Ο Σαμαράς διέγραψε την Μπακογιάννη επειδή ψήφισε ΝΑΙ στο Μνημόνιο, ενώ η γραμμή του κόμματος ήταν ΟΧΙ.
Μετά, διέγραψε 21 βουλευτές του επειδή ψήφισαν ΟΧΙ στο Μνημόνιο, ενώ η γραμμή του κόμματος ήταν ΝΑΙ.
Στη συνέχεια, κάποιοι από τους διαγραφέντες είχαν επαφές με την Μπακογιάννη για να ενταχθούν στο κόμμα της, που έλεγε ΝΑΙ στο Μνημόνιο, ενώ αυτοί είχαν διαγραφεί επειδή είπαν ΟΧΙ.
Η Μπακογιάννη, που συζητούσε το ενδεχόμενο ένταξης στο κόμμα της αυτών που ψήφισαν ΟΧΙ, ενώ η ίδια έλεγε ΝΑΙ, κατηγόρησε το Σαμαρά για πολιτική σχιζοφρένεια.
Ο Σαμαράς τώρα μαζεύει πίσω αυτούς που ψήφισαν ΟΧΙ ενώ έπρεπε να ψηφίσουν ΝΑΙ.
παράλογο 2
Φέτος τα παλιά ΕΠΑΛ έγραφαν μαθητές στη Α’ τάξη οι οποίοι παρακολουθούν το πρόγραμμα σπουδών της Α’ τάξης του Νέου Τεχνολογικού Λυκείου με προοπτική του χρόνου να παρακολουθήσουν το αντίστοιχο πρόγραμμα σπουδών της Β’ τάξης κ.ο.κ. Λογικό; Λογικό θα μου πεις…
Αμ δε!!!! Όλο αυτό συμβαίνει ΕΝΩ τα Νέα Τεχνολογικά Λύκεια (όπως και τα αντίστοιχα Νέα Λύκεια) ΔΕΝ έχουν ιδρυθεί ακόμα επίσημα αφού δεν έχει ακόμα κατατεθεί ο νόμος που τα ιδρύει και που ρυθμίζει τα της λειτουργίας τους. Τους λέγαμε φυσικά ότι παρακολουθούν Τεχνολογικό Λύκειο αλλά τους εγγράφαμε στα μητρώ των ΕΠΑΛ κι αυτό γιατί για ν’ ανοίξεις μητρώο ενός νέου τύπου σχολείου θα πρέπει αυτό ΠΡΩΤΑ να ιδρυθεί επίσημα. Η χρονιά τελειώνει και δεν ξέρει κανείς τι θα γίνει του χρόνου, τι πρόγραμμα σπουδών θα υπάρχει, τι ωρολόγιο πρόγραμμα, τι εξετάσεις θα δώσουν. Ούτε εμείς, ούτε οι μαθητές, ούτε οι γονείς έχουμε ιδέα. Ο Μπαμπινιώτης δε, πάγωσε την κατάθεση του νόμου στη Βουλή. Οι μαθητές που τελειώνουν φέτος το Γυμνάσιο ΔΕΝ ξέρουν σε τι σχολείο θα πάνε, τι μαθήματα θα κάνουν, πόσες ώρες κλπ. Ρωτάνε οι γονείς και τα παιδιά και τι ακριβώς ν’ απαντήσεις; Εντυπωσιακό;
παράλογο 3
Χωρίς πολλές κουβέντες… ΕΟΠΠΥ και συνταγογράφηση, να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Γιατρό δεν βρίσκεις, αν θες να βρεις ντε και καλά γιατρό συμβεβλημμένο που να μπορεί να σε δεχτεί σαν ασφαλισμένο κι όχι ιδιωτικά, πρέπει να πάρεις αγκαλιά το τηλέφωνο και να ρωτάς. Κι αν βρεις κάποιον, θα πρέπει να πας να τον βρεις κι ας είναι στην άλλη μεριά της πόλης. Την επόμενη φορά θα βρεις άλλον, λες και είναι περίπτερο που παίρνεις τσιγάρα (που ούτε καν αυτό το αλλάζεις εύκολα) κι όχι γιατρός που πρέπει να ξέρει το ιστορικό σου τουλάχιστον. Όοοοοχι, θα κουβαλάς όλα τα χαρτιά και τις εξετάσεις σου υπό μάλης κάθε φορά. Δεν θες; Μαγκιά σου αλλά θα πλερώσεις, οι μαγκιές πάντα πλερώνονται. Φυσικά θα πλερώσεις, ακόμα κι αν στο μαγκόμετρο είσαι στο μηδέν, στην περίπτωση που δεν υπάρχει γιατρός με κενό στα ραντεβού του, πράγμα όχι απίθανο όταν για παράδειγμα είναι εποχή που “θερίζει’ η γρίπη.Έχεις φράγκα; θα συνέλθεις. Δεν έχεις; Ψόφα…..
