Αρχείο για την κατηγορία 'αναμνησεις'

26
Νοε
11

Πατησίων

Ο πεζόδρομος της Φωκίωνος Νέγρη όπως είναι τώρα

Πρωτοήρθα στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση το 1985. Μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο στην Πάτρα, δεν ήθελα να επιστρέψω στην πατρική στέγη στη Θεσσαλονίκη μετά από χρόνια που ζούσα μόνη, και γενικά ψαχνόμουν. Η προοπτική να κάνω ιδιαίτερα ζώντας στο πατρικό σπίτι, με τους γονείς να με πρήζουν να “βρω ένα καλό παιδί” και οι οποίοι έχοντας χάσει αρκετά χρόνια από τη ζωή μου, θα ήθελαν να ξαναβρούν την έφηβη κόρη που έχασαν εκεί ακριβώς που την άφησαν. Η έφηβη όμως είχε μεγαλώσει, είχε ζήσει πολλά χρόνια μόνη, είχε αλλάξει και πνιγόταν στην ιδέα αυτής της επιστροφής και των ιδιαίτερων. Ψάχνοντας για εναλλακτική λύση, ανακάλυψα τη σχολή των -τότε- ονείρων μου και αποφάσισα να ξαναρχίσω σπουδές από την αρχή και σε τελείως διαφορετικό αντικείμενο από τις πρώτες μου. Ο πατέρας μου δεν ξετρελάθηκε από τη χαρά του κι έτσι έφυγα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη από τη Θεσσαλονίκη, μετά από καυγά με τους γονείς μου και με 18.000 δρχ περιουσία, για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα μη έχοντας όμως εξασφαλίσει ακόμα την εισαγωγή μου με κατατακτήριες στη σχολή που ήθελα. Τόσο σίγουρη ήμουν πως τα πράγματα θα έρθουν ακριβώς έτσι όπως τα θέλω. Δεν ξέρω από που αντλούσα αυτή τη σιγουριά αλλά την είχα…

Η κολλητή μου έμενε κοντά στην Πλ. Αμερικής κι εκεί πήγα να μείνω μέχρι να βρω δικό μου σπίτι και να φέρω τα πράγματά μου από την Πάτρα που τα είχα αφήσει, αφού πριν το καλοκαίρι είχα σκοπό να δώσω κατατακτήριες σε μια σχολή του εκεί Πολυτεχνείου. Τρελοκομείο τελείως ήμουν….. Βρήκα σπίτι πολύ γρήγορα, σε μια παλιά τριόροφη πολυκατοικία του 1930 στην οδό Δροσοπούλου, απ’ αυτές με τις χτιστές κουπαστές και το ξύλινο κάλυμα, τα όμορφα και περιποιημένα μωσαϊκά στο πάτωμα και τα ξύλινα πατώματα στα υπνοδωμάτια. Ανήκε σε μια γιαγιά, την κυρία Βάγια, που με συμπάθησε αμέσως παρά την παλαβή εμφάνισή μου. Ήταν μεγάλο σπίτι όπως το ήθελα, παλιό και ψηλοτάβανο με τεράστιες μπαλκονόπορτες, σχετικά χαμηλό νοίκι και χωρίς θέρμανση. Το αγάπησα αμέσως αυτό το σπίτι παρά την ηλικία του και τα προβλήματα που έβγαζε. Πέτυχα στις κατατακτήριες όπως ακριβώς το ήθελα, κουβάλησα τα πράγματά μου από την Πάτρα και εγκαταστάθηκα εκεί για 11 χρόνια.

Η Κυψέλη ήδη είχε χάσει τη λάμψη της, δεν ήταν πλέον γειτονιά μεγαλοαστών και καλλιτεχνών αλλά κάτι ενδιάμεσο. Είχε μεγαλοαστούς που δεν την είχαν κάνει ακόμα για τα προάστεια και που ζούσαν κυρίως στη Φωκίωνος Νέγρη, η οποία δεν είχε γίνει ακόμα πεζόδρομος γεμάτος καφέ. Υπήρχε ακόμα το παλιό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα και το Σελέκτ, στη γωνία Φωκίωνος και Επτανήσου που ήταν το στέκι της παραγωγικότερης κινηματογραφικής-και θεατρικής-παρέας μιας εποχής, με προεξέχοντες θαμώνες τον Νίκο Τσιφόρο, τον Αλέκο Σακελλαριο, τον Κώστα Πρετεντέρη, τον Γιώργο Γιαννακοπουλο, τον Γιώργο Λαζαριδη, τον Ορέστη Λάσκο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη… Υπήρχε ακόμα, όταν πήγα στη γειτονιά το μαγαζί του Σαράφη (στην Αθήνα, στα Τρίκαλα, τώρα και στη Νέα Υόρκη…), η πιτσαρία του Παεζάνο (με ωραία πίτσα αλλά ακριβή για τα δικά μου οικονομικά δεδομένα), η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης που λειτουργούσε ακόμα με χασάπικα και μαγαζιά με βότανα, η γκαλερί “Αγκάθι”… Όταν εγκαταστάθηκα στην Κυψέλη, η Δροσοπούλου δεν γέμιζε και από τις δύο πλευρές με παρκαρισμένα αυτοκίνητα και στη Φωκίωνος έβλεπες ακόμα να πίνουν τον καφέ τους το πρωί γηραίες κυρίες  καλοχτενισμένες, φορώντας τις πέρλες τους. Μου άρεσε που ζούσα στην Κυψέλη, ήταν κοντά στο κέντρο, πήγαινα παντού με τα πόδια και ζούσα σε μια παλιά πολυκατοικία χτισμένη με βάση τις αρχές του Bauhaus, όπως πολλές που χτίστηκαν στη δεκαετία του ’30. Μου έδωσαν και κάτι φίλοι μια σόμπα πετρελαίου που δεν τη χρειαζόταν κι έτσι έλυσα και το πρόβλημα της θέρμανσης. Το σπίτι είχε σώματα καλοριφέρ τα οποία δούλευαν με έναν ατομικό λέβητα μαντεμένιο και υπέροχο, που όμως για κακή μου τύχη έκαιγε κοκ. Που να βρω κοκ και πως να το φέρω μέχρι το σπίτι, παρ’ όλο που υπήρχε ειδικός αποθηκευτικός χώρος για την αποθήκευσή του. Έτσι έμεινα να χαζεύω τα παλιά σώματα και να κουβαλάω κάθε τόσο μπετόνια με πετρέλαιο από ένα κοντινό σχετικά βενζινάδικο για τη σόμπα μου.

Από χρήματα -ειδικά την πρώτη χρονιά- ήμουν άθλια. Πεισμωμένη με τον πατέρα μου κατέβηκα στην Αθήνα με ελάχιστα και με σκοπό να βρω δουλειά. Την πρώτη χρονιά δεν βρήκα τίποτε κι έτσι αναγκάστηκα να ρίξω τα μούτρα μου και να πάρω χρήματα από τους γονείς μου, αλλά τα ελάχιστα που θα κάλυπταν τις πολύ βασικές μου ανάγκες, πράγμα που σήμαινε πως δεν περίσσευε τίποτα για εξόδους και μπαράκια. Έτσι πάρα πολλά βράδυα η έξοδός μας με την κολλητή μου ήταν βόλτα στην Πατησίων, μετά Εξάρχεια, μετά ανέβασμα βολταριστό μέχρι το Κολωνάκι και πίσω. Με το να χαζεύουμε βιτρίνες και να συζητάμε περνούσε η ώρα και γυρνούσαμε σπίτια μας για ύπνο κουρασμένες. Κάποιες φορές τη βγάζαμε στο σπίτι της καθώς εκείνη είχε τηλεόραση ενώ εγώ δεν είχα. Αλλά η τηλεόραση ήταν πολύ βαρετή σε σχέση με το χάζι στο δρόμο. Η Πατησίων ήταν φωτεινή, γεμάτη βιτρίνες ακριβών μαγαζιών και ποτέ δεν νιώσαμε φόβο όποια ώρα και να την περπατούσαμε. Την επόμενη χρονιά βρήκα δουλειά σ’ ένα μπαράκι στα Εξάρχεια (τι πρωτότυπο για την εποχή….) που μου άφηνε ελεύθερη τη μέρα για τη σχολή και ήταν πολλά τα βράδυα που γυρνούσα στο σπίτι μου μετά τη δουλειά περπατώντας, χωρίς ποτέ να νιώσω κάποιου είδους απειλή. Η Πατησίων έλαμπε από τα φώτα, τι να με φοβίσει;

Σήμερα πέρασα από την Πατησίων πάλι. Δεν έχω απομακρυνθεί πολύ από το κέντρο, δεν μετακόμισα σε προάστειο, απλά δεν μένω πλέον στην Κυψέλη, δεν έχω χρήματα να κατεβαίνω για ψώνια, δεν περισσεύει χρόνος για να χαζεύω τις βιτρίνες κι έτσι είχα καιρό να την περπατήσω. Λέγοντας “καιρό” όμως δεν εννοώ χρόνια, μήνες εννοώ και επειδή σήμερα την περπάτησα πάνω κάτω και απόγευμα, μ’ έπιασε θλίψη. Που είναι ο φωτεινός δρόμος που ήξερα; Πού πήγαν τα μαγαζιά και οι φωτισμένες βιτρίνες; Ένα ανοιχτό μαγαζί και τρία κλειστά είναι η αναλογία κι αυτά δεν ξέρω για πόσο ακόμα θ’ αντέξουν, αφού σε πολλά είχε ταμπέλες “Ξεπούλημα”….. Σκοτεινή μου φάνηκε, περπατούσα κι έβλεπα όλα τα μαγαζιά που χάζευα στα νιάτα μου κλειστά χωρίς προοπτική να ξανανοίξουν. Και θυμόμουν εμένα και τη Μαρία να χαζεύουμε τα ρούχα που δεν μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε γιατί ήταν ακριβά για μας και να γελάμε χαζολογώντας και κάνοντας βόλτα στη φωτισμένη Πατησιών ένός άλλου καιρού.

Πάνω κάτω, πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων.
Εμείς εκεί μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε στην ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία κι ανάποδα.
Εντάξει, δεν κλαίμε, μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες,
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι αυτό σου λέω, την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε, να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε!
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε!»

Εκεί κοντά έμενε και η Κατερίνα, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, σ΄ένα σπίτι τόσο παλιό αλλά πιο όμορφο από το δικό μου. Την ήξερε την Πατησίων αλλά έγραφε για μια άλλη Πατησίων από τη δική μου, τη φωτεινή. Η δική της Πατησίων ήταν “σκοτεινή” σαν τη σημερινή.  Όπως φαντάζομαι την ήξερε κι ο Νίκος Γκάτσος που υπήρξε για χρόνια κάτοικος της Κυψέλης.

Update: Δεν κάνω καμμία αναφορά στο παζάρι που στήνεται μέχρι το σούρουπο στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Ούτε για το “παζάρι” που στήνεται τις νύχτες. Σκόπιμα δεν θέτω αυτές τις δύο παραμέτρους που συμβάλλον κι αυτές στην αλλαγή αυτού του δρόμου που νιώθω σαν την αυλή του σπιτιού μου. Τα μαγαζιά που κλείνουν είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, η μετανάστευση όμως και το trafficking, είναι ένα περίπλοκο θέμα (κατά τη γνώμη μου από τα προβλήματα με τις περισσότερες παραμέτρους) και δεν νιώθω ότι μπορώ να το αναλύσω στα πλαίσια ενός blog. Νομίζω πως γενικά δεν μπορεί ν’ αναλυθεί παρά μονοσήμαντα και δεν το θέλω σ’ εποχές που οι άνθρωποι κραυγάζουν περισσότερο παρά σκέφτονται.

09
Οκτ
11

νιάτα

Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

31
Αυγ
11

στιγμές (ξανά…)

Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. “Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;” Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, “άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…” και καμμιά φορά το “άστα τα μαλλάκια σου…”. Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. “Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;”. “Ιδέα σου είναι” μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, “τι λες Τ.;” τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. “Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…”. Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

18
Απρ
11

Αραιώνουμε…..

Έπεσε θανατικό, πολύ θανατικό τον τελευταίο καιρό…. Άσημοι και διάσημοι και δεν προλαβαίνω να στεναχωριέμαι για γνωστούς, άγνωστους, κοντινούς ανθρώπους δικούς μου και φίλων.

Πριν ένα σχεδόν μήνα διαβάσαμε πως πέθανε ο Ρασούλης, χτες ο Παπάζογλου, πριν πέντε μέρες ο πατέρας μιας φίλης. Θα μου πεις, καλά, τι σε νοιάζει εσένα αν πέθανε ο Παπάζογλου και ο Ρασούλης; Άντε το πολύ πολύ να σε νοιάζει ο πατέρας της φίλης σου κι αυτό γιατί αγαπάς τη φίλη σου και η στεναχώρια της σε στεναχωρεί. Τους άλλους τι τους είχες και σε στεναχωρεί ο θανατός τους;

Τίποτε δεν τους είχα, η αλήθεια είναι αυτή. Όμως…… χόρεψα, ερωτεύτηκα, μάλωσα, χώρισα, έκλαψα και διασκέδασα με τη συντροφιά τους. Δεν τα λες και λίγα όλα αυτά. Το πιο όμορφο βράδυ Πρωτοχρονιάς το πέρασα στο «Όνειρο» στη Θεσσαλονίκη με τον Ρασούλη, την κόρη του και τη Μαριώ να τραγουδάνε. Εγώ μέσα στην καψούρα, μεθυσμένη μ’ ένα κρασί-νέκταρ που είχε έρθει από το Άγιο Όρος, βρέθηκα με μια παρέα στο «Όνειρο» μετά την αλλαγή του χρόνου κι αφού είχα παίξει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου χαρτιά και έχασα με συνοπτικές διαδικασίες το ποσό που μου είχα επιτρέψει στον εαυτό μου από την αρχή να χάσει. Στην αρχή το πρόγραμμα ήταν αρκετά υποτονικό, μπαλάντες και τέτοια, και αναρωτιόμασταν αν είναι δυνατόν να τη βγάλουμε έτσι και μήπως κάναμε λάθος στην επιλογή του μαγαζιού. “Αλλά τι σκατά; ” σκεφτήκαμε. “Είναι δυνατόν να μη γίνει κέφι με τον Ρασούλη και τη Μαριώ;” Κι έγινε μετά από λίγη ώρα… Με θυμάμαι να χορεύω μεθυσμένη, χαλαρωμένη και σχεδόν ευτυχής το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας», που τότε πρέπει να είχε πρωτοκυκλοφορήσει και δεν το είχαν βάλει ακόμα όλα τα ελληνάδικα στο πρόγραμμά τους, να το χορεύουν και να τραγουδάνε στίχους που δεν καταλαβαίνουν όλα τα γκομενάκια με το μίνι και τη δωδεκάποντη γόβα.

Η μεγάλη όμως αγάπη μου ήταν ο Παπάζογλου και τα τραγούδια του. Ο Παπάζογλου που τον πρωτοσυνάντησα σ’ ένα φεστιβάλ του «Ρήγα», δευτεροετής φοιτήτρια στην Πάτρα. Τον είχε φέρει θυμάμαι μια σαλονικιά, βοηθός τότε στο Πολυτεχνείο, μέλος του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν φίλος του αδελφού της και τον ήξερε από παιδί. Ανέβηκε ο Νικόλας στη σκηνή και μας παρουσίασε σε avant premiere την Εκδίκηση της Γυφτιάς. Φοβερό; Μόνο που ο κόσμος που ήταν εκεί δεν τον ήξερε και τον έκραξε, γιατί ολοι περίμεναν ν’ ακούσουν τα Παιδιά από το Χάραμα, κάποιοι συμφοιτητές μας που έπαιζαν σ’ ένα πατρινό ρεμπετάδικο και ήταν πολύ αγαπητοί. Ναι, τα μετέπειτα  διάσημα «Παιδιά από την Πάτρα» περιμέναν ν’ ακούσουν όλοι και έκραξαν τον Παπάζογλου. Και λέω έκραξαν γιατί αν και ήμουν κι εγώ μία απ’ αυτούς που περίμεναν ν’ ακούσουν το Λάμπρο και τους υπόλοιπους, ντράπηκα πάρα πολύ για τη συμπεριφορά του κόσμου. Θεωρούσα πως ένας καλλιτέχνης εκτίθεται αβοήθητος πάνω στη σκηνή ενώ ο κόσμος από κάτω είναι μια μάζα στο σκοτάδι που σφυρίζει. Άδικο το έβρισκα και ήθελα να πάω και να τον αγκαλιάσω και να του πω να μη στεναχωριέται, και πως τα τραγούδια του είναι όμορφα αλλά απλά ο κόσμος αγαπάει τους δικούς του ανθρώπους και γιαυτό γίνεται αγενής και σκληρός. Φυσικά δεν έκανα τίποτε απ’ αυτά, ντρεπόμουν πολύ για κάτι τέτοιο. Τελος πάντων, τελείωσε ο Νικόλας το πρόγραμμα κακήν κακώς και ανέβηκαν στη σκηνή οι φίλοι μας κι έγινε χαμός. Μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησε ο δίσκος, έγινε τρελή επιτυχία και την επόμενη χρονιά τον ξανακάλεσαν στο Φεστιβαλ του Ρήγα. Ο Παπάζογλου δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει, θυμόταν το κράξιμο της προηγούμενης χρονιάς. Ευτυχώς τον έπεισε πάλι η Βαρβάρα και κατέβηκε. Οι ίδιοι που την προηγούμενη χρονιά τον έκραζαν αυτή τη φορά τον αποθέωσαν… Κι έτσι δεν έμεινε ο Νικόλας με την πικρή γεύση του κραξίματος από το φοιτηταριό της Πάτρας.

Μετά έβγαλε το «Χαράτσι» κι εγώ έκανα λακουβίτσα στο σημείο του δίσκου που ήταν ο «Αύγουστος» και μότο της ζωής μου το «…θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό…». Για χρόνια πήγαινα κι ας μου έβγαινε και σε κακό. Τι στο διάβολο; Ας μετανιώνω έλεγα για κάτι που έκανα παρά για κάτι που δεν έκανα.

Τα χρόνια περνούσαν, ο Παπάζογλου έβγαζε δίσκους, εγώ εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, ερωτευόμουν και χώριζα και άκουγα πάντα τον «Αύγουστο» και όλα τα άλλα τραγούδια του που λάτρευα. Ο έρωτας της ζωής μου με αποκαλούσε «Τρελή κι αδέσποτη» κι εγώ πολλές φορές τραγουδούσα με πάθος «…οι νέοι χωριστά, οι γέροι άλλο πράμα…» με την ορμή και μια σχετική αλαζονεία των νιάτων μου. Και τώρα το τραγουδάω με το ίδιο πάθος αλλά από την άλλη όχθη του ποταμού και χωρίς αλαζονεία αλλά με μελαγχολία.

Σεπτέμβρη του 1991 έδινε συναυλία στο Λυκαβηττό, την τελευταία του καλοκαριού που την έκανε εκεί όπως συνήθιζε να κλείνει τις καλοκαιρινές περιοδείες του. Πήγα εκεί μ’ ένα φίλο σαλονικιό, όρθια και μπροστά μπροστά όπως πάντα στις συναυλίες. Σ’ αυτή τη συναυλία μας παρουσίασε έναν νέο καλλιτέχνη όπως είπε, το Σωκράτη Μάλαμα! Είπε δυο τρία τραγούδια και το κοινό τον υποδέχτηκε παγωμένο, όπως πριν κάποια χρόνια είχε υποδεχτεί το κοινό της Πάτρας τον ίδιο τον Παπαζογλου. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν του ερχόταν ποτέ στο μυαλό τα σφυρίγματα που είχε ακούσει τότε και τα «κατέβα κάτω ρε…». Ο μόνος που ήξερε τα τραγούδια του ήταν ο φίλος μου, μας κοίταζαν περίεργα οι τριγύρω που τα τραγουδούσε. Εκτός όμως από τα τραγούδια του Μάλαμα ήξερε και τον Παναγιώτη, τον μπουζουξή της ορχήστρας κι όπως ήμασταν μπροστά μπροστά του φώναζε συνέχεια διάφορα για να τον πειράξει. Θυμάμαι κι ένα ζευγαράκι μπροστά μας, γύρω στα 18 που άκουγε εκστασιασμένο τη «Ρωγμή του χρόνου» και που σε μια στιγμή το αγόρι ρώτησε το κορίτσι αν ξέρει ποιος ειναι ο Ουλιάνωφ για ποιανού το μειδίαμα τραγουδούσε ο Παπάζογλου. Το κορίτσι δεν ήξερε και το αγόρι όλο περηφάνια της ανακοίνωσε πως Ουλιάνωφ ήταν το επίθετο του Λένιν. Εμείς είχαμε μεγαλώσει πλέον, αυτά τα θεωρούσαμε για το νηπιαγωγείο αλλά μου φάνηκε τόσο γλυκειά και χαριτωμένη η σκηνή…. Το αγόρι έκανε τη φιγούρα του, το κορίτσι τον κοίταξε με θαυμασμό και συνέχισαν ν’ ακούν αγκαλιασμένοι σιγοτραγουδώντας, γνωρίζοντας πλέον και οι δύο ποιος ήταν ο Ουλιάνωφ του τραγουδιού.

