Αρχείο για την κατηγορία 'μικρουλακια'

19
Δεκ
11

ασανσέρ πάλι

Διάβασαν την προηγούμενη ανάρτηση οι φίλοι μου κι άρχισαν τα τηλέφωνα. “Τι έπαθες ρε συ; Μη μασάς…” και τέτοια. Ασανσέρ, φίλοι μου, αυτό έπαθα. Κατεβαίνω στα Τάρταρα, μετά κάπου βλέπω λίγο φως, ανεβαίνω και ρουφάω μια τζούρα μέχρι να έρθει η επόμενη σφαλιάρα και να με ξαναρίξει στο σκοτάδι. Να… σήμερα για παράδειγμα. Με το ζόρι κρατιόμουν μην αρχίσω να γράφω σεντόνια για το χάος που ζω κάθε μέρα στο σχολείο, για τους “συναδέλφους” που εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να θεριέψουν επειδή έπρεπε (όταν έκαναν μαλακίες, όταν άντε μην αρχίσω…. ) να δείξουμε “συναδελφική αλληλεγγύη” και να σπρώξουμε τα σκατά κάτω από το χαλί αντί να τους ρίξουμε μια μούτζα γιατί με τις δικές τους μαλακίες έπαιρναν κι εμάς στο λαιμό τους και τώρα τους κοιτάμε να μας κάθονται στο σβέρκο. Πάνω λοιπόν που κρατιόμουν με το ζόρι έσκασε αυτό το φωτάκι που μ’ έκανε να σκεφτώ πως πέρα από τους “συνάδελφους”, πέρα από τη συμμορία που κάνει κουμάντο στο σχολείο, υπάρχουν με ρικές φορές και κάποια παιδιά που σε θυμούνται.

Έβγαινα από έναν σταθμό του ΜΕΤΡΟ όταν άκουσα το όνομά μου και γύρισα. Ένας νεαρός με κοιτούσε χαμογελώντας και με πλησίαζε. Ξυρισμένο κεφάλι με μια λωρίδα μόνο μαλλί, σκουλαρίκια, ένα κάπως dandee ντύσιμο, “καλλιταχνικό στιλ σύμφωνα με κάποια στερότυπα. “Εσύ είσαι, εσύ είσαι…” μου είπε πλησιάζοντάς με. Το πρόσωπό του γνωστό αλλά δεν μπορούσα να το ταυτίσω με συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Χαμογέλασα όμως και τον πλησίασα. “Είμαι ο Μ. από το σχολείο στ …” Τον θυμήθηκα πριν πει το σχολείο. Ήταν ο Μ., το “Cureάκι”, έτσι τον έλεγα. Λάτρευε τους Cure και είχε γουρλώσει τα μάτια όταν του είχα πει ότι ήμουν σε live τους όταν αυτός μπουσούλαγε. Νομίζω πως είχα να τον δω από τότε που τελείωσε το σχολείο, ο Μ. επέμενε πως είχαμε ξανασυναντηθεί αλλά εγώ δεν το θυμάμαι. Ου γαρ έρχεται μόνον….

“Σε σκέφτομαι συχνά”, μου είπε “κι αναρωτιέμαι τι να κάνεις. Πολλές φορές μιλάω για σένα και σκέφτομαι αυτά που μας έλεγες… Έτσι ζω τη ζωή μου, δεν πουλιέμαι σε κανέναν….”. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα “Τι τους έλεγα άραγε; Ποιες φράσεις χαράχτηκαν στο μυαλό του; Του έκαναν καλό ή κακό; Ω Θεοί! Τελικά επηρεάζουμε πολύ κάποια παιδιά με τη στάση και τα λόγια μας”. Μου είπε ότι είναι καλά, ασχολείται με τα καλλιτεχνικά, κάνει αυτό που θέλει και μέσα σ’ όλα φτιάχνει κοσμήματα. Και τότε άνοιξε μια σακούλα “Εδώ τα έχω, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, διάλεξε ποιο απ’ όλα σ’ αρέσει. Είναι λίγο αντισυμβατικά αλλά εσύ ποτέ δεν ήσουν συμβατική, είσαι ίδια όπως σε άφησα”. Διάλεξα ένα βραχιόλι φτιαγμένο από δέρμα, σε πολύ ιδιαίτερο σχέδιο. Το φοράω τώρα που γράφω, θα το φοράω και αύριο στο σχολείο. Είναι ο μισθός μου κουφάλες, το βραβείο μου, κι αυτό δεν μπορεί κανείς σας να μου το δώσει ή να μου το πάρει. Αύριο θα σηκώσω και τα μανίκια για να το δουν όλοι.

Βιαζόταν ο Μ. , βιαζόμουν κι εγώ. Μου είπε και για έναν συμμαθητή του που άνοιξε ένα καφέ στα Εξάρχεια, σκέφτομαι να περάσω κάποια μέρα. Άραγε θα με αναγνωρίσει και κείνος; Με τον Μ. δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα που ποτέ δεν θα πάρουμε. Με τη σιγουριά πως κάποια στιγμή θα ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο σε μια άλλη στάση του ΜΕΤΡΟ.

25
Αυγ
11

τέφρα

Όχι, δεν έχει φωτογραφίες από τις διακοπές.  Στα ίδια μέρη βρέθηκα, θα μπορούσα να βάλω τις περσινές ή προπέρσινες. Άλλο θέλω να πω.

Άμα πεθάνω κάφτε με, μη με παραχώσετε στο χώμα μ’ έναν τάφο από μάρμαρο πάνω μου. Θέλω να καώ, να γίνω στάχτη και να είναι χειμώνας ή άνοιξη ή φθινόπωρο, όχι καλοκαίρι. Και να είναι εκείνη η ώρα ανάμεσα νύχτα και μέρα, η ώρα που ο ουρανός γίνεται γκρι-μπλε και είναι ψύχρα και είναι σαν να βλέπεις τον αέρα. Και να σκορπίσετε τη στάχτη μου εκείνη την ώρα, σ’ ένα τόπο σαν τον κάμπο πριν φτάσεις στη Θεσσαλονίκη, για να μπορέσω επιτέλους -έστω κι έτσι- να στροβιλιστώ στον αέρα, να πλανηθώ ίσα πάνω από τις κορυφές των δέντρων και να κάτσω κόκκος κόκκος πάνω τους. Και να μείνω εκεί να περιμένω το πρωί.

Αλλά όχι τάφους, όχι νεκροταφεία και θυμιάματα και καντηλάκια και λαδάκια και κάποιος να μουρμουράει πάνω στο μάρμαρο και να νομίζει πως μου μιλάει κι εγώ τον ακούω.

