις. Κανένας επιθεωρητής και καμμία επιθεώρηση ή κανένας φόβος δεν τους έκανε να γίνουν καλύτεροι δάσκαλοι. Το μόνο που φοβόταν ήταν μη τυχόν κάποιος τους κατηγορήσει για εχθρούς της πατρίδας και βρεθούν στα σύνορα.

Μου λένε επίσης πως τότε δάσκαλοι γίνονταν αυτοί που το αγαπούσαν το δασκαλίκι. Τρίχες λεώ εγώ…. Τότε γίνονταν εκπαιδευτικοί γιατί ήταν μια δουλειά που σου έδινε κύρος (που δεν σου δίνει τώρα), ελεύθερα καλοκαίρια, πεσκέσια και μονιμότητα με μόνο αντάλλαγμα να μη μιλάς κατά του καθεστώτος. Υπάρχει κάποια διαφορά μ’ αυτά που λέγονται για το πως επιλέγουν το επάγγελμα οι σημερινοί εκπαιδευτικοί; Αν τη διάλεγαν γιατί αγαπούσαν τα παιδιά και το δασκαλίκι η αναλογία σαδιστών-καθαρμάτων με τους καλούς δεν θα ήταν αυτή που έχω ζήσει κι όχι μόνο εγώ. Στα σχολικά μου χρόνια συνάντησα 3 Δάσκαλους και πολλά καθάρματα. Ο ένας μάλιστα ήταν παπάς με ράσα. Που κατάφερε να επιβάλλεται σε τάξη σχολειου θηλέων στα τέλη δεκαετίας του ’70 όπου οι 35 από τις 45 μαθήτριες ήταν οργανωμένες σε αριστερές μαθητικές οργανώσεις. Κατόρθωμα νομίζω…. Θυμάμαι όμως και άλλους 30 άχρηστους, καθάρματα και σαδιστές.

Αυτό που σίγουρα ήταν διαφορετικό ή αντιμετώπιση της κοινωνίας απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Σήμερα αν κάποιος δάσκαλος στραβοκοιτάξει το παιδί σου, ειδικά στο δημοτικό, θα είσαι εκεί να του ζητάς το λόγο κι αν δεν σε πείσει θα του κάνεις αναφορά. Σπάνια θα σκεφτεί σημερινός γονιός πως μπορεί να φταίει και το καμάρι του για κάτι. Τότε αν σου έριχνε μερικά χαστούκια και σου ξερίζωνε το αυτί, ο πατέρας σου θα του έδινε δίκιο και θα σου έδινε κι άλλα δυο χαστούκια για να γίνεις άνθρωπος.

Είστε σίγουροι πως αυτό ακριβώς νοσταλγείτε όσοι νοσταλγείτε τα “παλιά καλά χρόνια”; Γιατί αυτό ήταν η παιδεία στις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

Εννοείται πως δεν τα έγραψα αυτά για να δικαιολογήσω τη σημερινή χάλια κατάσταση. Το γιατί και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, είναι χάλια είναι μια άλλη και μεγάλη συζήτηση. Το να νοσταλγούμε όμως πράγματα που ήταν άσχημα, απλά διαφορετικά άσχημα από τα σημερινά δεν διορθώνει τίποτε. Κυρίως όταν τα νοσταλγούν όσοι τότε ήταν αγέννητοι.

14
Φεβ
12

και τώρα μπορείτε να πα να γαμηθείτε…..

Γενικά στη ζωή μου είμαι φειδωλή σε χαρακτηρισμούς και λεκτικές κορώνες. Εννοώ πως δεν χαρακτηρίζω εύκολα κάποιους “προδότες” και δεν ζητάω “κρεμάλες”. Κατεβαίνω σε πορείες και διαδηλώσεις από 14-15 χρόνων και σπάνια φωνάζω συνθήματα, πάντα προτιμούσα τη συζήτηση από τα συνθήματα. Επίσης με τρομάζουν οι λέξεις όπως “πατρίδα”, “έθνος”, “λαός” κλπ. και τις χρησιμοποιώ σπάνια στο λόγο μου είτε προφορικό είτε γραπτό. Τους τελευταίους όμως μήνες με βλέπω ν’ αλλάζω όπως βλέπω ν’ αλλάζει και πολύς κόσμος γύρω μου.Φωνάζω συνθήματα στις πορείες κι έχω αρχίσει να φαντασιώνομαι κρεμάλες και βασανιστήρια.

Σήμερα πήρε το μάτι μου στις ειδήσεις τον Σόιμπλε και με ανατρίχιασε με την κυνικότητα της δήλωσής του. Προσέξτε, ποτέ δεν πίστευα πως οι πολιτικοί νοιάζονται έστω και κατά το ελάχιστο για τον λαό, τον κόσμο σαν και μένα και σας, που ξυπνάει το πρωί και πάει στη δουλειά του, μετράει τα φραγκοδίφραγκα και κάνει σχέδια ν’ αλλάξει βήμα βήμα τη βρύση που στάζει και τις τέντες που χάλασαν και τα καινούρια παπούτσια για το παιδί γιατί μεγάλωσε το πόδι του και δεν του κάνουν πλέον, σκέφτεται αν και πως θα πάει 10 μέρες διακοπές και πως θα ξεχειλώσει με τερτίπια το μισθό για να βγάλει το μήνα. Ξέρω πως οι πολιτικοί μας γράφουν στ’ αρχίδια τους και πως είμαστε αναλώσιμα νούμερα και πιόνια στη σκακιέρα. Όμως σήμερα ο κύριος Σόιμπλε αποφάσισε πως δεν υπάρχει πλέον λόγος να κρύβεται και δήλωσε σαφέστατα πως τώρα πια μπορούμε να πάμε να γαμηθούμε. Είπε πως “η Ευρώπη πλέον είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει τη χρεωκοπία της Ελλάδας και την έξοδό της από το ευρώ. Δεν το θέλουν βέβαια να βγούμε από το ευρώ και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να μείνουμε αλλά τέλος πάντων….. στ’ αρχίδια τους” Επίσης είπε “να το ξανασκεφτούμε για τις εκλογές και να δούμε το παράδειγμα της Ιταλίας που έχει μια κυβέρνηση τεχνοκρατών και πάει μια χαρά”.