Στο τέλος της συναυλίας, αφού τους βγάλαμε και τους ξαναβγάλαμε στη σκηνή για συνεχή ανκόρ, πήγαμε στα παρασκήνια όπου μια κοσμοπλημμύρα περίμενε το Νικόλα. Ανάμεσά τους μια ομάδα από Χανιώτες αν δεν κάνω λάθος, που ερχόταν κάθε χρόνο σ’ αυτή την τελευταία συναυλία και του έφερναν ρακή. Τους ήξερε με τα μικρά τους ονόματα όλους. Εμείς πήραμε τον Παναγιώτη και φύγαμε κι έτσι ξεκίνησε μια συνήθεια που κράτησε για μερικά χρόνια παρ’ όλο που ο σαλονικιός φίλος μου γύρισε στη Θεσσαλονίκη και δεν ξαναπήγαμε μαζί σε συναυλία. Να πηγαίνω δηλαδή στην συναυλία στο Λυκαβηττό και μετά στα παρασκήνια να συναντάω τον Παναγιώτη και να φεύγουμε με το μπουζούκι του παραμάσχαλα. «Ευτυχώς που ήρθες» μου έλεγε «με σένα δεν θα γίνω ντίρλα αλλιώς με το θείο παρέα θα γινόμασταν ένα με τα πατώματα». Έτσι τον αποκαλούσαν τα παιδιά του συγκροτήματος, «θείο». Εξαιτίας του Παναγιώτη λοιπόν γνώρισα τον Παπάζογλου, βρέθηκα σε πρόβες τους στο «Ραβάναστρον», τα ήπιαμε παρέα μια φορά στην Πλάκα όπου έμεναν πάντα. Ντροπαλός άνθρωπος ήταν, καμμία σχέση με ντίβα. Απορούσε πάντα τι ήθελαν και του ζητούσαν το κόκκινο μαντήλι του. «Μα τι το το θέλουν» αναρωτιόταν. «Σαν σίχαμα είναι από τον ιδρώτα μετά από κάθε συναυλία. Σίχαμα ξεσίχαμα, πάντα κάποιος του το ζητούσε. Χιλιάδες τέτοια μαντήλια  πρέπει να είχε αγοράσει στη ζωή του.

Τελευταία φορά τον είδα στον «Κεραμεικό» όταν κατέβηκε όλο το χειμώνα στην Αθήνα για ένα πρόγραμμα με τον Σαββόπουλο. Μ’ έψησε να πάμε μια φίλη μου, εγώ δεν ήθελα να πάω…. Η ιδέα πως θ’ ακούσω τον Παπάζογλου καρφωμένη σ’ ένα τραπέζι ένος κυριλάτου μαγαζιού με υποχρεωτική φιάλη κι όχι όρθια σε συναυλία με μπύρες και χορεύοντας, δεν μου ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Πήγαμε όμως, ένα σμάρι γυναίκες. Στο δρόμο τον πετύχαμε να πηγαίνει κι αυτός προς το μαγαζί. «Νικόλα!» τον φώναξε η φίλη μου και γύρισε και πιάσαμε την κουβέντα κατεβαίνοντας όλοι μαζί την οδό Κεραμεικού αν και μετά από λίγο μας άφησε γιατί έπρεπε να βιαστεί για το μαγαζί. Ρώτησα τη φίλη μου αν τον ξέρει από Θεσσαλονίκη και μου είπε «όχι, αλλά ο Νικόλας έτσι είναι…. με όλους μιλάει σαν να τους ξέρει χρόνια». Στο μαγαζί δεν το ευχαριστήθηκα. Σφηνωμένη σ’ ένα τραπέζι, μόνο να τραγουδάω μπορούσα. Ούτε χορός, ούτε κίνηση, ούτε όσα είχα συνηθίσει στις συναυλίες. Κι ο ίδιος ο Παπάζογλου έμοιαζε έξω από τα νερά του, αυτός ήταν άνθρωπος των συναυλίων και της άμεσης επαφής με τον κόσμο. Όχι πως ήταν άσχημα, δεν ήταν όμως αυτό που αγαπούσαμε όσοι τρέχαμε από συναυλία σε συναυλία.

Μετά απ’ αυτό τον έχασα. Νομίζω ξανακατέβηκε στην Αθήνα αλλά με είχε πάρει η μπάλα και δεν πήγα. Μπορεί και να μεγάλωσα, ο Παπάζογλου ήταν πάντα τα νιάτα μου και οι τρέλες μου. Ακόμα και το μότο της ζωής μου άρχισα να μη το ακολουθώ με ευλάβεια, σταμάτησα να πηγαίνω πάντα ακόμα κι αν θα μου έβγαινε και σε κακό… Γέρασε εκείνος, γέρασα κι εγώ. Και τώρα πέθανε και μαζί του είναι σαν να θάβω εκείνη την πιτσιρίκα που έλεγε στον εαυτό της κάθε φορά που ετοιμαζόταν να κάνει τη μαλακία, «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό….»

Καλό ταξίδι Νικόλα….

31
Μαρ
11

Άντε βρε….

«Άντε βρε» μου είπε προχτές ένας φίλος «δεν θα γράψεις πάλι καμμιά ιστορία να διαβάσουμε;»

“Δεν ξέρω”, του απάντησα “βαριέμαι τα πανταόλα…” Και να πεις δεν υπάρχουν θέματα για να γράψει κάποιος; Από που να πρωταρχίσω… Το χαμό στην Ιαπωνία που είμαι σίγουρη πως αυτά που μαθαίνουμε δεν είναι ούτε το 10% απ’ αυτά που συμβαίνουν; Για τη Λιβύη και τον πόλεμο προπαγάνδας που μαίνεται εκεί κάτω πέρα από τον πραγματικό πόλεμο; Για τον πόλεμο στην Κερατέα, που μαίνεται κι αυτός κάθε μέρα αλλά μούγκα τα ΜΜΕ; Για το Νέο Λύκειο που εξήγγειλε μετά βαΐων και κλάδων η υπουργάρα μας και στους παλιότερους σίγουρα θα θυμίσει το σύστημα για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια που ίσχυε πριν τις δέσμες του 1980; Για το μεταναστευτικό και τα γεγονότα στην Υπατία, που υποσχέθηκα στον Πάνο να του πω τη γνώμη μου; Ποια γνώμη δλδ, για μένα το μεταναστευτικό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας, το πρόβλημα με τις περισσότερες παραμέτρους. Κάτι σαν το παιχνίδι Jenga, που ό,τι και να κουνήσεις απρόσεκτα έχει σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του οικοδομήματος. Μια φράση στριφογυρίζει στο μυαλό μου κάθε φορά που σκέφτομαι το ματαναστευτικό, μια φράση που διάβασα πέρσι σ’ ένα βιβλίο για την οικονομική παγκοσμιοποίηση «Παλιά οι άνθρωποι έδιναν παγκόσμιες λύσεις στα τοπικά προβλήματα, στον καιρό όμως της παγκόσμιας διακυβέρνησης η προσπάθεια είναι να δοθούν τοπικές λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα». Νομίζω πως αυτή η φράση μπορεί σε μεγάλο βαθμό να περιγράψει το πρόβλημα της μετανάστευσης (σκόπιμα δεν ξεχωρίζω τους μετανάστες σε λαθραίους ή όχι). Γιατί η μετανάστευση είναι πρόβλημα το οποίο όμως έχει γίνει λάστιχο από το τράβηγμα που κάνει ο καθένας κατά το δοκούν, χωρίς διάθεση ψύχραιμης αντιμετώπισης. Όπως και το γεγονός πως σήμερα αγγίζει κάποιους λαούς και αύριο μπορεί να αγγίξει εμάς, να γίνουμε εμείς οι απόβλητοι παρίες που θα είμαστε θύματα επιτήδειων και δουλέμπορων, που θα δίνουμε τρελά λεφτά για να πάμε κάπου όπου θα έχουμε μια ελπίδα για καλύτερη ζωή. Πράγμα που συνέβαινε μερικά χρόνια πριν, έστω και με διαφορετικές παραμέτρους.

Όλα αυτά στήνουν χορό κάθε μέρα στο κεφάλι μου αλλά δεν βρίσκω νόημα για μια ακόμα μπλογκερική ανάλυση, άλλοι γράφουν πολύ καλύτερα και πολύ πιο εμπεριστατωμένα. Χρωστάω όμως κάτι, κι όταν χρωστάω δεν μπορώ να ησυχάσω.  Κάποια στιγμή ξεκίνησα να γράφω για τη γειτονιά που μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη ιδέα ήταν να γράψω για τους μαγαζάτορες της γειτονιάς και μου την έδωσε η Faraona. Για όλους τους άλλους έγραψα αλλά αυτούς τους άφησα στην άκρη, όλο την επόμενη φορά έλεγα κι όλο κάτι άλλο προέκυπτε κι αυτοί δεν φάνηκαν πουθενά. Τους το χρωστάω όμως, δεν ήταν και πολλοί δα….

Ήταν ο κυρ Γιώργος, ο μπακάλης, κοντός με κοιλιά, μαύρο μαλλί κορακάτο περασμένο με μπριγιαντίνη και χτενισμένο προς τα πίσω, μουστάκι και την απαραίτητη ποδιά του μπακάλη. Πόντιος, έκανε παρέα με το μπαμπά και στο σπίτι του, που ήταν στην παραπέρα γειτονιά, είδαμε το θρυλικό ματς ΠΑΟ – Άγιαξ στο Wembley. Είχε πλημμυρίσει κόσμο το σαλόνι του, δεν είχαν τότε όλοι τηλεόραση στο σπίτι τους.  Πέθανε όπως έμαθα ένα δυο χρόνια πριν το θάνατο του δικού μου πατέρα, ήταν και κοντινοί στην ηλικία. Έχω ακόμα στη μύτη μου τη μυρωδιά που σ’ έπιανε απ’ τα μούτρα μόλις έμπαινες στο μαγαζί του, κάτι ανάμεσα σε απορρυπαντικό και φέτα. Όλα τα πράγματα είχαν αυτή τη μυρωδιά, το τυρί μύριζε και λίγο απορρυπαντικό. Είχε τσουβάλια με ρύζια και φασόλια και φακές, μια βιτρίνα-ψυγείο για τα τυριά και τα σαλάμια και τη χαρακτηριστική «πιάστρα» για να κατεβάζει από τα πάνω ράφια τις κονσέρβες και τα χαρτιά υγείας.  Εννοείται πως υπήρχε πάνω στον πάγκο του το κλασικό τεφτέρι για τα βερεσέδια, στο οποίο η μάνα μου υπερηφανευόταν πως δεν είχαμε ποτέ γραφτεί. Το να χρωστάμε έστω και μια δραχμή θεωρούνταν μεγάλη ντροπή για τη μαμά, καλύτερα να μην τρώγαμε.

Παραδίπλα ήταν το ζαχαροπλαστείο του κυρ Αντρέα, Ανδρέας Μπάτζιος αν δεν κάνω λάθος έγραφε η ταμπέλα αλλά δεν θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού, πιθανόν κάτι σε «Γαρδένια»…. χμμμ κάτι μου λέει αυτό….. Ήταν μόνος του ο κυρ Αντρέας, ανύπαντρος, κι είχε έναν ανηψιό να τον βοηθάει στο εργαστήριο. Το ζαχαροπλαστείο ήταν το γλυκό μας όνειρο, ήταν ακόμα η εποχή που πήγαινες επίσκεψη μ’ ένα κουτί πάστες και στα γενέθλια οι φίλοι σου σου έφερναν για δώρο μια μεγάλη σοκολάτα αμυγδάλου ΙΟΝ και ήσουν ευτυχισμένος. Ο κυρ Αντρέας έκανε ένα υπέροχο γλυκό, τις «μπανάνες», έτσι το έλεγε. Σιροπιαστό, με γέμιση καρυδάτη και φύλλο σφολιάτας, σε μέγεθος και σχήμα μπανάνας. Θυμάμαι κάτι ευτυχισμένα απογεύματα Κυριακής που η μαμά μας έδινε λεφτά να αγοράσουμε μία «μπανάνα» για τον καθένα και φεύγαμε πετώντας για το ζαχαροπλαστείο του Αντρέα. Μετά ακθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι μας και το τρώγαμε μπουκιά μπουκιά, απολαμβάνοντάς το. Νομίζω πως δεν έχω ξαναφάει τόσο νόστιμο γλυκό ή πάλι μπορεί απλά να το έκανε νόστιμο το γεγονός πως δεν ήταν καθημερινό και στη μνήμη μου το έχω συνδυάσει με ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα και καλή διάθεση. Είχε και δυο τρία τραπεζάκια έξω από το μαγαζί του, εκείνη την εποχή ήταν έξοδος να βγει η οικογένεια να φάει μια πάστα σε ζαχαροπλαστείο, όλα τα ζαχαροπλαστεία είχαν τραπεζάκια. Ο Αντρέας έφτιαχνε τα γλυκά, σέρβιρε τις πάστες όταν είχε πελάτες στα τραπεζάκια και έψηνε κανένα καφεδάκι για τους μερακλήδες. Κανονικό ψήσιμο, όχι 10’’ στη μηχανή και σερβίρισμα έτσι ώστε ο καφές να είναι καραβίσιος. Μερικά απογεύματα, τον θυμάμαι να κάθεται μόνος φορώντας την ποδιά του σε κάποιο από τα τραπεζάκια του στο πεζοδρόμιο και να καπνίζει. Ήταν μοναχικός άνθρωπος όμως, δεν θυμάμαι πολλές κουβέντες και πειράγματα όταν περνάγαμε.

Από την άλλη μεριά του μπακάλικου το ψιλικατζίδικο του κυρ Αβραάμ, γεμάτο με θησαυριούς που κόστιζαν μία ή μισή δραχμή, άντε δίφραγκο, αλλά παρ’ ό’ αυτά δεν ήταν εύκολο να τις αποκτήσουμε. Ο κυρ Αβραάμ ήταν γέρος, ψηλός, αδύνατος και μόνος. Ποτέ δεν κατάλαβα αν το Αβραάμ ήταν όνομα εβραϊκό ή ποντιακό. Πολλές φορές οι γείτονες αναφέρονταν σ’ αυτόν με το όνομα Αβραμίκος και χαμήλωναν τη φωνή, πράγμα που πάντα μ’ έκανε να πιστεύω πως ήταν εβραίος που γλύτωσε το στρατόπεδο, κι αυτό από μόνο του μ’ έκανε να σκιάζομαι όποτε έμπαινα στο μαγαζί του. Δεν ξέρω γιατί, έτσι κι αλλιώς τότε λίγα πράγματα ήξερα για το Ολοκαύτωμα κι αυτά από μισόλογα των μεγάλων. Το μαγαζί του ήταν σκοτεινό και σκονισμένο, είχε μια βιτρίνα με τους «θησαυρούς», μικρά κουκλάκια-μωράκια, δαχτυλιδάκια μπακιρένια και βραχιολάκια και διάφορα τέτοια γυαλιστερά που φάνταζαν στα μάτια μας σαν θησαυρός. Αλλά ακόμα κι αν βάζαμε στην άκρη τη δραχμή ή το δίφραγκο που χρειαζόταν για να γίνει δικός μας ο θησαυρός πάντα είχαμε το φόβο της μάνας που θα μας έκραζε που χαλάμε λεφτά σε σαχλαμάρες. Και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουμε γλώσσα και να πούμε πως θα κάναμε ό,τι γουστάρουμε με το χαρτζηλίκι μας και πως αν δεν θέλαμε κουλούρι αλλά κουκλάκι αυτό ήταν δική μας επιλογή… Μόνο για ν’ αγοράσεις κουλούρι άξιζε να δώσεις μια δραχμή, όχι για μπακιρένιες σαχλαμάρες. Που να τα φανταστούν αυτά τα παιδιά τα σημερινά, τα παιδιά μας….. Ποιος ξέρει, ίσως γιατί εκείνη η λαμπερή μπακιρένια σαχλαμαρίτσα μας έμεινε απωθημένο δεν τους αρνιόμαστε εύκολα κάτι.

Απέναντι απ’ αυτούς ήταν ο φούρνος της κυρά Λαμπρινής. Κλασική εικόνα φουρνάρισσας η Λαμπρινή, χοντρή, γελαστή, φορούσε πάντα μια μακρυά φούστα και μακρυά ποδιά πάντα αλευρωμένη. Ο φούρνος ήταν σ’ ένα παλιό κτίσμα, κατέβαινες δυο σκαλάκια για να μπεις, έψηνε φυσικά με ξύλα το ψωμί και το έβαζε σε ξύλινες πινακωτές (πινακωτή-πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου αυτί….) και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Δούλευαν μαζί οι κόρες και οι γαμπροί της, κάποια στιγμή μετά το σεισμό γκρεμίστηκε το πέτρινο παλιό κτίσμα που στέγαζε το φούρνο και χτίστηκε πολυκατοικία στη θέση του. Ο φούρνος εξακολουθούσε να λειτουργεί σε μαγαζί της καινούριας πολυκατοικίας αλλά πλέον δεν έψηνε με ξύλα και δεν μοσχομύριζε η γειτονιά. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα όταν πέρασα κάποια στιγμή και το είδα, αυτό σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, όχι ο σεισμός και ο χαμός του δικού μου σπιτιού. Η καλύτερη στιγμή του φούρνου ήταν το Πάσχα, τότε που όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν να πάρουν λαμαρίνες (μεγάλα ρηχά ταψιά) από το φούρνο, να τα γεμίσουν με τσουρέκια και να τα ξαναπάνε στο φούρνο για ψήσιμο. Μεθυστική ήταν τότε η γειτονία… Μύριζε τσουρέκια, τις ανθισμένες γλυσίνες του Γιουλούντα κι λουλούδια από τους κήπους και τα μπαλκόνια, ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος συνήθως και γλυκός, η μέρα είχε ήδη μεγαλώσει. Ήταν η δουλειά μου να τρέχω στο φούρνο να φέρω λαμαρίνες, να βοηθήσω τη γιαγιά στο πλάσιμο των  τσουρεκιών, φτιάχναμε ένα σωρό σχέδια όχι μόνο πλεξούδες και να τη βοηθάω να τα κουβαλήσει στο φούρνο. Ένα σωρό λαμαρίνες γεμίζαμε, φαγανά ήμασταν όλα μας….. Η γιαγιά ζύμωνε τα τσουρέκια σε μια μεγάλη λεκάνη και μετά τα τύλιγε ζεστά να φουσκώσει το ζυμάρι, τα έλεγχε συνέχεια, τα σταύρωνε να μη τα πιάσει μάτι και τους μιλούσε σαν να ήταν ζωντάνα. Η απόλυτη λιχουδιά, τσουρέκι της γιαγιάς να μοσχοβολάει μαχλέπι και βανίλια κι ένα ποτήρι γάλα. Έτσι το καταλάβαινα το Πάσχα τότε, από τις μυρωδιές και τα κόκκινα πανιά που έδεναν στα κάγκελα οι γυναίκες τη Μ. Πέμπτη που έβαφαν αυγά. Τώρα πλέον έρχεται και φεύγει και τίποτε δεν αλλάζει, αν δεν υπήρχαν οι διακοπές δεν θα το καταλάβαινα.

Αυτοί ήταν οι μαγαζάτορες της γειτονιάς μου που τους χρωστούσα αυτό το ποστ. Θα μου πείτε δεν είχατε μανάβη στη γειτονιά; Είχαμε, τη Μαρίκα αλλά για τη Μαρίκα είχα γράψει παλιά.

09
Οκτ
10

Δάσκαλοι

Στο νηπιαγωγείο κρατώντας το μολύβι μου και κοιτώντας σοβαρή το φακό...

Την πάσα την πήρα από τον Snowball που έγραψε για την κυρία Σαπφώ, μια δασκάλα του. Διαβάζοντας για τη δασκάλα του Χιονόμπαλα θυμήθηκα όλους τους δάσκαλους της ζωής μου, καλούς και κακούς.  Οι δάσκαλοί μας είναι οι άνθρωποι που –μετά τους γονείς- σημαδεύουν τη ζωή μας. Αν ευτυχίσουμε να γνωρίσουμε κάποιους καλούς (το καλός σηκώνει μεγάλη κουβέντα γιατί μπορεί ο καλός για μένα να είναι κακός για το διπλανό μου) είναι σίγουρο πως η επιρροή τους θα είναι αρκετά μεγάλη και θα οδηγήσει τη ζωή μας σε κάποιο δρόμο που ίσως δεν θα τον βλέπαμε αν δεν τους συναντούσαμε. Εγώ ήμουν τυχερή, οι δάσκαλοί μου ήταν κάποιοι εξαιρετικοί, οι περισσότεροι αδιάφοροι και κάποιοι κακοί.

Στο νηπιαγωγείο, που ήταν και το μοναδικό ιδιωτικό σχολείο της ζωής μου, είχα την κυρία Ευγενία Παπαδοπούλου. Τη θυμάμαι ακόμα με γλύκα γιατί ήταν στ’ αλήθεια μια γλυκιά γυναίκα. Δεν ήταν πολύ νέα, η άλλη δασκάλα ήταν νεότερη αλλά θεωρώ πως ήμουν τυχερή που ήμουν στο δικό της τμήμα. Στο τέλος της χρονιάς μας έδωσε ένα πολύ ωραίο βιβλιαράκι με τις καλύτερες εργασίες μας (Τα Πρώτα Φτερουγίσματα) και δύο δικά της ποιήματα που τα πρώτα χρόνια που πήγα στο Δημοτικό τα διάβαζα και δάκρυζα γιατί μουθύμιζαν πόσο ωραία ήταν στο νηπιαγωγείο, παρ’ όλο που εκεί δεν είχα φίλους, με θυμάμαι σαν ένα μοναχικόνα μοναχικό παιδί που έπαιζε κυρίως μόνο του στα διαλείμματα.