παράλογο 4
και το καλύτερο; Άκουσα πριν στις ειδήσεις για την αξιολόγηση που θα εισάγουν στη Δημόσια Διοίκηση!!! Και θέλω να γελάσω δυνατά, να κυλιστώ στα πατώματα από τα γέλια αν δεν ήταν τόσο τραγικό αυτό που άκουσα. Αξιολόγηση; Από ποιούς ρε μάγκες; Τους διευθυντές και ιδιώτες που είπατε; με τι σχεδιασμό ρε μάγκες; Με τι σκοπό, ποια κριτήρια; Γιατί να σας εμπιστευτεί κάποιος και να πιστέψει ότι δεν θα είναι σχεδιασμένη στο γόνατο και δεν θα λειτουργήσει σαν άλλοθι για να κάνετε αυτό που δεν τολμάτε να ξεστομίσετε φοβούμενοι το πολιτικό κόστος; Άλλοθι για ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ με το φτυάρι θα είναι μάγκες μου. Άκου αξιολόγηση!!!! Από ποιούς; Απ’ αυτούς που κατάφεραν να κατεδαφίσουν ένα κράτος (έστω και ζαβό) σε χρόνο μηδέν….
Να εξηγούμαι, δεν είμαι κατά της αξιολόγησης, το αντίθετο. Χρειάζεται η αξιολόγηση, είναι εργαλείο αυτοβελτίωσης και βελτίωσης του παραγόμενου έργου και των παρεχόμενων υπηρεσιών αλλά είναι κάτι που θέλει σχεδιασμό, υποβαθρο επιστημονικό, υποδομές. Θέλει ν’ απαντάει πρώτα στα ερωτήματα “Ποιοι;”, “Για ποιο λόγο;”, “Ποιος ο στόχος;”, “Ποια τα κριτήρια;”, “Με ποια εργαλεία;”. Αυτούς τους μαστροχαλαστήδες δεν θα τους εμπιστευόμουν ούτε λάμπα ν’ αλλάξουν, όχι να σχεδιάσουν αξιολόγηση….
Δεν γράφω άλλα παράλογα που ζω κάθε μέρα γιατί θα χρειαστώ το ρουχαλάκι της φωτογραφίας και δεν με παίρνει για τέτοια…..
Είναι Πάσχα του 1984 κι έχω ανέβει στη Θεσσαλονίκη για τις διακοπές. Με την κολλητή μου είμαστε σε μια περίεργη κατάσταση, περνάει τη φάση της και δεν την καταλαβαίνω οπότε κάνω πίσω εκείνες τις μέρες. Αυτό σημαίνει όμως πως ξαφνικά είμαι «άστεγη». Όχι, δεν μ’ έχουν διώξει και από το σπίτι μου αλλά ελάτε στη θέση μου…. είναι ήδη ο έκτος χρόνος που ζω μόνη, σε άλλη πόλη. Κάθε φορά που γυρνάω στη Θεσσαλονίκη για διακοπές είναι και πιο δύσκολο να ξαναμπω στο παιδικό μου κρεβάτι και να ξανα-υποταχτώ στους κανόνες της οικογένειας. Έτσι κάθε φορά στις διακοπές έχουμε μεγάλους καυγάδες για όσα σε μένα φαίνονται αυτονόητα αλλά όχι και στους υπόλοιπους. Αυτός είναι και ο λόγος που φροντιζω να εξαφανίζομαι από το σπίτι όσο περισσότερες ώρες μπορώ. Κι επειδή δεν γίνεται να βολοδέρνομαι όλη μέρα στους δρόμους πάω και τη χώνομαι στο σπίτι της κολλητής μου που είχε κάνει την επανάστασή της και έμενε μόνη σχεδόν αμέσως μόλις τελειώσαμε το σχολείο.
Εκείνη την εποχή συγκατοικούσε με μια άλλη παλιά μας συμμαθήτρια και είναι στην εποχή της μεγάλης τρέλας. Επειδή οι φάσεις μας δεν ταίριαζαν εκείνο το Πάσχα, δεν περνούσα σχεδόν καθόλου από το σπίτι της προτιμώντας να κόβω βόλτες στο κέντρο και στην Παραλία ή να θυμάμαι και να επισκέπτομαι διάφορους ξεχασμένους φίλους και γνωστούς. Σε μια απ’ αυτές τις βόλτες συνάντησα το Γιάννο, έναν αρχιτέκτονα αρκετά μεγαλύτερό μου που τον είχα γνωρίσει ένα δυο χρόνια πριν μέσω άλλων φίλων. Τον πέτυχα σε μια βόλτα στην Παραλία, εγώ με τα πόδια κι αυτός με το ποδήλατό του. Πιάσαμε την κουβέντα και με κάλεσε στο σπίτι του για καφέ. Πήγα και μιας και έμενε κοντά στο πατρικό μου, το σπίτι του Γιάννου έγινε το καταφύγιό μου για κείνο το Πάσχα. Ο Γιάννος ήταν καλή παρέα, δεν μου την έπεφτε (τουλάχιστον όχι άγρια, λίγο ίσως και πολύ διακριτικά), είχε ωραίο καφέ, καλές μουσικές και πολλά βιβλία. Συν ενδιαφέρουσες κουβέντες που για μένα -την τότε πιτσιρίκα- ήταν «μαγνήτης». Εκείνο το Πάσχα λοιπόν, στο σπίτι του Γιάννου «γνώρισα» την Gabriella Ferri. Είχε δύο μεγάλες αγάπες ο φίλος μου, τη Ferri και τη Σέριφο. Στο σαλίνι του είχε δύο κορνίζες που το περιέχομένό τους με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Στη μία, μέσα σ’ ένα μεγάλο μπλε φόντο, κολυμπούσε καταμεσής η Σέριφος, κομμένη από χάρτη. Μια μικρούλα Σέριφος που στο κέντρο του κάδρου γινόταν το κέντρο του τοίχου. Ο Γιάννος είχε έρωτα με το νησί κι αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε για να τον εκφράσει. Στο άλλο κάδρο είχε τη Gabriella Ferri, αν θυμάμαι καλά από ένα εξώφυλλο ιταλικού περιοδικού με τίτλο κάτι σαν: «Γκαμπριέλα Φέρι, μια καλλιτέχνις ή ένας καραγκιόζης;». Μου έκανε εντύπωση, δεν την είχα ξανακούσει και φυσικά μόλις ρώτησα ποια είναι, έδωσα εναύσμα στο Γιάννο να μου