19
Δεκ
10

γιορτές

Φέτος είναι τα λιγότερο εορταστικά Χριστούγεννα απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ. Λίγο ο καιρός που ήταν καλοκαιρινός μέχρι πριν μερικές μέρες, λίγο το βαρύ κλίμα, λίγο οι αφραγκίες, λίγο το ξύλο που πέφτει κάθε τρεις και λίγο στους δρόμους κι ακόμα πέφτει άγριο στην Κερατέα, κάτι τα φωτάκια που άναψαν φέτος σε ελάχιστα σπίτια στη γειτονιά μου, κάτι η μαμά μου που πρέπει να μπει σε νοσοκομείο για εξετάσεις και δεν ξέρω αν θα έρθει τελικά ή θα πάω εγώ να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα σε νοσοκομείο……. όλα αυτά με κάνουν να μην έχω καταλάβει πως ήρθαν τα Χριστούγεννα

Μόνο ο μικρός είναι σαν τη τρελή χαρά και κάνει σχέδια για το πως θα τα περάσει, τι δώρο θα πάρει (υπ’ ατμόν είναι τώρα γιατί του έχω υποσχεθεί πως θα πάμε σήμερα για ψώνια, σαν σκυλάκι με το λουρί στο στόμα που περιμένει στην πόρτα για τη βόλτα που του έταξες…)

Οπότε χαμογελάμε όσο μπορούμε, δεν ξέρω τι θα μας φέρει το μέλλον αλλά τουλάχιστον ο μικρός ας έχει να θυμάται χαρούμενα Χριστούγεννα από την παιδική ζωή του.

05
Οκτ
10

Ό,τι αγαπάω…

Ο Pan με κάλεσε να γράψω για δέκα πράγματα που αγαπάω. Κανονικά σήμερα είχα τη διάθεση να γράψω για την κατάληψη που άρχισαν το πρωί οι μαθητές στο σχολείο μου και τη γνώμη μου γι’ αυτήν και για τις καταλήψεις γενικά. Σκέφτηκα όμως πως η γκρίνια μπορεί να περιμένει. Τον τελευταίο καιρό περίσεψε η γκρίνια και η μιζέρια στη ζωή μας. Για να δούμε λοιπόν, μπορώ να μαζέψω δέκα πράγματα που αγαπάω;

Πρώτα απ’ όλα αγαπάω το Μάριο, το γιο μου

Αγαπάω την οικογένειά μου

Αγαπάω πολύ τους φίλους μου.

Αγαπάω να βάζω μουσική τα βράδια σ’ ένα φόρουμ και να μ’ ακουν αυτοί οι λίγοι που μ’ ακουν.

Αγαπάω τα καλοκαιρινά βράδια στο Μεταγκίτσι με το φίλο μου το Γιώργο, με κουβεντούλα και κρασάκια και τσίπουρα και ντομάτες απ’ το μπαξέ του.

Αγαπάω να κάθομαι σε μια αιώρα στο κάμπινγκ και να χαζεύω το φως του ήλιου που περνάει μέσα από τα φύλλα ακούγοντας μουσική.

Αγαπάω να μυρίζω τη βροχή

Αγαπάω τα ταξίδια.

Αγαπάω να κουβεντιάζω με φίλους.

Αγαπάω να γνωρίζω καινούρια πράγματα και καινούριους ανθρώπους.

Μαζεύτηκαν δέκα και μάλλον θα μπορούσα να βρω κι άλλα δέκα. Ίσως αύριο να σκεφτώ κάτι άλλο αλλά σήμερα αυτά ήταν τα πρώτα που μου ήρθαν στο μυαλό και τα έγραψα χωρίς να τα επεξεργαστώ. Τώρα κανονικά πρέπει να καλέσω κι εγώ κάποιους να γράψουν για τα δικά τους δέκα πράγματα αλλά δεν ξέρω ποιον να καλέσω. Ας γράψει όποιος θέλει….

Το τραγούδι δεν έχει και πολύ σχέση αλλά μου ήρθε στο νου γιατί κάνοντας λάθος νόμιζα πως έλεγε “Ό,τι αγαπώ…” αντί για το σωστό “Ό,τι τραγουδω…”. Όπως και να έχει είναι όμορφο.

20
Σεπ
10

Εικόνα….

Σήμερα με πλησίασε μία κυρία, μεγάλη σε ηλικία και αρκετά καλοντυμένη με ελαφρά συμπτώματα Πάρκινσον. Νόμιζα πως ήθελε να με ρωτήσει κάτι για το δρόμο. Μου ζήτησε με χαμηλή φωνή και πολύ ευγενικά να της δώσω, αν έχω, ένα ευρώ. Είχα στην τσέπη μου 50 λεπτά και της τα έδωσα ρωτώντας της αν της κάνει αυτό το νόμισμα διότι πίστευα πως απλά δεν είχε ψιλά. Μου έδειξε τη χούφτα της γεμάτη ψιλουδάκια και μου είπε: “Ψιλά μαζεύω, δεν βλέπεις; Όλα μου κάνουν…”
Κι έφυγε.

21
Ιουν
09

Θερινό ηλιοστάσιο

Σήμερα είναι η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Θερινό ηλιοστάσιο. Από μικρό παιδί την περίμενα αυτή τη μέρα με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μια με λαχτάρα για τη μεγάλη καλοκαιριάτικη μέρα κι από την άλλη με θλίψη γιατί ήταν μια κορύφωση κι ένα όριο. Από δω και πέρα η μέρα αρχίζει ανεπαίσθητα να μικραίνει. Από μικρό παιδί αυτό το πράγμα το ταύτιζα με τη φθορά. Την ανθρώπινη φθορά. 21 Ιουνίου σήμερα. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Ακόμα την περιμένω με λαχτάρα και ταυτόχρονα θα ήθελα να μην έφτανε ποτέ

02
Ιουν
09

Ουφ!

Για φέτος τέλος. Αυτές ήταν οι τελευταίες γραπτές εξετάσεις. Της ζωής μου θέλω να ελπίζω αν και οι φίλοι που με ξέρουν δεν με πιστεύουν. Όλο και κάτι θα βρω να παιδεύομαι μετά απ’ αυτό λένε…
Για μια βδομάδα θα ξεχάσω βιβλία και βιβλιογραφίες και μαθήματα και εργασίες. Μετά θ’ αρχίσω να μαζεύω βιβλιογραφία και υλικό για την τελική μεγάλη ευθεία. Δεν θα έχω όμως ξανά γραπτές εξετάσεις. Μ’ αυτές ξεμπέρδεψα. Γιούπι!!!!!!
31
Μαρ
09

Πήζω…

Πήζω, πήζω, πήζω….
Γράφω κάτι κι έχω μπλεχτεί. Πρέπει να το τελειώσω κι όσο προχωράει τόσο μπερδεύομαι. Θα τη βρω την άκρη, πάντα έτσι γίνεται, αλλά τώρα πήζω….