Μετά από τη γλυκεία εμπειρία του νηπιαγωγείου θα ήταν σοκαριστική μια άσχημη εμπειρία στην πρώτη τάξη του δημοτικού αλλά ήμουν τυχερή. Η πρώτη μου δασκάλα ήταν η κυρία Λούλα, μια φωτισμένη δασκάλα για την εποχή της. Η κυρία Λούλα ήταν

μεγαλούτσικη σε ηλικία, πολύ κομψή και  πάντα περιποιημένη, κυρίως όμως αγαπούσε τη δουλειά της και τα παιδιά. Αγαπούσε πολύ και μένα. Όταν μεγάλωσα αρκετά συνειδητοποίησα πως η κυρία Λούλα, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, χρησιμοποιούσε για τους μαθητές της το μοντεσσοριανό σύστημα για την εκμάθηση της ανάγνωσης. Εντυπωσιακό ε; Οι γονείς στην αρχή ανησυχούσαν που δεν μας έδωσε βιβλία με του που πήγαμε στο σχολείο κι ο καιρός περνούσε και μεις  δεν καθόμασταν να συλλαβίσουμε το «Λόλα, να ένα μήλο». Συζητούσαν μεταξύ τους για το θέμα αλλά τότε ο δάσκαλος γραφόταν με κεφαλαίο Δ, έχαιρε σεβασμού και κανένας γονιός δεν υπήρχε περίπτωση να πάει να του ζητήσει τα ρέστα για το πως έκανε τη δουλειά του. Έφτασαν Χριστούγεννα και βιβλία δεν είχαμε δει ακόμα. Και ω! του θαύματος…. ξαφνικά μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων τα περισσότερα παιδιά διαβάσαμε. Διαβάσαμε ταμπέλες, τίτλους εφημερίδων, βιβλία που βρήκαμε στα σπίτια μας κι ό,τι τυπωμένο έπεφτε στα χέρια μας. Θυμάμαι ακόμα ποια ήταν η πρώτη λέξη που διάβασα. “ΚΙΖΑΣ”, μια ταμπέλα στην οδό Βενιζέλου. Ο πατέρας μου δεν πίστεψε πως τη διάβασα μόνη μου, φαντάστηκε πως κάπως το θυμόμουν και μ’ έβαλε να διαβάσω κι άλλες. Πείστηκε μετά από πάρα πολλές ταμπέλες που διάβασα πως η κόρη του ξέρει πλέον να διαβάζει και δεν τον κοροϊδεύει. Οι γονείς που ήταν έτοιμοι πλέον, όχι να διαμαρτυρηθούν αλλά να ρωτήσουν γιατί δεν έχουμε βιβλία και πότε θα μάθουμε επιτέλους να διαβάζουμε, έμειναν μ’ ανοιχτό το στόμα. Από εκείνα τα Χριστούγεννα και για τα δύο υπόλοιπα χρόνια έπιναν νερό στ’ όνομά της και δεν τους πέρασε ποτέ ξανά από το νου να την αμφισβητήσουν κι εμείς τη λατρεύαμε.

Ζωγραφιά από το νηπιαγωγείο που βρίσκεται στα "Πρώτα Φτερουγίσματα"

Με τέτοιο ξεκίνημα στη σχολική μου ζωή νόμιζα πως όλοι οι δάσκαλοι είναι έτσι αλλά ήρθε η κυρία Ευρυδίκη στην Δ’ δημοτικού να με προσγειώσει στην πραγματικότητα. Καμμία σχέση με τη γλυκειά μας κυρία Λούλα, αυτή ήταν μια ξινή γυναίκα και κρυόκωλη που φορούσε συνήθως κάτι μαύρα και άθλια ρούχα. Που η Λούλα με τα χρώματά της και τις μοντέρνες ζώνες και τα πάντα χτενισμένα στο κομμωτήριο μαλλιά της…. Πέρασε ένας χρόνος με την Ευρυδίκη κακήν κακώς και μετά μας ανέλαβε ο κύριος Κωνσταντίνου για τις δύο τελευταίες τάξεις. Είχαμε μεγαλώσει πλέον και ήταν σύνηθες τις μεγάλες τάξεις να τις αναλαμβάνουν άντρες δάσκαλοι. Αδιάφορος δάσκαλος ο Κωνσταντίνου, είχε δύο κοστούμια που τα φορούσε το ένα τη μισή χρονιά και το δεύτερο την άλλη μισή και μάλλον περισσότερο τον απασχολούσε ο γιός του παρά εμείς. Ο γιος του, που τότε δεν καταλάβαμε τι ακριβώς έτρεχε αλλά μάλλον δικαίως τον προβλημάτιζε το δάσκαλό μας ένας γιος με μακρυά μαλλιά μέχρι τη μέση, μεσούσης της Χούντας.

Στα χρόνια του γυμνασίου και του λυκείου δεν θυμάμαι κάτι ιδιαίτερο, τους θυμάμαι σχεδόν όλους αλλά ήταν ή εντελώς «νούμερα” ή αδιάφοροι ή η θεούσα που πάθαινε αμόκ όταν μας έβλεπε να γελάμε ή να διασκεδάζουμε. Κι όσο περισσότερο πάθαινε αμόκ τόσο περισσότερο γελούσαμε και την κουρντίζαμε. Όχι τίποτε φοβερά πράγματα, στη σημερινή εποχή θ’ ακουστούν παιδικά όσα της κάναμε αλλά τότε θεωρούνταν λόγοι για αποβολή. Μόνο δύο ξεχώριζαν θετικά από το σωρό. Η φιλόλογος που είχαμε στην τελευταία τάξη, η κυρία Τομπαΐδου, που καταλαβαίνοντας πως σε τμήμα θετικής κατεύθυνσης (πρακτικό το λέγαμε τότε) ήταν αστείο να επιμένει στον τύπο του αρχαίου συντακτικού κι έτσι κουβεντιάζαμε τα θέματα που γεννούσε η Αντιγόνη (που τη διδασκόμασταν στο πρωτότυπο κι όχι από μετάφραση) κι όχι το συντακτικό της. Μ’ αυτό τον τρόπο κατάφερε να μη κοιμόμαστε στο μάθημά της αλλά αντίθετα να συμμετέχουμε με πάθος στη συζήτηση. Ήταν και ο θεολόγος μας, ένας παπάς που μόλις τον είδαμε στο σχολείο λαδώσαμε τη σούβλα κι ετοιμαστήκαμε να τον σουβλίσουμε τελετουργικά στην αυλή,  ο οποίος όμως μας κέρδισε αμέσως κι έτσι η σούβλα έμεινε ξεχασμένη. Δεν ήταν φυσικά τυπικός παπάς, μας δήλωσε πως ήταν ένθεος μαρξιστής και αντί να μας μιλάει γιαμια ακόμη φορά το τυπικό της ορθόδοξης πίστης, συζητούσαμε όσα μπορούσαν να αφορούν την ηλικία μας και να μας προβληματίζουν. Δεν θυμάμαι τ’ όνομά του αλλά είμαι σίγουρη πως καμμιά μας δεν τον έχει ξεχάσει.

Ακρυλικό σε καμβά του Τάκη Κατσουλίδη

Μπορεί να μη βρήκα αξιόλογους δασκάλους στο σχολείο αλλά ένας δάσκαλος που με καθόρισε ήταν ο καθηγητής μου στα μαθήματα της φυσικής και της χημείας στο φροντιστήριο. Ο Γιώργος ο Κίττου, που τον λάτρεψα γιατί πήγα στο φροντιστήριο υπό το κράτος του πανικού αφού ξαφνικά στην δ’ γυμνασίου (από την επόμενη χρονιά ιδρύθηκε το Λύκειο) δεν καταλάβαινα τίποτε και μ’ ένα μαγικό τρόπο μετά από λίγο καιρό καταλάβαινα όχι μόνον όσα έλεγε το βιβλίο αλλά πολύ περισσότερα. Ο τρόπος που μας δίδασκε τη φυσική και τη χημεία ήταν ακριβώς ο τρόπος που ήθελα εγώ για να μάθω, ήθελα να μπορώ να κατανοώ τα «γιατί» κι όχι να μαθαίνω απ’ έξω τύπους. Μετά από δύο χρόνια μαζί του ήξερα φυσική και χημεία και το «ήξερα» το χρησιμοποιώ με όλη τη σημασία της λέξης. Ακόμα θυμάμαι πράγματα από τότε και είμαι σίγουρη πως αν ασχοληθώ λίγο θα τα

ξαναθυμηθώ. Να είναι καλά όπου και νάναι…

 

Στο πανεπιστήμιο δεν βρήκα φωτισμένους δάσκαλους, ούτε καν δάσκαλους δεν βρήκα παρά κάτι άθλιους μαλάκες που μ’ έκαναν μετά τις πρώτες φορές να μη ξαναπατήσω σε αμφιθέατρο και αίθουσα διδασκαλίας. Έκανα την «Εξ αποστάσεως εκπαίδευση» πραγματικότητα, πριν ακόμα τη μάθουμε σαν όρο, όπως και πάρα πολλοί φοιτητές της γενιάς μου. Πτυχίο πήρα φυσικά και μόλις τελείωσα πήγα να πάρω ακόμα ένα.  Στη δεύτερη σχολή μου ευτύχησα να έχω δάσκαλο σε κάποια μαθήματα έναν εξαιρετικό ζωγράφο και χαράκτη, τον Τάκη Κατσουλίδη, που για πολλούς συμφοιτητές μου ήταν αδιάφορος ή και κακός αλλά εγώ σαν μαθήτριά του έβγαλα τις καλύτερες δουλειές μου στη σχολή. Γιαυτό είπα παραπάνω πως είναι μεγάλη κουβέντα το ποιος, πως και για ποιον είναι ένας δάσκαλος καλός.

Δεν τελείωσα όμως, ακόμα και στις τελευταίες μου σπουδές ευτύχησα με δύο καθηγητές μου, δύο στους τέσσερις είναι εξαιρετικό ποσοστό νομίζω. Ας μη τους αναφέρω όμως ονομαστικά μια και είναι πολύ πρόσφατες αυτές οι σπουδές.

26
Ιουν
10

Ιδού η γιαγιά μου ΙΙ

Που είχαμε μείνει; Α ναι, στη Γιουγκοσλαβία.

Έκλεισε λοιπόν ο Τίτο τα σύνορα και η γιαγιά με τα δύο παιδιά της έμειναν από την άλλη πλευρά των συνόρων και η πρόγιαγιά μου στο χωριό. Πίσω να γυρίσουν δεν μπορούσαν, κίνησαν λοιπόν μπροστά. Που; Στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Όπου οι άλλοι κι αυτοί, μετά από μήνες περιπλάνηση στο βουνό  και σε συνθήκες που εμείς ούτε να φανταστούμε δεν μπορούμε. Σκόρπιες εικόνες έχω μόνον από διηγήσεις της μάνας μου. Όπως για τη φίλη της που αναγκάστηκε να κρύβεται για ώρες μέσα στα νερά μιας λίμνης, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να πάθει ρευματισμούς και να πεθάνει λίγα χρόνια μετά, σχεδόν παιδί ακόμα. Τότε έμαθε για τα καλά η μαμά πως στο βουνό δεν πλησιάζουμε τις φτέρες γιατί κρύβουν φωλιές λύκων. Πως λέει η παροιμία; «Λύκος την φτέρη έσειε, κακό της κεφαλής του….».

Ξεκίνησαν λοιπόν με τα πόδια προς το εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας, ακολουθώντας το ποτάμι των υπόλοιπων που ούτε κι αυτό ήξερε που πήγαινε. Σε κάποια στιγμή η μαμά μου, μικρό κοριτσάκι, τα έπαιξε από την κούραση. Μουλάρωσε και δεν κούναγε βήμα, με τη γιαγιά ν’ αγωνιά γιατί έβλεπε τους υπόλοιπους ν’ απομακρύνονται. Κάπου βρήκαν λοιπόν ένα γάιδαρο να περιπλανιέται και η μάνα μου αποφάσισε να τον καβαλήσει για να ξεκουραστεί αλλά ο γάιδαρος ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τους δικούς μου. Λογικό βέβαια, αν ήταν καλά θα τον είχαν παρατήσει; Βρε ντέι, βρε τσόνγκς…. τίποτε το ζωντανό, δεν έβαζε βήμα. Είδε κι απόειδε η μάνα, ξεκαβάλησε. Δεν ξέρω πόσο καιρό περιπλανήθηκαν στη Γιουγκοσλαβία. Ξέρω πως δούλεψαν σε χωράφια όπου η καλομαθημένη γιαγιά μου αναγκάστηκε να τσαπίζει και οι υπόλοιπες γυναίκες την κορόιδευαν γιατί ένα μέτρο έβγαζε αυτή και δέκα οι άλλες που ήταν μαθημένες. Φόρτωνε και κάρβουνο στα τρένα και –όπως λέει η μάνα μου- ήταν αστείο θέαμα να βλέπεις μια πανύψηλη γυναίκα με παντελόνια -τα οποία αναγκάστηκε να  τα φορέσει- να φτυαρίζει κάρβουνο φορώντας διπλή μαύρη μαντήλα της χηρείας. Σαν καλόγρια με παντελόνια που φτυαρίζει κάρβουνο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο δρόμος τους έβγαλε στο Μπούλκες, εν έτει 1948. Έζησαν εκεί έναν δύσκολο χρόνο, τον τελευταίο του «πειράματος», κι από κει βρέθηκαν στην Τσεχοσλοβακία, αρχικά σ’ ένα χωριό κοντά στα σύνορα με την Κρακοβία και μετά σε μια κωμόπολη παραδίπλα. Δούλευαν και οι τρεις. Η γιαγιά δεν δέχτηκε να φύγουν τα παιδιά από κοντά της για να σπουδάσουν αν δεν μπορούσε να βρεθεί θέση και γι αυτήν κοντά τους. Δεν βρέθηκε κι έμειναν όλοι μαζί. Η μαμά δούλευε αλλά πήγε και σχολείο εκεί, αστέρι ήταν η σταχανοβίτισσα. η μάνα μου. Ξεπερνούσε τις νόρμες τη μία μετά την άλλη και ταυτόχρονα ήταν και καλή μαθήτρια. Και κυλούσε έτσι η ζωή μέχρι που η ελληνική κυβέρνηση άνοιξε τα σύνορα το 1954 για επαναπατρισμό των ελλήνων από το «σιδηρούν παραπέτασμα» και η γιαγιά ξεσηκώθηκε να γυρίσουν πίσω, γιατί στην Ελλάδα είχε μείνει μόνη της η μάνα της. Ήθελαν δεν ήθελαν τα παιδιά της την ακολούθησαν. Και γύρισαν στην Ελλάδα, σε μια μαύρη τελείως εποχή, όπου στο χωριό απαγορευόταν να πάνε αφού ήταν παραμεθόρια περιοχή κι εκεί δεν πλησιάζες χωρίς άδεια από τον χωροφύλαξ. Τα κτήματα και την περιουσία τους τα είχαν πάρει οι συγγενείς του παππού κι άντε να τα διεκδικήσεις τότε, ειδικά άμα είχες επιστρέψει από το «παραπέτασμα». Ούτε το επίθετό τους δεν βρήκαν, τους είπαν πως κάηκαν τα αρχεία του ληξιαρχείου και τους έδωσαν ένα άσχετο επίθετο. Έπρεπε να κλέψουν το πορτοφόλι της μαμάς μου 50 χρόνια μετά, για να καταλάβει πως δεν ίσχυε τίποτε απ’ αυτά και πως ήταν λαμογιά από τους συγγενείς για να τους φάνε την περιουσία.

Βρέθηκαν λοιπόν στη Θεσσαλονίκη κοντά στους συγγενείς της γιαγιάς. Δύσκολη ζωή, η γιαγιά βρήκε δουλειά σαν μαγείρισσα σ’ ένα πλούσιο σπίτι, ο γιος της σαν εφαρμοστής τορναδόρος και η μάνα μου σε ατελιέ ραπτικής. Νοίκιασαν κι ένα δωμάτιο στις Συκιές. Το δωμάτιο ήταν στο πατρικό του πατέρα μου, έτσι γνώρισε η μάνα μου τον πατέρα μου, έναν όμορφο, γαλανομάτη και ψηλό άντρα κι ο πατέρας μου τη μάνα μου που ήταν κι εκείνη γαλανομάτα, όμορφη και γλυκειά κοπελίτσα, λεπτεπίλεπτη αλλά προικισμένη με απίστευτο κουράγιο και δύναμη.

Παντρεύτηκαν και προσπάθησαν να φύγουν στη Γερμανία μετανάστες, όπου ήταν ήδη δύο από τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια του μπαμπά. Αμ δε…. Η μαμά μου λόγω πρότερου «άτιμου» βίου δεν μπορούσε να βγάλει διαβατήριο. Για χρόνια την καλούσαν στην ασφάλεια «δι υπόθεσίν της» και τη ρωτούσαν για το ποιος ήταν στην Τσεχοσλοβακία και τι έκανε και είχε κι έναν μπάτσο-σκιά να την ακολουθεί. Τρίχες δηλαδή, ένα κοριτσάκι δεκαεξάχρονο ήταν όταν γύρισε που αναγκαζόταν να δουλεύει 16  ώρες την ημέρα για να τα φέρουν βόλτα.

Έμειναν λοιπόν αναγκαστικά στην Ελλάδα οι γονείς μου κι έτσι εγώ και οι αδελφές μου γεννηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη αντί στη Γερμανία όπως πολλά παιδιά της γενιάς μου. Η γιαγιά έμεινε μαζί μας, αντί να μαγειρεύει για άλλους μαγείρευε για μας και η μαμά ξανάρχισε να δουλεύει. Τότε ήταν συνηθισμένο να ζουν οι γιαγιάδες με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Μας μεγάλωνε, μας κανάκευε, μας έκανε χατήρια και τη μάλωνε η μαμά κι  έφτιαχνε πατατούλες τηγανητές όταν δεν μας άρεσε το φαγητό, πράγμα που ήταν αιτία πολέμου με τη μαμά μου, τη μαμά μου που τώρα κάνει ακριβώς τα ίδια με τα δικά της εγγόνια. Το 1980, Μεγάλο Σάββατο ήταν, την πήγαμε στο νοσοκομείο γιατί μας αποκάλυψε άσπρη από πόνο πως είχε τρεις μέρες αιματουρία. Η διάγνωση ήταν καρκίνος στο νεφρό, διηθητικός. Της αφαίρεσαν τον ένα νεφρό και μας είπαν να μην την πλακώσουμε σε χημιοθεραπείες και τέτοια για να μην πεθάνει πριν την ώρα της από το φόβο. Τέσσερα με πέντε χρόνια της έδωσαν και έζησε από τότε χωρίς να κάνει μετάσταση ο καρκίνος. Ένα κακό είχε η γιαγιά, έπεφτε συνέχεια και είχε σπάσει ό,τι μπορούσε να σπάσει στα πόδια της. Στο τέλος δεν μπορούσε να περπατήσει καλά είχε και πρόβλημα με τα μάτια της και αναγκάστηκε να καθηλωθεί , στην αρχή μέσα στο σπίτι και στα τελευταία της στο κρεβάτι. Αυτό που δεν έχασε ποτέ ήταν το μυαλό της και η διάθεση να διηγείται ιστορίες, τις «ιστορίες του Μπαρμπαγιαννάκη», έτσι τις λέγαμε.

-          Α ρε γιαγιά, εσύ θα μας θάψεις όλους, της λέγαμε και θύμωνε.

-         Σους μαρή, απαντούσε, τι θα γίνω εγώ; Σαν τα ψηλά βουνά; Έχω δει τρεις πολέμους, έχω ζήσει προσφυγιά, πλούτο και φτώχεια, τι μένει άλλο να δω;

Δεν απαντούσαμε γιατί πλέον είχαμε μάθει τη συνέχεια. Μετά από λίγο η γιαγιά, και αφού το σκεφτόταν, μονολογούσε…

-          Είναι ωραία η ζωή όμως…. ακόμα κι έτσι, χωρίς τα μάτια και τα πόδια μου, είναι ωραία…..

Κι έβαζε συνέχεια βραχυπρόθεσμους στόχους. Να δει τη μια εγγονή παντρεμμένη, άντε να δει κι ένα δισέγγονο, άντε να πάρει σειρά η άλλη, να πάρω εγώ το πτυχίο μου, μετά να δει και το δεύτερο, να με δει και παντρεμμένη…. και πάει λέγοντας.

