Αρχείο για την κατηγορία 'εγω σε μενα'

09
Οκτ
11

νιάτα

Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

31
Αυγ
11

στιγμές (ξανά…)

Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. “Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;” Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, “άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…” και καμμιά φορά το “άστα τα μαλλάκια σου…”. Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. “Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;”. “Ιδέα σου είναι” μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, “τι λες Τ.;” τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. “Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…”. Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

01
Μαρ
11

50

Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω πως αλλά έφτασα κι εδώ. Δεν το κατάλαβα, δεν το συνειδητοποίησα και δεν το πιστεύω. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σκληρή πραγματικότητα. Σήμερα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη μέρα που ήρθε στον κόσμο, σε μια κλινική της Θεσσαλονίκης ένα μικρό κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που καθυστέρησε να γεννηθεί, ταλαιπώρησε τρελά τη μάνα του αφού γεννήθηκε διπλωμένο στα δύο (με τον κώλο και μελανιασμένη μπήκα σ’ αυτή τη ζωή) και που οι γιατροί νόμισαν πως γεννήθηκε νεκρό αφού δεν έβγαλε κιχ, οπότε το άφησαν παραδίπλα κι έπεσαν να σώσουν τη μάνα του που αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Κατάλαβαν πως ζει όταν άκουσαν ένα μικρό παραπονεμένο νιαούρισμα από τη μεριά που το είχαν αφήσει. Ναι ξέρω, θα μου πείτε πως από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα….. Τι να κάνω; Έχω πολλά να πω.

Πέρασαν λοιπόν, δεν παραπονιέμαι πέρασαν γεμάτα. Θέλω όμως τουλάχιστον άλλα τόσα και τόσο γεμάτα χρόνια, μπορώ; Μου μένουν ακόμα πολλά να κάνω, πολλά να δω, πολλά να διαβάσω, πολλά μέρη να γνωρίσω, πολλούς ανθρώπους να συναντήσω και ν’ αγαπήσω….

21
Νοε
10

Πως αντιδράς σε κάτι που δεν ξέρεις;

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έλεγε πως «ο καπιταλισμός έχει ανάγκη από μη καπιταλιστικούς κοινωνικούς οργανισμούς ως πλαίσιο για την ανάπτυξή του», όμως παρά ταύτα «προχωρά ενσωματώνοντας τις ίδιες τις συνθήκες που μπορούν να εγγυηθούν την ύπαρξή του». ‘Ετσι «οι μη καπιταλιστικοί οργανισμοί αποτελούν γόνιμο έδαφος για τον καπιταλισμό: το κεφάλαιο τρέφεται με τα ερείπια τέτοιων οργανισμών και, παρότι αυτό το μη καπιταλιστικό κοινωνικό περιβάλλον είναι απολύτως απαραίτητο για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, η τελευταία προχωρά παρ’ όλ’ αυτά σε βάρος του μέσου που χρειάζεται, καταβροχθίζοντάς το».

Ένα φίδι, λοιπόν, που τρώει την ουρά του…. Ή, χρησιμοποιώντας όρους του συρμού, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε το ίδιο πράγμα αλλιώς, πιο «λαϊκά»: ότι, δηλαδή, όταν η απόσταση ανάμεσα στο στομάχι και την ουρά έχει γίνει πλέον πολύ μικρή για να διατηρεί το φίδι τις πιθανότητες επιβίωσης κι όταν πια φαίνεται πόσο αυτοκαταστροφικό είναι το φαγοπότι του, τότε είναι βέβαιο πως αργά ή γρήγορα η αδηφάγος «αξιοποίηση κεφαλαίων» θα εξαντλήσει τα αποθέματά της ή θα τα ελαττώσει κάτω από το επίπεδο που απαιτείται για την ίδια την επιβίωσή της. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ διέβλεψε έναν καπιταλισμό που θα πέθαινε από ασιτία, που θα κατέρρεε όταν θα καταβρόχθιζε την τελευταία «πεδιάδα διαφορετικότητας όπου έβοσκε.