μιλάει με τις ώρες για την αγαπημένη του τραγουδίστρια. Άκουσα τότε πολλά δικά της τραγούδια και μου έγραψε και μια κασέτα ο Γιάννος να πάρω μαζί μου φεύγοντας. Μη έχοντας όμως πικάπ δεν ασχολήθηκα παραπάνω με το να βρω περισσότερους δίσκους της. Ξανάπεσα πάνω της όταν «κληρονόμησα» ένα στερεοφωνικό και χωνόμουν στο “Philodisc” για να τσιμπήσω κανένα φτηνό βινύλιο. Εκεί βρήκα ένα δυο δίσκους της και τους αγόρασα. Όταν την πρωτόπαιξα σε φίλους δεν τους πολυάρεσε, ήταν η εποχή που είχε γίνει μόδα η Nuova Compagnia di Canto Popolare και η Ferri ακουγόταν λίγο άγρια στ’ αυτιά τους. Εμένα πάλι αυτή η «αγριάδα» μου άρεσε, ίσως να με είχε επηρεάσει κι ο Γιάννος.
Η Gabriella Ferri λοιπόν, γεννήθηκε στη Ρώμη στις 18 Σεπτεμβρίου του 1942 και πέθανε στις 3 Απριλίου του 2004. Ο πατέρας της, Vittorio, ήταν έμπορος γλυκών και λάτρης των παραδοσιακών λαϊκών τραγουδιών της Ρώμης.
Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε σε ένα νυχτερινό κλαμπ του Μιλάνου το 1963 και το 1965 είχε έκανε ένα πολύ επιτυχημένο ξεκίνημα στη μουσική σκηνή της Ρώμης, τραγουδώντας δημοφιλή λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Όλα ξεκίνησαν όταν η Gabriella συνάντησε τη Luisa De Santis και τα δύο κορίτσια έγιναν στενές φίλες. Και οι δύο απολάμβαναν το τραγούδι και αποφάσισαν να παρουσιαστούν ως duo: Luisa e Gabriella, τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο «Intra Club» στο Μιλάνο το 1963, τις πρόσεξε ο Walter Guertler, ο οποίος τους έκανε συμβόλαιο και τις βοήθησε στην παραγωγή του πρώτου τους single «Joly», που ήταν μια νέα ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού “La società dei magnaccioni ». Μετά από μια εμφάνιση στην τηλεόραση στο show του Mike Bongiorno, το single τους πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Το πρώτο τους single ακολούθησαν άλλα όπως τα «Sciuri sciuri e Vitti’na crozzà» και «La povera Cecilia» αλλά με μικρότερη επιτυχία. Λόγω αυτής της μικρής επιτυχίας αλλά και του γεγονότος πως η Luisa δεν ευχαριστιέται την επαφή με το κοινό, το δίδυμο αποφασίζει να χωρίσει. Η Gabriella συνέχισε την καριέρα της ως σόλο καλλιτέχνης και θα κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ το 1966. Την ίδια χρονιά περιόδευσε στον Καναδά, μαζί με άλλους λαϊκούς καλλιτέχνες, όπως η Κατερίνα Bueno, Otello Profazio και Lino Toffolo, σε παράσταση σε σκηνοθεσία του Alda Trionfo.
Το 1968 υπέγραψε στην ARC και κυκλοφόρησαν το single «Ε scesa ormai la sera», που δεν έγινε μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία. Ωστόσο, το b-side του single – «Τι regalo gli occhi miei» – ηχογραφήθηκε και στα ισπανικά ως «Te regalo mis ojos”. Αυτή η ισπανική ηχογράφηση πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στη Νότια Αμερική. Το 1969 υπέγραψε με RCA της Ιταλίας και συμμετείχε στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, μαζί με τον Stevie Wonder. Τραγούδησε ένα σπουδαίο rhythm ‘n blues τραγούδι, το «Se tu ragazzo mio» αλλά το τραγούδι αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο. Η Gabriella δεν έλαβε από τότε ποτέ ξανά μέρος στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Ωστόσο, το τραγούδι έγινε εμπορική επιτυχία και ακολουθήθηκε από το album «Gabriella Ferri». Με αυτό το δίσκο η Gabriella έφερε καινοτομίες στην παραδοσιακή ιταλική λαϊκή μουσική εκμοντερνίζοντάς την.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εβδομήντα, ηGabriella εκτός από ερμηνεύτρια έκανε και πολλές εμφανίσεις στην τηλεόραση αλλά και τηλεοπτικά shows. («Sera Questa … Gabriella Ferri», «Dove sta Ζα Ζα», «Circo delle voci» και «Mazzabubù».) Το 1981, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Gabriella», το οποίο περιείχε, επί το πλείστον, τραγούδια που γράφτηκαν γι ‘αυτήν από τον Paolo Conte . Μετακομίζει στις ΗΠΑ για ένα διάστημα όπου αφιερώνεται μόνο στη μουσική της. Το 1987 επιστρέφει στην Ιταλία και παρουσιάζει στην τηλεόραση το show «Biberon». Το 1997 κυκλοφορεί το άλμπουμ «Ritorno al futuro», ένα πολύ προσωπικό άλμπουμ με πολλά τραγούδια γραμμένα από την ίδια τη Ferri. Η Gabriella υποφέρει από σοβαρές καταθλίψεις και εξαφανίζεται από το δημόσιο βίο.