Τα είδε όλα αυτά και πέθανε εννιά μέρες μετά που γεννήθηκε ο γιος μου, αφού πρώτα πρόλαβε κι άκουσε το κλάμα του από το τηλέφωνο…. Οι γιατροί στο νοσοκομείο δεν πίστευαν λέξη για τον καρκίνο. Αποκλείεται, είπαν, να είχε καρκίνο, λάθος καταλάβατε. Αν είχε θα σκίσουμε τα πτυχία μας. Δεν ξέρω ποιοι θα έπρεπε να τα σκίσουν, η διάγνωση πάντως του ’80 και το εξιτήριο μιλούσαν για καρκίνο. Τον έσκισε όμως η γιαγιά μου τον καρκίνο, σιγά μην τον άφηνε να τη νικήσει…..

11
Ιουν
10

Ιδού η γιαγιά μου….

Το είπα και το κάνω, θα σας συστήσω τη γιαγιά μου, την Ανθή. Αυτή γνώρισα, μ’ αυτήν μεγάλωσα. Η άλλη η γιαγιά, η συνονόματή μου, δεν ζούσε μαζί μας και πέθανε νωρίς οπότε όταν λέω γιαγιά εννοώ πάντα τη γιαγιά μου την Ανθή.

Ανθή τη φωνάζαμε όλοι αλλά Ανθίτσα έγραφε η ταυτότητά της. Γεννημένη το 1907 στη Λούπιδα της Αν. Θράκης, ένα χωριό κοντά στην Περίσταση που ήταν παραθαλάσσιο κεφαλοχώρι. Οι απόγονοι των Περιστασινών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά το ’22, ζουν στην Περίσταση της Κατερίνης· είχε κι η γιαγιά εκεί συγγενείς. Η γιαγιά ήταν από καλή οικογένεια, είχε πάει σχολείο και έγραφε με πολύ όμορφα καλλιγραφικά γράμματα. Σπάνια μιλούσε για το χωριό της και το πως ζούσαν μέχρι να έρθουν στην Ελλάδα. «Τι τα θες; Παλιές ιστορίες….» μου απαντούσε ,όποτε τη ρωτούσα. Αλλά από άσχετες κουβέντες έμαθα πως ζούσαν καλά μέχρι που άρχισαν να πλακώνουν στο χωριό οι Τσέτες, τους οποίους φοβόταν χριστιανοί και τούρκοι και κρύβονταν στις στέγες των σπιτιών μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Τα δε κορίτσια, κουκουλώνονταν σαν καλόγριες για να μη φαίνεται αμέσως πως είναι νέες και τις βιάσουν. Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε ακριβώς, τους έστειλαν εξορία στη Νικομήδεια. Από κει γύρισαν αλλά πρόλαβαν να μείνουν στο σπίτι τους 17 μέρες και πήραν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, για την Ελλάδα αυτή τη φορά. Έχω ακόμα ένα μαυροκόκκινο χαλί από τότε. Το είχε φέρει νήμα η προγιαγιά από το χωριό τους και το ύφανε εδώ. Το έστρωναν το χειμώνα στο πατρικό μου και μετά το πήρα εγώ όταν έφυγα για σπουδές. Τώρα το έχω μαζεμένο στο πατάρι, δεν το στρώνω φοβάμαι μη το διαλύσω, είχε ήδη αρχίσει να φθείρεται στις άκρες του.

Θαλασσοπνίγηκαν λοιπόν κι έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Από τότε η γιαγιά δεν την ήθελε τη θάλασσα, κάποιες φορές που δέχτηκε να έρθει μαζί μας το καλοκαίρι καθόταν στην παραλία με γυρισμένη την πλάτη στη θάλασσα, ούτε το πόδι της δεν έβαζε μέσα! Στη Θεσσαλονίκη όμως δεν είχαν τι να κάνουν, αγρότες ήταν στον τόπο τους και η πόλη δεν τους βόλεψε. Έτσι πήραν κλήρους σ’ ένα χωριό της Καρατζόβας, κοντά στα σύνορα, και πήγαν να ζήσουν εκεί. Ξαναπρόκοψαν στη νέα τους πατρίδα, η γιαγιά παντρεύτηκε έναν άντρα από το Πελαδάρι, τον παππού μου, κι έκαναν δυο παιδιά τη μάνα μου και το θειό μου. Έχασαν κι ένα παιδί αλλά έτσι ήταν τότε η ζωή, δεν ζούσαν όλα τα παιδιά που έφερναν οι άνθρωποι στον κόσμο. Προκομμένος άνθρωπος αυτός και έξυπνος αλλά δεν πρόλαβαν να χαρούν τη ζωή τους και δεν πρόλαβα κι εγώ να τον γνωρίσω. Ο παππούς λοιπόν είχε αμπέλια, είχε μπακάλικο και σπίτι από πάνω στην πλατεία του χωριού, καφενείο και αποστακτήριο για τα ούζα της περιοχής. Είχε όμως και βιβλιοθήκη και διάβαζε στο μπαλκόνι του, ήταν συνδρομητής σ’ εφημερίδες και μόλις γεννιόταν τα παιδιά του τους άνοιγε λογαριασμό στην τράπεζα για τις σπουδές τους, κι όχι μόνον για το αγόρι. Τη γιαγιά δε, την είχε κορώνα στο κεφάλι του. Έλεγε πως ήταν το λουλούδι του σπιτιού του και το μόνο που έκανε εκείνη ήταν να μαγειρεύει, όλα τ’ άλλα τα φρόντιζαν άλλοι. Την έπαιρνε και κατέβαιναν όποτε μπορούσαν στη Θεσσαλονίκη, για να προμηθεύεται εκείνος βιβλία και να κάνει δουλειές και η γιαγιά ν’ αγοράζει τις κρέμες και τα υφάσματα για τα φουστάνια της. Κυρά κι αφέντρα την είχε….. Ήταν όμως πολύ όμορφη γυναίκα. Ψηλή κοντά 1.80, γαλανομάτα και ξανθή. Γαλανομάτης κι εκείνος και ψηλός, πρέπει να ήταν πολύ εντυπωσιακό ζευγάρι! Ο παππούς έξυπνος και ενημερωμένος όπως ήταν ,είχε πάρει χαμπάρι πως τα κρασιά δεν θα πουλιούνται για πολλά χρόνια ακόμα με τη νταμιτζάνα κι έσπευσε να βγάλει άδεια εμφιάλωσης για όλο το νομό, κάπου στη δεκαετία του ’30. Σκεφτόταν ν’ αρχίσει να εμφιαλώνει τα κρασιά του όπως στη Γαλλία αλλά δεν πρόκαμε. Ήρθε ο πόλεμος και παρ’ όλο που δεν πείνασαν όλα τα σχέδια έμειναν πίσω. Και μετά τον πόλεμο ήρθε ο Εμφύλιος και το τέλος του παππού. Όχι, δεν ήταν αντάρτης αλλά ο Εμφύλιος έδωσε μια καλή ευκαιρία σε πολλούς να ξεκαθαρίσουν τις προσωπικές τους διαφορές. Ο παππούς πρόκοβε αλλά αυτό έφερε ζήλιες. Έτσι, ανήμερα της γιορτής του και λίγο πριν κατέβει η γιαγιά με τα παιδιά από το σπίτι για τη γιορτή, τον έφαγε ο αδελφός του την ώρα που χόρευε με 9 μαχαιριές. Η ιστορία λέει πως ήταν ο πιο μπουνταλάς της οικογένειας, τον μέθυσαν και του τσίγκλισαν τη ζήλεια κι έτσι έγινε το κακό…. Το θέμα είναι πως ο παππούς πέθανε και κανείς δεν πήγε φυλακή. Δεν μου είπαν ποτέ τι και πως αλλά ο παππούς φαίνεται πως αριστερόφερνε κάπως (κατά τη γνώμη μου απλά δεν ήταν εντελώς στουρνάρι αλλά εκείνη την  εποχή οι διαβασμένοι ήταν ύποπτοι) είχε και η γιαγιά κάτι συγγενείς αντάρτες καπετάνιους, δεν ήθελε και πολύ για να κατηγορηθούν για αριστεροπροδότες και να δικαιολογηθεί έτσι η σφαγή. Έμεινε λοιπόν η καλομαθημένη μου γιαγιά χήρα με δύο παιδιά,  έρμαιο φυσικά στην όρεξη του καθένα που της το έπαιζε προστάτης για να της φάει την περιουσία και με το στίγμα της κομμουνίστριας. Ο χειρότερος συνδυασμός αυτός. Για την εποχή αυτή δεν μου είπαν ποτέ πολλά, ούτε η γιαγιά ούτε κι η μάνα μου. Ήταν κάτι που τις πονούσε πολύ και σπάνια αναφερόταν σ’ αυτά. Ό,τι ξέρω είναι από ξεφτίδια συζητήσεων μεταξύ τους που έφτασαν στ’ αυτιά μου. Η γιαγιά ντύθηκε στα μαύρα, στα κατάμαυρα για την ακρίβεια, και μαυρόφόρεσε και τα παιδιά της. Μαύρο φουστάνι η μαμά μου, μαύρο φιόγκο στα μαλλιά και μαύρα εσώρουχα. Στο σπίτι μαύρες κουρτίνες, μαύρα κρέπια στους καθρέφτες. Μέχρι που αρρώστησαν τα παιδιά, της είπε ένας γιατρός πως θα τα χάσει κι αυτά με τόση μαυρίλα και συνήλθε λίγο. Επιβίωσαν πάντως, πουλώντας κάποια πράγματα, χάνοντας κάποια άλλα όμως παρ΄όλα αυτά είχαν αρκετά για να ζουν. Είπαμε, ο παππούς τα είχε καταφέρει πολύ καλά. Όλα αυτά μέχρι που αγρίεψαν τα πράγματα και ο Εμφύλιος. Στο χωριό γινόταν συνεχώς μάχες, μια βομβάρδιζε ο Στρατός μια οι αντάρτες. Έτσι η γιαγιά έστειλε τη μάνα μου σε μια ξαδέλφη της στη Θεσσαλονίκη, πρώτον για να τη σώσει και δεύτερον για να βρει η ξαδέλφη ένα σπίτι ν’ αγοράσει  για τη γιαγιά με σκοπό να φύγει κι αυτή με το γιο από το χωριό  και να ζήσουν από κει και πέρα στην πόλη. Κι αφού το σπίτι βρέθηκε και όλα πήγαιναν καλά, για κάποιο λόγο η μάνα μου (;) αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό για Πάσχα. Ούτε 10 χρονών παιδάκι και ξεκίνησε να πάει στο χωριό έχοντας και μερικούς “Ριζοσπάστες” κρυμμένους πάνω της και μέσα στο καλάθι της, εφημερίδες που τις είχε κρύψει εκεί μια άλλη θειά ή κουμπάρα τους θα σας γελάσω…. Γλύτωσε από το ψάξιμο στον έλεγχο που γινόταν στον Αξιό αλλά όταν έφτασε στο χωριό δεν βρήκε τη μάνα και τον αδελφό της ,οι οποίοι είχαν ξεκινήσει για τη Θεσσαλονίκη. Εμ, δεν υπήρχαν κινητά τότε να κάνουν οι άνθρωποι τις δουλειές τους…. Έτσι η γιαγιά μάζεψε άρον άρον το γιο και ξαναγύρισε στο χωριό να βρει την κόρη της. Κι εκεί έμεινε. Οι μάχες γύρω και μέσα στο χωριό χειροτέρεψαν, οι δρόμοι κόπηκαν (ποιοι δρόμοι δλδ κάτι καρόδρομοι…) και οι δικοί μου πήραν τα βουνά για να σωθούν μαζί με πολλούς άλλους. Πάνω στην ταραχή της η γιαγιά, αντί να πάρει μαζί της κανονικά ρούχα, πήρε τα μωρουδιακά των παιδιών της κι έτσι την έβγαλαν για κάτι μήνες στα βουνά χωρίς ρούχα. Τα έχανε εύκολα η γιαγιά μέχρι και μετά που τη θυμάμαι κι εγώ.

Στα βουνά λοιπόν να κρύβονται και να μπαινοβγαίνουν στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, ο οποίος είχε ανοιχτά τα σύνορα για να μπορούν να μπαινοβγαίνουν οι αντάρτες. Μέχρι που τα έκλεισε κάποια στιγμή και έτσι εγκλωβίστηκαν οι δικοί μου από την άλλη πλευρά των συνόρων.

Επειδή η γιαγιά έφτασε τα 92 άρα έχει ακόμα δρόμο η ιστορία, η συνέχεια στο επόμενο…..

Στη φωτογραφία η γιαγιά με το κοντό για την εποχή και μοντέρνο φουστάνι, μοντέρνο χτένισμα και μεταξωτές κάλτσες κι ο παππούς ντυμένος τα καλά του σε φωτογραφία της εποχής, με φόντο κουβέρτα του Στρατού. Δεν ήταν κοντός ο παππούς απλά η γιαγιά ήταν πανύψηλη. Κάποιος που δεν τους χώνευε πολύ, έβγαλε τα μάτια τους στη φωτογραφία, το έκαναν αυτό παλιά χωρίς να έχω καταλάβει καλά το λόγο. Ήταν κάτι σαν βουντού; Ποιος ξέρει…

21
Απρ
10

21η Απριλίου

21η Απριλίου σήμερα. Η ζωή μας κάνει πλάκες. Πριν σαραντατρία χρόνια μας κατσικώθηκε μια δικτατορία ηλίθιων και αμόρφωτων συνταματαρχών, σήμερα μας κατσικώνεται το Δ.Ν.Τ.

Ήμουν πολύ μικρή τότε, πρωτάκι στο δημοτικό αλλά μικρό γιατί «κέρδιζα» χρονιά. Πέσαμε να κοιμηθούμε το προηγούμενο βράδυ, την άλλη μέρα ξυπνήσαμε και νομίζαμε πως ξημέρωσε μια ακόμα μέρα ίδια με τις άλλες. Νομίζαμε όμως…. Πήγαμε στο σχολείο και μας έδιωξαν. Χαράς ευαγγέλια για τα νιάνιαρα αλλά κανείς δεν μας εξήγησε το λόγο της ξαφνικής αργίας. Ούτε και κανείς μας είπε αν την επόμενη θα είχαμε σχολείο ή όχι. Θα το μάθετε μας είπαν. Από που θα το μάθουμε όμως; Μ’ έτρωγε η περιέργεια για το πως και το γιατί, κι απάντηση δεν έπαιρνα. Στα σπίτια μας οι μεγάλοι ήταν όλοι ανήσυχοι σε αντίθεση με μας τα μικρά. Όλο ψου ψου και μου μου μεταξύ τους αλλά μόλις έστηνα αυτί να μάθω κι εγώ τι συνέβη, μ’ έδιωχναν. Κόντευα να σκάσω παρ’ όλο που δεν με χάλαγε να μην πάω σχολείο. Τι σκατά αργία ήταν αυτή; Είχε περάσει η 25η Μαρτίου, τη γιορτάσαμε, είπαμε ποιήματα και τραγούδια, στολίσαμε και το σχολείο μας με τους ήρωες του ’21. Στο νηπιαγωγείο που πήγα την προηγούμενη χρονιά, είχα μάθει τις εθνικές εορτές, δεν θυμόμουν να μας είχαν μιλήσει για γιορτή μέσα στον Απρίλη. Το Πάσχα….. Το Πάσχα δεν θυμάμαι αν εκείνη τη χρονιά είχε περάσει ή το περιμέναμε αλλά -όπως και να ‘χει- το Πάσχα δεν γιορτάζεται απότομα, έχει μια τελετουργία που μυρίζει λιβάνι και τσουρέκια.

Δεν θυμάμαι αν καθήσαμε μία ή δύο μέρες πάντως τη μέρα που επιστρέψαμε, υπήρχε αναβρασμός. Κανένα από μας τα πρωτάκια δεν ήξερε τι είχε συμβεί, κανένας δεν μας είχε πει κάτι. Οπότε προσπαθούσαμε να καταλάβουμε μόνα μας και φυσικά έδιναν και έπαιρναν οι τερατολογίες, που τάχαμου εξηγούσαν την αιτία της ευχάριστης αλλά απρόσμενης και παράξενης αργίας. Δεν τα θυμάμαι όλα αλλά θυμάμαι την πιο τερατώση εξήγηση, αυτή που περιχαρής και περήφανος μας έδινε,ένας συμμαθητής μου, ο Γιώργος. “Μας επιτέθηκαν οι Τούρκοι” -μάλλον επηρεασμένος από την 25η Μαρτίου που δεν είχε περάσει μήνας που τη γιορτάσαμε- “με τα αεροπλάνα τους αλλά τους νικήσαμε.!!!!” Κρεμαστήκαμε από το στόμα του κι ο Γιώργος ψήλωσε 10 πόντους. Είχε γίνει δηλαδή πόλεμος και δεν το πήραμε χαμπάρι; «Ναι» μας έλεγε «έγινε πόλεμος και νικήσαμε». Ήταν όμως και κάτι σκατόπαιδα που δεν είχαν πειστεί και του έλεγαν πως αυτά δεν είχαν ακούσει αεροπλάνα να περνάνε. «Πέρασαν, εγώ τα είδα….» επέμενε ο Γιώργος το βιολί του, βλέποντας πως από βασιλιάς της τάξης θα γινόταν περίγελως. «Και πως τα γνώρισες ρε; « επέμεναν οι άλλοι. «Τα γνώρισα από τις μύτες τους, πετούσαν χαμηλά και οι μύτες τους ήταν βαμμένες κόκκινες. Κόκκινη δεν είναι η τούρκικη σημαία;». Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τους άπιστους Θωμάδες…. Πείστηκαν κι έτσι ο Γιώργος, που ήταν ένα χαμηλών τόνων παιδί, έζησε τη μεγάλη μέρα του…..

Όταν γύρισα σπίτι και είπα στη μάνα μου πως έμαθα επιτέλους το λόγο που δεν είχαμε σχολείο και της τον είπα, γέλασε. «Μακάρι» μου είπε «μακάρι να ήταν έτσι….». Πάλι δεν κατάλαβα αλλά σιγά μη τολμούσα να ρωτήσω.

Έτσι μπήκε στη ζωή μου η χούντα των ηλίθιων κι έκατσε επτά χρόνια. Μεγάλωνα με την προπαγάνδα τους την οποία μετέφερα πασιχαρής στο σπίτι μου. Πανηγύρισα με το 90 κάτι τοις εκατό στις «εκλογές». Η μάνα μου κούναγε το κεφάλι της κι όλο κρυφομιλούσαν με το μπαμπά, και με τη γιαγιά στα τσέχικα, για να μην καταλαβαίνουμε εμείς. Μετά κατάλαβα πως το γεγονός πως είχε περάσει κάποια χρόνια στο «σιδηρούν παραπέτασμα» ήταν κι ο λόγος της ανησυχίας της. Κι όταν τους έπιασα ν’ ακούν το βράδυ κρυφά στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις από την ελληνική εκπομπή της Μόσχας ,πανικοβλήθηκαν. Μ’ ‘επεισαν όμως πως έτσι και τολμήσω να ξεστομίσω κουβέντα γι’ αυτό παραέξω, θα τους δω την άλλη μέρα κρεμασμένους. Έκαναν και μια κίνηση, με το χέρι τους στο λαιμό και τα μάτια γουρλωμένα, για έμφαση. Τι να κάνω κι εγώ, κράτησα το μυστικό παρ’ όλο που καταλάβαινα πως δεν ταίριαζε απόλυτα με τον ενθουσιασμό μου για την «Επανάστασιν». Μόνο με το μπαμπά γελούσα όταν μιλούσε σαν τον Παπαδόπουλο κι άρχιζε τα «ημίν, υμών, υμάς…..».

Έτσι πέρασαν επτά σχεδόν χρόνια, με μένα να υμνώ την «Επανάστασιν», τους γονείς μου ν’ ακούν Ράδιο Μόσχα, κάποιους γείτονες να παίρνουν των ομματιών τους για τη Γερμανία και κάποιους άλλους να εξαφανίζονται χωρίς λόγο. Μέχρι που ήρθε η μέρα να κατάλαβω επιτέλους τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα της απρόσμενης αργίας…..

15
Απρ
10

Isabella

Μεγάλωσα σε μια εποχή που το μόνο μέσο διασκέδασης σ’ ένα σπίτι ήταν το ραδιόφωνο. Άκουγα θέατρο, λογοτεχνία και ποίηση μέσα από τα ερτζιανά αλλά και πολύ μουσική. Η τηλεόραση μπήκε αργότερα στη ζωή μας. Οι πρώτοι που έβαλαν τηλεόραση στο σπίτι τους ανέλαβαν και την ψυχαγωγία ένος μέρους της γειτονιάς. Κοινώς σπάνια περνούσε μέρα με προβολή του «Άγνωστου Πόλεμου» ή του «Παράξενου ταξιδιώτη» π.χ. που να μη μαζευόταν κάποιοι από τη γειτονιά στο σπίτι τους για να δουν το επεισόδιο. Γκαντέμηδες οι πρώτοι αυτοί κάτοχοι τηλεόρασης, το σπίτι τους μετατρεπόταν κάθε βράδυ σε κινηματογραφική αίθουσα. Χτυπούσε το κουδούνι τους και ήξεραν πως είναι οι γείτονες που ήρθαν να θρονιαστούν στο σαλόνι τους να δουν το σίριαλ. Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση αυτό, ήταν απολύτως φυσιολογικό ακόμη να μοιράζονται οι άνθρωποι τα αγαθά τους ακόμα κι αν αυτό τους έκανε τη ζωή δύσκολη. Μόνο η μαμά μου δεν μας πολυάφηνε να πηγαίνουμε στην κυρία Γεωργία να της κατσικωθούμε για τηλεόραση γιατί τη σκεφτόταν. Με τρία παιδία και άντρα, σ’ ένα δυαράκι και να έχει κάθε βράδυ στο κεφάλι της εμάς τις τρείς κι ακόμη όποιον άλλο χτυπούσε το κουδούνι της. Σιγά σιγά βέβαια όλο και περισσότερα σπίτια αποκτούσαν το «μαγικό κουτί» κι έτσι άρχισαν να ησυχάζουν οι πρώτοι.