Στις μέρες μας ζούμε έναν καπιταλισμό που τρώει τις ίδιες τις σάρκες του, εμάς. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ καλά μάντεψε, αυτό που δεν ξέρω είναι τι θα γίνει όταν ο καπιταλισμός δεν θα έχει τι άλλο να φάει και θα πρέπει ν’ αρχίσει να τρώει τις ίδιες τις σάρκες του (άρχισε ήδη νομίζω…), τι θα κάνουν οι άνθρωποι; Θ’ αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλον ή θα υπάρξει κάποια αντίδραση πριν φτάσουμε στον κανιβαλισμό; Ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η αντίδραση; Ή, όπως μου έγραφε ένας φίλος «το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το γεγονός πως έχει παραχθεί ένας τύπος γνώσης και ανάγνωσης του κόσμου, τέτοιος που μας επιτ΄ρεπει να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας μέσα από θεωρήσεις που δεν μας επιτρέπουν πλέον να καταλάβουμε τι ακριβώς γίνεται, δεν μπορούν να περιγράψουν και να αναλύσουν την κατάσταση και να προτείνουν λύσεις. Ο τρόπος που εξηγούμε αυτά που γίνονται γύρω μας δεν λειτουργεί πλέον αλλά δεν έχουμε ακόμα κάτι άλλο να βάλουμε στη θέση του. Εκεί θα είναι οι μεγάλες μάχες του μέλλοντος, όχι στους δρόμους και τις διαδηλώσεις ή στους πολέμους. Όπως κι εγώ δεν ήξερα πριν 20 χρόνια πως αυτό που ζούσα ήταν σπάνιο και δυσεύρετο γιατί δεν είχα τα εφόδια και τη γνώση που έχω τώρα για να το κατανοήσω έτσι κι αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις και κάνουν τις πολιτικές. Το μεγάλο πρόβλημα είναι, πως αντιδράς σε κάτι που δεν ξέρεις;»
Ρόζα Λούξεμπουργκ

16
Νοε
10

εις μνήμην…..

Αυτό είναι το δικό μου μνημόσυνο για τον πατέρα μου που “έφυγε” πέρσι τέτοιες μέρες.

Ο “Άη Γιώργης” με τη Μαριώ είναι ένα τραγούδι που μου τον θυμίζει από την πρώτη στιγμή που το άκουσα.

Πάλευες πάντα τον καιρό
μα είχες γυναίκα θησαυρό
κι άντεξες το τιμόνι.
Κι αν στη ζωή “τα πάντα ρει”
ακούω το βήμα σου βαρύ
στης μνήμης μου τ’ αλώνι.

Και η “Δραπετσώνα” ήταν ένα από τα δικά του αγαπημένα τραγούδια.

06
Ιουλ
10

Έλα μου ντε….

Είναι καλοκαίρι και είμαι από τους τυχερούς αυτής της χώρας, θα πάω και φέτος διακοπές. Τυχερή γιατί υπάρχει το πατρικό μου κοντά σε θάλασσα και θα καταφέρω να πάω και μια βδομάδα στο camping που συνηθίζω να πηγαίνω τα τελευταία χρόνια. Άλλες χρονιές πήγαινα τρεις βδομάδες, φέτος τα οικονομικά μας αντέχουν μία αλλά και πάλι καλά. Είμαι υγιής (με τη βούλα μιας κι έκανα και φέτος το ετήσιο τσεκ απ και όλα βαίνουν καλώς), έχω σπίτι και δουλειά, οικογένεια και φίλους που μ’ αγαπάνε, τελείωσα το master και θα πάρω δίπλωμα οδήγησης (έτσι ελπίζω….).

Τότε γιατί ώρες ώρες νιώθω να με κυριεύει απελπισία;

11
Απρ
10

νούμερα

Φέτος το Πάσχα είχε νούμερα. Κάθε μέρα σκεφτόμουν με αριθμούς.

Πόσες φορές πέρασα Πάσχα στο χωριό;  Δεκαέξη. Πόσες στην Αθήνα; Νομίζω μόνον δύο, τότε που ο μικρός ήταν νεογέννητο και την επόμενη χρονιά.