Κι εκεί τα πήρα στο κρανίο. Τι λέτε ρε καριόληδες; Δύο χρόνια μας ζαλίσατε τον έρωτα να κάνουμε θυσίες για να μη χρεωκοπήσουμε όταν και τα τσιμέντα καταλάβαιναν πως αυτό ήταν παραμύθι, δυο χρόνια τα σιχαμερά παπαγαλάκια σας μας έπρηζαν και μας πρήζουν πως η Ευρώπη μόνο το δικό μας νταλγκά έχει και προσπαθεί να μας σώσει από τον κακό εαυτό μας, πως εμείς φταίμε γιατί είμαστε τεμπέληδες από DNA και χαζοί γιατί δεν θέλουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το καλό μας και τώρα έρχεται και δηλώνει με περισσή κυνικότητα πως πλέον είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν τ’ απόνερα της χρεωκοπίας μας και μπορούμε να κόψουμε ελεύθερα το λαιμό μας; Κι από πάνω μας συμβουλεύει να μην κάνουμε εκλογές γιατί κάπως τους χαλάει τη σούπα; Κι οι δικοί μας οι μούλοι τρέχουν να του γλύψουν τ’ αρχίδια και να μας πείσουν πως όλα αυτά γίνονται για το καλό μας; Μια κυβέρνηση που δεν υπάρχει και σε άλλες εποχές θα είχε ήδη καταρρεύσει με βρόντο; Τι λέτε ρε καριόληδες; Ε ναι λοιπόν, εγώ που πρόσεχα πάντοτε τα λόγια μου θέλω να σας βρίσω (ήδη βρίζω) σαν λιμενεργάτης, να φωνάξω πως είστε προδότες, πως πουλήσατε τη χώρα μου και μένα μαζί σκλάβους σε σκλαβοπάζαρα και να ονειρεύομαι κρεμάλες και γκιλοτίνες στο Σύνταγμα με τα λιπαρά κορμιά σας κρεμασμένα να τα τρώνε τα κοράκια. Αυτό που κάνετε είναι εθνική προδοσία και δεν έχετε καμμία εξουσιοδότηση από μας, πολύ αέρα πήρατε.

Και θέλω να φωνάξω εγώ πιο δυνατά από σας “ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΠΑ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΜΟΥΝΟΠΑΝΑ…”

05
Φεβ
12

Η γιορτή του ΝΑΙ

Στην Ελλάδα έχουμε την Εθνική εορτή του ΟΧΙ στις 28 Οκτωβρίου. Από παιδάκι ακούω για το ΟΧΙ που το είπε είτε ο Μεταξάς, είτε ο ελληνικός λαός, είτε η γιαγιά μου…… ανάλογα με το ποιος διηγείται την ιστορία. Όποιος και να το είπε όμως ήταν ένα ΟΧΙ! και άντε σιχτίρ σε κάποιους που τότε έθεσαν το δίλημμα “ή που θα κάνετε αυτό που σας λέμε, είτε που θα υποφέρετε”. Και διαλέξαμε/ν/ε να υποφέρουμε. Και υπέφερε αυτή η χώρα κι αυτός ο λαός. Και καταστράφηκε. Και έφαγε στη μάπα έναν εμφύλιο. Και δεν συνήλθε στην ουσία ποτέ. Αλλά είπε ΟΧΙ.

Τώρα πλέον θα πρέπει να βάλουμε στο εθνικό μας εορτολόγιο και τη γιορτή του ΝΑΙ. Θα γιορτάζεται κάθε Γενάρη για να θυμόμαστε πως μισό και κάτι αιώνα μετά, σε ένα αντίστοιχο δίλημμα “θα υποφέρετε ή θα κάνετε αυτό που θέλουμε παλιοδουλάρες…”, η χώρα απάντησε ΝΑΙ.

28
Ιαν
12

Ο κύκλος των χαμένων εκπαιδευτικών

«Καλημέρα,
..και δεν ξέρω και το μικρό σου όνομα.
Λοιπόν φιλενάδα πάντα αναρωτιόμουν, πάντα με βασάνιζε η σκέψη τι σόϊ κοινωνική ομάδα είναι οι εκπαιδευτικοί. Και για να μην γίνομαι κουραστικός, αναρωτιέμαι και τώρα, στις φοβερές αυτές στιγμές που ζούμε, πως αυτοί οι άνθρωποι δεν ξήλωσαν εν μια νυκτί το κυβερνείο των τυράννων μας, το κολαστήριο της ζωής μας, ενώ μπορούν ! Χωρίς ιδαίτερο κόστος, χωρίς πολλές-πολλές επισφάλειες.
Το νάχεις στα χέρια σου παιδιά, έτοιμα να ρουφήξουν τη ζωή και τους ανθούς της, κρεμασμένα από τα χείλη σου ν’ ακούσουν για τη ζωή τους, καρφωμένα τα μάτια τους πάνω σου γιατί η εξουσία τους γυρίζει την πλάτη, είναι έγκλημα να είσαι με τους ΑΛΛΟΥΣ να βάζεις πλάτη στα έργα τους.
Πάντα αναρωτιόμουν και πάντα θα αναρωτιέμαι. Εϊναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να μπουκάρω σε ένα σχολείο, σε μια τάξη μέσα, σε τάξη του “χειρότερου επιπέδου” που λένε, με πλήρωμα μαθητών που θάθελαν να με …κατασπαράξουν. Να μπώ και να τους πώ κάτι πολύ απλό: Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε.
Αναρωτιέμαι και προσπαθώ να μαντέψω τη συνέχεια !
Μπορείς να μου την πείς ;
με τις καλημέρες μου και τις ευχαριστίες μου.
θανάσης»

Με αφορμή την παραπάνω ερώτηση του Θανάση που τέθηκε σαν σχόλιο σε προηγούμενη ανάρτηση και το πόσο άσχημα νιώθω μέρα με τη μέρα στο σχολείο μου, θα προσπαθήσω να οργανώσω μερικές σκόρπιες σκέψεις για το τι σημαίνει διδασκαλία και ποιες αρχές την διέπουν ή τέλος πάντων πρέπει να τη διέπουν, χρησιμοποιώντας σκόρπια κειμενάκια που έγραψα σε διάφορες φάσεις, καθώς και συναισθήματα που γεννιούνται από πέρσι που επέστρεψα στο σχολείο, μετά από ένα διάλειμμα πέντε χρόνων από την τάξη.
Κατ’ αρχήν είναι η διδασκαλία επάγγελμα; Κι αν είναι έχει κάποιες αρχές, έναν κώδικα ηθικής πάνω στον οποίο πρέπει να «πατάνε» οι εκπαιδευτικοί; Ή μήπως αυτό που λέγεται πως «η διδασκαλία είναι λειτούργημα και όχι επάγγελμα» σημαίνει αυτό ακριβώς, πως υπάρχουν δηλαδή ή πρέπει να υπάρχουν κώδικες ηθικής πιο στέρεοι απ’ αυτούς που υπάρχουν σε άλλα επαγγέλματα; Οι ηθικές αρχές που αφορούν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού διαφέρουν από τις ηθικές αρχές που καθορίζουν άλλα επαγγέλματα; Υπάρχει τέλος πάντων, κάποιος γραπτός «Κώδικας Ηθικής» για τους εκπαιδευτικούς;
Στη χώρα μας επιμένουμε να παραβλέπουμε την αναγκαιότητα μιας σοβαρής και συστηματικής έρευνας της ηθικής διάστασης της εκπαίδευσης και η ηθική λάμπει δια της απουσίας της από τα Αναλυτικά Προγράμματα που αφορούν στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Εκπαίδευση όμως δεν σημαίνει μοναχά κατοχή γνώσης αλλά και μόρφωση. Σήμερα στους υποψήφιους εκπαιδευτικούς δεν γίνεται συζήτηση για μόρφωση, με βάση το ιδεολόγημα πως ο εκπαιδευτικός επιτελεί ένα έργο άμοιρο ηθικής ευθύνης ενώ η μόρφωση είναι κατά βάση ο σκοπός της γνώσης. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν κάποιες γενικές ηθικές αρχές που διαπερνούν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού κι αυτές είναι:

1) Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν τα αντικείμενά τους με ακεραιότητα

2) Πρέπει να είναι πρότυπα πολιτικής ηθικής και να χειρίζονται την τάξη τους σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές

3) πρέπει να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον, ώστε να προωθείται η εκπαίδευση και η μόρφωση όλων ανεξαιρέτως των συμβαλλόντων στη διαδικασία της αγωγής.
Υπάρχουν πολλά που μπορεί να πει κάποιος θέλοντας να υποστηρίξει ή να απορρίψει τις παραπάνω γενικές θέσεις. Και μόνον η ανάπτυξή τους θα έπαιρνε σελίδες πράγμα που ξεπερνά το στόχο ενός ποστ σ’ ένα blog. Εκείνο το σημείο που θέλω να σταθώ παραπάνω, είναι η πρώτη αρχή, πως  οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν τα αντικείμενά τους με ακεραιότητα. Πως όμως ορίζεται η ακεραιότητα;
Υπάρχει μια τεχνοκρατική ή εργαλειακή άποψη που υποστηρίζει πως οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γνωρίζουν βασικά δύο πράγματα: τα γνωστικά αντικείμενά που πρόκειται να διδάξουν και διάφορες δεξιότητες και στρατηγικές, με τις οποίες πρόκειται να μεταδώσουν τις γνώσεις τους στους μαθητές. Αυτή όμως η άποψη καθορίζει τα κριτήρια ενός επαγγέλματος που μάλλον δεν είναι η διδασκαλία αυτή καθ’ αυτή. Ένας χημικός για παράδειγμα, γνωρίζει χημεία αλλά δεν είναι επαγγελματίας χημικός ούτε και θα υποστήριζε ποτέ κάτι τέτοιο. Λέγοντας πως είναι εκπαιδευτικός θεωρείται δεδομένο πως έχει μια βάση τεχνικών γνώσεων που κρύβεται κάτω από την πρακτική της διδασκαλίας του. Τι θέλω να πω μ’ αυτό. Αν έπρεπε σήμερα να διαλέξουμε ποιός θα μας χειρουργήσει, ο Ιπποκράτης ή ο Γαληνός από τη μία ή ένας απλός χειρούργος κάτοχος πτυχίου ιατρικής και ειδικευμένος στη χειρουργική μάλλον θα διαλέγαμε τον δεύτερο. Αν όμως  ήταν να διαλέξουμε δάσκαλο ποιον θα προτιμούσαμε; Τον Σωκράτη ή έναν απόφοιτο ενός μέτριου παιδαγωγικού τμήματος; Μάλλον τον δεύτερο. Για την εγχείρηση θέλουμε κάποιον που να κατέχει καλά τις σύγχρονες τεχνικές ενώ για τη διδασκαλία δεν το βρίσκουμε απαραίτητο αυτό. Υπάρχουν λοιπόν θέματα που προκύπτουν από την υπόθεση πως η διδασκαλία είναι μόνο ζήτημα τεχνικής. Για να έχουμε καλή διδασκαλία πρέπει να ξέρουμε τι είναι γνώση, πως επιτυγχάνεται και ποια είναι η αξία της. Ένα όραμα που ν’ ανταποκρίνεται στην «παιδαγωγική γνώση του περιεχομένου κατά τον Lee Shulman (1986), το οποίο να μην αφορά μόνο στις βασικές έννοιες και την επιστημολογία της γνώσης αλλά και τους κανόνες και στην αξία της.
Ας πάρουμε κάτι άλλο, την ποίηση. Η διδασκαλία της ποίησης μπορεί να μην απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να είναι ο ίδιος καλός ποιητής αλλά απαιτεί το ενδιαφέρον του, την απαραίτητη κατανόηση και τον τρόπο να εκθέτει τα εκείνα τα στοιχεία που όσοι αγαπούν την ποίηση τα θεωρούν άξια προσοχής. Ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει ποίηση αλλά δεν μπορεί να δει στην ποίηση αυτό που βλέπουν οι ποιητές είναι σαν τον κληρικό που κάνει καλό κήρυγμα αλλά δεν ενδιαφέρεται για την ευσέβεια (το παράδειγμα δεν είναι δικό μου αλλά μου άρεσε). Οι φιλόλογοι θα είχαν πιθανόν να συμπληρώσουν πολλά πράγματα στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Το να διδάσκει όμως κάποιος ένα γνωστικό αντικείμενο χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους εσωτερικούς σκοπούς του ίδιου του αντικειμένου, χωρίς να εξηγεί τις αρετές του είναι διαστρέβλωση και παραποίηση. Ακεραιότητα είναι το να εκπροσωπεί κάποιος το ύλικό του θέματος που διδάσκει με επιτυχία. Και είναι μέρος της ηθικής διδασκαλίας το να διδάσκεις το αντικείμενό σου με ακεραιότητα, όταν το εκπροσωπείς πιστά και προσπαθείς ν’ αναδείξεις την εγγενή του τελειότητα. Έτσι μπορείς πιο εύκολα να βοηθήσεις και τους μαθητές να μάθουν πως ν’ αξιολογούν τις πρακτικές και ν’ ανακαλύψουν ένα συνδυασμό πρακτικών και τελειοτήτων που να συνιστούν μια ικανοποιητικά διαισθητική εικόνα για τον αγαθό βίο.
Γράφεις Θανάση «Πάντα αναρωτιόμουν και πάντα θα αναρωτιέμαι. Εϊναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να μπουκάρω σε ένα σχολείο, σε μια τάξη μέσα, σε τάξη του “χειρότερου επιπέδου” που λένε, με πλήρωμα μαθητών που θάθελαν να με …κατασπαράξουν. Να μπώ και να τους πώ κάτι πολύ απλό: Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε.
Αναρωτιέμαι και προσπαθώ να μαντέψω τη συνέχεια !
Μπορείς να μου την πείς ;»
Να σου πω λοιπόν…. Μου θυμίζεις τον «Κύκλο των χαμένων ποιητών» ή εκείνη την ταινία με την Michelle Pfeiffer, το «Dangerous Minds». Μπαίνεις νέος και ωραίος στην τάξη που την αποτελούν διάφορα παιδιά κατά κύριο λόγο αδιάφορα και προβληματικά, έχεις όνειρα και όραμα και παρ’ όλες τις δυσκολίες το σύμπαν ολόκληρο συνομωτεί για να το καταφέρεις. Τα παιδιά στην αρχή σε μισούν, στο τέλος σε λατρεύουν, όλα είναι τέλεια, κάπου εκεί βρίσκεις και το άλλο σου μισό, οι μαθητές κάνουν διδακτορικά από κει που ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι και όλα είναι τέλεια. Χειροκροτήματα. Αυλαία.
Μόνο που η ζωή δεν είναι σινεμά, οι περισσότερες απέχουμε παρασσάγγας από τη Μισέλ, οι περισσότεροι δεν φέρνουν ούτε κατά διάνοια προς Ρόμπιν Ουίλιαμς και τα περισσότερα σχολεία δεν είναι στο Χάρλεμ αλλά ούτε η ακαδημία Γουέλντον στα 1959. Και κυρίως δεν αποφάσισε για το τέλος της ιστορίας μας ένας σεναριογράφος του Χόλιγουντ.
Στην ταινία,  κύριος Κίτινγκ είναι ένας ενσυνείδητος εμπρηστής συνειδήσεων. Και γνωρίζει ότι εκείνο που σε τελευταία ανάλυση μετράει για έναν δάσκαλο, είναι το «πόσες πυρκαγιές θα καταφέρει να ανάψει στα τριαντατόσα χρόνια που θα είναι εκπαιδευτικός». Με εργαλείο την ποίηση τους προτρέπει να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, τους παρακινεί να κάνουν αυτό που πιστεύουν, τους ωθεί προς το να δημιουργούν αλλά και να αμφισβητούν την εκάστοτε ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Δεν είναι όμως μόνο η ποίηση το μοναδικό αντικλείδι του «Καπετάνιου» για το λουκέτο των εφηβικών συνειδήσεων.  Είναι και η ανορθόδοξη διδακτική του αλλά και «κάτι» ακόμα που καθημερινά εκπέμπει, μια «ανθρωπομυρωδιά» την οποία αναβλύζουν τα κύτταρά του και μια αρμονία ανάμεσα στα λόγια του και την αντικομφορμιστική συμπεριφορά του.
Όλα αυτά ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος στην ταινία έχει όλα όσα θέλουμε εμείς οι δάσκαλοι από τον εαυτό μας και η κοινωνία από μας. Έχει όμως και κάτι επιπλέον. Έχει μαθητές που θέλουν, να «πετάξουν», μαθητές που επιθυμούν την αλλαγή, μαθητές που ψάχνουν ένα όραμα κι έναν δάσκαλο να τους δείξει το δρόμο. Ακόμα κι η Μισέλ, η οποία στην ταινία παλεύει σ’ ένα σχολείο σε γκέτο, έχει τέτοιους μαθητές. Όχι όλους αλλά αρκετούς που δεν θέλουν ένα άγγιγμα για να πάρουν μπρος.
Θανάση αν έμπαινες σε μια τάξη στο σχολείο μου κι έλεγες «Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε» μαντεύω πως στην αρχή θα σε κοίταζαν αποσβολωμένοι, μετά θα γινόταν μια κόλαση από ουρλιαχτά, μετά απλά θα ήσουν το σούργελο του σχολείου και από το μυαλό μερικών θα περνούσε η ιδέα να σε κάνουν στ’ αλήθεια ολοκαύτωμα για να σπάσουν πλάκα.
Νομίζω πως υπάρχουν κάθε χρόνο και πιο λίγοι μαθητές που «καίγονται» για να μάθουν, όλο και πιο λίγοι δάσκαλοι που «καίγονται» για να μεταδώσουν όσα έχουν μάθει, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι που χαίρονται της διαδικασία της μάθησης, που πιστεύουν πως η γνώση –και όχι η δεξιότητα- είναι δύναμη. Κι ακόμα λιγότεροι άνθρωποι που έχουν τη διάθεση να κοπιάσουν για ν’ αποκτήσουν κάτι τόσο «άχρηστο» όπως η μόρφωση κι όχι η απόκτηση δεξιοτήτων που θα τους δώσουν αύριο μεροκάματο και, ει δυνατόν, καλό μεροκάματο.
Δεν ξέρω….. νομίζω πως ζω πλέον σε μια κοινωνία που μισεί τα σχολεία, τη γνώση, τον εαυτό της τον ίδιο.