Στο σπίτι μας όμως, εκτός από το ν’ ακούμε πολύ ραδιόφωνο τραγουδούσαμε και πολύ. Όλοι στην οικογένεια είμασταν καλλίφωνοι, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο πάντως δεν υπήρχε κάποιος εντελώς Κακοφωνίξ ανάμεσά μας. Με τις αδελφές μας είχαμε ένα τεράστιο ρεπερτόριο κι όταν πιάναμε να τραγουδάμε βγάζαμε τουλάχιστον δίωρο πρόγραμμα.

Κάπως έτσι κελαηδώντας έφυγα και για σπουδές. Την πρώτη χρονιά είχα μόνον ένα μικρό ραδιοφωνάκι που δεν είχε FM και στις 12 το βράδυ που σταματούσε το κρατικό ραδιόφωνο δεν υπήρχε τίποτε για ν’ ακούσω. Κάτι αραβικούς σταθμούς στα «βραχέα» έπιανα, κόλαση… Στις αρχές της δεύτερης χρονιάς μου στην Πάτρα, μόλις είχα κλείσει τα 18, πέρασα από το σπίτι κάτι φίλων μου. Ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα και φλογέρα και μου είπε πως του έκαναν πρόταση από μια μπουάτ στην οποία σύχναζαν φοιτητές να παίζει μουσική. Το μαγαζί ήταν η «Isabella» και εντυπωσιάστηκα. Είχα πάει μερικές φορές την προηγούμενη χρονιά και είχε πολύ καλό πρόγραμμα. Τα παιδιά που έπαιζαν ήταν πολύ καλοί μουσικοί, ωραίες φωνές και φυσικά όλοι τους φοιτητές. Το σχήμα όμως είχε διαλυθεί και ο Χρήστος ο Δεληβοριάς –πιανίστας, φοιτητής στο χημικό, πατρινός και ο μόνος που έμεινε στο μαγαζί από το παλιό σχήμα- έψαχνε καινούριους να φτιάξει το νέο σχήμα. Το είπε στον Κ. και σε μερικούς άλλους κι έτσι μαζεύτηκαν. Εκείνη τη μέρα ο Κοσμάς έκανε πρόβες να βγάλει στην κιθάρα κάποια κομμάτια που δεν τα ήξερε γιατί ήταν ροκάς ενώ στο μαγαζί έπρεπε να παίζει διαφορετικά πράγματα. Μου είπε λοιπόν κάποια στιγμή πως τους έλειπε γυναικεία φωνή και μεταξύ σοβαρού κι αστείου του είπα να μη την ψάχνει γιατί την έχει μπροστά του. “Ρε συ, δίκιο έχεις” μου είπε “αφού πάντα σ’ ακούω να τραγουδάς όταν μαζευόμαστε”. Κι έτσι βρέθηκα στο μαγαζί με το Δεληβοριά. «Τραγουδάς ρε μωρό;» με ρώτησε έκπληκτος ο Χρήστος που με ήξερε από τ’ αμφιθέατρα αλλά δεν είχε φανταστεί πως πιθανόν δεν ήμουν Κακοφωνίξ. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες έγινα μέλος του σχήματος της Isabella κι άρχίσαμε πρόβες.

Με το που έπιασα πρώτη φορά το μικρόφωνο σκιάχτηκα. «Δεν πειράζει μωρό» είπε ο Χρήστος “θα κάνουμε πρόβες χωρίς μικρόφωνο κι αυτό θα το αφήσουμε στο τέλος”. Με αποκαλούσαν τότε όλοι «μωρό» γιατί ήμουν το πιτσιρίκι του πανεπιστήμιου και πολλοί φίλοι μου ήταν από μεγαλύτερα έτη.

Ένας μήνας πέρασε με πρόβες  αλλά το μικρόφωνο δεν το ξεφοβήθηκα. Το βράδυ της πρεμιέρας ήμουν χάλια. Από την ταραχή μου δεν με χωρούσε ο τόπος. Αποφάσισα να πάω σινεμά για να μην τρελαθώ, προβολή 8-10 στην «Ομόνοια» ο «Κλέφτης ποδηλατων» του Vittorio De Sica. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι έβλεπα!! Είχα φορέσει κι ένα φόρεμα ινδικό που μου έδωσε μια φίλη γιατί εγώ δεν είχα τίποτε της προκοπής και κατά τις 10 μπήκα στο μαγαζί που ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτο. Κόντεψα να καταρρεύσω, τρομοκρατήθηκα, γιατί όλοι αυτοί σκέφτηκα πως μας την είχαν στημμένη στη γωνία για συγκρίσεις με το παλιό σχήμα που ήταν όντως πολύ καλό. Με είδε στα χάλια μου ο Χρήστος και ήρθε μ’ ένα ουίσκι που μου το έδωσε να το πιω με το ζόρι για να χαλαρώσω. Εννοείται πως δεν κατάλανβα τίποτε κι ας ήταν το πρώτο ουίσκι της ζωής μου, κι ας μην είχα πιει αλκοόλ μέχρι τότε παρά ελάχιστες φορές. Κανονικά έπρεπε να γίνω ντίρλα αλλά που…..

Ήρθε η ώρα μου, ανέβηκα στη σκηνή, κάθισα σ’ ένα σκαμπό δίπλα στο πιάνο, πήρα το μικρόφωνο, κατέβασα το κεφάλι έτσι ώστε τα μαλλιά να κρύβουν το πρόσωπό μου κι άρχισα να τραγουδάω. Τι; Δεν θυμάμαι…. κάτι του Χατζιδάκι πάντως. Αυτό που θυμάμαι είναι πως με τρόμο άκουσα κάποια στιγμή ένα σχόλιο του στιλ «καλά, το κοριτσάκι δεν έχει αύριο σχολείο; Πως την αφήνουν μέχρι τόσο αργά έξω και μάλιστα να δουλεύει;» που με αποτελείωσε και το Χρήστο να μου λέει “Βγες πίσω από το πιάνο βρε, σε λίγο δεν θα φαίνεσαι…”. Από τη ντροπή μου έσπρωχνα το σκαμπό σιγά σιγά προς το πιάνο και κόντεψα όνως να μπω πίσω του. Τέλος πάντων, είπα τα τραγούδια μου και κατέβηκα. Μετά, στα ντουέτα και στα ρεμπέτικα στο τέλος που πάλι δεν ήμουν μόνη μου στη σκηνή συνήλθα λιγάκι.

Ζήλευα το Γιάννη, ένα φοιτητή του πολυτεχνείου που τραγουδούσε blues. Είχε φοβερή άνεση, έπαιζε καλή κιθάρα και όλοι αναρωτιούνταν πως τραγουδάει τόσο καλά τ’ αμερικάνικα. Μόνον εμείς ξέραμε πως ήξερε ελάχιστους στίχους απλά μουρμούραγε αλλά ήξερε να το κρύβει τέλεια!!!!! Απίστευτος ήταν!!!!

Μέρα με τη μέρα χαλάρωνα και αποκτούσα σχετική άνεση στη σκηνή. Εκεί που δεν μπορούσα να χαλαρώσω με τίποτε ήταν όταν ήμουν κάτω από τη σκηνή. Αν ήταν κάποιοι φίλοι κάπως περνούσε η ώρα. Αλλιώς έπιανα μια καρέκλα σε μια γωνιά και περίμενα να περάσει η ώρα να ξανανέβω. Δεν έπινα, δεν δεχόμουν κεράσματα και κοιτούσα με τρόμο αυτούς που την άραζαν στο μπαρ. Ήταν κάποιοι τριαντάρηδες πάνω κάτω που έμένα μου φαινόταν παππούδες τότε, φίλοι του ιδιοκτήτη που η Isabella ήταν τιο στέκι τους και τους άρεσε και το πρόγραμμα. Αυτοί θεωρούσαν φυσικό να πιάσουμε την κουβέντα, να με κεράσουν ένα ποτό και μέχρι εκεί. Εγώ όμως αυτό δεν το ήξερα, θεωρούσα πως είναι «άνθρωποι της νύχτας» που ποιος ξέρει σε τι κόλαση ήθελαν να με παρασύρουν και γιαυτό τους απέφευγα. Καλησπέρα μου έλεγαν και μόνο που δεν γρύλιζα και καθόμουν αγριεμμένη στη γωνιά μου. Πλάκα είχα τώρα που με σκέφτομαι, δίκιο είχε ο Χρήστος μου με αποκαλούσε μωρό…

Αυτή η ιστορία κράτησε κάτι παραπάνω από 2 μήνες. Δεν ήμουν κακή τραγουδίστρια αλλά δεν ήμουν για τη νύχτα έτσι αγριεμμένη που κυκλοφορούσα στο μαγαζί εκτός σκηνής. Ο ιδιοκτήτης δεν ήθελε φυσικά να κάνω κονσομασιόν αλλά ένα χαμόγελο και μια συμπεριφορά κανονικού ανθρώπου κι όχι αγριάνθρωπου. Έτσι κάποιο βράδυ μου είπε πως τελείωσε η συνεργασία μας. Από τη μια στεναχωρήθηκα γιατί ήταν καλό το νυχτοκάματο για τα δεδομένα της εποχής, νομίζω 400 δρχ η βραδιά όταν όλο το μηνιάτικο επίδομα από τους γονείς μου ήταν 7.000 δρχ. Από την άλλη ομολογώ πως ανακουφίστηκα, μου προκαλούσε μεγάλο στρες κάθε βράδυ. Μετά από δυο τρία χρόνια μου ξαναπρότεινε ο Χρήστος να πάω να δουλέψουμε σ’ άλλο μαγαζί αλλά εκεί αρνήθηκα από την αρχή. Έτσι έληξε άδοξα η τραγουδιστική μου καριέρα στη νυχτερινή Πάτρα των φοιτητικών μου χρόνων.

Δεν έληξε όμως το ίδιο άδοξα για ένα από τα μέλη εκείνου του σχήματος. Τα ντουέτα στα ρεμπέτικα αλλά και στα υπόλοιπα τραγούδια τα έκανα μ΄ένα παιδί της ηλικίας μου που νομίζω πως και γιαυτόν ήταν η πρώτη του φορά στη σκηνή. Το παιδί αυτό ήταν ο Γιώργος ο Σαρρής, μετέπειτα Ζιγκ Ζαγκ και τώρα σ΄ένα πρόγραμμα στα 9/8, που όπως μου είπε θυμίζει κάπως εκείνο το παλιό που κάναμε μαζί. Έπεσα πάνω του τυχαία μέσα στο αχανές διαδίκτυο κι αυτή η διαδικτυακή, κατ’ αρχήν, συνάντηση ήταν η αφορμή για να θυμηθώ τη δική μου ξεχασμένη καριέρα στη νύχτα.

23
Σεπ
09

ΒΑΒΕΛ

Μου ερχόταν συνέχεια στο μυαλό τον τελευταίο καιρό αυτό το εξώφυλλο της ΒΑΒΕΛ. Ε, έκανα τις δέουσες ανασκαφές, και ω! του θαύματος, το βρήκα.
Να λοιπόν ένα εξύφυλλο της “ΒΑΒΕΛ” από το 1981. Τεύχος υπ. αριθμ. 8. Και ναι, ήταν λίγο πριν τις εκλογές που έφεραν για πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Τότε που πλημμύρισε η Αθήνα από τον κόσμο που κατέβηκε να πανηγυρίσει την “Αλλαγή”. Τότε που εγώ δεν είχα βγάλει εκλογικό βιβλιάριο γιατί δεν το φρόντισα. Και λύσσαξα που όλοι οι φίλοι μου ψήφιζαν (όχι ΠΑΣΟΚ οι περισσότεροι αλλά ψήφιζαν) κι εγώ έμεινα στην απέξω. Βέβαια αυτό μ’ έκανε να βρίσκομαι στην Αθήνα εκείνες τις μέρες αντί για τη Θεσσαλονίκη όπου θα ψήφιζα. Κι έτσι μπορώ ακόμα να θυμάμαι τη λαοπλημμύρα της Αθήνας. Έχουν μείνει και κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες-ενσταντανέ που τράβαγε ο Νίκος. Αλλά αυτές θέλουν ακόμα περισσότερη ανασκαφή για να βρεθούν.
11
Σεπ
09

Οι εκλογές αλλιώς

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Πριν δώσω το λόγο στο συνάδελφο Μπεκλαρή θα κάνει ένα σχόλιο η Μαριάννα Μπρεκάση. Μ. ΜΠΡΕΚΑΣΗ: Πήρα αυτή τη στιγμή το λόγο για να σας κάνω μια υπενθύμιση την οποία θεωρώ βασική για την συζήτησή μας και για το παραπέρα. Από τον Δεκέμβρη και μετά ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται μια ανελέητη επίθεση από τη μεριά του συστήματος, από τη μεριά του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό είναι γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ενόχλησε, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στο πλευρό των εργαζομένων και της νεολαίας σε όλους τους αγώνες και ήταν μια πραγματική αντιπολίτευση στη Νέα Δημοκρατία σε όλη αυτή την περίοδο της διακυβέρνησής της.
Για όποιον ενδιαφέρεται για τη συνέχεια…

Τι μ’ έπιασε τώρα και βάζω κομμάτι από τη συνέντευξη του Τσίπρα στη Δ.Ε.Θ., ε; Για να είμαι ειλικρινής δεν δίνω μία για τον Τσίπρα. Έπεσα τυχαία πάνω στη συνέντευξη και είδα πως ήταν εκεί και η Μαριάννα. Που σημαίνει πως είναι καλά ή τουλάχιστον αρκετά καλά. Είναι υποψήφια στη Θεσσαλονίκη και είναι συμμαθήτριά μου. Έξι χρόνια στην ίδια τάξη και σε διπλανά θρανία. Είμασταν οι ψηλές της τάξης και συνήθως μας έβαζαν να κάτσουμε πίσω πίσω, σύμφωνα με το δόγμα “οι κοντοί μπροστά, οι ψηλοί πίσω”. Πολύ ψηλή, πολύ όμορφη, πολύ μελαχρινή και πολύ καλή μαθήτρια. Εκτός από το ύψος ήταν και τα ονόματά μας δίπλα στον κατάλογο, κοντινά επίθετα. Αν σήκωναν εμένα, για μάθημα χτύπαγαν καμπανάκια και για τη Μαριάννα. Και στο φροντιστήριο μαζί πηγαίναμε. Η Μαριάννα ήθελε να γίνει γιατρός. Τελικά έγινε οδοντίατρος. Ήταν οργανωμένη από το σχολείο, πρώτα στην ΚΝΕ μετά σε κόμμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, πάντα όμως το ίδιο μαχητική. Και πάντα σοβαρή. Έπαιρνε στα σοβαρά ακόμα και τ’ αστεία πόσο μάλλον την πολιτική της δουλειά. Περάσαμε αρκετά χρόνια μαζί και ξέρω πως είναι από τους ανθρώπους που δλίνονται με την ψυχή τους σ’ αυτά που κάνουν και σ’ αυτά που πιστεύουν.
Τελευταία φορά την είδα πριν κανένα χρόνο σε μια συνάντηση παλιών συμμαθητριών. Ήταν κουρασμένη. Ήρθε όμως και χαμογελούσε όσο άντεξε να μείνει μαζί μας. Χάρηκα και χαρήκαμε όλες που ήρθε. Ήταν πολύ δεμένη η τάξη μας.
Γιαυτό χάρηκα που είδα πως είναι υποψήφια και ήταν και στη συνέντευξη τύπου. Μάλλον είναι καλά ή τουλάχιστον καλύτερα.

04
Σεπ
09

Η Στέλλα, η Μαρίκα, η Ασπασία και η γιαγιά Αγνή

Συνήθως τελειώνω όσα αρχίζω. Κι όταν αφήνω κάτι μισοτελειωμένο, με στοιχειώνει. Εδώ και καιρό λοιπόν τριγυρίζουν στο κεφάλι μου με παράπονα, οι γείτονες που τους άφησα έξω από τις περιγραφές της γειτονιάς με τους χωματόδρομους. Σαν πιτσιρίκια, που γκρινιάζουν στα πόδια της μαμάς γιατί δεν τους πήρε παγωτό ενώ πήρε στο μεγαλύτερο. Η ιδέα να γράφω για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ξεκίνησε διαβάζοντας ένα κείμενο της FARAONA που ανέφερε εκείνες τις γειτονιές και ανακάλυψα έτσι, πως μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Τη ρώτησα αν θυμόταν τον τάδε και το δείνα, διάφορους μαγαζάτορες-φιγούρες της περιοχής. Τους θυμόταν και τότε της είπα πως θα κάτσω να τους θυμηθώ όλους και να γράψω γιαυτούς. Κυρίως, για να τους ξαναθυμηθώ και να μην τους ξεχάσω ποτέ. Αλλά επειδή συνήθως γι’ αλλού ξεκινάω κι αλλού πηγαίνω, ξεκίνησα από τους γείτονές μου στην πολυκατοικία. Έμειναν όμως οι μαγαζάτορες και οι υπόλοιποι γείτονες να κλαίνε παραπονιάρικα. Δεν θέλω να τους αφήσω με το παράπονο, η ιστορία πρέπει να φτάσει στο τέλος της….