Και μπαίνει κι η Άνοιξη…
Που θα βρω μια γλυσίνα (σαλκίμι για
τους Μικρασιάτες) να φυτέψω στο μίζερο μπαλκόνι μου, να μεγαλώσει και ν’ αγκαλιάσει τον τοίχο και την πολυκατοικία ολόκληρη; Να κρέμονται και να μοσχοβολάνε τα υπέροχα μωβ τσαμπιά της. Σαν τη γλυσίνα που βλέπω απέναντι, κι έχει φτάσει στην ταράτσα. Και κάνει ακόμα και την πίσω πλευρά μιας άθλιας πολυκατοικίας του ’60 ομορφότερη. Σ’ όσα φυτώρια ρώτησα δεν είχαν. Μάλλον όμως για να πιάσει θέλει να είναι από “χέρι”…


Ή μια ρολογιά (πασιφλόρα) που είναι κι αυτή αναρριχώμενη και μπορεί κι αυτή να κρέμεται από τα κάγκελα ή να αγκαλιάζει τον τοίχο. Να γυρνάνε τα λουλουδάκια της ανάλογα με το πέρασμα της ώρας. Και να θυμάμαι τις αυλές των σπιτιών κοντά στα “βουναλάκια” που σχεδόν όλες είχαν μια ρολογιά ν’ αγκαλιάζει τα κάγκελα. Κι ένα γιασεμί χιώτικο ή ένα αγιόκλημα. Μέσα στο άγχος μου θέλω να νιώσω ξανά μυρωδιές. Η παλιοάνοιξη φταίει που θα κάνει τα νεύρα μου λάστιχα και τη διάθεσή μου ασανσέρ και μάλιστα σε ώρα αιχμής. Από το Ζενίθ στο Ναδίρ σε τριάντα δευτερόλεπτα.

04
Απρ
08

Στην Πάτρα

Σεπτέμβρης. Έχω ανέβει για την Έκθεση στη Θεσσαλονίκη όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια και έχω πετύχει το Μάνο όπως επίσης γίνεται τα τελευταία χρόνια. Είναι κι αυτός εκεί για δουλειές. Αυτός τρέχει κι εγώ κάθομαι γιατί δεν πατάει σχεδόν ψυχή στο περίπτερο. Ανάμεσα σε δύο τρεχάλες του κάθησε να τα πούμε λίγο.
Ποτέ δεν ήμασταν κολλητοί, όμως πλέον μετράνε σχεδόν 30 χρόνια που γνωριζόμαστε. Ήταν κολλητός και συγκάτοικος με έναν κολλητό της δικής μου κολλητής και συγκατοίκου για ένα φεγγάρι. Στις μικρές φοιτητουπόλεις όμως, οι παρέες διαπλέκονται και όλοι γνωρίζουν όλους. Το σπίτι τους και η παρέα του ήταν φημισμένοι για τα αποκριάτικα πάρτι που έκαναν. Όλος ο κόσμος πέρναγε από το σπίτι τους. Σ’ ένα από τα πάρτι τους -ίσως να ήταν και το τελευταίο τους- σερνόμουνα μασκαρεμένη και αγέλαστη μέχρι τις 2 το πρωί και τότε βρήκα ένα μπουκάλι λικέρ. Δοκίμασα και μου θύμισε το λικέρ βύσσινο της γιαγιάς μου. Νοστιμότατο το βρήκα και το κατέβασα σχεδόν ολόκληρο. Και είδα το χριστό φαντάρο. Φύγαμε και δεν με κάνανε καλά. Τι μεθύσι ήταν αυτό!!! Καθόμουν μέσα στη μέση του δρόμου και έβλεπα από μακρυά να έρχεται αυτοκίνητο κι έλεγα σε όλους πως μπορώ να το σταματήσω γιατί είμαι τίγρης… Τελευταία στιγμή με τράβαγε ο καλός μου και τον έβριζα γιατί δεν μ’ αφηνε να δείξω τι μπορώ να κάνω. Στο τέλος με πήγε στο σπίτι του που ήταν το κοντινότερο. Οι υπόλοιποι δεν ξέρω που χάθηκαν. Στο σπίτι του, το κεφάλι μου γύριζε κι ένιωσα πως είχε περάσει ολόκληρο τρένο από πάνω του. Ξέρναγα όπως δεν το είχα κάνει ποτέ στη ζωή μου μέχρι τότε. Με μισούσα για όσο είχα πιεί, ένιωθα πως το τέλος μου είναι κοντά και παρακαλούσα να τελειώνω να ησυχάσω απ’ αυτό το μαρτύριο, μ’ έκοβε κρύος ιδρώτας και χτυπούσαν τα δόντια μου και στον επόμενο τόνο άναβα και ήθελα ν’ ανοίξει το παράθυρο να πάρω αέρα. Ορκιζόμουν συνέχεια πως δεν θα ξαναβάλω ποτέ ξανά αλκοόλ στο στόμα μου. Όχι πως δεν τους πάτησα αυτούς τους όρκους…
Κάποια στιγμή κοιμήθηκα και το πρωί έφυγε ο δικός μου και με άφησε μόνη να κοιμάμαι. Ξύπνησα και νόμισα πως όλα πέρασαν. Ένα κακό όνειρο ήταν. Αμ δε… Με το που σηκώθηκα ξαναπέρασε το τρένο από το κεφάλι μου, άρχισαν πάλι οι κρύοι ιδρώτες και ξανάρχισα να θέλω να ξεράσω. Μόνο που επειδή δεν υπήρχε τίποτα πια να βγάλω είχα μόνο τους σπασμούς στο στομάχι. Σκέτοι σπασμοί χωρίς μια –έστω και προσωρινή- ανακούφιση. Μόλις δε θυμόμουν την προηγούμενη βραδυά άντε πάλι από την αρχή. Η ιδέα και μόνο του πόσο είχα πιει με έστελνε αδιάβαστη…. Και πεινούσα επίσης. Αλλά και μόνο στην ιδέα του να φάω κάτι με έπιανε πανικός. Γύρισε κάποια στιγμή κι ο δικός μου, με βρήκε χαλκοπράσινη να σέρνομαι και να είμαι σίγουρη πως δεν την βγάζω καθαρή, τελείωσε η ζωή για μένα. Και άρχισε το …κήρυγμα, γιατί πίνω αφού δεν το αντέχω και τι σκατά πήγα και ήπια ένα μπουκάλι λικέρ αφού ξέρουμε τι σκατομεθύσια κάνεις μ’ αυτά… Αμ δεν το ξέραμε χρυσέ μου. Τώρα το μάθαμε. Μόνο αυτό μου έλειπε εκείνη τη στιγμή. Δέσαμε…
Τέλος πάντων, μέχρι το βράδυ συνήλθα κάπως, πείστηκα πως το τέλος μου είχε πάρει παράταση επ’ αόριστον και ξανακοιμήθηκα. Την άλλη μέρα ήμουν καλά.
Πως μου ήρθε αυτό το μεθύσι στο μυαλό; Είναι γιατί ο Μάνος έγραψε ένα βιβλίο για κείνα τα χρόνια, εκεί στην Πάτρα. Και άρχισα, τώρα που χαλάρωσα από τα άλλα, να το διαβάζω. Και με γύρισε πίσω. Στο τότε. Ένα «τότε» που τελικά φαίνεται πως δεν είναι έντονο μόνο για μένα αλλά και για πολλούς ακόμα. Και για το Μάνο, αφού κάθησε κι έγραψε ένα βιβλίο για τότε και το αφιέρωσε σε όλους μας. Όσους θυμόταν τέλος πάντων. Και μέσα στα ονόματα βρήκα ανθρώπους που τους είχα ξεχάσει κι αναρωτήθηκα τι να γίνονται άραγε. Και κάποιους που χάθηκαν, σαν τη συγκάτοικό μου –μία απ’ όλες- που χάθηκε το καλοκαίρι του ’83. Οι ήρωες του βιβλίου του μια σύνθεση από πολλά υπαρκτά πρόσωπα αλλά κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει μόνο ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Κάθε σελίδα που διαβάζω με ανταριάζει. Βρίσκω εικόνες, μυρωδιές, ονόματα, πρόσωπα, δρόμους, πλατείες, μαγαζιά … Αναμνήσεις που είναι πάντα έντονες και ζωντανές σαν να έγιναν όλα χτες. Σαν προχτές να καθόμαστε και να συζητάμε μέχρι το πρωί στα Ψηλά Αλώνια ή στο σταθμό μετά που είχαν κλείσει όλα τα μαγαζιά. Παρέες που μπορούσαν να φτάσουν τα 30 και 40 άτομα.
Κλείνω το κουτάκι προς το παρόν. Τι το κλείνω δηλαδή; Μέχρι να τελειώσει το βιβλίο και για μερικές μέρες μετά, θα μένει ανοιχτό να με τσιγκλίζει.