Πόσα χρόνια έχει που έφυγα από το σπίτι της μάνας μου; Σχεδόν τριανταδύο.

Πόσα χρόνια με περνάει η μαμά; Εικοσιτρία και κάτι μήνες. Άραγε σε  εικοσιτρία χρόνια και κάτι μήνες θα μοιάζω με τη μαμά; Θα περπατάω κι εγώ με μπαστούνι και θα έχω άσθμα που θα μου κόβει την ανάσα; Θα ζω κατ’ αρχήν;

Πόσο καιρό είμαστε χωρίς το μπαμπά; Πλάκα πλάκα πέρασαν τέσσερις μήνες.

Σε πόσα χρόνια ο Μ. Δεν θα θέλει φιλάκι πριν κοιμηθεί; Σε δύο τρία το πολύ, έτσι νομίζω.

Πόσες μέρες έχω ακόμα προθεσμία για να τελειώσω την τελευταία μου εργασία; Δεκαπέντε. Προλαβαίνω; Θα δείξει….

Πόσα μαθήματα πρέπει να κάνω για να πάρω δίπλωμα; Είκοσι. Και πόσα χρήματα θα κοστίσει; Βάλε ένα χιλιάρικο να είσαι μέσα. (Το θέλω; Όχι, αλλά πρέπει…)

Πόσες μέρες θέλω να φύγω απ’ όλους κι απ’ όλα; Αμέτρητες….

Πόσες φωτογραφίες τράβηξα φέτος το Πάσχα; Ελάχιστες. Δεν έφταιγαν οι δουλειές που είχα να κάνω, το τοπίο που είναι το ίδιο, τα τριαντάφυλλα που δεν είχαν ανθίσει ακόμα. Μάλλον τα κέφια μου έφταιγαν που δεν ξέρω ακριβώς που είχαν κρυφτεί.

01
Μαρ
10

49…

… και να καίνε…

17
Φεβ
10

Φόβος

Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν διάφορα πράγματα αλλά κυρίως το σκοτάδι και τα πράγματα που μπορεί να έκρυβε. Για πολλά χρόνια μ’ έπιανε πανικός στην ιδέα της νύχτας που θα ερχόταν. Έβλεπα συχνά το ίδιο όνειρο, πως έπιανε φωτιά το σπίτι μας και προσπαθούσαμε να σωθούμε, κι αυτό μ’ έκανε να μη θέλω να κοιμηθώ. Δεν ξέρω για ποιο λόγο έβλεπα κάτι τέτοιο, δεν μας είχε συμβεί κάτι. Αλλά και πριν τον ύπνο ήμουν σίγουρη πως κάτω από το κρεβάτι μου είχε τέρατα που με το που θα κοιμόταν όλοι και θα ησύχαζε το σπίτι, θα ορμούσαν πάνω μου. Έτσι κουκουλωνόμουν και κρυβόμουν σαν στρουθοκαμηλάκι κάτω από τα σκεπάσματα, ακόμα κι αν έσκαγε ο τζίτζικας, προκειμένου να σωθώ απ’ τα τέρατα. Όταν πήγα πρώτη γυμνασίου, εντεκάμιση χρονών ήμουν, μου έτυχε κάτι πολύ άσχημο και ενώ δεν σταμάτησα να φοβάμαι το σκοτάδι έπαθα κάτι πολύ χειρότερο, άρχισα να φοβάμαι τους ανθρώπους. Με τρομοκρατούσαν οι άγνωστοι, δεν γυρνούσα σπίτι από τ’ αγγλικά αν δεν ερχόταν να με πάρει κάποιος, δεν έμπαινα στην πολυκατοικία αν δεν υπήρχε κάποιος να με περιμένει. Με άκουγε όλη η γειτονιά όταν επέστρεφα στο σπίτι. Μου την έδινε που φοβόμουν τόσο, ένιωθα φυλακισμένη στους φόβους μου και ήθελα να ελευθερωθώ. Έτσι όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο σε άλλη πόλη δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, έφυγα. Η μαμά μου απορούσε πως θα τα καταφέρω να ζήσω μόνη μου αφού φοβόμουν τόσο πολύ.