Πέθανε το Corchiano, επαρχία του Viterbo, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου σε μια προφανή αυτοκτονία. Τα μέλη της οικογένειας όμως το αρνούνται΄, υποστηρίζοντας πως ίσως έχασε την ισορροπία της εξαιτίας της λήψης αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής.
Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν “Sempre” (“Always”).
Προχτές το μεσημέρι βρέθηκα στο «Λαϊκό» νοσοκομείο. Μόλις είχε αρχίσει η γενική εφημερία και συνόδευα τη μαμά να κάνει εισαγωγή για κάτι εξετάσεις. Είχαμε κάνει συνεννόηση από πριν με το γιατρό κι έτσι ανεβήκαμε κατευθείαν στα εξωτερικά του συγκεκριμένου τμήματος χωρίς να περάσουμε πρώτα από τα επείγοντα.
Στιγμιότυπο Ι
Με το που φτάνουμε πάνω βλέπουμε κόσμο να περιμένει, όχι τον κακό χαμό αλλά είχε κόσμο. Δεν μου είχε συμβεί ξανά να έχει γίνει εκ των προτέρων συνεννόηση με το γιατρό οπότε καλού κακού έκοψα ένα νούμερο για να μην έχουμε φασαρίες με τους υπόλοιπους που περίμεναν. Αφού έκοψα το χαρτάκι με το νούμερο, έψαξα να βρω κάποιον να ρωτήσω για τη διαδικασία που έπρεπε ν’ ακολουθήσουμε, δεν βρήκα κι έτσι κάθισα στην άδεια καρέκλα δίπλα στη μάνα μου. Τότε συνειδητοποίησα πως απέναντί μου ήταν δύο αστυνομικοί -μάλλον της «ΔΙΑΣ»- με αλεξίσφαιρα γιλέκα και ιατρικές μάσκες στο πρόσωπο. Προσπαθούσα να καταλάβω τι σκατά κάνουν εκεί αφού δεν μου φαίνονταν ιδιαίτερα άρρωστοι και μετά συνειδητοποίησα γιατί την ώρα που μπήκαμε οι καρέκλες που καθόμασταν εγώ και η μαμά ήταν άδειες ενώ υπήρχαν όρθιοι. Ο νεαρός δίπλα μου είχε τα χέρια του δεμένα πίσω με χειροπέδες, αυτόν συνόδευαν οι «ΔΙΑΣ» και αυτός ήταν ο λόγος που οι καρέκλες ήταν άδειες. Μάλλον κανείς δεν ήθελε να καθήσει δίπλα σ’ έναν “κακούργο” δεμένο με χειροπέδες που επιπλέον ήταν άρρωστος, ρούφαγε τη μύτη του που δεν μπορούσε να σκουπίσει και είχε μια ελαφριά (αλλά ανεκτή) μυρωδιά. Η μάνα μου δίπλα μου μουρμούριζε γιατί έπρεπε να κάθονται και να περιμένουν τη σειρά τους, δεν έπρεπε έλεγε να τον έχουν έτσι δεμένο σε κοινή θέα έναν άνθρωπο που ήταν άρρωστος (όντως φαινόταν χάλια). «Είναι απάνθρωπο» έλεγε «ό,τι και να έχει κάνει δεν μπορούν να τον έχουν έτσι. Ούτε τη μύτη του δεν μπορεί να φυσήξει, τον ακούω που τη ρουφάει και δεν μπορεί να κάνει κάτι….. Και σιγά δηλαδή, τι μπορεί να έχει κάνει…. αλλά και ο μεγαλύτερος κακούργος να ήταν πάλι είναι απάνθρωπο». Πέρασε περίπου μισή ώρα με τον νεαρό να κάθεται δεμένος πισθάγκωνα να περιμένει να τον εξετάσουν ρουφώντας τη μύτη και με το κεφάλι κάτω (βλέμμα δεν σήκωνε τριγύρω) και τους αστυνομικούς να τον φυλάνε. Κάποια στιγμή μια μεγάλη κυρία φεύγοντας από διπλανό ιατρείο είδε τους αστυνομικούς και τους ρώτησε γεμάτη ανησυχία γιατί βρίσκονται εκεί και αν είναι καλά. «Εμείς καλά είμαστε» της απάντησαν «για τον Σουλεϊμάν είμαστε εδώ…» και έδειξαν τον νεαρό δίπλα μου. Η γυναίκα σήκωσε το χέρι σε ημιγροθιά και τους είπε «γειά σας παληκάρια μου, εγώ μαζί σας είμαι, σας στηρίζω…» και μετά έσκυψε και κάτι τους μουρμούριζε, δεν έκανα όμως καμμία προσπάθεια ν’ ακούσω τι έλεγε γιατί ήξερα πως θα νευρίαζα. Μετά από λίγο τους κάλεσαν μέσα οι γιατροί, σηκώθηκε ο νεαρός με τις χειροπέδες και μπήκαν μέσα και μετά από λίγο ξαναβγήκαν με οδηγίες για διάφορες εξετάσεις. Τους ξανασυνάντησα στον κάτω όροφο αφού η διαδικασία είναι ίδια για όλους, πάντα οι στυνομικοί με τις μάσκες και πάντα ο νεαρός δεμένος πισθάγκωνα.