26
Μαρ
08

Απιστίες… Αμαρτίες;

Zήλεψα τις ιστορίες απιστίας που διάβασα σε άλλα μπλογκς φίλων και αποφάσισα να διηγηθώ κι εγώ μία…
Τι είναι απιστία; Υπάρχει ένας αντικειμενικός ορισμός της, ίδιος για όλους;
Όταν ήμουν έφηβη σκεφτόμουν τον έρωτα σαν εικόνα σε βικτωριανό μυθιστόρημα. Κάτι σαν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Απόλυτο και αιώνιο. Μετά κατάλαβα πως δεν είναι έτσι, στον κόσμο έξω από τα βιβλία της Τζέιν Ώστεν. Κατάλαβα πως έπρεπε να διαπραγματεύομαι συνέχεια με την απιστία. Την απιστία που έπρεπε να υποστώ και την απιστία που έπρεπε να υποστούν οι άλλοι από μένα. Α ναι…. Δεν υπήρξα ποτέ «θύμα» απιστίας που έκλαιγε στους ώμους των φίλων του για τον σκορδόπιστο. Αναρωτιόμουν όμως και ρωτούσα και τους φίλους μου για το τι πιστεύουν πως είναι απιστία. Απιστία είναι να επιθυμήσεις κάποιον/α άλλον/η; Να τον συναντήσεις; Να τον φιλήσεις; Να συντελεστεί το «μοιραίον»; Σε ποιό σημείο της διαδρομής ξεκινάει; Ρωτάω κι αναρωτιέμαι και άκρη δεν βρίσκω. Για τον κάθε άνθρωπο σημαίνει κάτι άλλο.
Τι κι αν δεν κάνεις έρωτα με κάποιον αφού κάποια βλέμματα μπορεί να είναι πιο ερωτικά κι από μια ολόκληρη ερωτική νύχτα; Τι κι αν δεν κάνεις έρωτα με κάποιον από τη στιγμή που κάνεις κάθε βράδυ στον ύπνο σου; Είσαι πιστός ή άπιστος σ’ αυτές τις περιπτώσεις;
Ιστορία απιστίας; Αυτή είναι η ιστορία μιας σχέσης βασισμένης στην απιστία.
Εκείνος κι εκείνη στα δεκαεννιά. Φοιτητάκια. Πουλάνε μαγκιά αλλά είναι και οι δύο αθώοι και άπραγοι σαν απάτητο χιόνι. Κι ερωτεύονται. Στο δόξα πατρί τους βρήκε και δεν ήξεραν από που τους ήρθε. Εκείνος πριν τη συναντήσει έλιωνε για μια συμφοιτήτρια. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Κι αυτή τον παίδευε. Μέχρι που συνάντησε την κοπέλα της ιστορίας μου. Και με το που συναντήθηκαν δεν ξεκόλλησαν ο ένας από τον άλλο. 24 ώρες τη μέρα μαζί.
Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε. Ένας μήνας; Δύο; Κι έφυγαν ένα Σαββατοκύριακο στην Αθήνα. Φοιτητές είπαμε σε επαρχιακή πόλη. Αυτός να δει τους γονείς του, αυτή για να κάνει βόλτες και να δει φίλους. Γύρισε εκείνος πίσω, εκείνη του λέει θα μείνω άλλη μια μέρα και θα έρθω πίσω στην πόλη μας με την κολλητή μου, αύριο. Έμεινε για να δείξει μάλλον πως δεν τον έχει ανάγκη. Έσκαγε όμως. Δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει για να είναι μαζί του. Γυρίσανε την άλλη μέρα με τη φίλη της. Την παράτησε και έτρεξε στο σπίτι του. Κανείς. Είχε κλειδιά, μπήκε και περίμενε. Περίμενε… Περίμενε… Έφυγε. Πήγε σπίτι της μπας και δεν κατάλαβε καλά και την περίμενε αυτός εκεί. Χα χα χα… να δεις αυτό θα είχε γίνει. Τα μπέρδεψαν. Ούτε εκεί ήταν ούτε είχε περάσει, της είπαν οι συγκάτοικοι. Πήρε τους δρόμους να τον βρει. Πέρασε από τα στέκια, τα σπίτια των φίλων. Τα κινητά ήταν τότε επιστημονική φαντασία. Προσπαθούσε και να μην καταλάβουν πως τον έψαχνε. Πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια… Και έφτασε στο σπίτι της κοπέλας που τον έψηνε πριν συναντηθούν οι δύο τους. Έτσι κι αλλιώς κι αυτή στην παρέα ήταν. Χτύπησε το κουδούνι και χτύπησαν καμπάνες στο κεφάλι της. Είδε όλη την εικόνα κι ας μην άκουσε κιχ. Κι ας είχε μια κλειστή πόρτα μπροστά της. Ήταν μαζί στο κρεβάτι της. Ήταν μαζί από χτες που γύρισε εκείνος, μέχρι τώρα. Τα μάζεψε κι έφυγε. Πήγε στη φίλη της και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.
«Βρε καλό μου, βρε χρυσό μου» να της λέει η φίλη της, «που το ξέρεις πως ήταν εκεί μαζί της;» «Το ξέρω» της έλεγε «δεν ξέρω πως, αλλά το ξέρω. Τους βλέπω…», και ξανάρχιζε το κλάμα. Πόνεσε το κεφάλι της από το κλάμα. Η μύτη της έγινε σαν μελιτζάνα από το φύσημα. Τ’ αυτιά της βούιζαν. Πήγαινε να ξεχαστεί λίγο και αμέσως ξανάρχιζε το θρήνο. Όλη τη νύχτα έτσι.
Την άλλη μέρα το απόγευμα πήγε και τον βρήκε στο Πανεπιστήμιο. Σαν βρεγμένη γάτα αυτός. Πρησμένη από το κλάμα αυτή. Πάμε του λέει μια βόλτα. Μα έχω πει και με την (βάλτε ότι όνομα θέλετε…) να πάμε μια βόλτα. Τι καταλαβαίνεις, του λέει; Εγώ, εσύ κι αυτή; Διάλεξε τώρα. Ή με μένα ή με την (βάλτε ότι όνομα θέλετε…)
Και διάλεξε τη δικιά μας. Και πέρασαν δεκατρία χρόνια μαζί. Χρόνια γεμάτα αγάπη και απιστία και από τις δυό μεριές. Που τις ήξεραν και τις συζητούσαν κιόλας. Και που όλοι οι φίλοι, τους ζήλευαν για την τέλεια σχέση τους. Μέχρι που κατάλαβαν πως η αγάπη δεν έφτανε για να κλείσει τις πληγές που είχαν ανοίξει οι ομολογημένες απιστίες τους. Και ο εγωισμός τους. Και πήρε ο καθένας το δρόμο του.
Αυτή ακόμα αναρωτιέται τι θα είχε γίνει αν δεν είχαν ξεκινήσει όλα με μια απιστία. Αυτός δεν μου έχει πει.
Ήταν όμως απιστίες οι απιστίες τους; Οι επόμενες, οι ομολογημένες και συζητημένες. Όχι η πρώτη. Η απιστία δεν προϋποθέτει τη μη γνώση του ετέρου ημίσεος για την ύπαρξή της; Η κοπέλα της ιστορίας ακόμα πιστεύει πως η απιστία συντελείται τη στιγμή που θα επιθυμήσεις κάτι άλλο. Τα υπόλοιπα είναι απλή διεκπεραίωση. Άσε που συνήθως απομυθοποιούν το «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μας». Και μετά μουτζωνόμαστε για τα βράδυα που περάσαμε ποθώντας το αβυσαλλέα…
Το αγόρι της ιστορίας δεν ξέρω τι πιστεύει. Δεν μου είπε όταν το ρώτησα.
13
Μαρ
08

