
Ο πεζόδρομος της Φωκίωνος Νέγρη όπως είναι τώρα
Πρωτοήρθα στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση το 1985. Μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο στην Πάτρα, δεν ήθελα να επιστρέψω στην πατρική στέγη στη Θεσσαλονίκη μετά από χρόνια που ζούσα μόνη, και γενικά ψαχνόμουν. Η προοπτική να κάνω ιδιαίτερα ζώντας στο πατρικό σπίτι, με τους γονείς να με πρήζουν να “βρω ένα καλό παιδί” και οι οποίοι έχοντας χάσει αρκετά χρόνια από τη ζωή μου, θα ήθελαν να ξαναβρούν την έφηβη κόρη που έχασαν εκεί ακριβώς που την άφησαν. Η έφηβη όμως είχε μεγαλώσει, είχε ζήσει πολλά χρόνια μόνη, είχε αλλάξει και πνιγόταν στην ιδέα αυτής της επιστροφής και των ιδιαίτερων. Ψάχνοντας για εναλλακτική λύση, ανακάλυψα τη σχολή των -τότε- ονείρων μου και αποφάσισα να ξαναρχίσω σπουδές από την αρχή και σε τελείως διαφορετικό αντικείμενο από τις πρώτες μου. Ο πατέρας μου δεν ξετρελάθηκε από τη χαρά του κι έτσι έφυγα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη από τη Θεσσαλονίκη, μετά από καυγά με τους γονείς μου και με 18.000 δρχ περιουσία, για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα μη έχοντας όμως εξασφαλίσει ακόμα την εισαγωγή μου με κατατακτήριες στη σχολή που ήθελα. Τόσο σίγουρη ήμουν πως τα πράγματα θα έρθουν ακριβώς έτσι όπως τα θέλω. Δεν ξέρω από που αντλούσα αυτή τη σιγουριά αλλά την είχα…
Η κολλητή μου έμενε κοντά στην Πλ. Αμερικής κι εκεί πήγα να μείνω μέχρι να βρω δικό μου σπίτι και να φέρω τα πράγματά μου από την Πάτρα που τα είχα αφήσει, αφού πριν το καλοκαίρι είχα σκοπό να δώσω κατατακτήριες σε μια σχολή του εκεί Πολυτεχνείου. Τρελοκομείο τελείως ήμουν….. Βρήκα σπίτι πολύ γρήγορα, σε μια παλιά τριόροφη πολυκατοικία του 1930 στην οδό Δροσοπούλου, απ’ αυτές με τις χτιστές κουπαστές και το ξύλινο κάλυμα, τα όμορφα και περιποιημένα μωσαϊκά στο πάτωμα και τα ξύλινα πατώματα στα υπνοδωμάτια. Ανήκε σε μια γιαγιά, την κυρία Βάγια, που με συμπάθησε αμέσως παρά την παλαβή εμφάνισή μου. Ήταν μεγάλο σπίτι όπως το ήθελα, παλιό και ψηλοτάβανο με τεράστιες μπαλκονόπορτες, σχετικά χαμηλό νοίκι και χωρίς θέρμανση. Το αγάπησα αμέσως αυτό το σπίτι παρά την ηλικία του και τα προβλήματα που έβγαζε. Πέτυχα στις κατατακτήριες όπως ακριβώς το ήθελα, κουβάλησα τα πράγματά μου από την Πάτρα και εγκαταστάθηκα εκεί για 11 χρόνια.