Στιγμιότυπο ΙΙ
Στις γύρες που κάναμε για τις εξετάσεις της μαμάς από το καρδιολογικό στο ακτινολογικό και πέρα δώθε, έβλεπα διάφορους αλλοδαπούς αραβικής καταγωγής να περιμένουν για εξετάσεις συνοδευόμενους από Έλληνες. Στο τέλος συνειδητοποίησα πως ήταν απεργοί από τους 300 που είναι στο νεοκλασικό Υπατία. Είχαν έρθει για εξετάσεις συνοδευόμενοι από μέλη της ομάδας υποστήριξης. Οι περισσότεροι ήταν πολύ αδύνατοι και αδύναμοι και τότε θυμήθηκα τα διάφορα σχόλια που διαβάζω δεξιά και αριστερά στο διαδίκτυο, για το ότι τάχα «χλαπακιάζουν» κανονικά. Δεν ξέρω αν τρώνε και τι τρώνε πάντως ό,τι και να τρώνε είναι πολύ λίγο, οι άνθρωποι ήταν πάρα πολύ αδύνατοι. Σε κάποια φάση, κι ενώ περίμενα τη μαμά να βγει από το καρδιολογικό πέρασε και ο Σουλεϊμάν με τους συνοδούς του. Εξακολουθούσε να έχει δεμένα πίσω τα χέρια του και κάποιος από τους συνοδούς των απεργών είπε στους αστυνομικούς πως είναι απάνθρωπο να τον έχουν έτσι δεμένο με τα χέρια πίσω. Αυτοί του απάντησαν πως πρέπει να είναι δεμένος για να μη το σκάσει, ο τύπος του απάντησε πως θα μπορούσαν να του έχουν τουλάχιστον τα χέρια δεμένα μπροστά κι όχι πίσω αλλά εκεί σταμάτησε η συζήτηση, κανείς δεν έδωσε σημασία.
Στιγμιότυπο ΙΙΙ
Αφού τελειώσαμε με τις εξετάσεις ανεβήκαμε στην κλινική για να γίνει η εισαγωγή. Ο γιατρός που θα έπαιρνε το ιστορικό της μαμάς έλειπε στα εξωτερικά και αναγκαστήκαμε να τον περιμένουμε. Περιμέναμε κάπου μια ώρα, είχε επείγοντα περιστατικά στα εξωτερικά ιατρεία μας είπε η προϊσταμένη. Όταν ήρθε μας κάλεσε στο γραφείο των γιατρών και κάποια στιγμή πήρε τηλέφωνο το δικό μας γιατρό για να συνεννοηθούν για κάτι οπότε σε ερώτηση του δικού μας για το τι γίνεται στην εφημερία του απάντησε πως το νοσοκομείο ήταν γεμάτο με απεργούς, «τους διάσημους πλέον απεργούς», έτσι είπε. Σε ερώτηση μάλλον του δικού μας για το τι έχουν οι απεργοί απάντησε γελώντας «έλα μωρέ, τίποτε….. Ο ένας είχε νυχτερινή ενούρηση χαχαχα…. ο άλλος λέει δεν αισθάνεται καλά γενικά. Σαχλαμάρες των συνοδών τους….». Δεν ξέρω τι στ’ αλήθεια είχαν οι απεργοί αλλά δεν μου άρεσε το ύφος του.
Εντύπωση επίσης μου έκανε πως στα εξωτερικά ιατρεία υπήρχαν πολλοί αλλοδαποί ενώ στις κλινικές για νοσηλεία ελάχιστοι. Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί, να θυμηθώ να το ρωτήσω.
Τέλος πάντων, έγινε η εισαγωγή της μαμάς τυπικά και την πήρα και γυρίσαμε στο σπίτι. Το κρεβάτι το χρειάζονται και δεν υπήρχε λόγος να περάσει η μάνα το τριήμερο στο νοσοκομείο χωρίς να κάνει κάτι αφού η εξέταση θα γίνει την Τετάρτη αν είναι καλοί οι δείκτες σε μια εξέταση αίματος. Θα την ξαναπάω την Τρίτη το πρωί.