Οδύσσεια

Πως μου ήρθε; Καιρό τώρα είχα την Κατερίνα τη Γώγου στο μυαλό μου. Τον ίδιο καιρό που τυχαία (;) την είχαν κι άλλοι φίλοι στο δικό τους. (Πως το είπες Σπυράκο; Να το γυρίσεις στα μεταφυσικά;) Στριφογυρνάει από τότε. Με ρώτησε κάποια στιγμή κι η Μαργαρίτα αν έχω την Οδύσσεια. Την έχω, της είπα. Όλα τα έχω της Κατερίνας, αλλά την «Οδύσσεια» δεν την έχω διαβάσει . Τα «κατέβασα» μια μέρα όλα στον υπολογιστή. Αν την έχεις, με ρώτησε, κανονική ρε παιδί μου, σε χαρτί. Όχι Μαργαρίτα, όχι «κανονική» μόνο ηλεκτρονική. Καλά θα σου το στείλω, μου είπε, για τα γενέθλιά σου. Δεν έχει έρθει ακόμα το βιβλίο (Μαργαρίτα δεν είναι σπόντα αυτό, αν ποτέ το διαβάσεις). Σήμερα μου την έδωσε κι αντί να διαβάσω αυτά που πρέπει άνοιξα το αρχείο «Οδύσσεια». Δεν μπορώ να διαβάσω εύκολα κείμενα στον υπολογιστή. Είμαι της παλιάς σχολής. Θέλω τα βιβλία να είναι βιβλία. Με πήρε όμως μαζί του, έστω κι έτσι. Όχι πως το διάβασα όλο. Δεν είναι δυνατό να διαβάσω βιβλίο της Κατερίνας μονοκοπανιάς. Όπως δεν μπορούσα να είμαι και κοντά της πολύ ώρα. Τη συμπαθούσα, μου άρεσε αλλά με άγχωνε ταυτόχρονα. Ήταν «πολύ» σε όλα. Στην αγάπη, στο θυμό, στο αλκοόλ, στα πάντα…
Σ’ αυτό το τελευταίο της βιβλίο λοιπόν είδα μια Κατερίνα που δεν την ήξερα. Ή μάλλον που την ήξερα αλλά αλλιώτικη. Πιο μαλακή, πιο ανθρώπινη, λιγότερο θυμωμένη. Και βρήκα μέσα ανθρώπους που τους ήξερα, φίλους μου. Φίλους της. Πολύ σας αγαπούσε τελικά βρε παιδιά. Πολύ αγαπούσε. Πολύ…. όπως πάντα, όπως όλα.
Αχ βρε Κατερίνα… Ακόμα έχω τύψεις για τη φορά που κατέβαινα στην πλατεία και καθόσουν στο «Τσαφ» κι έκανα πως δεν σε είδα. Και με είδες και με φώναξες και δεν μπορούσα πια να κάνω πως δεν σε βλέπω. Και με ρώτησες «γιατί περνάς και κάνεις πως δεν με βλέπεις;» Και τα’ χασα κι άρχισα να λέω μαλακίες κοκκινίζοντας σαν μικρό παιδί. Δεν μπορούσα όμως να αντέξω το «βάρος» σου…
Τι τόθελα και το διάβασα; Άντε τώρα να δω πως θα μαζέψω το μυαλό μου, το έτσι κι αλλιώς αμάζευτο, για να διαβάσω αυτά που πρέπει και να γράψω αυτά που πρέπει.
Βοήθειαααααααααα……..