Έτσι μπαίνει στο κάδρο η κυρά Στέλλα με τις κουρελούδες της. Είχαν έρθει οικογενειακώς από την Ορεστιάδα kαι έμενε στο υπόγειο της απέναντι πολυκατοικίας. Είχε όμως τη δική της αυλίτσα και είσοδο από κει, εκτός από την κύρια είσοδο. Η κυρά Στέλλα είχε βγάλει στο στενάκι μας ένα παλιό πίσω κάθισμα αυτοκινήτου (από κείνα τα παλιά, τα ενιαία των αμερικάνικων αυτοκινήτων), έβγαζε και καρεκλίτσες και μαζεύονταν οι γείτονες και τα λέγανε τα καλοκαιριάτικα βράδια με το παιδομάνι να παίζει τριγύρω. Έφτιαχνε κουρελούδες αλλά όχι στον αργαλειό, κάτι άλλες που πέρναγε τα κουρελάκια σε μια βάση και οι κουρελούδες της ήταν «μαλλιαρές». Γιαυτό στην αυλή της υπήρχαν σακκούλες με χρωματιστά κουρελάκια και καμιά φορά μας έδινε κανένα μεγαλούτσικο να φτιάξουμε κι εμείς φουστάνια στις κούκλες μας.. Όλη η γειτονιά είχε τουλάχιστον ένα πατάκι της κυρά Στέλλας. Καλή γυναίκα, με το μόνο που θύμωνε ήταν όταν από τους παραπάνω ορόφους πέταγαν πράγματα από το μπαλκόνι και λέρωναν την αυλίτσα της.
Δίπλα ήταν το διώροφο της γυναίκας του Τσάρου και παραδίπλα η κυρά Μαρίκα, η μανάβισσα, σε μια μονοκατοικία. Είχε μανάβικο αλλά η μαμά δεν ψώνιζε απ’ αυτήν, έλεγε πως δεν ήταν φρέσκα τα ζαρζαβατικά και τα φρούτα της. Εμείς ψωνίζαμε από άλλο μανάβη, στη Φλέμινγκ. Αυτό σήμαινε φυσικά, ψυχρές σχέσεις ανάμεσα στη Μαρίκα και μας με τη μαμά μου να λέει «ε τι, επειδή είναι γειτόνισσα πρέπει να τρώμε χάλια λαχανικά και φρούτα;». Δεν της ρίχνω άδικο της μαμάς αλλά η Μαρίκα είχε το δικό της νταλγκά. Είχε κι ένα γιο η Μαρίκα, το Μαργαρίτη, λίγο μεγαλύτερος από μένα. Μια φορά αποφασίσαμε με το Μαργαρίτη να βγάλουμε λεφτά στήνοντας μια παράσταση στην αυλή τους. Βγάλαμε τις καρέκλες του σπιτιού στην αυλή (και τις «καλές» της τραπεζαρίας), κρεμάσαμε ένα σεντόνι άσπρο στα σκοινιά της μπουγάδας κι έτοιμο το θέατρο. Μια δραχμή το εισιτήριο και γέμισε η αυλή με την πιτσιρικάδα της γειτονιάς. Η Μαρίκα ήταν στο μαγαζί και δεν είχε ιδέα φυσικά. Ο Μαργαρίτης έπαιζε κιθάρα (για την ακρίβεια γρατζουνούσε μια κιθάρα) και μέχρι να ετοιμαστούμε ήταν πίσω από το σεντόνι και διασκέδαζε –ντεμέκ- το φιλοθεάμον κοινό μας που αδημονούσε. Και πάνω εκεί, γύρισε η Μαρίκα σπίτι να πάρει κάτι κι έγινε το έλα να δεις. Είδε το σπίτι της να έχει μετακομίσει στην αυλή και τρελάθηκε. Μας πήρε με το σκουπόξυλο και όποιον πάρει ο Χάρος, με το Μαργαρίτη να έχει μαζέψει φυσικά τις περισσότερες. Εννοείται πως μας πέρασαν κι ένα δεύτερο χέρι οι μαμάδες μας, που έδωσαν δίκιο στην ταλαίπωρη Μαρίκα. Τα λεφτά που μαζέψαμε δεν θυμάμαι τι απέγιναν… Στα κεραμίδια της Μαρίκας πάντως, πέταξα τα περισσότερα από τα δόντια που άλλαξα όταν ήμουν παιδάκι καθ’ υπόδειξη της γιαγιάς που έλεγε πως έτσι πρέπει να κάνουμε με τα δόντια μας.
Δίπλα από της Μαρίκας ήταν ένα άδειο στενό οικόπεδο και μετά το σπιτάκι της Ασπασίας. Η στρίγκλα της γειτονιάς, με σφιχτά χείλη και σφιχτό κότσο. Κι η κόρη της έτσι ήταν μέχρι που παντρεύτηκε, γεροντοκόρη για τα δεδομένα της εποχής, και μετά ερχόταν μόνον για επίσκεψη με τον ταλαίπωρο τον άντρα της που ήταν το ίδιο ταλαίπωρος με τον άντρα της Ασπασίας. Εκείνος ο καημένος ήταν γλυκομίλητος και πάντα έλεγε καλημέρα με χαμόγελο κάτω από το μπερέ που φορούσε, πάντα εκτός αν συνόδευε την Ασπασία. Η Ασπασία μπροστά με τον κότσο της, στυφή και αγέλαστη κι άντρας της ν’ ακολουθεί με το κεφάλι κάτω. Όλα την ενοχλούσαν και κυρίως οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν το καλοκαίρι. Έτσι, μια φορά ανακαλύψαμε πως είχε σκορπίσει και μισοθάψει σπασμένα γυαλιά στο χώμα του στενού μας έξω από το σπίτι της, για να μας αποτρέψει από το να παίζουμε εκεί. Τουλάχιστον έτσι αποφάνθηκε το λαϊκό δικαστήριο της γειτονιάς και την καταδίκασε σε ισόβια μοναξιά. Κανένας δεν της έλεγε καλημέρα πια. Δεν ξέρω πόσο την ένοιαζε αυτό την Ασπασία. Ησυχία πάντως δεν βρήκε. Εξακολουθούσαμε να παίζουμε και έξω από το σπίτι της και να την ενοχλούμε. Μόνον όταν έβγαινε από το σπίτι σταματούσαμε, μέχρι να μας προσπεράσει και μετά συνεχίζαμε με μεγαλύτερη δύναμη.
Παραδίπλα από την Ασπασία, έμενε η γιαγιά Αγνή που πάντα μου προξενούσε μεγάλη στεναχώρια. Ήταν πιο μεγάλη από τη δικιά μου τη γιαγιά και έμενε μόνη της σ’ ένα σπιτάκι νοικιασμένο. Σπάνια έβγαινε, συνήθως ήταν στο παράθυρο κι έβλεπε τα παιδιά να παίζουν και την απέναντι πολυκατοικία. Αν κι επειδή ήταν στο βάθος του στενού (το τελευταίο σπιτάκι δεξιά), δεν φτάναμε συχνά μέχρι εκεί όταν παίζαμε, παρά μόνον όταν θέλαμε να μπούμε στο μισογκρεμισμένο σπίτι στο βάθος και να ψάξουμε για «θησαυρούς». Αυτό φυσικά κρυφά από τους γονείς μας, που φοβόταν μη σκοτωθούμε εκεί μέσα πατώντας κάποιο σάπιο πάτωμα. Αλλά ποιος ακούει τους γονείς μπροστά στην πρόκληση της ανακάλυψης κρυμμένων μυστικών; (οργίαζε η φαντασία μας…)
Κάποιες φορές την γιαγιά Αγνή την επισκεπτόταν ο γιος της. Ερχόταν για λίγη ώρα σοβαρός και κουστουμαρισμένος, καθόταν μαζί της να τα πούνε, έφευγε κι έμενε η γιαγιά Αγνή με τη στεναχώρια να τον περιμένει στο παράθυρο πότε θα ξανάρθει. Ο μύθος της γειτονιάς έλεγε, πως ο γιος της είχε λεφτά και μεγάλο σπίτι αλλά δεν την ήθελε η γυναίκα του στα πόδια της. Της χάλαγε το image του ρετιρέ που έμεναν κι έτσι ο γιος της τής νοίκιαζε αυτό το σπιτάκι κι ερχόταν να τη δει όποτε μπορούσε. Το λαϊκό δικαστήριο της γειτονιάς την είχε καταδικάσει για υπέρτατη αναλγησία και όλοι λυπόταν τη γιαγιά Αγνή γι αυτό που έπαθε στα γεράματά της. Κι η δική μου η γιαγιά μάλλον θα θεωρούσε τον εαυτό της τυχερό, που η δικιά της η κόρη δεν την πέταξε να ζει μόνη της σ’ ένα σπιτάκι νοικιασμένο και να τη λυπάται η γειτονιά, αν και ποτέ δεν τη ρώτησα αν σκεφτόταν όντως έτσι. Ποιος ξέρει όμως; Η γιαγιά Αγνή φάνταζε γλυκύτατη στα δικά μας μάτια αλλά κανείς δεν ξέρει πως φερόταν στο γιο και τη νύφη της.

Στη φωτογραφία ένα παιδικό μου σκιτσάκι. Φαίνεται μια πολυκατοικία απέναντι και τα κεραμίδια της κυρά Μαρίκας που δέχονταν τα δόντια που άλλαζα.

24
Ιουν
09

Τα καλοκαίρια και η Χαλκιδική

Τα καλοκαίρια, όταν ήμουν παιδί, τα λάτρευα και τα μισούσα ταυτόχρονα. Λάτρευα τις μεγάλες ζεστές μέρες, το ατέλειωτο παιχνίδι, τα μεσημέρια που υπήρχε «υποχρεωτική κατάκλιση» την οποία μονίμως καταστρατηγούσαμε και μόλις έπαιρνε ο ύπνος τους μεγάλους σηκωνόμασταν αθόρυβα και βγαίναμε στο μπαλκόνι να παίξουμε. Μας ξαναμάζευαν γιατί κάποια στιγμή ξεχνιόμασταν και κάναμε φασαρία και πάλι το ξανασκάγαμε μόλις τους ξανάπαιρνε ο ύπνος. Μ’ άρεσαν τα καλοκαιρινά φρούτα που τα περιμέναμε με τη σειρά τους. Τα τεράστια αμερικάνικα καρπούζια που ερχόταν με τις «πλατφόρμες» από τα γύρω χωριά και τα πουλούσαν στις γειτονιές. Βραδινό με δροσερό καρπούζι ή πεπόνι και ψωμοτύρι. Και τη μάνα μου να μη μας αφήνει να φάμε πολύ καρπούζι «γιατί θα κατουριέστε το βράδυ». Πως της είχε έρθει αυτό; Καμμιά μας δεν κατουριόταν το βράδυ, ποτέ. Τα ροδάκινα που δεν τα χόρταινε η μαμά. Τεράστιοι γιαρμάδες με άρωμα (όχι όπως τώρα) και βερίκοκα επίσης νόστιμα και αρωματικά. Και η γιαγιά να φτιάχνει όλο το πρωί το αγαπημένο μου καλοκαιρινό φαγητό. Τα «τηγανητά». Μελιτζάνες, κολοκύθια, πατάτες, πιπεριές, όλα τηγανητά και στο καπάκι τηγανητές ντομάτες. Όλο το πρωί της έπαιρνε να κόψει και να τα τηγανίσει για να ταΐσει το λόχο.

Διακοπές δεν πηγαίναμε. Δεν υπήρχε χωριό ή μάλλον υπήρχε ένα στο οποίο όμως δεν ήθελαν να ξαναπατήσουν η μαμά και η γιαγιά. Είχαν φύγει με άσχημες συνθήκες και τις πλήγωνε μια επίσκεψη στα μέρη τους. Μέναμε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη μέχρι που άδειαζε από παιδιά και τότε σερνόμασταν με άδεια βλέμμα στη γειτονιά και περιμέναμε πότε θα γυρίσουν οι φίλοι μας από τα χωριά τους. Τότε τα μισούσα τα καλοκαίρια. Φυσικά ρίχναμε και τους περισσότερους καυγάδες της χρονιάς αφού δεν περνούσε η μέρα.
Δεν είχαμε χωριό είχαμε όμως τη Χαλκιδική. Τότε η Χαλκιδική δεν είχε καν δρόμους. Μερικές Κυριακές μέσα στο καλοκαίρι, αποφάσιζε ο μπαμπάς να μη δουλέψει και μετέτρεπε το ταξί σε Ι.Χ. Έτσι την είχα γυρίσει τη Χαλκιδική, Κυριακές με το ταξί του μπαμπά. Ερχόταν από τ’ άγρια χαράματα στο δωμάτιό μας και σφύριζε εμβατήρια για να ξυπνήσουμε. Μιλάμε για 5 το πρωί. Η μαμά από μέσα του έλεγε «άστα βρε τα παιδιά να κοιμηθούν μέχρι να ετοιμάσουμε τα πράγματα και τα ξυπνάμε μετά…». Τίποτε ο μπαμπάς. «Να σηκωθούν» έλεγε «να δουν την ανατολή, την καλύτερη ώρα της μέρας». Σηκωνόμασταν κι εμείς, τι να κάνουμε; Και καθόμασταν στο μπαλκόνι να δούμε την ανατολή κι αντί γι αυτό κοιμόμασταν η μια στον ώμο της άλλης. Φόρτωναν τα πράγματα στο πορτ μπαγκάζ και μέχρι τις 7 είχαμε φύγει. Τη Χαλκιδική τη γνώρισα παρθένα από τουρίστες, βίλες και rooms to let. Για να φτάσουμε στις παραλίες, που τώρα δεν βρίσκεις τόπο να βάλεις την πετσέτα σου κι αν βρεις θα έχεις στα μούτρα σου τον κώλο η την πατούσα του διπλανού, εμείς έπρεπε να κατέβουμε από τα βράχια σαν τα κατσίκια. Τι βρίσκαμε όμως μετά την κατάβαση!! Θάλασσες τζάμι και αμμουδιές απάτητες. Το πολύ να συναντούσαμε τίποτε χίπηδες γερμανούς που ήταν και οι μόνοι που ερχόταν τότε στον παράδεισό μας. Κι αφού κολυμπούσαμε και παίζαμε και μασουλούσαμε τα σαντουιτσάκια που είχε φτιάξει η μαμά (το πως γινόταν και δίπλα στο θάλασσα το ψωμοτύρι αποκτούσε τόσο θεϊκή γεύση ποτέ δεν το κατάλαβα) ξαναπαίρναμε το μονοπάτι των κατσικιών και ανεβαίναμε στο βουνό. Εκεί, κάτω από τα πεύκα στρώναμε τις κουρελούδες και άρχιζε το ψήσιμο. Μπάρμπεκιου στο δάσος. Πάντα. Κουβαλούσαν ψησταριά και ψήναμε μπιφτεκάκια που τα είχε ζυμώσει η μαμά αχάραγα. Και πιπεριές και φέτες ψωμάκι στο τέλος. Ποτέ, μα ποτέ το δάσος δεν κινδύνευσε από πυρκαγια κι ας ψήναμε κάθε φορά κάτω από τα πεύκα. Προσέχαμε βέβαια και δεν φεύγαμε αν δεν είχαν σιγουρευτεί πως δεν έμεινε ούτε σπίθα. Πως γίνεται και τώρα λαμπαδιάζουν τα δάση κάθε χρόνο θα σας γελάσω…
Και μετά κόβαμε καρπούζι και το τρώγαμε «φυσαρμόνικα» και τρέχαν τα ζουμιά στα πηγούνια και το λαιμό μας, έτσι που γινόμασταν στόχος για όλες τις μέλισσες της περιοχής. Κι αφού μαζεύαμε την ψησταριά και τα σκουπίδια σε μια σακούλα, αράζαμε στη δροσιά. Να μυρίζει πεύκο, να φυσάει δροσερό αεράκι, ν’ ακούς τα τζιτζίκια και να χαζεύεις το φως που περνάει ανάμεσα στα κλαδιά. Τι διαφορά έχει από τον παράδεισο; Μερικές φορές κουβαλούσε σκοινί ο μπαμπάς και έφτιαχνε κούνια, αν βρίσκαμε ένα καλό κλαδί. Ώρες να κουνιέμαι και να κατεβαίνω από την κούνια παραζαλισμένη αλλά ευτυχισμένη.
Φυσικά ρίχναμε κι έναν καυγά για ν’ αντέξουμε την τόση ευτυχία του Παραδείσου. Όλο και κάποια μαλακία θα κάναμε και θα καταλήγαμε με κλάματα Δεν χρειαζόταν πολλά για να ξεκινήσει ο καυγάς. Αρχίζαμε εμείς τα παιδιά και στο τέλος δεν μας άντεχε να γκρινιάζουμε ο μπαμπάς και να του χαλάμε την ησυχία, οπότε μας έπαιρνε όλες η μπάλα. Πιάναμε από μια γωνιά τότε, κλαμένες και μουτρωμένες και μισώντας η μία την άλλη γιατί «αυτή έφταιγε που το ξεκίνησε». Μέχρι κάτι να τραβήξει την προσοχή μας και να ξεμουτρώσουμε. Το απόγευμα παίρναμε το δρόμο τις επιστροφής. Χρειαζόταν ώρες τότε το ταξίδι και στην επιστροφή βρίσκαμε και το κύμα αυτών που γυρνούσαν από την τότε μακρινή και «εξωτική» Καλλικράτεια. Το σημερινό, σχεδόν προάστιο της Θεσσαλονίκης, μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σε παραθεριστικό οικισμό.
Φτάναμε σπίτι κατά τις 8 το βράδυ, έχοντας ξεκινήσει τουλάχιστον στις τέσσερις το απόγευμα, κουβαλώντας πίσω στην πόλη τα πεθαμένα από την κούραση σαρκία μας και τα σκουπίδια μας. Α, όλα κι όλα! Η μαμά ποτέ δεν άφησε ούτε χαρτάκι πίσω της που να φανερώνει πως κάποιος είχε περάσει από το μέρος εκείνο. Μας κορόιδευαν οι γείτονες «μα καλά, τα σκουπίδια σας έπρεπε να τα φέρετε και να τα πετάξετε στο δικό σας τενεκέ; Όλη η Χαλκιδική δεν έφτανε;» αλλά δεν χαμπάριαζε η μαμά. «Μα να λερώσουμε ένα τόσο όμορφο μέρος; Τι είναι να κουβαλήσουμε τη σακούλα πίσω και να την πετάξουμε στον τενεκέ μας;». Κόκκαλο οι γείτονες. Μόνο σκούπα και φαράσι δεν κουβαλούσε η μαμά μαζί για ν’ αφήσουμε το μέρος φεύγοντας καθαρό και νοικοκυρεμένο. Οικολογία της νοικοκυράς κι όχι του κώλου….
Όταν φτάναμε στο σπίτι η γειτονιά βούιζε από φωνές. Όλη η πιτσιρικάδα μαζεμένη κι εγώ να ζητάω από τη μαμά να παίξω λίγο με τα παιδιά. Τα μάτια μου έκλειναν αλλά ήθελα κι άλλο παιχνίδι. Ποτέ ένα παιδί δεν χορταίνει το παιχνίδι και δεν παραδέχεται πως κουράστηκε. Το βλέπω τώρα στο δικό μου το παιδί. Εκείνη κουρασμένη επίσης ήταν ανένδοτη. Μπάνιο και στα κρεβάτια μας. Μετά από ένα μπάνιο να φύγουν τ’ αλάτια και το χώμα, αποκοιμιόμουν στα δροσερά και μυρωδάτα σεντόνια μιξοκλαίγοντας γιατί άκουγα ακόμα τα παιδιά να παίζουν κάτω και ήθελα να πάω κι εγώ.
Τη φωτογραφία με τις σαγιονάρες την τσίμπησα από δω.

05
Μάι
09

Berlin 1983

Βρήκα σκάνερ, σκανάρισα τις φωτογραφίες, τις πέρασα και λίγο από το photoshop για ένα μικρό lifting (είναι και ηλικιωμένες πλέον…) και ταρα ρα ραμ!!!! Ιδού. Ο χάρτης της πόλης. Πάνω του είναι σημειωμένες διαδρομές που έκανα, πλατείες, σπίτια γνωστών και φίλων, σημεία που είχαν ενδιαφέρον. Κάποια στιγμή πρέπει να τον ψηφιοποιήσω κι αυτόν γιατί διαλύεται σιγά σιγά…

Εδώ το Τείχος, εκεί το Τείχος, που είναι το Τείχος; Παντού ήταν το Τείχος, ακόμα και μέσα στις λίμνες. Η φωτογραφία με τους σταυρούς είναι στη δυτική μεριά. Οι σταυροί (κουνημένη η φωτογραφία αλλά σκέφτηκα πως δεν πειράζει να τη βάλω έστω κι έτσι…) θυμίζουν τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν προσπαθώντας να περάσουν στη δυτική μεριά. Οι δύο τουρίστριες είναι ανεβασμένες στις εξέδρες που είχαν κάνει οι δυτικοί για να μπορούν να βλέπουν τη μιζέρια των απέναντι. Στην άλλη μεριά συρματοπλέγματα, σκυλιά, τανκς, φυλάκια και εγκαταλειμένα κτίρια έτσι ώστε να μην μπορούν να δουν οι ανατολικοί τον δυτικό παράδεισο.


Πάντως όπου δεν φαινόταν το ντουβάρι μπορούσε το τοπίο να είναι ειδυλιακό. Η μικρή σε παγκάκι με τη Βέτα και το πολύχρωμο ταγάρι μου. Και σε ειδυλιακές στιγμές, παίζοντας στο γκαζόν με το γιο της Βέτας που πλέον θα είναι άντρας με παιδιά πιθανόν.

Η ανατολική μεριά ετοιμαζόταν να γιορτάσει. Στολιζόταν με κόκκινα λάβαρα, ο Ρώσος στρατιώτης κοιτούσε περήφανος από το ύψος του, στο βάθος ο πύργος στην Αλεξάντερπλατς. Το στρατιωτικό τζιπάκι το πέτυχα στο δυτικό μέρος. Η πόλη ήταν χωρισμένη σε τομείς. Ρώσικος, αμερικάνικος, αγγλικός και γερμανικός. Σε κάθε τομέα κυκλοφορούσαν τέτοια τζιπάκια με τα χαρακτηριστικά της χώρας στην οποία “ανήκε” το κομμάτι. Τώρα καταλαβαίνετε γιατί μ’ έπιασε υστερία και αποφάσισα να κυρήξω το πλακάκι στο σταθμό δικό μου territory…

Με τα χίπικα ρούχα μου κρύβομαι σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος με τα ζώα. Εννοώ τον ζωολογικό κήπο που είχαμε επισκεφτεί στο Βερολίνο και ήταν ο πρώτος τέτοιου είδους που είχα δει στη ζωή μου. Μέχρι τότε είχα δει μόνον αυτούς που είχαν τα ζώα σε κλουβιά 2Χ2. Εκεί κυκλοφορούσαν ελεύθερα τα περισσότερα. Καλά, δεν μιλάω για ελέφαντες και τίγρεις αλλά για ζαρκάδια και άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Αυτό είναι το φωτογραφικό Βερολίνο 26 χρόνια πριν. Ελπίζω κάποια στιγμή να καταφέρω να φωτογραφίσω και το Βερολίνα του 21ου αιώνα.

Update: Ήθελα μια μουσική να συνοδεύει τις φωτογραφίες. Σκέφτηκα διάφορες και τις απέρριπτα μία μία. Η μόνη που ταίριαξε στο μυαλό μου ήταν το τραγούδι του Μικρούτσικου για τον Μπέρτολτ Μπρέχτ.
Οι στίχοι παρακάτω, στα γερμανικά, είναι η συνεισφορά του Mr Berlin στην ανάρτηση.

Ich, Bertolt Brecht, bin aus den schwarzen Wäldern.
Meine Mutter trug mich in die Städte hinein,
Als ich in ihrem Leibe lag. Und die Kälte der Wälder
Wird in mir bis zu meinem Absterben sein.

In der Asphaltstadt bin ich daheim. Von allem Anfang
Versehen mit jedem Sterbsakrament:
Mit Zeitungen. Und Tabak. Und Branntwein.
Misstrauisch und faul und zufrieden am Ende.

Ich bin zu den Leuten freundlich. Ich setze
Einen steifen Hut auf nach ihrem Brauch.
Ich sage: es sind ganz besonders riechende Tiere,
Und ich sage: es macht nichts, ich bin es auch.

12
Απρ
09

Άραγε ταξιδεύουν ακόμα με interail; Μέρος β’

Που είχαμε μείνει; Α! Ναι…. Στο σταθμό του Μιλάνου.