Εγώ όμως το φευγιό μου το είχα αποφασίσει από πολύ μικρή, ήθελα να φύγω για να ζήσω μόνη μου και να μετρηθώ με τον εαυτό μου. Να μου αποδείξω πως μπορώ να πραγματοποιήσω όλα όσα ισχυριζόμουν πως μπορώ να κάνω. Κυρίως όμως πως μπορώ να επιβιώσω χωρίς δεκανίκια. Το πρώτο μου σπίτι δεν ήταν στο κέντρο της πόλης και παρ’ όλο που είχα συγκάτοικους δεν ήταν φίλοι μου, ήμουν μόνη μου. Τα βράδια γυρνούσα σπίτι πολλές φορές μόνη γιατί παρ’ όλο που φοβόμουν το έπαιζα και μαγκάκι που δεν έχω ανάγκη να με συνοδεύουν. Για κάποιους μήνες όμως είχα ένα ψαλίδι στην τσάντα μου το οποίο το κρατούσα στο χέρι μόλις άφηνα τους πολυσύχναστους δρόμους. Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή τι έκανα και σταμάτησα. Κατάλαβα πως μπορεί να γινόταν κανένα κακό αν κάποιος με πλησίαζε μέσα στη νύχτα για να με ρωτήσει κάτι, κι εγώ μέσα στον πανικό μου νόμιζα πως με πλησίαζε για κακό. Σιγά σιγά άρχισα ν’ απελευθερώνομαι από τους φόβους μου αλλά ακόμα δεν μπορούσα να μείνω βράδυ μόνη στο σπίτι. Σε τέτοια περίπτωση έπαιρνα τους δρόμους να βρω σε ποιου φίλου το σπίτι θα κοιμηθώ ή ποιος θα κοιμηθεί στο δικό μου κι αν δεν εύρισκα λύση πέρναγα λευκές νύχτες, ρίχνοντας πασιέντζες, με μουσική και ανοιχτά όλα τα φώτα, μέχρι να φέξει. Μου την έδινε αυτό, πάλι ένοιωθα φυλακισμένη στο φόβο και εξαρτημένη από άλλους. Εγώ, που άφησα την οικογένεια μου πιτσιρίκι για να κατακτήσω αυτή την πολύτιμη ανεξαρτησία. Αυτό το κάστρο έπεσε όταν αποφασισα να έρθω στην Αθήνα πλέον για να συνεχίσω με άλλες σπουδές. Νοίκιασα ένα μεγάλο παλιό σπίτι και κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ μόνη. Μόνη, σ’ ένα άδειο σπίτι. Αυτό ήταν, τον νίκησα το φόβο μου κι έμεινα 11 χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, μόνη μου τα περισσότερα. Δεν κλείδωνα ποτέ -παρά μόνον όταν έφευγα για διακοπές- και κοιμόμουν μ’ ανοιχτά παράθυρα και μπαλκονόπορτες. Στα έντεκα χρόνια που έμεινα εκεί δεν έκλεισα ποτέ κανένα παντζούρι. Τα βράδυα γυρνούσα στο σπίτι με τα πόδια χωρίς να φοβάμαι ιδιαίτερα, ό,τι ώρα και να ήταν. Εντάξει, το σπίτι δεν ήταν σε απομονωμένη γειτονιά αλλά παντού θα μπορούσε να συμβεί κάτι. Ήμουν πολύ χαρούμενη με τη μοναχική ζωή μου και επίσης πολύ χαρούμενη που ανέπνεα και ζούσα  ελεύθερη από φόβο. Δεν έχω ξαναφοβηθεί μέχρι τώρα. Εξακολουθώ όταν βγαίνω το βράδυ να γυρνάω στο σπίτι μόνη και ποδαράτα, δεν είμαι στην τσίτα όταν είμαι στο δρόμο ή σε λεωφορεία, παρ’ όλο που το πορτοφόλι μου έχει κάνει φτερά παραπάνω από μία φορές.

Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει. Έχω αρχίσει και αγριεύομαι κάθε μέρα και περισσότερο. Μέσα σε λίγους μήνες ο κόσμος αγρίεψε πολύ και είμαστε ακόμα στην αρχή, τα χειρότερα είμαι σίγουρη πως δεν έχουν έρθει ακόμα. Με τρομάζει αυτή η αγριάδα. Με τρομάζει η ευκολία με την οποία τραβιούνται πιστόλια και αδειάζουν πάνω σ’ ανθρώπους. Η ευκολία με την οποία κάποιος πετάει μια χειροβομβίδα μέσα σε κόσμο. Η απελπισία που κάνει κάποιους ανθρώπους να ορμάνε σε άλλους για 5 ευρώ. Οι τσιρίδες που άκουσα το βράδυ της Αποκριάς κάτω από το σπίτι μου από μια κοπέλα που μάλλον της έκλεψαν το κινητό και οι δύο τύποι που είδα από το μπαλκόνι να τρέχουν σφαίρα να ξεφύγουν. Το σχόλιο του Snοwball για το πορτοφόλι που βούτηξαν από την έγκυο γυναίκα του. Όλα όσα ακούω τις λίγες φορές που βάζω ειδήσεις. Η οργή που νοιώθω να φουντώνει γύρω μου μαζί με την απελπισία. Όλα αυτά που ψυχανεμίζομαι πως θα ξαναφέρουν το φόβο μέσα μου. Έκανα αγώνα για ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτόν, πολλά χρόνια. Και γιαυτό οργίζομαι  αλλά δεν ξέρω προς τα που να στρέψω την οργή μου.  Ποιοί θα φταίνε αν θα με κυριεύσει πάλι; Με ποιους να τα βάλω; Απ’ όλη αυτή την κρίση νομίζω πως αυτό θα είναι το πιο βαρύ για μένα, σιχαίνομαι να φοβάμαι τους ανθρώπους, σιχαίνομαι να βάζω στο νου μου πρώτα το κακό.

Κάνω ό,τι μπορώ για να απομακρύνω το φόβο, είναι εχθρός της λογικής. Και κάνω ό,τι μπορώ για να μη γεμίσω φόβους το παιδί μου. Φοβάμαι όμως πως τελικά ο φόβος θα αποδειχτεί πιο δυνατός και θα με πετάξει στο καναβάτσο….

08
Φεβ
10

τεμπελιά

Έχω μιαν άρνηση για τα πάντα. Υπάρχουν δουλειές που πρέπει να γίνουν, κείμενα που πρέπει να γραφτούν, καθημερινές δουλειές, δουλειές στη δουλειά που τις αφήνω στην άκρη μέχρι να φτάσει ο κόμπος στο χτένι, χίλια δυο.

Νιώθω μιαν άρνηση για τα πάντα. ΔΕΝ θέλω να κάνω τίποτε βρε αδελφέ, ΤΙΠΟΤΕ. Νιώθω πτώμα και παρ’ όλα αυτά δεν κοιμάμαι όσο θα ήθελα ή όσο νιώθω πως έχω ανάγκη. Το μόνο που κάνω είναι να χαζολογάω δεξιά και αριστερά σε διαδικτυακά σοκάκια, ν’ ακούω και να κατεβάζω μουσική, να παίζω που και που μουσική. Αυτά…..

Όχι πως δεν κάνω όλα όσα πρέπει να κάνω, τα ανελαστικά. Αποφεύγω όμως με διάφορες δικαιολογίες στον εαυτό μου όλα τα υπόλοιπα. Μάλλον είμαι πολύ κουρασμένη και θέλω ένα γερό διάλειμμα. Ή μήπως είναι κι αυτό δικαιολογία και πρόφαση στην τεμπελιά; Ποιός ξέρει…..