Όσο για τι είδους ομάδα είναι οι εκπαιδευτικοί που αναρωτιέσαι, σου λέω πως είναι μια ομάδα σαν όλες τις υπόλοιπες. Έχει μερικούς που κάνουν όσα μπορούν, μερικούς που κάνουν παραπάνω απ’ όσα μπορούν, έχει τυπικούς, έχει αδιάφορους αλλά έχει και πάρα πολλούς σταρχιδιστές.

31
Δεκ
11

καλή χρονιά

 

Εύχομαι να έχουμε όλοι μας μια χρονιά όσο γίνεται καλύτερη.
Να έχουμε Υγεία και Δουλειά, Αλληλεγγύη και Συντροφικότητα.

19
Δεκ
11

ασανσέρ πάλι

Διάβασαν την προηγούμενη ανάρτηση οι φίλοι μου κι άρχισαν τα τηλέφωνα. “Τι έπαθες ρε συ; Μη μασάς…” και τέτοια. Ασανσέρ, φίλοι μου, αυτό έπαθα. Κατεβαίνω στα Τάρταρα, μετά κάπου βλέπω λίγο φως, ανεβαίνω και ρουφάω μια τζούρα μέχρι να έρθει η επόμενη σφαλιάρα και να με ξαναρίξει στο σκοτάδι. Να… σήμερα για παράδειγμα. Με το ζόρι κρατιόμουν μην αρχίσω να γράφω σεντόνια για το χάος που ζω κάθε μέρα στο σχολείο, για τους “συναδέλφους” που εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να θεριέψουν επειδή έπρεπε (όταν έκαναν μαλακίες, όταν άντε μην αρχίσω…. ) να δείξουμε “συναδελφική αλληλεγγύη” και να σπρώξουμε τα σκατά κάτω από το χαλί αντί να τους ρίξουμε μια μούτζα γιατί με τις δικές τους μαλακίες έπαιρναν κι εμάς στο λαιμό τους και τώρα τους κοιτάμε να μας κάθονται στο σβέρκο. Πάνω λοιπόν που κρατιόμουν με το ζόρι έσκασε αυτό το φωτάκι που μ’ έκανε να σκεφτώ πως πέρα από τους “συνάδελφους”, πέρα από τη συμμορία που κάνει κουμάντο στο σχολείο, υπάρχουν με ρικές φορές και κάποια παιδιά που σε θυμούνται.