Όπως όλοι καταλάβαμε, από την στιγμή που αφήσαμε την Ελλάδα, είχα επιφορτιστεί με το καθήκον των συνεννοήσεων μιας κι αυτός ήταν ένας πολύ σοβαρός λόγος που ξεκίνησα αυτό το ταξίδι ως συνοδός της μικρής. Στο Μιλάνο λοιπόν έπρεπε να βρω δρομολόγια και τρένα που θα μας πήγαιναν στη Grenoble. Διότι μου είχε κολλήσει η ιδέα, πως μιας και θα βρισκόμουν στη Γαλλία έπρεπε να περάσω να πω ένα “γειά” στον φίλο μου τον Pascal που σπούδαζε στη Grenoble. Ο Pascal ήταν ένας εξαιρετικός τύπος, που είχα γνωρίσει το προηγούμενο καλοκαίρι στις διακοπές μου στην Κρήτη, είχαμε κολλήσει για το υπόλοιπο των διακοπών και ο οποίος μιλούσε εξαιρετικά ελληνικά (εκτός των άλλων γλωσσών που μιλούσε). Ωραίος τύπος, με τον οποίο είχαμε αλληλογραφία και μου άρεσε η ιδέα να περάσω από την πόλη του να τον δω ξανά. Η μικρή δεν είχε πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς, ένας φίλος της που θα μας φιλοξενούσε στο Παρίσι μας περίμενε την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα. Οπότε μια δυο μέρες στη Grenoble μου φαινόταν τέλεια ιδέα. Μόνον που λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το καθολικό Πάσχα. Διότι ξέχασα ν’ αναφέρω πως το συγκεκριμένο ταξίδι ήταν ανοιξιάτικο, προγραμματισμένο να έχει διάρκεια γύρω στις 15 με 20 μέρες για τη μικρή και λίγες παραπάνω για μένα αφού για κείνη το ταξίδι θα τελείωνε στο Βερολίνο, ενώ εγώ θα συνέχιζα για τη Βουδαπέστη και θα επέστρεφα στην Ελλάδα το Μ. Σάββατο ίσα για να κάνω Πάσχα με τους γονείς μου.

Πριν φύγουμε πήρα ένα τηλέφωνο τον Pascal να τον ενημερώσω πως θα περάσω να τον δω στο δρόμο για Παρίσι, δεν τον βρήκα αλλά δεν έδωσα σημασία. Τότε δεν υπήρχνα κινητά ή mail για επικοινωνία. Ούτε και μυαλό υπήρχε όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων αλλά είχε πλάκα η όλη φάση όπως εξελίχτηκε. Παίρνουμε λοιπόν το τρένο και φτάνουμε στη Grenoble. Φορτωνόμαστε τα σακίδια, βρίσκουμε κι ένα τηλεφωνικό θάλαμο και ξαναπαίρνω τηλέφωνο το φίλο μου έτοιμη να του κάνω έκπληξη. Πάλι τίποτε. Δεν πτοούμαι, «θα κάνουμε μια βόλτα στην πόλη και θα ξαναπάρω, που θα πάει θα γυρίσει κάποια στιγμή στο σπίτι του». Βρίσκουμε χάρτη της πόλης στο σταθμό, κλειδώνουμε πάλι τα σακίδια και εξορμούμε. Κάθε τόσο τηλεφωνώ αλλά τζίφος. Μέχρι που συνειδητοποιώ κάποια στιγμή το απόγευμα πως είναι Πάσχα. Για την ακρίβεια Μ. Βδομάδα των καθολικών ή η προηγούμενη. Μάλλον η προηγούμενη. Το θέμα ήταν πως στη Γαλία ήταν διακοπές για τους φοιτητές και είχαν φύγει οι περισσότεροι που δεν ήταν παό την πόλη. Ε ρε γλέντια…..

Οπότε καταλαβαίνω πως ο Pascal δεν θα απαντήσει στο τηλέφωνο γιατί σίγουρα θα έχει φύγει από την πόλη για τις διακοπές και θα έχει πάει να επισκεφτεί τους γονείς του. Ή κάπου αλλού. Ευτυχώς που το σκέφτηκα το τελευταίο γιατί ήμουν έτοιμη να πάρουμε το τρένο για το Annecy που ήξερα πως ζουν οι γονείς του. Κοντά στη Grenoble, ήταν γιατί όχι; Τελικά δεν ήταν εκεί κι ευτυχώς που δεν το πήραμε αυτό το τρένο.

Αφού συνειδητοποίησα τη μαλακία, άκουσα κι ένα χεστήρι από την αδελφή μου αλλά έπρεπε να δούμε πως θα κινηθούμε από κει και πέρα. Στη Grenoble δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε άσε που δεν περίσσευαν λεφτά να μείνουμε σε ξενοδοχείο. Μας είχε κόψει και η πείνα. Βρήκαμε λοιπόν μια πλατεία, πιάσαμε ένα παγκάκι, ανοίξαμε το χάρτη και τα δρομολόγια των τρένων και κάναμε μίνι σύσκεψη για να δούμε τι θα κάνουμε. Ταυτόχρονα τρώγαμε. Τι; Δεν θυμάμαι πως βρεθήκαμε με κάτι βραστά αυγά στις τσάντες. Ίσως μας τα είχε δώσει η μάνα μου φεύγοντας. Ίσως ο Ιταλός που μας φίλεψε την καρμπονάρα. Το γοεονός είναι πως καθόμασταν σ’ ένα παγκάκι, σκεφτόμασταν τι θα κάνουμε από δω και πέρα και καθαρίζαμε βραστά αυγουλάκια.!!!!

Τι θα κάναμε λοιπόν; Ο Αλέξης μας περίμενε στο Παρίσι την μεθεπόμενη μέρα και δεν διακινδυνεύαμε να την ξαναπάθουμε όπως τώρα. Τρένο για να φτάσουμε την μεθεπόμενη το πρωί υπήρχε αλλά έφευγε την άλλη μέρα. Έρχόταν η νύχτα κι εμείς δεν ξέραμε που να μείνουμε. Οπότε λέψ στη μικρή: «Έλα μωρέ, θα πάμε στο σταθμό και θα την πέσουμε εκεί για ύπνο. Πως κοιμούνται στο σταθμό στη Θεσσαλονίκη; Έτσι θα κάνουμε κι εμείς, άλλωστε μου είπε πως έτσι κοιμήθηκε και η φίλη μου η Αθηνά στο σταθμό του Μιλάνου πέρσι» Μια χαρά τη βρήκε την ιδέα η μικρή, οπότε με το που έπεσε η νύχτα γυρίσαμε στο σταθμό και χαζεύαμε περιμένοντας να περάσει η ώρα και να κοιμηθούμε. Όσο ήταν νωρίς στο σταθμό υπήρχε μεγάλη κίονης και χάζι. Η Grenoble είναι κοντά στις Άλπεις και υπήρχε πολύς κόσμος που έπαιρνε το τρένο φορτωμένος σκι και συμπούρμπουλα. Όσο όμως περνούσε η ώρα αραίωνε ο κόσμος που έφευγε για διακοπές και έμεναν διάφοροι περίεργοι τύποι. Στην αρχή το παίζαμε ψύχραιμες, βγάλεμ τα sleeping bags και τα στρώσαμε σε μια γωνιά αλλά όσο περνούσε η ώρα τόσο χεζόμασταν από το φόβο. Παραδίπla ήταν κι ένας γέρος αλκοολικός, που κουτουλούσε κάθε τόσο σ’ ένα κάγκελο κι αυτό το επαναλαμβανόμενο «ντουκ» που έκανε το κεφάλι του ήταν σαν soundtrack σε ταινία τρόμου. Πριν τον απόλυτο πανικό, ξανανοίξαμε τα δρομολόγια να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Διότι μιας και είχαμε interail εισιτήριο ήταν προτιμότερο να κοιμηθούμε σ’ ένα τρένο ταξιδεύοντας για κάπου, οπούδήποτε, παρά στο σταθμό με όλους τους περίεργους. Έτσι κι έγινε. Βρήκαμε ένα δρομολόγιο που δεν θυμάμαι που πήγαινε αλλά που στο τέλος του μπορούσαμε να πάρουμε ένα τρένο που θα μας έβγαζε τη μεθεπόμενη το πρωί στο Παρίσι. Το μόνο που θυμάμαι απ’ όλο αυτό το πράμα είναι πως κάναμε ένα κομμάτι της διαδρομής προς Παρίσι όρθιες, στριμωγμένες σ’ έναν διάδρομο με διάφορους τύπους να ισχυρίζονται πως μιλάμε φλαμανδικά και όχι ελληνικά (γιατί ούτε και σ’ αυτούς μοιάζαμε για ελληνίδες άρα η περίεργη γλώσσα μας δεν μπορούσε παρά να είναι φλαμανδικά!!!) κι ένα ηλίθιο γάλλο φαντάρο στο τελευταίο τρένο που πήραμε το βράδυ, που απαιτούσε να μιλάμε γαλλικά μπροστά του για να μας καταλαβαίνει. Ή να μη μιλάμε καθόλου. Διότι έπρεπε κατά τη γνώμη του να ξέραμε γαλλικά από τη στιγμή που επισκεπτόμασταν τη Γαλλία. Όταν τον ρώτησα (με νοηματική) αν αυτός θα μάθαινε ελληνικά για να επισκεφτεί την Ελλάδα, η απάντησή του ήταν φυσικά αρνητική.

Έτσι, γυρίσαμε τη μισή Γαλλία, λόγω βλακείας, και φτάσαμε μιαν ωραία πρωία στο Παρίσι με σκοπό να μείνουμε μια βδομάδα και να το γυρίσουμε απ’ άκρη σ’ άκρη (καλά, κόψε κάτι….)

06
Απρ
09

Άραγε ταξιδεύουν ακόμα με interail;

Μου ζήτησε ο Βερολινέζος επισκέπτης να γράψω πως ήταν το Βερολίνο επί τείχους, το 1983 που το είχα επισκεφτεί. Έτσι θυμήθηκα το πρώτο μου ταξίδι στην Ευρώπη με interail. Απίστευτη εμπειρία, που αποφάσισα να καταγράψω. Μόνο επειδή δεν θέλω να βγει σεντόνι διπλόφαρδο, θα τη σπάσω σε μικρότερα κομμάτια.

Έκανα το πρώτο μου ταξίδι με interail το 1983. Μου προέκυψε από το πουθενά αλλά αυτά είναι τα καλύτερα. Σχεδίαζε να πάει η αδελφή μου ταξίδι στην Ευρώπη, το πρώτο της. Τελευταία στιγμή τσάκισε η παρέα και μη θέλοντας να χάσει το ταξίδι μου πρότεινε να πάω εγώ μαζί της. Όχι τόσο ανυστερόβουλη η πρόταση βέβαια αλλά δεν είπα όχι. Η αδελφή μου δεν ήξερε ξένες γλώσσες, εγώ μιλούσα αγγλικά. Εγώ δεν είχα όλα τα χρήματα για ν’ ακολουθήσω εκείνη μου πρότεινε να μου τα συμπληρώσει. Μου φάνηκε τίμια η συναλλαγή –εγώ τ’ αγγλικά εκείνη τα χρήματα που μου έλειπαν- κι έτσι δώσαμε τα χέρια. Της πρότεινα να βγάλουμε εισιτήρια interail αφού, όπως υπολόγισα, για τα χιλιόμετρα που θα κάναμε συνέφερε πολύ, έστω κι αν δεν γυρίζαμε όλη την Ευρώπη. Ένα μικρό εγκεφαλικό ίσα που το γλύτωσαν οι γονείς μας, παρ’ όλο που τη φάση «σακίδιο στην πλάτη και φύγαμε» την είχαν ξαναζήσει μερικά χρόνια πριν, από μένα όταν εμφανίστηκα μια μέρα έτσι και τους είπα πως πάω διακοπές. Τις προηγούμενες φορές όμως μιλούσαμε για διακοπές στα ελληνικά νησιά, όχι στο άγνωστο με βάρκα ένα εισιτήριο interail. Εγκεφαλικό ξε-εγκεφαλικό μας συνόδευσαν ένα πρωί στο σταθμό της Θεσσαλονίκης, μας ανέβασαν στο τρένο, μας κούνησαν μαντήλι και άρχισε η περιπέτειά μας….

Οι θέσεις μας ήταν σε κουπέ 6 ατόμων. Το τρένο ένας παλιός κλασικός «μουτζούρης», που θα διέσχιζε όλη τη Γιουγκοσλαβία έχοντας προορισμό το Μιλάνο στην Ιταλία. Μέσα στο κουπέ βρήκαμε άλλες τρεις κοπέλες, στην ηλικία μας πάνω κάτω, που πήγαιναν στο Μιλάνο να βρουν το γκόμενο της μιας απ’ αυτές που ήταν φοιτητής εκεί. Ήταν κι ένας νεαρός λίγο μεγαλύτερος από μας, Έλληνας που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι. Έξι θέσεις, έξι άτομα, ταμάμ…. Κλείσαμε την πόρτα και πιάσαμε ενθουσιασμένες/οι την κουβέντα. Οι θέσεις μας δε, ήταν απ’ αυτές που «κυλούσαν» προς τα μπροστά και μπορούσες να κοιμηθείς το βράδυ. Λίγο άβολα βέβαια, στο στιλ «κωλομύτη» με τον απέναντι, αλλά καλύτερα από το να κοιμάσαι καθιστός. Έτσι κι αλλιώς απέναντι ήταν η αδελφή μου. Όπως καταλαβαίνετε το ταξίδι ξεκίνησε με άριστους οιωνούς. Καλή παρέα στο τρένο μέχρι το Μιλάνο, τρόπος για να κοιμηθούμε πιο άνετα, το τρένο όχι ιδιαίτερα γεμάτο, τι άλλο θέλαμε; Χα! λέγω….

Με το που περάσαμε τα σύνορα άρχισε να μπαίνει κόσμος. Σε κάθε σταθμό ανέβαιναν δεκάδες. Ξαφνικά, έξω από τις κλειστές πόρτες του κουπέ γινόταν ΤΟ στριμωξίδι. Θέλανε να μπουν να κάτσουν κι αυτοί αλλά που να κάτσουν; Έξι άτομα σε έξι θέσεις ήμασταν. Κλειδώσαμε λοιπόν, τραβήξαμε και τις κουρτίνες και ησυχάσαμε οι Αντουαννέτες. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ο νεαρός (Βασίλη τον έλεγαν) να πάει τουαλέτα και κοντέψαμε να σφαχτούμε με τους Γιουγκοσλάβους που ήθελαν να του φάνε τη θέση. Κάτω από τέτοιες συνθήκες την τουαλέτα την ξεχάσαμε. Πως να περάσεις κατ’ αρχήν και μετά τι θα βρεις εκεί, αν καταφέρεις να φτάσεις. Σ’ αυτό το πρώτο ταξίδι κατάλαβα πόσο ατέλειωτη ήταν η Γιουγκοσλαβία. Ταξιδεύαμε ώρες και δεν έλεγε να τελειώσει αυτή η χώρα. Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος, κλειδωμένοι μέσα στο κουπέ ενώ απ’ έξω γινόταν κόλαση από τη φασαρία και τον απίστευτο κόσμο που συνωστίζονταν. Δεν ξέρω τι ώρα ήταν αλλά κατάλαβα την αδελφή μου να σηκώνεται. Ήθελε να πάει τουαλέτα πια. Ρίξαμε μια ματιά από το τζάμι και δεν είδαμε ψυχή στο διάδρομο, ούτε ακουγόταν φασαρία. «Θα κατέβηκαν» μου λέει η μικρή «ευκαιρία να πάω τουαλέτα γιατί θα σκάσω» Χα! ξανά…. Με το που άνοιξε την πόρτα αντικρύσαμε το πιο απίθανο θέαμα της μέχρι τότε ζωής μας. Όλοι οι ταξιδιώτες που στριμώχνονταν πριν κάποιες ώρες στο διάδρομο, κοιμόταν στο πάτωμα. Αλλά πως; Ο ένας πάνω στον άλλον. Έχετε δει ψάρια σε ψαροκασέλα; Κάπως έτσι… Αδύνατο φυσικά να περάσει οποιοσδήποτε μη ιπτάμενος και να φτάσει στην τουαλέτα. Άτακτος υποχώρησις λοιπόν, ξαναχωθήκαμε στο κλουβί μας και κάναμε υπομονή, τι άλλο να κάνουμε; Σκεφτήκαμε πως κάποια στιγμή θα κατέβουν, δεν θα πάνε μέχρι το Μιλάνο. Ήταν οι εποχές που οι κάτοικοι του ανατολικού μπλοκ δεν ταξίδευαν τόσο εύκολα στο εξωτερικό.

Μετά από 24 ώρες ταξίδι ακατούρητες, φτάσαμε στα σύνορα με την Ιταλία, Ventimiglia αν θυμάμαι καλά λεγόταν ο σταθμός. Αλλά πριν τη Ventimiglia έπρεπε να ελέγξουν τα χαρτιά μας οι Γιουγκοσλάβοι. Που είχαν κλειδώσει τις τουαλέτες. Για να μην κρυφτεί κανείς μέσα, για να τις καθαρίσουν και γιατί απαγορεύεται να χρησιμοποιείς την τουαλέτα στους σταθμούς. Κοντέψαμε να τρελαθούμε ή μάλλον να κατουρηθούμε όλοι μας. Εδέησεν ο Κύριος, τελείωσαν τους ελέγχους οι Γιουγκοσλάβοι, άνοιξαν τις τουαλέτες και ορμήσαμε σ’ όποια βρήκαμε μπροστά μας! Χα! τρίτη φορά…. Διότι πριν προλάβουμε να ανακουφιστούμε, το τρένο σταμάτησε και άρχισαν να χτυπάν τις πόρτες και να φωνάζουν στα ιταλικά πλέον. Εγώ πάντως -εκείνη την ώρα- και ο θεός ο ίδιος να χτυπόσε την πόρτα και να με φώναζε για να μου δώσει ελευθέρας για τον παράδεισο, δεν υπήρχε περίπτωση να βγω πριν τελειώσω. Μας έκραξαν οι Ιταλοί τελωνειακοί και αστυνομικοί, με ύφος «εμείς είμαστε πολιτισμένοι ευρωπαίοι και ξέρουμε που και πότε μπορούμε να κατουράμε, όχι σαν κι εσάς τους βάρβαρους βαλκάνιους…» αλλά ποιός τους έχεζε; Σημασία είχε πως μετά από 24 ώρες αυτοσυγκράτησης και ελέγχου της κύστης και του εντέρου, επιτέλους ανακουφιστήκαμε έστω και πάνω στις γραμμές του τρένου σε κατοικημένη περιοχή.

Φτάσαμε κάποια ώρα στο Μιλάνο κι εκεί θα χωρίζαμε. Ο Βασίλης για Παρίσι, εμείς για Grenoble, που ήθελα να περάσουμε να δω έναν φίλο πριν πάμε στο Παρίσι και τα κορίτσια θα έμεναν εκεί. Επειδή το τρένο για Grenoble θα έφευγε βράδυ και είχαμε ώρες μπροστά μας κλειδώσαμε τα πράγματά μας στο σταθμό.Μας είχαν καλέσει στο σπίτι του γκόμενου, που ήταν Ιταλός και μας τάισε μια εξαιρετική ιταλική καρμπονάρα, χωρίς τις κρέμες και αηδίες που βάζουν εδώ στην Ελλάδα. Μετά το φαί βγήκαμε μια βόλτα να δούμε ό,τι προλαβαίναμε από το Μιλάνο και αράξαμε στην πλατεία του Duomo χαζεύοντας την κίνηση κι εκεί μάθαμε πως δεν πρέπει να ξεστομίζουμε τη λέξη “μαλάκας” για κανένα λόγο και πουθενά. Διότι την ξεστόμισε το αδελφάκι μου κουτσομπολεύοντας κάποιους που μας καμάκωναν κι έπεσε πάνω σε ελληνικό καμάκι. Ω ναι, παντού υπάρχει ένας Έλληνας να κάνει μαλακίες.

Όταν ήρθε η ώρα, χαιρετήσαμε τα κορίτσια και πήραμε το μετρό να πάμε στο σταθμό. Μπήκε ένας τυπάκος λοιπόν που ζητιάνευε (νέο παιδί και όμορφο, τι κρίμα να είναι παραπληγικό…). «Τρίχες», μου λέει η μικρή, «αν αυτός είναι ανάπηρος εγώ είμαι ο Πάπας». Τελικά είχε δίκιο. Διότι στον σταθμό τον είδαμε να πιλαλάει χαρωπός και καθόλου ανάπηρος. Δεν κρατήθηκε η μικρή, τον πλησιάσαμε και μ’ έβαλε να τον ρωτήσω λίγο με νοήματα, λίγο αγγλικά -μιας κι αυτός ήξερε μόνον ιταλικά- αν ήταν αυτός στο μετρό. Έσκασε στα γέλια που τον γνωρίσαμε και μας ρώτησε από που είμαστε. Ελληνίδες του είπαμε αλλά δεν το πίστεψε. Τον ρωτήσαμε γιατί δεν μας πιστεύει και ακούστε απάντηση: «Εσείς είστε ψηλές, ξανθές και γαλανομάτες. Οι Ελληνίδες είναι κοντές, χοντρές, μελαχροινές και με μουστάκι άρα αποκλείεται να είστε ελληνίδες!!!!!» Τον κράξαμε κι εμείς ελληνικότατα, του είπαμε πως έτσι είναι οι σισιλιάνες κι ανεβήκαμε στο τρένο για τη Grenoble.