Άσχετο με τα στιγμιότυπα στο «Λαϊκό» αλλά μου τριβελίζει το μυαλό εδώ και μια περίπου βδομάδα που το άκουσα. Τι άκουσα; Την κυρία Μπακογιάννη, με ύφος ανθρώπου που δεν έχει μπει ποτέ σε λεωφορείο, να σχολιάζει τους μισθούς των οδηγών λεωφορείων και να στηλιτεύει με ύφος εκατό καρδιναλίων τις κινητοποιήσεις τους γιατί στρέφονται εναντίον των άλλων εργαζομένων, των «φουκαράδων» που θέλουν να πάνε στη δουλειά τους. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν το άκουσα. Κι αυτό γιατί δεν έχει το δικαίωμα καμμία κυρία Μπακογιάννη από την ευκολία της μερσεντές της με οδηγό, να με αποκαλεί «φουκαρού», εμένα που μετακινούμαι με ΜΜΜ. Αει γαμήσου κυρά μου, που μου ορίστηκες υπερασπιστής μου!!!Και θα με αποκαλέσεις και «φουκαρού»… Ουστ!!!! Καλά κάνουν και απεργούν μωρή, για να σε δω να βγεις να οδηγείς εσύ 8 ώρες τη μέρα σε συνθήκες Αθήνας. Που έχετε και άποψη για το με πόσα μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος και αποφασίζετε πως αυτά που παίρνουν είναι πολλά. Εσείς, που όταν μετακινείστε στην Αθήνα έχετε κι ένα περιπολικό να προπορεύεται για να σας ανοίγει το δρόμο. Και έχετε το θράσος να σχολιάζετε πόσα παίρνει ο κάθε εργαζόμενος και να τα βρίσκετε πολλά!!!
Δεν ξέρω αν τελικά είχα αυτή ειδικά τη γρίπη ή κάποια άλλη και λίγο με νοιάζει για να πω την αλήθεια. Όπως και να τη λένε πάντως ήταν η πιο άσχημη γρίπη που θυμάμαι να έχω περάσει.
Ξεκίνησε όπως πάντα, σαν μια συνηθισμένη ίωση απ’ αυτές που περνάμε όλοι κάθε χρόνο. Λίγο «γδαρμένος» λαιμός, λίγος βήχας, λίγο συνάχι…. Συνηθισμένα πράγματα στα οποία δεν έδωσα σημασία. Άλλωστε μας την έφερε ο μικρός από το σχολείο, που ενώ φαινόταν πως ούτε αυτόν θα τον έπαιρνε από κάτω, τελικά του δημιούργησε μιαν ελαφριά ωτίτιδα και τον πλακώσαμε στην αντιβίωση. Το κόλλησε κι η μάνα μου και είχα κυρίως σ’ αυτήν το μυαλό μου, μια και αν κάποιος έχει ΧΑΠ δεν είναι να κάνεις αστειάκια και να μη δίνεις σημασία σε ιώσεις του αναπνευστικού. Μ’ αυτά και μ’ αυτά και με τις βόλτες σε γιατρούς μια για τον ένα και μια για την άλλη, δεν μου φάνηγκε περίεργο το γεγονός πως ένιωθα ένα πτώμα όρθιο, αν και η κούραση δεν ήταν ανάλογη αυτών που έκανα όλη μέρα. Όσο τρέξιμο και να έριχνα βρε αδελφέ δεν μπορεί να με έκανε τόσο πτώμα ώστε να πέφτω για ύπνο από τις 10 το βράδυ!!!!. Δεν έδωσα σημασία όμως. Μέχρι το βράδυ του Σαββάτου που για ακόμα μια φορά δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου από κούραση κι έπεσα ξερή να κοιμηθώ. Αμ δε!!!! Κατά τις 5 το πρωί ξύπνησα από πόνους που δεν μπορούσα να προσδιορίσω που ακριβώς τους ένιωθα μιας και πονούσε όλο το σώμα μου. Ξεκινούσαν οι πόνοι από τη μέση μου και διαχέονταν παντού. Στριφογύριζα σαν τρελή προσπαθώντας να βρω θέση να με βολεύει αλλά δεν εύρισκα. Μέσα στην τρέλα μου και κοιμισμένη ακόμα άρχισα να σκέφτομαι πως κάπως έτσι θα ένιωθε κι ο καημένος ο πατέρας μου όταν πονούσε και δεν βολευόταν πουθενά. Αυτό φυσικά μου έφερε το φόβο πως έχω το ίδιο, αγχώθηκα κι άρχισα να έχω σφάχτες στο στήθος από άγχος που χειροτέρευε ακόμα πιο πολύ την κατάσταση…. Κι όλα αυτά πριν ξυπνήσω. Ξύπνησα όμως κάποια στιγμή βογγώντας, κατάλαβα πως ο πόνοες στο στήθος είναι από άγχος, πήρα μια βαλεριάνα κι ένα παναντόλ και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, απορώντα ς πόσο βλαμμένη μπορώ να γίνω καμμιά φορά. Ο νους μου ακόμα δεν πήγε στο κακό, δεν σκέφτηκα πως μπορεί να έχω γρίπη αν και σκέφτηκα πως μπορεί να έχω καρκίνο!!!! Μη με μουτζώσει κανείς, το έκανα ήδη μόνη μου….