Η Κυψέλη ήδη είχε χάσει τη λάμψη της, δεν ήταν πλέον γειτονιά μεγαλοαστών και καλλιτεχνών αλλά κάτι ενδιάμεσο. Είχε μεγαλοαστούς που δεν την είχαν κάνει ακόμα για τα προάστεια και που ζούσαν κυρίως στη Φωκίωνος Νέγρη, η οποία δεν είχε γίνει ακόμα πεζόδρομος γεμάτος καφέ. Υπήρχε ακόμα το παλιό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα και το Σελέκτ, στη γωνία Φωκίωνος και Επτανήσου που ήταν το στέκι της παραγωγικότερης κινηματογραφικής-και θεατρικής-παρέας μιας εποχής, με προεξέχοντες θαμώνες τον Νίκο Τσιφόρο, τον Αλέκο Σακελλαριο, τον Κώστα Πρετεντέρη, τον Γιώργο Γιαννακοπουλο, τον Γιώργο Λαζαριδη, τον Ορέστη Λάσκο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη… Υπήρχε ακόμα, όταν πήγα στη γειτονιά το μαγαζί του Σαράφη (στην Αθήνα, στα Τρίκαλα, τώρα και στη Νέα Υόρκη…), η πιτσαρία του Παεζάνο (με ωραία πίτσα αλλά ακριβή για τα δικά μου οικονομικά δεδομένα), η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης που λειτουργούσε ακόμα με χασάπικα και μαγαζιά με βότανα, η γκαλερί “Αγκάθι”… Όταν εγκαταστάθηκα στην Κυψέλη, η Δροσοπούλου δεν γέμιζε και από τις δύο πλευρές με παρκαρισμένα αυτοκίνητα και στη Φωκίωνος έβλεπες ακόμα να πίνουν τον καφέ τους το πρωί γηραίες κυρίες καλοχτενισμένες, φορώντας τις πέρλες τους. Μου άρεσε που ζούσα στην Κυψέλη, ήταν κοντά στο κέντρο, πήγαινα παντού με τα πόδια και ζούσα σε μια παλιά πολυκατοικία χτισμένη με βάση τις αρχές του Bauhaus, όπως πολλές που χτίστηκαν στη δεκαετία του ’30. Μου έδωσαν και κάτι φίλοι μια σόμπα πετρελαίου που δεν τη χρειαζόταν κι έτσι έλυσα και το πρόβλημα της θέρμανσης. Το σπίτι είχε σώματα καλοριφέρ τα οποία δούλευαν με έναν ατομικό λέβητα μαντεμένιο και υπέροχο, που όμως για κακή μου τύχη έκαιγε κοκ. Που να βρω κοκ και πως να το φέρω μέχρι το σπίτι, παρ’ όλο που υπήρχε ειδικός αποθηκευτικός χώρος για την αποθήκευσή του. Έτσι έμεινα να χαζεύω τα παλιά σώματα και να κουβαλάω κάθε τόσο μπετόνια με πετρέλαιο από ένα κοντινό σχετικά βενζινάδικο για τη σόμπα μου.
Από χρήματα -ειδικά την πρώτη χρονιά- ήμουν άθλια. Πεισμωμένη με τον πατέρα μου κατέβηκα στην Αθήνα με ελάχιστα και με σκοπό να βρω δουλειά. Την πρώτη χρονιά δεν βρήκα τίποτε κι έτσι αναγκάστηκα να ρίξω τα μούτρα μου και να πάρω χρήματα από τους γονείς μου, αλλά τα ελάχιστα που θα κάλυπταν τις πολύ βασικές μου ανάγκες, πράγμα που σήμαινε πως δεν περίσσευε τίποτα για εξόδους και μπαράκια. Έτσι πάρα πολλά βράδυα η έξοδός μας με την κολλητή μου ήταν βόλτα στην Πατησίων, μετά Εξάρχεια, μετά ανέβασμα βολταριστό μέχρι το Κολωνάκι και πίσω. Με το να χαζεύουμε βιτρίνες και να συζητάμε περνούσε η ώρα και γυρνούσαμε σπίτια μας για ύπνο κουρασμένες. Κάποιες φορές τη βγάζαμε στο σπίτι της καθώς εκείνη είχε τηλεόραση ενώ εγώ δεν είχα. Αλλά η τηλεόραση ήταν πολύ βαρετή σε σχέση με το χάζι στο δρόμο. Η Πατησίων ήταν φωτεινή, γεμάτη βιτρίνες ακριβών μαγαζιών και ποτέ δεν νιώσαμε φόβο όποια ώρα και να την περπατούσαμε. Την επόμενη χρονιά βρήκα δουλειά σ’ ένα μπαράκι στα Εξάρχεια (τι πρωτότυπο για την εποχή….) που μου άφηνε ελεύθερη τη μέρα για τη σχολή και ήταν πολλά τα βράδυα που γυρνούσα στο σπίτι μου μετά τη δουλειά περπατώντας, χωρίς ποτέ να νιώσω κάποιου είδους απειλή. Η Πατησίων έλαμπε από τα φώτα, τι να με φοβίσει;
Σήμερα πέρασα από την Πατησίων πάλι. Δεν έχω απομακρυνθεί πολύ από το κέντρο, δεν μετακόμισα σε προάστειο, απλά δεν μένω πλέον στην Κυψέλη, δεν έχω χρήματα να κατεβαίνω για ψώνια, δεν περισσεύει χρόνος για να χαζεύω τις βιτρίνες κι έτσι είχα καιρό να την περπατήσω. Λέγοντας “καιρό” όμως δεν εννοώ χρόνια, μήνες εννοώ και επειδή σήμερα την περπάτησα πάνω κάτω και απόγευμα, μ’ έπιασε θλίψη. Που είναι ο φωτεινός δρόμος που ήξερα; Πού πήγαν τα μαγαζιά και οι φωτισμένες βιτρίνες; Ένα ανοιχτό μαγαζί και τρία κλειστά είναι η αναλογία κι αυτά δεν ξέρω για πόσο ακόμα θ’ αντέξουν, αφού σε πολλά είχε ταμπέλες “Ξεπούλημα”….. Σκοτεινή μου φάνηκε, περπατούσα κι έβλεπα όλα τα μαγαζιά που χάζευα στα νιάτα μου κλειστά χωρίς προοπτική να ξανανοίξουν. Και θυμόμουν εμένα και τη Μαρία να χαζεύουμε τα ρούχα που δεν μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε γιατί ήταν ακριβά για μας και να γελάμε χαζολογώντας και κάνοντας βόλτα στη φωτισμένη Πατησιών ένός άλλου καιρού.