Έβγαινα από έναν σταθμό του ΜΕΤΡΟ όταν άκουσα το όνομά μου και γύρισα. Ένας νεαρός με κοιτούσε χαμογελώντας και με πλησίαζε. Ξυρισμένο κεφάλι με μια λωρίδα μόνο μαλλί, σκουλαρίκια, ένα κάπως dandee ντύσιμο, “καλλιταχνικό στιλ σύμφωνα με κάποια στερότυπα. “Εσύ είσαι, εσύ είσαι…” μου είπε πλησιάζοντάς με. Το πρόσωπό του γνωστό αλλά δεν μπορούσα να το ταυτίσω με συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Χαμογέλασα όμως και τον πλησίασα. “Είμαι ο Μ. από το σχολείο στ …” Τον θυμήθηκα πριν πει το σχολείο. Ήταν ο Μ., το “Cureάκι”, έτσι τον έλεγα. Λάτρευε τους Cure και είχε γουρλώσει τα μάτια όταν του είχα πει ότι ήμουν σε live τους όταν αυτός μπουσούλαγε. Νομίζω πως είχα να τον δω από τότε που τελείωσε το σχολείο, ο Μ. επέμενε πως είχαμε ξανασυναντηθεί αλλά εγώ δεν το θυμάμαι. Ου γαρ έρχεται μόνον….

“Σε σκέφτομαι συχνά”, μου είπε “κι αναρωτιέμαι τι να κάνεις. Πολλές φορές μιλάω για σένα και σκέφτομαι αυτά που μας έλεγες… Έτσι ζω τη ζωή μου, δεν πουλιέμαι σε κανέναν….”. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα “Τι τους έλεγα άραγε; Ποιες φράσεις χαράχτηκαν στο μυαλό του; Του έκαναν καλό ή κακό; Ω Θεοί! Τελικά επηρεάζουμε πολύ κάποια παιδιά με τη στάση και τα λόγια μας”. Μου είπε ότι είναι καλά, ασχολείται με τα καλλιτεχνικά, κάνει αυτό που θέλει και μέσα σ’ όλα φτιάχνει κοσμήματα. Και τότε άνοιξε μια σακούλα “Εδώ τα έχω, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, διάλεξε ποιο απ’ όλα σ’ αρέσει. Είναι λίγο αντισυμβατικά αλλά εσύ ποτέ δεν ήσουν συμβατική, είσαι ίδια όπως σε άφησα”. Διάλεξα ένα βραχιόλι φτιαγμένο από δέρμα, σε πολύ ιδιαίτερο σχέδιο. Το φοράω τώρα που γράφω, θα το φοράω και αύριο στο σχολείο. Είναι ο μισθός μου κουφάλες, το βραβείο μου, κι αυτό δεν μπορεί κανείς σας να μου το δώσει ή να μου το πάρει. Αύριο θα σηκώσω και τα μανίκια για να το δουν όλοι.

Βιαζόταν ο Μ. , βιαζόμουν κι εγώ. Μου είπε και για έναν συμμαθητή του που άνοιξε ένα καφέ στα Εξάρχεια, σκέφτομαι να περάσω κάποια μέρα. Άραγε θα με αναγνωρίσει και κείνος; Με τον Μ. δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα που ποτέ δεν θα πάρουμε. Με τη σιγουριά πως κάποια στιγμή θα ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο σε μια άλλη στάση του ΜΕΤΡΟ.

13
Δεκ
11

Τα κατάφεραν…..

Ομολογώ πως τα κατάφεραν. Με τρόμαξαν, με φόβισαν…. Τόσους μήνες αντιστεκόμουν με νύχια και με δόντια στο φόβο, πίστευα (κι ακόμα πιστεύω) πως ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός μου, ο χειρότερος  σύμβουλος, ο πιο σίγουρος τρόπος να με/μας νικήσουν. Ε, τα κατάφεραν και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι πως στα πενήντα θα μείνω χωρίς δουλειά, πως θα μείνουμε και οι δυο μας χωρίς δουλειά. Ακούω στις ειδήσεις και διαβάζω στις εφημερίδες και το internet για τον απόλυτο χαμό που μας περιμένει και τρελαίνομαι. 150.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θέλουνε μέχρι το 2015, απολύσεις που σίγουρα θα γίνουν χωρίς σκέψη, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς τίποτε. Πρόχειρα και υπό το κράτος του πανικού, όπως πάντα, κι όποιον πάρει ο χάρος.  150.000 άνθρωποι, όχι αριθμοί, άνθρωποι με παιδιά και υποχρεώσεις. Άνθρωποι σαν αυτούς που μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν σπίτια και οικογένειες και τώρα είναι άστεγοι. Για να μη μιλήσω για το χαμό που γίνεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα.

Τα τελευταία 25 χρόνια δεν έμεινα σχεδόν ποτέ χωρίς δουλειά, είτε έκανα λάντζα σε μπαράκια, είτε στη διαφήμιση, είτε στα περιοδικά, είτε στα ΙΕΚ και τελικά στο σχολείο. Χωρίς βύσματα και μέσα, απλά γιατί σιγά σιγά αποκτούσα καλή φήμη, σ’ όλες τις δουλειές που έκανα στη ζωή μου -και ήταν πολλές και διαφορετικές- αφήνα καλές εντυπώσεις φεύγοντας. Μπορεί να ήμουν και τυχερή, δεν το ξέρω, αλλά χωρίς δουλειά δεν έμεινα. Όχι χρυσοπληρωμένες δουλειές αλλά τα βασικά της ζωής τα έβγαζα αξιοπρεπώς και ζούσα με το κεφάλι ψηλά αφού ποτέ δεν αναγκάστηκα να παρακαλέσω ή να βάλω μέσο για να δουλέψω.Τον έβλεπα βέβαια τον ορυμαγδό να έρχεται από τότε ακόμη που δεν τον υποψιαζόταν σχεδόν κανείς. Από το 1998, όταν έσκασε μύτη ο νόμος Αρσένη για τις αλλαγές στα σχολεία και έπεσε στα χέρια μου το σχέδιο -τότε- του κώδικα των δημοσίων υπαλλήλων και είδα το άρθρο για τις καταργήσεις οργανικών θέσεων που θα είχαν σαν συνέπεια διαθεσιμότητες και απολύσεις σε περίπτωση που δεν υπήρχε θέση για μετάταξη. Τότε που έλεγα στους συναδέλφους πως πρέπει να έχουμε το νου μας κι αυτοί -μέσα στη νιρβάνα τους (και οι συμδικαλιστές μας μαζί τους)- πως αυτά δεν γίνονται, πως αποκλείεται να αρθεί ποτέ η μονιμότητά μας. Το είχα στο μυαλό μου αλλά ευχόμουν να μην έρθει αυτή η ώρα…. Και να που ήρθε η ώρα η κακιά…..  Πριν μερικά χρόνια έκλεισε ο άντρας μου το μαγαζί του, ευτυχώς που φώναζα και το έκανε γιατί τώρα απλά θα το κλείναμε πνιγμένοι στα χρέη. “Μη φοβάσαι” του έλεγα “μέχρι να βρεις δουλεία εγώ είμαι εδώ, έστω και με λίγα θα τη βγάλουμε, έστω και με το μισθό μου θα επιβιώσουμε”. Διότι, παρ’ όλο που είχα κατά νου τον κώδικα, δεν ήθελα να βάζω κακές σκέψεις στο μυαλό μου. Επιβιώσαμε, βρήκε δουλειά και συνεχίσαμε να ζούμε. Όπως ζούσαμε πάντα, με λίγα αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κυνηγήσαμε τα πολλά. Πάντα είμασταν ολιγαρκείς, ούτε αυτοκίνητο δεν είχαμε. Δεν ζήτησα ποτέ στη ζωή μου χλιδή, ακριβά ρούχα, ακριβά έπιπλα, ακριβό σπίτι, ακριβές διακοπές. Ζούσα πάντα (ζούσαμε) με όσα μου έφταναν για να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, να ντύνομαι από στοκατζίδικα, να πηγαίνω διακοπές σε κάμπινγκ, να κάνω μικρά δώρα στους φίλους μου και από τη στιγμή που ήρθε ο γιος μου στη ζωή να καλύπτω τις ανάγκες ενός παιδιού. Βασικά πράγματα. Και τώρα άρχισα να τρέμω πως δεν θα έχω σε λίγο να ταίσω το παιδί μου, πως δεν θα έχω να πληρώσω τ’ αγγλικά και τα γερμανικά του, να τον πάω διακοπές τις 10 μέρες στο κάμπινγκ που τις περιμένει ολόκληρο το χρόνο.