Με τα πολλά ξανακοιμήθηκα κι όταν σηκώθηκα αποφάσισα πως έπρεπε να κάνω ένα σκούπισμα στο σπίτι και να τακτοποιήσω τις στίβες των ρούχων που είχα σιδερώσει το προηγούμενο απόγευμα και δεν είχα το κουράγιο να ταχτοποιήσω αμέσως. Με χίλια ζόρια τελικά τα έκανα αυτά και όταν τελείωσα απορούσα τι σκατά έπαθα και νιώθω πάλι τόσο απίστευτα πτώμα. Τότε μου πρωτοπέρασε από το μυαλό «Ρε μπας και είμαι άρρωστη; Για να βάλω ένα θερμόμετρο…», έβαλα θερμόμετρο και ανακάλυψα πως είχα δέκατα. Είχε περάσει κι η δράση του παναντόλ και τα κόκκαλά μου άρχισαν πάλι να πονάνε άσχημα. Αυτό ήταν!! Έπεσα στο κρεβάτι και για 2 μέρες τα είδα όλα. Τα δέκατα να μην πέφτουν με τα παναντόλ, τα κόκκαλά μου να πονάνε συνέχεια και να νιώθω πως κάνω κατόρθωμα όταν σηκωνόμουν από το κρεβάτι για κατούρημα. Μούσκεμα γινόμουν από την προσπάθεια. Σε μιαν αναλαμπή πήρα τα πόδια μου και πήγα στη γιατρό που είναι δυο γωνιές από το σπίτι μου κι αυτή μου είπε πως μάλλον με χτύπησε η Η1Ν1 (δεν κυκλοφορεί άλλος ιός γρίπης είπε) και πως ευτυχώς δεν μου έκανε ακροαστικά. Μου έγραψε άδεια από τη δουλειά (λες και αν δεν την έγραφε υπήρχε περίπτωση να πάω στο χάλι που ήμουν…) και με έστειλε στο σπίτι.
Έχει πλάκα πάντως, τώρα που έχει σχεδόν περάσει. Τα συμπτώματα εναλλάσσονται. Ξεκίνησα με δυνατούς πόνους στα κόκκαλα και στο σώμα και αίσθηση απόλυτης εξάντλησης, συνεχίστηκε με πονοκέφαλο και σήμερα έχω ζαλάδες. Από το πρωί σαν μεθυσμένη νιώθω. Από φίλους που το πέρασαν έμαθα πως τον καθένα τον χτυπάει εκεί που είναι αδύναμος, γιαυτό μάλλον και οι δικοί μου πόνοι ξεκίναγαν από τη μέση μου που είανι το πρώτο σημείο μου που πονάει όταν κουράζομαι ή κάνω κάποια απότομη κίνηση. Οι γιατροί πάντως φοβούνται την πνευμονία σαν επιπλοκή, γυρνάει πολύ εύκολα σε πνευμονία γιαυτό και πλάκωσαν τη μαμά μου σε αντιβιωτικά και εισπνεόμενα.
Χρόνια πάντως είχα να νιώσω τόσο άσχημα αξαιτίας μιας γρίπης που συνήθως την περνούσα στο πόδι, με κανένα τσαγάκι και κανένα ντεπόν.
Τον τελευταίο καιρό δεν έχω κέφια. Θα μου πείτε και ποιος έχει; Κανείς, το ξέρω…. Δεν έχω κέφια όμως κι αυτό με κάνει να μη θέλω να γράφω όμορφες ιστορίες από τα παλιά ή γλυκές ιστορίες ή ιστορίες που μυρίζουν «βασιλικό κι ασβέστη….». Υπάρχει όμως πολλή μαυρίλα γύρω τριγύρω, πολλή απαισιοδοξία για το μέλλον, πως ν’ ασχοληθείς με όμορφα πράγματα; Το «μαύρο» που βλέπω να έρχεται κατά πάνω μας δεν μ’ αφήνει διάθεση για ομορφιές.
Αυτά κουβέντιαζα προχτές μ’ ένα φίλο και σε κάποια στιγμή του διηγήθηκα μια πρόσφατη ιστορία (τι παράξενο αυτό για μένα ε;). «Να ρε συ μου» λέει «να κάτι όμορφο να γράψεις που λες πως δεν υπάρχει πια τίποτε όμορφο κι όλα είναι άσχημα και μαύρα…». Δίκιο είχε, υπάρχουν κι όμορφα πράγματα, όμορφοι άνθρωποι μέσα στη γενική ασχήμια. Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία…..
Ένας από τους ανθρώπους που μου στάθηκε πάρα πολύ σ’ όλη την ιστορία με την αρρώστια και το θάνατο του πατέρα μου, ήταν ένας άγνωστος. Ένας άνθρωπος που δεν τον έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου και που είμαι σίγουρη πως δεν με πίστευε όσες φορές του είπα –εκείνες τις μέρες αλλά και μετά- πως μου κάνει καλό η επικοινωνία μας. Πως έγινε όλο αυτό;
Τον Χ. τον «συνάντησα» σ΄ένα διαδικτυακό φόρουμ. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι μιαν ιδέα την έχετε από το τι είναι αυτό το πράγμα. Για μένα είναι ένα virtual καφενείο κι έχει ακριβώς την ίδια λειτουργία μόνο που δεν χρειάζεται να μετακινηθώ. Έχει τους σταθερούς θαμώνες, τους περαστικούς, τους πρωινούς, τους βραδυνούς, τους φωνακλάδες, τους ήσυχους, τους κακιασμένους, τους ανθρώπους με χιούμορ, όσους τύπους ανθρώπων συναντάει κανείς και σ’ ένα πραγματικό καφενείο που συχνάζει. Υπάρχουν συμπάθειες, αντιπάθειες, συμμαχίες, αντιπαλότητες, καυγάδες για ποδόσφαιρο και πολιτική, κουτσομπολιά…. Τα πανταόλα. Περνάς, λες καμμιά κουβέντα, τσακώνεσαι κάποιες φορές, συναnτάς διαδικτυακούς αλλά και κανονικούς φίλους, τους οποίους δύσκολα πλέον τους συναντάς στον real world γιατί έχει τόσο γαμηθεί η ζωή μας που δεν μένει χρόνος για πολλά πολλά και έτσι κάπως περνάς την ώρα σου.