Πάνω κάτω, πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων.
Εμείς εκεί μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε στην ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία κι ανάποδα.
Εντάξει, δεν κλαίμε, μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες,
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι αυτό σου λέω, την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε, να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε!
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε!»
Εκεί κοντά έμενε και η Κατερίνα, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, σ΄ένα σπίτι τόσο παλιό αλλά πιο όμορφο από το δικό μου. Την ήξερε την Πατησίων αλλά έγραφε για μια άλλη Πατησίων από τη δική μου, τη φωτεινή. Η δική της Πατησίων ήταν “σκοτεινή” σαν τη σημερινή. Όπως φαντάζομαι την ήξερε κι ο Νίκος Γκάτσος που υπήρξε για χρόνια κάτοικος της Κυψέλης.
Update: Δεν κάνω καμμία αναφορά στο παζάρι που στήνεται μέχρι το σούρουπο στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Ούτε για το “παζάρι” που στήνεται τις νύχτες. Σκόπιμα δεν θέτω αυτές τις δύο παραμέτρους που συμβάλλον κι αυτές στην αλλαγή αυτού του δρόμου που νιώθω σαν την αυλή του σπιτιού μου. Τα μαγαζιά που κλείνουν είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, η μετανάστευση όμως και το trafficking, είναι ένα περίπλοκο θέμα (κατά τη γνώμη μου από τα προβλήματα με τις περισσότερες παραμέτρους) και δεν νιώθω ότι μπορώ να το αναλύσω στα πλαίσια ενός blog. Νομίζω πως γενικά δεν μπορεί ν’ αναλυθεί παρά μονοσήμαντα και δεν το θέλω σ’ εποχές που οι άνθρωποι κραυγάζουν περισσότερο παρά σκέφτονται.
Σεπτέμβρη του 1991 έδινε συναυλία στο Λυκαβηττό, την τελευταία του καλοκαριού που την έκανε εκεί όπως συνήθιζε να κλείνει τις καλοκαιρινές περιοδείες του. Πήγα εκεί μ’ ένα φίλο σαλονικιό, όρθια και μπροστά μπροστά όπως πάντα στις συναυλίες. Σ’ αυτή τη συναυλία μας παρουσίασε έναν νέο καλλιτέχνη όπως είπε, το Σωκράτη Μάλαμα! Είπε δυο τρία τραγούδια και το κοινό τον υποδέχτηκε παγωμένο, όπως πριν κάποια χρόνια είχε υποδεχτεί το κοινό της Πάτρας τον ίδιο τον Παπαζογλου. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν του ερχόταν ποτέ στο μυαλό τα σφυρίγματα που είχε ακούσει τότε και τα «κατέβα κάτω ρε…». Ο μόνος που ήξερε τα τραγούδια του ήταν ο φίλος μου, μας κοίταζαν περίεργα οι τριγύρω που τα τραγουδούσε. Εκτός όμως από τα τραγούδια του Μάλαμα ήξερε και τον Παναγιώτη, τον μπουζουξή της ορχήστρας κι όπως ήμασταν μπροστά μπροστά του φώναζε συνέχεια διάφορα για να τον πειράξει. Θυμάμαι κι ένα ζευγαράκι μπροστά μας, γύρω στα 18 που άκουγε εκστασιασμένο τη «Ρωγμή του χρόνου» και που σε μια στιγμή το αγόρι ρώτησε το κορίτσι αν ξέρει ποιος ειναι ο Ουλιάνωφ για ποιανού το μειδίαμα τραγουδούσε ο Παπάζογλου. Το κορίτσι δεν ήξερε και το αγόρι όλο περηφάνια της ανακοίνωσε πως Ουλιάνωφ ήταν το επίθετο του Λένιν. Εμείς είχαμε μεγαλώσει πλέον, αυτά τα θεωρούσαμε για το νηπιαγωγείο αλλά μου φάνηκε τόσο γλυκειά και χαριτωμένη η σκηνή…. Το αγόρι έκανε τη φιγούρα του, το κορίτσι τον κοίταξε με θαυμασμό και συνέχισαν ν’ ακούν αγκαλιασμένοι σιγοτραγουδώντας, γνωρίζοντας πλέον και οι δύο ποιος ήταν ο Ουλιάνωφ του τραγουδιού.