06
Μαρ
08

Παραμύθια

Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι με μια θάλασσα μπροστά μου. Κι ας είναι μια θάλασσα από αυτοκίνητα. Ανάμεσα σε μένα και τη θάλασσα η άμμος. Κι ας είναι ένα πεζοδρόμιο από τσιμέντο. Κι απέναντι το πλοίο της γραμμής, τεράστιο μέσα στο λιμάνι. Κι ας είναι ένα κτίριο που απλά ξεχωρίζει μεγαλύτερο πίσω από τα άλλα, μαύρο και γυαλιστερό. Πίσω μου ένα ατέλειωτο και πυκνό δάσος από κουκουναριές. Κι ας είναι τρία χαμόδενδρα που ίσα που επιζούν ρουφώντας καυσαέριο. Κοιτάζω τη θάλασσα και είμαι μικρή όσο ένα μόριο. Κοιτάζω τη θάλασσα και είμαι μεγάλη όσο ο ουρανός. Ένας κόκκινος γίγαντας που φλέγεται μέχρι να συρρικνωθεί και να γίνει ένας παγωμένος λευκός νάνος. Μόνο που στην περίπτωσή μου αυτό γίνεται συνέχεια και προς τις δύο κατευθύνσεις. Κόκκινος γίγαντας – λευκός νάνος. Λευκός νάνος – κόκκινος γίγαντας. Διάλλειμα για τσιγάρο. Να σταματήσει αυτό το πήγαινε έλα. Ματιά στο ρολόι. Πόση ώρα έχω ακόμα να χαζεύω τη θάλασσα; Πόσα τσιγάρα ακόμα; Δέκα λεπτά; Πέντε; Τέλος χρόνου. Έγινε η άμαξα κολοκύθα και το αστραφτερό φουστάνι κουρελαρία. Η θάλασσα ξανάγινε μια θάλασσα αυτοκίνητα, η άμμος πεζοδρόμιο και το δάσος τρία ψωραλέα δέντρα. Κι εγώ πρέπει να κατέβω στο υπόγειο. Welcome back to reality…

24
Φεβ
08

Τουαρέγκ

Κάποτε είχα δει ένα ντοκιμαντέρ για τους Τουαρέγκ. Τους μπλε ανθρώπους της ερήμου. Ένας Γάλλος κινηματογραφιστής είχε πάει και είχε ζήσει μαζί τους για κάποιους μήνες και κινηματογραφούσε τη ζωή τους, τις μετακινήσεις τους μέσα στην έρημο, τις συνήθειές τους. Έχουν περάσει χρόνια από τότε που το είδα αλλά κάποια πράγματα μου έκαναν τρομερή εντύπωση και τα θυμάμαι ακόμα. Κατ’ αρχήν το πόσο όμορφος λαός είναι. Άντρες και γυναίκες. Το δεύτερο που μου έκανε εντύπωση ήταν ο τρόπος που χαιρετάνε. Κάτι σαν χειραψία αλλά χωρίς σφίξιμο του χεριού. Περισσότερο έμοιαζε με φευγαλέο χάδι. Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν, πως όταν μετά από αρκετό καιρό ο γάλλος πήγε να στήσει τη σκηνή του δίπλα στη σκηνή του ανθρώπου με τον οποίο είχε τη μεγαλύτερη επαφή, αυτός δεν τον άφησε. Παραξενεμένος τον ρώτησε ο Γάλλος γιατί και αυτός του είπε πως «αν θέλουμε να είναι κοντά οι καρδιές μας πρέπει να είναι μακρυά οι σκηνές μας». Για τη δυτική μου κουλτούρα αυτό ήταν από τα πιο παράξενα πράγματα που άκουγα. Μου άρεσε όμως και το σκεφτόμουν από τότε κατά καιρούς. Το σκέφτομαι, το σκέφτομαι, τελικά όμως όσο και να μ’ αρέσει σαν ιδέα δεν μπορώ να ξεχάσω τη δυτική μου κουλτούρα. Γεννήθηκα στη Ευρώπη ή έστω στα Βαλκάνια και όχι στη Σαχάρα. Μ’ αρέσει αυτό που είπε ο Τουαρέγκ αλλά δύσκολα τελικά το υιοθετώ. Βέβαια δεν ξέρω αν το αποκωδικοποίησα σωστά. Άλλωστε κάτι παρόμοιο έλεγε και η γιαγιά μου. «Το πολύ το σύρε κι έλα μας πηγαίνει και στην τρέλα». Ίσως κάτι τέτοιο να εννοούσε και ο Τουαρέγκ. Πως η καθημερινή τριβή σε κάνει να ξεχνάς γιατί αγαπάς κάποιον και να βάζει μόνο τα προβλήματα της συνήθειας μπροστά. Το τι θα φάμε, τους λογαριασμούς, τα ψώνια και τις βρώμικες κάλτσες.
Από την άλλη πόσο βοηθάει το μακρυά; Κι όταν σου λείπουν οι άνθρωποι; Τι θα πει τους αγαπάς αλλά δεν τους βλέπεις; Φτάνει να είναι αγαπημένοι αλλά ποτέ δίπλα όταν τους έχεις ανάγκη; Ανάγκη να τους δεις έστω, να τους ακουμπήσεις, να τους χαϊδέψεις στο μάγουλο… Και πόσο μακρυά είναι το μακρυά; Πόσο μακρυά μπορεί να είναι κάποιος στο ένα μέτρο, στην ίδια γειτονιά και πόσο κοντά κάποιος στα 500, στα 1000, στα 2000 χλμ;
Κοίτα τι έπαθα βραδυάτικα από μια φωτογραφία με τους Τουαρέγκ… Ή μήπως βρήκα τη φωτογραφία γιατί αναρωτιόμουν πόσο μακρυά είναι η Αυστραλία;
Που δεν έχει καμμία σχέση με τους Τουαρέγκ…