Τους μισώ γιαυτό που μου κάνουν, τους μισώ που φοβάμαι, τους μισώ γιατί ξέρω πως παρ’ όλα τα πτυχία και τα μάστερ μου και τα προσόντα μου πιθανόν να βρεθώ στο δρόμο χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι και σε μια ηλικία που θα είναι αδύνατο να βρω δουλειά. Όπως είμαι σχεδόν σίγουρη πως οι όποιοι άχρηστοι και τεμπέληδες που υπάρχουν θα συνεχίσουν, να επιβιώνουν και να (μη) δουλεύουν. Διότι αυτοί πάντα έχουν κάνει τις καβάντζες τους από πριν, πάντα έχουν έτοιμο ένα μηχανισμό διασωσής τους.

Νιώθω νικημένη που κάνω αυτές τις σκέψεις και τους μισώ γιαυτό. Το κακό είναι πως δεν ξέρω σίγουρα ποιοι είναι αυτοί που μισώ, όπως δεν το ξέρει και κανείς μας και ίσως γιαυτό υπάρχει αυτή η παράλογη παράλυση και παγωμάρα στον κόσμο. Ποιοι είναι αυτοί που μας βλέπουν σαν αριθμούς, ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν πως τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον, δεν έχουν λόγο να έχουν μέλλον; Δεν μπορώ να προσωποποιήσω την οργή που νιώθω κι αυτό με κάνει να νιώθω διπλά αδύναμη και διπλά νικημένη. Σαν να παλεύω με φαντάσματα….

Ίσως και να είναι οι κακές σκέψεις της μέρας, ίσως αύριο να σκέφτομαι άλλα πράγματα, πιο ελπιδοφόρα. Ίσως αύριο να σκέφτομαι πως θα τη γλυτώσω, αν κι αυτό δεν είναι γλυτωμός. Δεν γλυτώνεις όταν καταρρέει το σύμπαν γύρω σου. Το κακό δεν είναι πως είμαι σήμερα στις μαύρες μου, το κακό είναι πως αυτές οι σκέψεις τρυπώνουν όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου και φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα εγκατασταθούν μόνιμα. Κι αν γίνει αυτό τη βάψαμε οικογενειακά…..

26
Νοε
11

Πατησίων

Ο πεζόδρομος της Φωκίωνος Νέγρη όπως είναι τώρα

Πρωτοήρθα στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση το 1985. Μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο στην Πάτρα, δεν ήθελα να επιστρέψω στην πατρική στέγη στη Θεσσαλονίκη μετά από χρόνια που ζούσα μόνη, και γενικά ψαχνόμουν. Η προοπτική να κάνω ιδιαίτερα ζώντας στο πατρικό σπίτι, με τους γονείς να με πρήζουν να “βρω ένα καλό παιδί” και οι οποίοι έχοντας χάσει αρκετά χρόνια από τη ζωή μου, θα ήθελαν να ξαναβρούν την έφηβη κόρη που έχασαν εκεί ακριβώς που την άφησαν. Η έφηβη όμως είχε μεγαλώσει, είχε ζήσει πολλά χρόνια μόνη, είχε αλλάξει και πνιγόταν στην ιδέα αυτής της επιστροφής και των ιδιαίτερων. Ψάχνοντας για εναλλακτική λύση, ανακάλυψα τη σχολή των -τότε- ονείρων μου και αποφάσισα να ξαναρχίσω σπουδές από την αρχή και σε τελείως διαφορετικό αντικείμενο από τις πρώτες μου. Ο πατέρας μου δεν ξετρελάθηκε από τη χαρά του κι έτσι έφυγα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη από τη Θεσσαλονίκη, μετά από καυγά με τους γονείς μου και με 18.000 δρχ περιουσία, για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα μη έχοντας όμως εξασφαλίσει ακόμα την εισαγωγή μου με κατατακτήριες στη σχολή που ήθελα. Τόσο σίγουρη ήμουν πως τα πράγματα θα έρθουν ακριβώς έτσι όπως τα θέλω. Δεν ξέρω από που αντλούσα αυτή τη σιγουριά αλλά την είχα…

Η κολλητή μου έμενε κοντά στην Πλ. Αμερικής κι εκεί πήγα να μείνω μέχρι να βρω δικό μου σπίτι και να φέρω τα πράγματά μου από την Πάτρα που τα είχα αφήσει, αφού πριν το καλοκαίρι είχα σκοπό να δώσω κατατακτήριες σε μια σχολή του εκεί Πολυτεχνείου. Τρελοκομείο τελείως ήμουν….. Βρήκα σπίτι πολύ γρήγορα, σε μια παλιά τριόροφη πολυκατοικία του 1930 στην οδό Δροσοπούλου, απ’ αυτές με τις χτιστές κουπαστές και το ξύλινο κάλυμα, τα όμορφα και περιποιημένα μωσαϊκά στο πάτωμα και τα ξύλινα πατώματα στα υπνοδωμάτια. Ανήκε σε μια γιαγιά, την κυρία Βάγια, που με συμπάθησε αμέσως παρά την παλαβή εμφάνισή μου. Ήταν μεγάλο σπίτι όπως το ήθελα, παλιό και ψηλοτάβανο με τεράστιες μπαλκονόπορτες, σχετικά χαμηλό νοίκι και χωρίς θέρμανση. Το αγάπησα αμέσως αυτό το σπίτι παρά την ηλικία του και τα προβλήματα που έβγαζε. Πέτυχα στις κατατακτήριες όπως ακριβώς το ήθελα, κουβάλησα τα πράγματά μου από την Πάτρα και εγκαταστάθηκα εκεί για 11 χρόνια.