Αλλά για τις περιπέτειες στη Grenoble, στο Παρίσι και το Βερολίνο άλλη φορά. Θα πρέπει να περιμένεις λίγο φίλε μου. Αλλά μιας και θυμήθηκα αυτό το ταξίδι ας μη το γράψω μισό….

27
Μαρ
09

Συναυλία

Αυτή είναι μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις που έχω από τον πρώτο καιρό της μεταπολίτευσης.

Δεν θυμάμαι χρονιά και εποχή, πάντως ζεστός καιρός. Γίνεται μια μεγάλη συναυλία στο Καυτατζόγλειο. Θεοδωράκης, Ξαρχάκος. Ο Θεοδωράκης θα διευθύνει το “Θρήνος για το θάνατο του Ιγνάθιο Σάντσες Μεχίας” και ο Ξαρχάκος το “Άξιον Εστί”. Το Καυτατζόγλειο γεμάτο ασφυκτικά, οικογένειες ολόκληρες το είχαν κατακλύσει. Δεν ξέρω πόσο κόσμο χωρούσε αλλά δεν υπήρχε ούτε τετραγωνικό εκατοστό άδειο.

Πρώτα το έργο του Ξαρχάκου και στο γήπεδο δεν ακούγεται κιχ. Δεν το ήξερε ο κόσμος, πως θα μπορούσε άλλωστε, παρ’ όλα αυτά σιγή νεκρική για να μην πω κατανυκτική. Ούτε τους στίχους πολυκαταλαβαίνουν αλλά ακούν και σιωπούν. Στο τέλος αποθεώνουν το Θεοδωράκη που διευθύνει.

Δεύτερο μέρος και ο κόσμος περιμένει να τραγουδήσει τα 7 χρόνια απαγορευμένα τραγούδια. Με το που ξεκινάει το “Άξιον εστί” παγώνουν. Όταν ξεκινάει ο Κατράκης ν’ απαγγέλει, δεν ξέρω τι καταλάβαιναν όλοι αυτοί από τους στίχους αλλά ένιωσα να ριγεί το γήπεδο. Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε αλλά με συνεπήρε και μένα το κλίμα συγκίνησης. Αυτό που θα μου μείνει όμως αξέχαστο είναι ένα γήπεδο ολόκληρο να τραγουδάει “Της δικαιοσύνης” και τον πατέρα μου δίπλα μου, να τραγουδάει και να τρέμει. Δεν μπορώ να περιγράψω τι έγινε όταν τελείωσε το έργο και όταν ξανανέβηκε ο Θεοδωράκης στη σκηνή και άρχισε να τραγουδάει μαζί με τους υπόλοιπους τα τραγούδια που περίμενε ο κόσμος….

Δεν ξέρω τι λέμε τώρα για το αν ήταν ή δεν ήταν πετυχημένες οι μελοποιήσεις. Αυτό που ξέρω είναι πως μια γενιά μουσικών, έκανε τον κόσμο να τραγουδάει στίχους ποιητών και όχι μόνο χαζομάρες που και τότε υπήρχαν. Ο πατέρας μου, που ήταν ένας απλός άνθρωπος, χωρίς το Θεοδωράκη δεν θα είχε ακούσει καν το όνομα του Ελύτη. Εξ αιτίας της μελοποίησης τραγουδούσε τους στίχους του. Και μόνον γιαυτό αξίζουν σεβασμό.

03
Μαρ
09

Μαρία

Ήρθε η ώρα να μιλήσω για τη Μαρία, τη φίλη των παιδικών μου χρόνων. Η Μαρία έμενε στη γειτονιά, στο τριώροφο της γωνίας. Ήταν οικογενειακό το σπίτι τους. Στο ισόγειο ζούσε η γιαγιά, στον πρώτο όροφο η θεία και στον δεύτερο η Μαρία με την οικογένειά της. Δεν κάναμε παρέα μέχρι την Τρίτη τάξη του δημοτικού γιατί δεν πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο παρ’ όλο που ζούσαμε στην ίδια γειτονιά. Είχε την ίδια ηλικία με μένα αλλά εγώ πήγα σχολείο μια χρονιά νωρίτερα, μιας και τότε ίσχυε το σύστημα «κερδίζω χρονιά» για τα παιδιά που γεννήθηκαν μέχρι τέλος Μάρτη. Έτσι, ενώ θα μπορούσαμε να βρεθούμε συμμαθήτριες τουλάχιστον στο νηπιαγωγείο του «Κοραή» που πήγα, δεν έτυχε. Αυτή ήταν και η μοναδική μου χρονιά σε ιδιωτικό σχολείο, μιας και η γειτονιά μας δεν είχε νηπιαγωγείο και αυτό στη διπλανή γειτονιά δεν με δέχτηκε. Τι να κάνουν οι γονείς μου; Είχα λυσσάξει να πάω σχολείο, ήταν και μια ευκαιρία να γλιτώσουν για λίγες ώρες από μένα μιας και οι άλλες ήταν μωρά ακόμα, κι έτσι μ’ έστειλαν στον «Κοραή» που ήταν το ιδιωτικό της περιοχής. Την επόμενη χρονιά πήγε και η Μαρία εκεί αλλά αυτή συνέχισε και στο δημοτικό, ενώ εγώ όχι. Έτσι δεν βρεθήκαμε ποτέ στο ίδιο σχολείο. Βρεθήκαμε όμως στο φροντιστήριο αγγλικών που άνοιξε στη γειτονιά μας. Ήταν η εποχή που άνοιγαν τα πρώτα φροντιστήρια αγγλικών. Μόλις το είδα να ετοιμάζεται το καλοκαίρι, άρχισα το ψηστήρι στους γονείς μου. Ήταν το καλοκαίρι πριν πάω τρίτη δημοτικού. Το σκέφτηκαν οι άνθρωποι και είπαν το ναι. Ήταν τ’ όνειρό τους να μορφωθούν τα παιδιά τους, έτσι δεν θα μπορούσαν να πουν όχι σ’ ένα παιδί που τους ζητούσε να μάθει ξένη γλώσσα κι ας τους κοιτούσαν περίεργα οι γείτονες. Για τον πολύ κόσμο εκείνα τα χρόνια, το να στείλεις το παιδί σου τόσο μικρό να μάθει αγγλικά, ήταν μια περιττή πολυτέλεια και μόνο για πλούσιους που τους περίσσευαν χρήματα. Στο φροντιστήριο λοιπόν συνάντησα τη Μαρία. Ήμασταν τα δύο μικρότερα της τάξης μας, για να μην πω του φροντιστηρίου ολόκληρου. Και όπως είναι φυσικό κολλήσαμε. Ήμασταν και οι δύο σχετικά ντροπαλά και μοναχικά παιδιά και η Μαρία είχε και το ντεσαβαντάζ να πηγαίνει στο ιδιωτικό σχολείο, πράγμα που την έκανε να μην έχει πολλούς φίλους από τη γειτονιά. Βρήκαμε κοινά ενδιαφέροντα κι εγώ ειδικά βρήκα τη βιβλιοθήκη του μπαμπά της. Αχ, αυτή η βιβλιοθήκη! Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που ανακάλυψα στο σπίτι της Μαρίας που επίσης το θεωρούσα ένα από τα πιο όμορφα σπίτια που ήξερα. Η βιβλιοθήκη λοιπόν, ήταν στο σαλόνι κι έπιανε έναν τοίχο ολόκληρο. Στο σαλόνι, που έφτανες όταν πήγαινες στο σπίτι της από την «καλή» πόρτα. Εκεί υπήρχε και μια από τις υπέροχες πορσελάνινες σόμπες που είχαν στο σπίτι τους και που δεν είχα ξαναδεί τέτοιες στη ζωή μου. Μόνο που το σαλόνι ήταν συνήθως σκοτεινό και κρύο, αφού άνοιγε μόνον στις γιορτές όπως συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια. Τις περισσότερες φορές πήγαινα στο σπίτι της από την πίσω σκάλα, της κουζίνας, μια στριφογυριστή σιδερένια σκάλα που ήταν ο εφιάλτης μου αφού η υψοφοβία μου είχε ήδη εκδηλωθεί. Κι έμπαινα στη μεγάλη και φωτεινή κουζίνα κι από κει στο δωμάτιο της Μαρίας και του αδελφού της, που δεν είχε σχέση με τα δωμάτια στις πολυκατοικίες. Μεγάλο, ψηλοτάβανο και με παράθυρο με φαρδύ περβάζι, απ’ αυτά που ένα πιτσιρίκι μπορούσε να σκαρφαλώσει και να κουρνιάσει στην κώχη τους. Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν ένα τέτοιο παράθυρο… Και μια ακόμα πορσελάνινη σόμπα, την πράσινη νομίζω.
Με τη Μαρία παίζαμε, και αργότερα -όταν άρχισα να δανείζομαι με τη σειρά τα βιβλία του πατέρα της- την έβαλα κι αυτήν στο τριπάκι του διαβάσματος και συζητούσαμε τα βιβλία που είχαμε διαβάσει. Με την εφηβεία ήρθε και η μεταπολίτευση και οι νέες «επαναστατικές» ιδέες μου, τις οποίες τις δοκίμαζα σε συζητήσεις με τη Μαρία. Κάπου εκεί φαντάζομαι άρχισε να μη με συμπαθεί η μάνα της και να με θεωρεί κακή επιρροή. Ακούγαμε στο πικάπ της Pink Floyd προσπαθώντας να καταλάβουμε τους στίχους (αλλά και Christophe), συζητούσαμε για επανάσταση και κομμουνισμό, προσπαθούσα να την τραβολογήσω σε πορείες, κι αυτά όλα έκαναν τις τρίχες στο κεφάλι της μαμάς της να ορθώνονται από φρίκη. Μέχρι τότε όμως με θεωρούσαν καλή παρέα μιας και είχα κάνει τη Μαρία να εκτιμήσει τη βιβλιοθήκη του μπαμπά της και το διάβασμα. Και με έπαιρναν μαζί τους στο σπίτι τους στη Νικήτη (τότε που ήταν μια άδεια, υπέροχη παραλία με 5 σπίτια όλα κι όλα) και εκδρομές.
Ο πόλεμος της μαμάς της δεν κατάφερε να μας χωρίσει. Κολλητές και αχώριστες μείναμε, παρόλο που όσο περνούσε ο καιρός η μαμά της δεν ήθελε να με βλέπει ούτε ζωγραφιστή. Μας χώρισε για λίγο το πανεπιστήμιο. Μια τάξη μεγαλύτερη εγώ, έδωσα εξετάσεις μια χρονιά νωρίτερα παρακαλώντας νοερά να περάσω αλλού και να την κοπανήσω. Στάθηκα τυχερή κι έφυγα για Πάτρα, αφήνοντας την μαμά μου κομμάτια και θρύψαλα. Ένα χρόνο μετά με ακολούθησε και η Μαρία (όχι τόσο τυχαία απ’ όσο θυμάμαι) αφήνοντας τη δική της μαμά να βρίζει εμένα που της πήρα την κόρη μακριά. Έτσι είναι οι μαμάδες… Κι η δική μου πίστευε (και ίσως ακόμα πιστεύει) πως πάντα με παράσερνε σε σκοτεινές ατραπούς η άλλη κολλητή μου, η Μαργαρίτα. Για τη Μαργαρίτα όμως σε άλλη ανάρτηση.
Κατέβηκε και η Μαρία στην Πάτρα και τον πρώτο καιρό συνεχίσαμε να είμαστε κολλητές. Εγώ όμως είχα ήδη βρει παρέες στις οποίες έβαλα και τη Μαρία αλλά και η Μαρία άρχισε να κάνει τις δικές της από το τμήμα της. Και μετά…. Μετά ήρθαν οι γκόμενοι. Γνώρισα εγώ απ’ αυτήν τον μεγάλο μου έρωτα, γνώρισε και κείνη το δικό της έρωτα και σιγά σιγά χαθήκαμε. Ήταν και που δεν συμπαθούσαμε τον έρωτά της. Βρισκόμασταν όλο και πιο σπάνια αν και στην ίδια μικρή φοιτητούπολη. Στο τέλος χώρισε η Μαρία, βρέθηκε με τον Αντρέα και μετά από λίγο παντρεύτηκαν και γύρισαν μαζί στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η πρώτη φίλη που παντρεύτηκε και σοκαρίστηκα. Δεν είχαμε γεννηθεί για γάμο εμείς! Πως έγινε αυτό;
Κάποια στιγμή που ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη πήγα να τη δω. Είχε ήδη την κόρη της κι έτρεχε σε ιδιαίτερα. Μπερδεύτηκα ακόμα πιο πολύ μιας κι εγώ εκείνη την εποχή ήμουν δυο λαλούν και τρεις χορεύουν. Ξανά φοιτήτρια -στην Αθήνα πλέον- μπερδεμένη ανάμεσα σε δουλειές του ποδαριού, τη σχολή, γκόμενους και ταξίδια. Καμιά κοινή συνισταμένη με την κολλητή μου. Χαθήκαμε για χρόνια από κει και πέρα. Μέχρι που πριν μερικά χρόνια ξαναβρεθήκαμε. Με κόρες μεγάλες η Μαριώ, με μωρό εγώ. Πήγα και τη βρήκα ένα καλοκαίρι, στο σπίτι της στη Νικήτη. Αγνώριστη η παραλία αλλά όχι εμείς. Ήταν ωραία. Ξαναβρήκα την παιδική μου φίλη μετά από χρόνια και ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Από τότε, όποτε ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη προσπαθώ να βρεθούμε, όχι πάντα με επιτυχία. Άλλες φορές δεν προλαβαίνω, άλλες δεν είναι εκεί. Όποτε όμως βρεθούμε ξαναγίνεται το Μαράκι των παιδικών μου χρόνων. Και πάντα με γεμίζουν με γλύκα και ζεστασιά οι συναντήσεις μας.
Θα ψάξω να βρω τη φωτογραφία μας, που σαν ασπρόμαυρες Νηρηίδες αναδυόμαστε από τη θάλασσα, ένα καλοκαίρι στη Νικήτη.
13
Φεβ
09

Η γυναίκα του τσάρου

Βαριέμαι. Βαριέμαι απίστευτα. Έχω πέσει σε νιρβάνα και σέρνομαι όσο περισσότερο μπορώ. Μου μένει ακόμα μια εργασία να γράψω και φαντάζει στα μάτια μου σαν την ανάβαση στο Έβερεστ. Η άνοιξη δεν πρόκαμε ακόμη να μπει για να έχω τη δικαιολογία του «εαρινού κάματου». Ουφ…. Για να ξεκολλήσω από την τεμπελιά θα συνεχίσω την ιστορία.
Ήταν που λέτε μια γειτονιά στη Θεσσαλονίκη, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Είχε χωματόδρομους, χαμηλά σπίτια και μερικές πολυκατοικίες που τότε ήταν πολύ «κυριλέ» να μένεις σε τέτοια. Είχε και παράγκες που έμεναν οι φτωχότεροι της γειτονιάς. Κι ένα μεγάλο Καραβάν Σαράι όπου έμεναν οι «ρωσοπρόσφυγες» ο ένας πάνω στον άλλο σε μικρά δωμάτια. Τι να απέγιναν όλοι αυτοί άραγε όταν το Καραβάν Σαράι γκρεμίστηκε για να γίνει η λαμπρή εκκλησία της γειτονιάς; Μάλλον θα μετακόμισαν σε υπόγεια και πίσω ισόγεια της γειτονιάς. Ποιός ξέρει;
Σε κείνη τη γειτονιά, στο στενάκι, εκτός από δυο τρεις πολυκατοικίες είχε και πολλά χαμηλά μονώροφα σπιτάκια. Άλλα ιδιόκτητα και άλλα νοικιασμένα. Σ’ ένα απ’ αυτά, διώροφο μάλιστα, έμενε η κυρία Ελευθερία και ο κύριος Μάχος με τις κόρες τους, την Ηρώ, την Ολίβια και την Άννα. Ονόματα παράξενα για μια λαϊκή γειτονιά που ήταν γεμάτη από Μαρίες, Ρίτσες, Σούλες και Νούλες, κι αυτό τους έδινε μια ξεχωριστή αίγλη. Βίος και πολιτεία η κυρία Ελευθερία. Μελαχρινή, παχουλή, πενηντάρα και βάλε, με τα μαλλιά πάντα περιποιημένα και πιασμένα σ’ έναν περίτεχνο κότσο, μου θύμιζε κυρίες από ζωγραφιές άλλων εποχών. Έβγαινε στη γειτονιά με τις ρομπ ντε σαμπρ και τις παντοφλίτσες λουί κενζ. Δεν ξέρω γιατί αλλά στο μυαλό μου την έχω να φοράει πράσινα. Πράσινη ρόμπα; Πράσινο φόρεμα; Δεν θυμάμαι αλλά κάτι πράσινο… Περίεργο πράγμα η μνήμη.
Όλοι την αποκαλούσαν, σχεδόν φανερά, «η γυναίκα του τσάρου» πράγμα που η ίδια το είχε προκαλέσει. Τρεις άντρες είχε παντρευτεί και τα τρία κορίτσια είχαν τρεις διαφορετικούς πατεράδες. Μόνον η Άννα, η μικρότερη, ήταν του Μάχου. Η κυρία Ελευθερία λοιπόν, έλεγε πως ο δεύτερος άντρας της ήταν ο πρώην τσάρος της Βουλγαρίας και γι’αυτό μας κοιτούσε λιγάκι αφ’ υψηλού εμάς τους παρακατιανούς. Τα κορίτσια της ήταν μεγάλα όταν εγώ έγδερνα τα γόνατά μου στη γειτονιά. Σοβαρές και όμορφες (δεύτερη σκέψη, μόνον η Ολίβια ήταν όμορφη από τις δύο μεγάλες, η Ηρώ ήταν πιο μουντρούχα και αγέλαστη). Τις θυμάμαι να πηγαίνουν και να έρχονται από τη δουλειά τους καλοντυμένες και αγέλαστες. Μόνον η Άννα, που ήταν τότε στην εφηβεία, ασχολιόταν λίγο με την πιτσιρικαρία. Σε μια αμερικάνικη αποθήκη με μεταχειρισμένα ρούχα δούλευαν οι μεγάλες αλλά και μόνο αυτό ήταν άξιο θαυμασμού από τη γειτονιά. Παντρεύτηκαν στο τέλος κι έφυγαν από το σπίτι των γονιών τους, η μία άνοιξε προποτζίδικο με τον άντρα της η άλλη δεν ξέρω. Κι η μικρή σπούδασε κάτι κι έφυγε κι αυτή στην Ιρλανδία. Μια δυο φορές είχα μπει σε κείνο το σπίτι, φαντάζομαι με κάποιο πρόσχημα του τύπου «διψάω και θέλω ένα ποτήρι νερό». Μ’ έτρωγε η περιέργεια να δω πως είναι το σπίτι της ψηλομύτας κυρίας Ελευθερίας που ποτέ δεν κάθονταν με τους υπόλοιπους τα καλοκαιρινά βράδια να κουτσομπολέψει. Κάποιες φορές καθόταν στο παράθυρο και χάζευε μ’ ένα μαξιλαράκι στο περβάζι για ν’ ακουμπάει τους αγκώνες της. Σκοτεινό το θυμάμαι με βαριά έπιπλα που τότε σηματοδοτούσαν την αρχοντιά. Κι ο κύριος Μάχος; Αυτός ήταν μια φιγούρα στο φόντο. Εφοριακός, καλή δουλειά έλεγαν οι γείτονες και καλός άνθρωπος ήσυχος και αμίλητος, αλλά τον λυπόντουσαν για τη γυναίκα του που ήταν ψώνιο και μιλούσε όλο για τα περασμένα μεγαλεία με τον τσάρο. Ποιός ξέρει πόση αλήθεια υπήρχε σ’ όλα αυτά; Αυτός πέθανε πρώτος κι έμεινε η κυρία Ελευθερία μόνη σε διαμέρισμα μετά το σεισμό και την τρομακτικά απότομη αλλαγή της γειτονιάς. Νοίκιασε ένα διαμερισματάκι κοντά στην Ολίβια και στο τέλος τζάζεψε. Τη χτύπησε το Αλτσχάιμερ και τριγυρνούσε αλλοπαρμένη, βυθισμένη για πάντα στο ένδοξο παρελθόν της μέχρι που μας άφησε κι αυτή χρόνους.



Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr

Νότες

για να ξέρουμε που βρισκόμαστε

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει

Free Palestine

Αρχείο

tweetίσματα

Θέλετε να ειδοποιείστε με e-mail για νέα posts; Βάλτε το mail σας και Voila!!

Join 12 other followers

RSS ιστορίες από τη βιβλιοθήκη

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS arkoudos.com

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS Κάφτρα

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Bubbles, bubbles, bubbles

Ας μετρηθούμε

document.write(unescape("%3Cscript src=%27http://s10.histats.com/js15.js%27 type=%27text/javascript%27%3E%3C/script%3E")); try {Histats.start(1,1173149,4,604,110,55,"00011111"); Histats.track_hits();} catch(err){}; free tracking

και λίγη στατιστική…

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='dame31' // Login var EXvsrv='s11' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

είμεθα κοσμοπολίται…

convey_source = "Greek"; Free Translation

tweet it


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.