18
Φεβ
08

αναμνήσεις

Αναμνήσεις. Ταχτοποιημένες στη θέση τους. Ανώδυνες. Ακίνδυνες. Σαν τις φωτογραφίες στα άλμπουμ, σαν τα βιβλία στη βιβλιοθήκη. Κλεισμένες στα κουτάκια τους. Ξέρεις πως στο ράφι υπάρχουν πολλά κουτάκια με αγαπημένες αναμνήσεις. Ανώδυνες στην ουσία. Πιάνεις ένα κουτάκι στην τύχη. Το ανοίγεις βγάζεις έξω τις αναμνήσεις. Μάρτης 19… κάτι. Άλλο κουτάκι, μπλέ αυτή τη φορά. Η ετικέτα γράφει κάτι άλλο. Γενάρης 200… κάτι. Βγαίνουν οι αναμνήσεις από μέσα σαν φωτογραφίες, σαν λόγια, σαν μουσικές. Χαμογελάς, γελάς, δακρύζεις… Δεν κινδυνεύεις όμως, δεν σε πονάνε σαν πυρωμένο καρφί στις φλέβες σου. Γλυκό δάκρυ, γλυκός πόνος. Χαρμολύπη…. Τα πρόσωπα που κάποτε είχαν σάρκα, φωνή, γέλιο, δέρμα που μπορούσες να το αγγίξεις, μάτια που μπορούσες να χαθείς τώρα είναι μόνο μια ιδέα, άντε μια φωτογραφία. Χάθηκαν στη ζωή και στο χρόνο. Έχουν γίνει μια αγαπημένη ανάμνηση. Δεν είναι πια αγαπημένα πρόσωπα αλλά αγαπημένες αναμνήσεις. Μου φαίνεται δεν τις χωνεύω τις αγαπημένες αναμνήσεις. Ούτε καν τις αναμνήσεις μου φαίνεται δεν χωνεύω, αγαπημένες ή όχι.
Γεμάτα τα ράφια της ζωής μου χρωματιστά κουτάκια με ετικέτες. Γεμάτα με αγαπημένες και ανώδυνες αναμνήσεις

09
Φεβ
08

κρύο

Κρύο. Κάνει κρύο έξω. Χιονόνερο αλλά όχι χιόνι. Μάλλον ούτε κι αυτή τη φορά θα δούμε άσπρη μέρα. Γι’ αυτή την πόλη δεν έχει άσπρες μέρες. Κι έτσι καλά είναι όμως. Θα ήθελα να βγω να κάνω μια βόλτα στους δρόμους. Στους δρόμους που γυαλίζουν από τη βροχή. Ντυμένη ζεστά, με γαντάκια με κομμένα δάχτυλα, σκούφο, χοντρό μπουφάν και μπότες. Το σακίδιο στην πλάτη και ακουστικά στ’ αυτιά. Πάντα μουσική στ’ αυτιά. Δυνατά. Βόλτα στην πόλη αλλά με ήχητική κάλυψη δικής μου επιλογής. Να νιώθω τον κρύο αέρα στο πρόσωπο και το ψιλόβροχο στα μάγουλα. Να παγώνει η μύτη αλλά να μ’ αρέσει. Και τα μάγουλα σιγά σιγά να κοκκινίζουν, παγωμένα. Να γυρίζω, να γυρίζω, να γυρίζω… Και όταν κουραστώ να μπω σ’ ένα μπαράκι, να βγάλω το σκούφο και τ’ ακουστικά, να κάτσω στη μπάρα, να παραγγείλω ένα Jameson με πάγο και να το πιώ σιγά σιγά καπνίζοντας. Να ζεσταθούν τα χέρια μου. Άμα έχω και παρέα καλύτερα.

Αυτό θα ήθελα να κάνω αυτή την κρύα νύχτα αλλά μάλλον θα πιώ ένα ποτό στο σπίτι μου. Ίσως μια άλλη κρύα νύχτα να τα καταφέρω…
30
Ιαν
08

άλλος δρόμος

Ο δρόμος είναι δρόμος. Είναι πάντα δρόμος. Μόνο δρόμος. Τον τρως πλακάκι το πλακάκι, λακούβα τη λακούβα. Τον τρως κάθε μέρα, δεν αφήνεις ούτε κοκκαλάκι και την άλλη μέρα πάλι εκεί, σε περιμένει να τον περπατήσεις. Δεν έχει πλατείες και αγάλματα. Ούτε πάρκα, ούτε παγκάκια, ούτε πεζούλια. Χάθηκαν και τα βουνά στο βάθος. Τα σύννεφα δεν καθρεφτίζονται στις πλάκες του πεζοδρομίου. Πάνε κι αυτά. Τελείωσαν και τα τσιγάρα και βούλιαξαν τα περίπτερα και δεν πουλάνε άλλα. Τα βήματα…. Κάποια στιγμή θα μετρήσω τα βήματα. Πόσα βήματα είναι 12 στάσεις; Πόσα βήματα με τα ακουστικά στ’ αυτιά, έτσι που να δηλώνεις «δεν θέλω να ξέρω κανέναν και τίποτε» και τα μαύρα γυαλιά στα μάτια για να μη βλέπουν τα μάτια σου και να μη βλέπεις τα δικά τους; Πόσα τραγούδια κατευθείαν μέσα στ’ αυτιά και μόνο για σένα, κάνουν το δρόμο;
Τέλος πόσους δρόμους πρέπει να περάσω; Πόσες φορές να έχω το νου μου, μη τύχει και περάσουν τ’ αυτοκίνητα από πάνω μου;
Ένας δρόμος είναι μόνο ένας δρόμος και έχει χίλιους τρόπους να τον μετρήσεις.

26
Ιαν
08

ουρανοί

Όσο χάλια κι αν είναι η πόλη, άμα σηκώσεις το βλέμμα να δεις τον ουρανό, υπάρχει περίπτωση να δεις εικόνες σαν κι αυτή. Τότε βλέπεις πουλιά να πετάνε μέσα στα σύννεφα και ξεχνάς τις σιχαμένες πολυκατοικίες που ορίζουν το κάδρο, με τις ακόμα πιο σιχαμένες κεραίες τους για στέμμα. Ξεχνάς πως τα πουλιά είναι αυτά τα σιχαμένα κωλοπερίστερα, που όλο και κάποια φορά θα σε έχουν καταχέσει, κι αν όχι εσένα, το μπαλκόνι ή την απλωμένη μπουγάδα σου….
Μόνο που δεν το σκεφτόμαστε πως εκεί πάνω είναι φως. Τα κεφάλια κάτω, λες και στο δρόμο έχει -όχι τα ψιχουλάκια του Κοντορεβυθούλη- αλλά χρυσές λίρες.