Η Κυψέλη ήδη είχε χάσει τη λάμψη της, δεν ήταν πλέον γειτονιά μεγαλοαστών και καλλιτεχνών αλλά κάτι ενδιάμεσο. Είχε μεγαλοαστούς που δεν την είχαν κάνει ακόμα για τα προάστεια και που ζούσαν κυρίως στη Φωκίωνος Νέγρη, η οποία δεν είχε γίνει ακόμα πεζόδρομος γεμάτος καφέ. Υπήρχε ακόμα το παλιό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα και το Σελέκτ, στη γωνία Φωκίωνος και Επτανήσου που ήταν το στέκι της παραγωγικότερης κινηματογραφικής-και θεατρικής-παρέας μιας εποχής, με προεξέχοντες θαμώνες τον Νίκο Τσιφόρο, τον Αλέκο Σακελλαριο, τον Κώστα Πρετεντέρη, τον Γιώργο Γιαννακοπουλο, τον Γιώργο Λαζαριδη, τον Ορέστη Λάσκο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη… Υπήρχε ακόμα, όταν πήγα στη γειτονιά το μαγαζί του Σαράφη (στην Αθήνα, στα Τρίκαλα, τώρα και στη Νέα Υόρκη…), η πιτσαρία του Παεζάνο (με ωραία πίτσα αλλά ακριβή για τα δικά μου οικονομικά δεδομένα), η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης που λειτουργούσε ακόμα με χασάπικα και μαγαζιά με βότανα, η γκαλερί “Αγκάθι”… Όταν εγκαταστάθηκα στην Κυψέλη, η Δροσοπούλου δεν γέμιζε και από τις δύο πλευρές με παρκαρισμένα αυτοκίνητα και στη Φωκίωνος έβλεπες ακόμα να πίνουν τον καφέ τους το πρωί γηραίες κυρίες  καλοχτενισμένες, φορώντας τις πέρλες τους. Μου άρεσε που ζούσα στην Κυψέλη, ήταν κοντά στο κέντρο, πήγαινα παντού με τα πόδια και ζούσα σε μια παλιά πολυκατοικία χτισμένη με βάση τις αρχές του Bauhaus, όπως πολλές που χτίστηκαν στη δεκαετία του ’30. Μου έδωσαν και κάτι φίλοι μια σόμπα πετρελαίου που δεν τη χρειαζόταν κι έτσι έλυσα και το πρόβλημα της θέρμανσης. Το σπίτι είχε σώματα καλοριφέρ τα οποία δούλευαν με έναν ατομικό λέβητα μαντεμένιο και υπέροχο, που όμως για κακή μου τύχη έκαιγε κοκ. Που να βρω κοκ και πως να το φέρω μέχρι το σπίτι, παρ’ όλο που υπήρχε ειδικός αποθηκευτικός χώρος για την αποθήκευσή του. Έτσι έμεινα να χαζεύω τα παλιά σώματα και να κουβαλάω κάθε τόσο μπετόνια με πετρέλαιο από ένα κοντινό σχετικά βενζινάδικο για τη σόμπα μου.

Από χρήματα -ειδικά την πρώτη χρονιά- ήμουν άθλια. Πεισμωμένη με τον πατέρα μου κατέβηκα στην Αθήνα με ελάχιστα και με σκοπό να βρω δουλειά. Την πρώτη χρονιά δεν βρήκα τίποτε κι έτσι αναγκάστηκα να ρίξω τα μούτρα μου και να πάρω χρήματα από τους γονείς μου, αλλά τα ελάχιστα που θα κάλυπταν τις πολύ βασικές μου ανάγκες, πράγμα που σήμαινε πως δεν περίσσευε τίποτα για εξόδους και μπαράκια. Έτσι πάρα πολλά βράδυα η έξοδός μας με την κολλητή μου ήταν βόλτα στην Πατησίων, μετά Εξάρχεια, μετά ανέβασμα βολταριστό μέχρι το Κολωνάκι και πίσω. Με το να χαζεύουμε βιτρίνες και να συζητάμε περνούσε η ώρα και γυρνούσαμε σπίτια μας για ύπνο κουρασμένες. Κάποιες φορές τη βγάζαμε στο σπίτι της καθώς εκείνη είχε τηλεόραση ενώ εγώ δεν είχα. Αλλά η τηλεόραση ήταν πολύ βαρετή σε σχέση με το χάζι στο δρόμο. Η Πατησίων ήταν φωτεινή, γεμάτη βιτρίνες ακριβών μαγαζιών και ποτέ δεν νιώσαμε φόβο όποια ώρα και να την περπατούσαμε. Την επόμενη χρονιά βρήκα δουλειά σ’ ένα μπαράκι στα Εξάρχεια (τι πρωτότυπο για την εποχή….) που μου άφηνε ελεύθερη τη μέρα για τη σχολή και ήταν πολλά τα βράδυα που γυρνούσα στο σπίτι μου μετά τη δουλειά περπατώντας, χωρίς ποτέ να νιώσω κάποιου είδους απειλή. Η Πατησίων έλαμπε από τα φώτα, τι να με φοβίσει;

Σήμερα πέρασα από την Πατησίων πάλι. Δεν έχω απομακρυνθεί πολύ από το κέντρο, δεν μετακόμισα σε προάστειο, απλά δεν μένω πλέον στην Κυψέλη, δεν έχω χρήματα να κατεβαίνω για ψώνια, δεν περισσεύει χρόνος για να χαζεύω τις βιτρίνες κι έτσι είχα καιρό να την περπατήσω. Λέγοντας “καιρό” όμως δεν εννοώ χρόνια, μήνες εννοώ και επειδή σήμερα την περπάτησα πάνω κάτω και απόγευμα, μ’ έπιασε θλίψη. Που είναι ο φωτεινός δρόμος που ήξερα; Πού πήγαν τα μαγαζιά και οι φωτισμένες βιτρίνες; Ένα ανοιχτό μαγαζί και τρία κλειστά είναι η αναλογία κι αυτά δεν ξέρω για πόσο ακόμα θ’ αντέξουν, αφού σε πολλά είχε ταμπέλες “Ξεπούλημα”….. Σκοτεινή μου φάνηκε, περπατούσα κι έβλεπα όλα τα μαγαζιά που χάζευα στα νιάτα μου κλειστά χωρίς προοπτική να ξανανοίξουν. Και θυμόμουν εμένα και τη Μαρία να χαζεύουμε τα ρούχα που δεν μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε γιατί ήταν ακριβά για μας και να γελάμε χαζολογώντας και κάνοντας βόλτα στη φωτισμένη Πατησιών ένός άλλου καιρού.