Ήταν ο κυρ Γιώργος, ο μπακάλης, κοντός με κοιλιά, μαύρο μαλλί κορακάτο περασμένο με μπριγιαντίνη και χτενισμένο προς τα πίσω, μουστάκι και την απαραίτητη ποδιά του μπακάλη. Πόντιος, έκανε παρέα με το μπαμπά και στο σπίτι του, που ήταν στην παραπέρα γειτονιά, είδαμε το θρυλικό ματς ΠΑΟ – Άγιαξ στο
Απέναντι απ’ αυτούς ήταν ο φούρνος της κυρά Λαμπρινής. Κλασική εικόνα φουρνάρισσας η Λαμπρινή, χοντρή, γελαστή, φορούσε πάντα μια μακρυά φούστα και μακρυά ποδιά πάντα αλευρωμένη. Ο φούρνος ήταν σ’ ένα παλιό κτίσμα, κατέβαινες δυο σκαλάκια για να μπεις, έψηνε φυσικά με ξύλα το ψωμί και το έβαζε σε ξύλινες πινακωτές (πινακωτή-πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου αυτί….) και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Δούλευαν μαζί οι κόρες και οι γαμπροί της, κάποια στιγμή μετά το σεισμό γκρεμίστηκε το πέτρινο παλιό κτίσμα που στέγαζε το φούρνο και χτίστηκε πολυκατοικία στη θέση του. Ο φούρνος εξακολουθούσε να λειτουργεί σε μαγαζί της καινούριας πολυκατοικίας αλλά πλέον δεν έψηνε με ξύλα και δεν μοσχομύριζε η γειτονιά. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα όταν πέρασα κάποια στιγμή και το είδα, αυτό σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, όχι ο σεισμός και ο χαμός του δικού μου σπιτιού. Η καλύτερη στιγμή του φούρνου ήταν το Πάσχα, τότε που όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν να πάρουν λαμαρίνες (μεγάλα ρηχά ταψιά) από το φούρνο, να τα γεμίσουν με τσουρέκια και να τα ξαναπάνε στο φούρνο για ψήσιμο. Μεθυστική ήταν τότε η γειτονία… Μύριζε τσουρέκια, τις ανθισμένες γλυσίνες του Γιουλούντα κι λουλούδια από τους κήπους και τα μπαλκόνια, ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος συνήθως και γλυκός, η μέρα είχε ήδη μεγαλώσει. Ήταν η δουλειά μου να τρέχω στο φούρνο να φέρω λαμαρίνες, να βοηθήσω τη γιαγιά στο πλάσιμο των τσουρεκιών, φτιάχναμε ένα σωρό σχέδια όχι μόνο πλεξούδες και να τη βοηθάω να τα κουβαλήσει στο φούρνο. Ένα σωρό λαμαρίνες γεμίζαμε, φαγανά ήμασταν όλα μας….. Η γιαγιά ζύμωνε τα τσουρέκια σε μια μεγάλη λεκάνη και μετά τα τύλιγε ζεστά να φουσκώσει το ζυμάρι, τα έλεγχε συνέχεια, τα σταύρωνε να μη τα πιάσει μάτι και τους μιλούσε σαν να ήταν ζωντάνα. Η απόλυτη λιχουδιά, τσουρέκι της γιαγιάς να μοσχοβολάει μαχλέπι και βανίλια κι ένα ποτήρι γάλα. Έτσι το καταλάβαινα το Πάσχα τότε, από τις μυρωδιές και τα κόκκινα πανιά που έδεναν στα κάγκελα οι γυναίκες τη Μ. Πέμπτη που έβαφαν αυγά. Τώρα πλέον έρχεται και φεύγει και τίποτε δεν αλλάζει, αν δεν υπήρχαν οι διακοπές δεν θα το καταλάβαινα.



21η Απριλίου σήμερα. Η ζωή μας κάνει πλάκες. Πριν σαραντατρία χρόνια μας κατσικώθηκε μια δικτατορία ηλίθιων και αμόρφωτων συνταματαρχών, σήμερα μας κατσικώνεται το Δ.Ν.Τ.