24
Ιαν
08

ο δρόμος

Τι είναι ο δρόμος; Τι μπορεί να φέρει ένας δρόμος; Πως τον μετράμε; Πόσα βήματα είναι 7, 8 ή 12 στάσεις; Πόσα οικοδομικά τετράγωνα μας κάνουν έναν δρόμο; Πόσα μαγαζιά; Πόσα περίπτερα; Πόσα δέντρα έχει κάθε τετράγωνο; Πόσα πάρκα, πόσα αγάλματα, πόσα φανάρια, πόσες κάμερες;
Ένας δρόμος έχει δώδεκα στάσεις στο κατέβασμα και εφτά ή οκτώ στο ανέβασμα. Καμμιά φορά και εννιά… Έχει αέρα που κάνει τα μάτια να δακρύζουν. Έχει ένα φούρνο –όχι σαν τους παλιούς- φούρνος-αλυσίδα είναι, κυριλέ. Κάθε πρωί στάση στο φούρνο. Κουλούρι, κουλούρια και για τους άλλους. Έχει κι ένα περίπτερο έξω από το φούρνο. Ωπ, εδώ παίρνουμε τσιγάρα. Που είσαι; Σ’ έχασα….
Έχει και μια μυρωδιά έξω από την τράπεζα, όταν βρέχει . Ποιά τράπεζα είναι άραγε; Πως το λένε αυτό το δέντρο που μοσχοβολάει κάτι μεταξύ πεύκου και πετρέλαιου; Αλήθεια, τι να είναι αυτό το κτίριο απέναντι από την όγδοη; Πάλι το ξέχασες….
Και σύννεφα έχει. Αλλιώτικα κάθε μέρα. Μπαμπακερά, μαύρα, μικρά και χνουδωτά, χαμηλά στον ορίζοντα, καθισμένα πάνω στο βουνό που φαίνεται στο βάθος, σαν εσάρπα στους ώμους γηραιάς κυρίας.
Σε ποιά στάση έχει τον κάδο που πετάμε τα χαρτάκια; Ένας κάδος κι από πάνω μια κάμερα. Και κάθε πρωί οι ίδιοι σεκιουριτάδες με τα ακουστικά στ’ αυτιά… Ο χοντρός και ο λιγνός. Ο λιγνός με το κουστούμι και το μακρύ παλτό.
Ο δρόμος έχει ήλιο και μαύρα γυαλιά. Έχει κρύο και κασκόλ. Παγωμένα χέρια. Ο δρόμος έχει χαμόγελο. Έχει γέλιο μέχρι δακρύων. Έχει γύρο με πίτα. Πεϊνιρλί και πίτσες. Έχει κόμπο στο λαιμό και το στομάχι γεμάτο πέτρες. Ένας δρόμος έχει χίλια πράγματα, χίλια βλέμματα…
Πόση ώρα κάνουμε να ανέβουμε όλο το δρόμο; Δέκα λεπτά ή δέκα ώρες.

05
Ιαν
08

τα ξωτικά με τα φωσφοριζέ μάτια

-Βουλιάζω, βουλιάζω, βουλιάζω… είπε. Βουλιάζω σε κάτι που μοιάζει με απόγνωση. Ένας βούρκος είναι. Το δάσος της θλίψης. Το θυμάσαι; Ρώτησε…
-Ποιό δάσος της θλίψης;

-Εκείνο στην «Ιστορία χωρίς τέλος». Το δάσος με τις κλαίουσες που μόλις κάποιος έμπαινε μέσα, πάταγε στο βούρκο και τον κυρίευε μια απίστευτη θλίψη. Και ο βούρκος τον ρούφαγε κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να γλυτώσει, γιατί ήταν πολύ, μα πάρα πολύ θλιμμένος. Έτσι με ρουφάει η θλίψη.

-Μη λες χαζά. Δεν μπήκες στο δάσος. Δεν σε ρουφάει ο βούρκος. Εσύ είσαι ένα χαμόγελο. Το χαμόγελο ενός ξωτικού με φωσφοριζέ μάτια.

-Τα ξωτικά όμως ζούνε στα δάση, το ξέχασες; Δεν μπήκα στο δάσος. Ζω στο δάσος, γιατί εκεί είναι ο τόπος μου. Και το χαμόγελο είναι το χαμόγελο των ξωτικών με τα φωσφοριζέ μάτια. Τα φωσφοριζέ μάτια που το πρωί γεμίζουν κρυουλάκια. Ξέρεις τι είναι τα κρυουλάκια, δεν ξέρεις; Ξέρεις θαρρώ, εσύ τα ονομάτισες. Μέχρι τότε δεν είχαν όνομα. Τα έλεγε ο καθένας όπως ήθελε. Μόνο που δεν ήξερες τι είναι. Δεν τα είχες ξαναδεί. Μόνο τα ξωτικά του δάσους τα ξέρουν. Γιατί και τα κρυουλάκια εκεί ζουν. Ανάμεσα στις κλαίουσες. Ανάμεσα στην υγρασία που βγαίνει από τους βάλτους. Ζουζουνίζουν γύρω γύρω και κρύβονται στα μάτια των ξωτικών με τα φωσφοριζέ μάτια. Το πρωί βγαίνουν για βόλτα και μετά ξανακρύβονται. Χώνονται στα μάτια τους και περιμένουν. Περιμένουν να ξαναγυρίσουν τα ξωτικά στο σκοτάδι του δάσους τους. Και τότε βγαίνουν και πετάνε. Την ώρα που τα ξωτικά βουλιάζουν στο βούρκο τους. Την κινούμενη άμμο που μισούν και αγαπούν. Την αγαπούν και δεν ζουν έξω απ’ αυτήν. Όσο κι αν προσπαθούν να βγουν στο φως και να ζήσουν στον ήλιο. Τα καίει το φως. Γιαυτό τα βλέπεις κάποιες στιγμές να «χάνονται». Είναι οι ώρα που γυρνάνε στον τόπο τους. Στο δάσος τους. Που παίρνουν τα κρυουλάκια τους και χάνονται στο σκοτάδι.

-Τα βλέπουν οι άνθρωποι τα ξωτικά;

-Τα βλέπουν. Ανάμεσά τους κυκλοφορούν. Μόνο που σέρνουν το δάσος και το βούρκο τους μαζί. Κι ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο. Και τα κρυουλάκια κρυμμένα καλά, πίσω από τα μάτια τα φωσφοριζέ. Μόνο όταν φυσάει αέρας, τα μικρά τα διαολάκια βγαίνουν να κάνουν παρέα στο χαμόγελο. Και τότε τα βλέπουν όλοι, αλλά φταίει ο αέρας γιαυτό. Κάτι νεραϊδοπαρμένοι μόνο τα αναγνωρίζουν αλλά κι αυτοί δεν μπορούν να πουν το μυστικό που έμαθαν. Τους έχουν πάρει οι νεράιδες τη φωνή. Το ξέρεις αυτό, δεν το ξέρεις;

-………………………



Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr

Νότες

για να ξέρουμε που βρισκόμαστε

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει

Free Palestine

Αρχείο

tweetίσματα

Θέλετε να ειδοποιείστε με e-mail για νέα posts; Βάλτε το mail σας και Voila!!

Join 12 other followers

RSS ιστορίες από τη βιβλιοθήκη

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS arkoudos.com

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS Κάφτρα

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Bubbles, bubbles, bubbles

Ας μετρηθούμε

document.write(unescape("%3Cscript src=%27http://s10.histats.com/js15.js%27 type=%27text/javascript%27%3E%3C/script%3E")); try {Histats.start(1,1173149,4,604,110,55,"00011111"); Histats.track_hits();} catch(err){}; free tracking

και λίγη στατιστική…

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='dame31' // Login var EXvsrv='s11' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

είμεθα κοσμοπολίται…

convey_source = "Greek"; Free Translation

tweet it


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.