Πάνω κάτω, πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων.
Εμείς εκεί μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε στην ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία κι ανάποδα.
Εντάξει, δεν κλαίμε, μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες,
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι αυτό σου λέω, την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε, να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε!
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε!»

Εκεί κοντά έμενε και η Κατερίνα, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, σ΄ένα σπίτι τόσο παλιό αλλά πιο όμορφο από το δικό μου. Την ήξερε την Πατησίων αλλά έγραφε για μια άλλη Πατησίων από τη δική μου, τη φωτεινή. Η δική της Πατησίων ήταν “σκοτεινή” σαν τη σημερινή.  Όπως φαντάζομαι την ήξερε κι ο Νίκος Γκάτσος που υπήρξε για χρόνια κάτοικος της Κυψέλης.

Update: Δεν κάνω καμμία αναφορά στο παζάρι που στήνεται μέχρι το σούρουπο στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Ούτε για το “παζάρι” που στήνεται τις νύχτες. Σκόπιμα δεν θέτω αυτές τις δύο παραμέτρους που συμβάλλον κι αυτές στην αλλαγή αυτού του δρόμου που νιώθω σαν την αυλή του σπιτιού μου. Τα μαγαζιά που κλείνουν είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, η μετανάστευση όμως και το trafficking, είναι ένα περίπλοκο θέμα (κατά τη γνώμη μου από τα προβλήματα με τις περισσότερες παραμέτρους) και δεν νιώθω ότι μπορώ να το αναλύσω στα πλαίσια ενός blog. Νομίζω πως γενικά δεν μπορεί ν’ αναλυθεί παρά μονοσήμαντα και δεν το θέλω σ’ εποχές που οι άνθρωποι κραυγάζουν περισσότερο παρά σκέφτονται.

16
Νοε
11

Bazaar, ημερίδα, έκθεση ζωγραφικής

Στις 21/11 τα εγκαίνια της 2ης έκθεσης έργων κρατουμένων του ΚΚΓΕΘ

          

Στο Συνεδριακό Κέντρο Θήβας θα φιλοξενηθεί η 2η έκθεση έργων τέχνης κρατουμένων του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών Ελεώνα Θήβας. Τα εγκαίνια της έκθεσης θα γίνουν τη Δευτέρα 21 Νοεμβρίου στη 1 μ.μ., η διάρκειά της θα είναι έως τις 8 Δεκεμβρίου και υλοποιείται με τη συνδρομή της ΧΕΝ Θήβας και του Δήμου Θηβαίων. Η έκθεση θα περιλαμβάνει πίνακες ζωγραφικής, ακουαρέλες, δημιουργικά χρηστικά αντικείμενα από ξύλο και μέταλλο και διάφορα άλλα είδη που φιλοτεχνήθηκαν και δημιουργήθηκαν από τις έγλειστες γυναίκες του ΚΚΓΕΘ. ‘Ολα τα έργα θα διατίθενται προς πώληση σε χαμηλές τιμές και τα έσοδα από κάθε έργο θα κατατεθούν στον ατομικό λογαριασμό της κρατούμενης που το δημιούργησε.
Το Συνεδριακό Κέντρο Θήβας βρίσκεται στην οδό Λουκά Μπέλλου 1.

Η Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, στο πλαίσιο του συντονισμού του Ευρωπαϊκού Προγράμματος DAPHNE ΙΙΙ με τίτλο «Μεγαλώνοντας ένα Παιδί μέσα από τα Κάγκελα της Φυλακής», διοργανώνει ημερίδα με το ομώνυμο θέμα.

Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011 και ώρα 9.00 έως 17.45, στην Αθήνα (Ξενοδοχείο President, Λεωφόρος Κηφισίας 43, Αίθουσα Ευρώπη).
Περισσότερες πληροφορίες στο www.ich-mhsw.gr
08
Νοε
11

Μισώ τους αδιάφορους

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ

Antonio Gramsci (1891-1937)

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.

Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.
11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1917

06
Νοε
11

τώρα τι να πω;

Βαρέθηκα. Άρχισα να σιχαίνομαι τη διαδικτυακή “ζωή”. Το διαδίκτυο έχει γίνει ευχή και κατάρα. Εκτονωνόμαστε όλοι βρίζοντας πολιτικούς, γράφοντας αναλύσεις, ανταλλάσσοντας αστειάκια κι εξυπνάδες και νέα, βρίζοντας ο ένας τον άλλο, κι όλ’ αυτά σε μπλογκς και φόρα και δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και μετά πάμε σινεμά, σε μπαράκια για ποτό όπου ξαναλέμε τα ίδια, αλλάζουμε κανάλι και βλέπουμε τη “Ζωή της άλλης” και ειδήσεις των 8 και ντοκιμαντέρ για τους βίσωνες. Και μετά πέφτουμε για ύπνο και ονειρευόμαστε τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη και το Έπος του ’40 ή τον Λένιν και τη μεγάλη Ρώσικη Επανάσταση, τον Τσε και τη δική του επανάσταση, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Τρότσκι. Την ώρα που κάποιοι παίζουν με τις ζωές και το μέλλον μας το timeline στο Twitter παίρνει φωτιά, στα φόρα γίνεται της πουτάνας από αλληλομπινελικώματα, το Facebook βράζει. Και οι δρόμοι είναι άδειοι. Και το πρωί η ζωή συνεχίζεται, μπαίνουμε στο λεωφορείο και πάμε στις δουλειές μας και σπρώχνουμε άλλη μια βδομάδα προς το Σαββατοκύριακο….

05
Νοε
11

και ξανά skata

01
Νοε
11

χάος….




Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr

Νότες

για να ξέρουμε που βρισκόμαστε

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει

Free Palestine

Αρχείο

tweetίσματα

Θέλετε να ειδοποιείστε με e-mail για νέα posts; Βάλτε το mail σας και Voila!!

Join 12 other followers

RSS ιστορίες από τη βιβλιοθήκη

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS arkoudos.com

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS Κάφτρα

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Bubbles, bubbles, bubbles

Ας μετρηθούμε

document.write(unescape("%3Cscript src=%27http://s10.histats.com/js15.js%27 type=%27text/javascript%27%3E%3C/script%3E")); try {Histats.start(1,1173149,4,604,110,55,"00011111"); Histats.track_hits();} catch(err){}; free tracking

και λίγη στατιστική…

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='dame31' // Login var EXvsrv='s11' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

είμεθα κοσμοπολίται…

convey_source = "Greek"; Free Translation

tweet it


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.