28
Οκτ
09

Ο κόσμος καίγεται…

Ο κόσμος καίγεται κι εγώ στην κοσμάρα μου. Στην Αθήνα παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους, πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι – American Bar το κάναμε που έλεγε κι ο παπαγιαννόπουλος για να μην πω Far West- κι εγώ στον κόσμο μου. Πέθανε η Έλλη Παπά, ήρθε κι έφυγε η 28η Οκτωβρίου με κουβέντες για το μήκος της φούστας των κοριτσιών στην παρέλαση και τα χτενίσματα των αγοριών και για το ποιός είπε τελικά το «Όχι», ο λαός ή ο Μεταξάς, κι εγώ στον κόσμο μου.

Στο σωλήνα που μάλλον έσπασε στην κουζίνα και τρελαίνομαι στην ιδέα των μαστόρων στο σπίτι, στην εργασία που πρέπει να γράψω και βαριέμαι, στον πατέρα μου που δεν είναι καλά και φοβάμαι πως πιθανόν και να μην είναι καλά για τα καλά. Από το καλοκαίρι δεν ήταν καλά τώρα νομίζω χειροτέρεψε. Δεν ξέρω κι όλας, είμαι μακρυά και ξέρω πως δεν μου τα λένε κι όλα. Δεν έχω καλό προαίσθημα όμως, μακάρι να βγω γελασμένη. Σκέφτομαι πως πρέπει να συνηθίσω στην ιδέα πως θ’ αρχίσω να χάνω σιγά σιγά αγαπημένους. Και τυχερή είμαι που έφτασα μέχρι εδώ χωρίς να βιώσω απώλειες. Προσπαθώ να με προετοιμάσω κι ας μην είναι ακόμα η ώρα του συναγερμού. Μακάρι να είναι ο λάθος ο συναγερμός που χτυπάει μέσα μου….

Στον κόσμο γίνεται χαμός αλλά συγχωρείστε με. Μόνο στην κοσμάρα μου μπορώ να είμαι.

02
Ιουν
09

Ουφ!

Για φέτος τέλος. Αυτές ήταν οι τελευταίες γραπτές εξετάσεις. Της ζωής μου θέλω να ελπίζω αν και οι φίλοι που με ξέρουν δεν με πιστεύουν. Όλο και κάτι θα βρω να παιδεύομαι μετά απ’ αυτό λένε…
Για μια βδομάδα θα ξεχάσω βιβλία και βιβλιογραφίες και μαθήματα και εργασίες. Μετά θ’ αρχίσω να μαζεύω βιβλιογραφία και υλικό για την τελική μεγάλη ευθεία. Δεν θα έχω όμως ξανά γραπτές εξετάσεις. Μ’ αυτές ξεμπέρδεψα. Γιούπι!!!!!!
01
Μαρ
09

48

14
Ιαν
09

κολαούζος

Daria Pavlovna, με κούρασες.
Ένα χρόνο τώρα και είσαι κολαούζος. Συνεχώς δίπλα μου. Μ’ ακολουθείς συνέχεια, ανάσα δεν μπορώ να πάρω. Έχεις αρχίσει και μου μοιάζεις. Ξεπατίκωσες τις κινήσεις μου, όταν φεύγω φοράς τα ρούχα μου, έκοψες τα μαλλιά σου ίδιο σχέδιο. Που θα πάει αυτή η δουλειά;



Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr

Νότες

για να ξέρουμε που βρισκόμαστε

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει

Free Palestine

Αρχείο

tweetίσματα

Θέλετε να ειδοποιείστε με e-mail για νέα posts; Βάλτε το mail σας και Voila!!

Join 12 other followers

RSS ιστορίες από τη βιβλιοθήκη

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS arkoudos.com

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS Κάφτρα

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Bubbles, bubbles, bubbles

Ας μετρηθούμε

document.write(unescape("%3Cscript src=%27http://s10.histats.com/js15.js%27 type=%27text/javascript%27%3E%3C/script%3E")); try {Histats.start(1,1173149,4,604,110,55,"00011111"); Histats.track_hits();} catch(err){}; free tracking

και λίγη στατιστική…

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='dame31' // Login var EXvsrv='s11' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

είμεθα κοσμοπολίται…

convey_source = "Greek"; Free Translation

tweet it


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.