Ο Χ. Λοιπόν ήταν εκεί μέσα μια περσόνα με χιούμορ, πολύ χιούμορ πράγμα που την καθιστούσε, αν μη τι άλλο, αξιοπρόσεχτη στα μάτια μου. Επίσης του άρεσε η μουσική που έβαζα κατά καιρούς και εξαιτίας της μουσικής αρχίσαμε να «μιλάμε». «Ποιο κομμάτι ήταν αυτό που έβαλες πριν, μήπως έχεις το άλλο…», και τέτοια. Κουβέντα στην κουβέντα αρχίσαμε να λέμε κι άλλα πράγματα κι άρχισα να συνειδητοποιώ πως το χιούμορ αυτού του ανθρώπου έκρυβε πολύ πόνο πίσω του. Νέος άνθρωπος, πολύ πιο νέος από μένα, αλλά με πολύ ζόρι, πολύ βάσανο στη ζωή του. Όσο πιο πολύ «συζητούσαμε» τόσο καταλάβαινα τα αδιέξοδά του. Κάποια στιγμή με ρώτησε που θα μπορούσε να βρει κάποια μουσικά κομμάτια και του είπα πως θα του τα στείλω εγώ. Μου έδωσε μια διεύθυνση και του έστειλα μερικά cd με επιλογές από τραγούδια που μου είπε πως του άρεσαν. Πάντα πίστευα πως η μουσική μπορούσε να έχει μια επίδραση θετική στον άνθρωπο, εγώ τουλάχιστον θα χαιρόμουν πολύ αν κάποιος έμπαινε στον κόπο να φτιάξει μια επιλογή για μένα.
Ήδη είχα όμως αρχίσει να έχω τα άσχημα προαισθήματα σε σχέση με την υγεία του πατέρα μου και σε μια κουβέντα μας το ανέφερα. Μετά από λίγες μέρες μπήκε ο πατέρας μου για πρώτη φορά στο νοσοκομείο κι έμαθα για τον καρκίνο. Εκείνο το βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκα. Στο σπίτι οι άλλοι δύο κοιμόταν κι εγώ, σαν λιοντάρι στο κλουβί, κλωθογύριζα στο διαδίκτυο…. Δεν θυμάμαι αν τον πέτυχα εκείνο το βράδυ ή το επόμενο αλλά του είπα τον πόνο μου. Και τότε μου αποκάλυψε πως σχετικά πρόσφατα είχε ζήσει κάτι παρόμοιο με τη μάνα του. Έτσι αρχίσαμε πια να μιλάμε, εγώ για το μπαμπά μου που έβλεπα να έρχεται το τέλος κι εκείνος για τη μάνα του που την έχασε πρόσφατα με παρόμοιο τρόπο. Μου έκανε καλό να μιλάω και καταλάβαινα πως του έκανε καλό να μιλάει. Άγνωστοι ουσιαστικά μεταξύ μας, ήταν πιο εύκολο να εκφράζουμε τη στεναχώρια μας ο ένας στον άλλο. Δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβαινε στη δική του ζωή αλλά για μένα ήταν δύσκολο να τα βγάζω στο σπίτι μου, δεν ήθελα να φορτώνω ούτε τον Κ. ούτε τον μικρό με τις μαυρίλες μου.
Τη βδομάδα που έβγαλα στο νοσοκομείο, πριν το τέλος, ο Χ. μ’ έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα τηλέφωνο να δει πως τη βγάζω. Το περίμενα αυτό το τηλεφώνημα, μ’ έβγαζε από την τρέλα του νοσοκομείου. Δεν μιλούσαμε για το μπαμπά, κυρίως έλεγα/λέγαμε σαχλαμάρες άσχετες. Για τον καιρό, για τη θέα από το νοσοκομείο, για μουσική, για τα βουνά στο χωριό του, για το αν έχει καλές παραστάσεις στην Αθήνα και σε ποιες θα ήθελα να πάω….
Δεν ξέρω αν συνειδητοποίησε ποτέ πόσο καλό μου έκανε αυτό. Μου έλεγε πως μ’ έπαιρνε τηλέφωνο γιατί τα είχε ζήσει πρόσφατα, τα πέρασε πολύ μόνος και καταλάβαινε πόσο ανάγκη μπορεί να είχα για κουβέντα με κάποιον άνθρωπο τελείως έξω από μένα και τους δικούς μου ανθρώπους. Κι έτσι ήταν….. Όπως και μ’ έναν νεαρό στο νοσοκομείο, που είχε κι αυτός τον πατέρα του σοβαρά άρρωστο και μια μέρα που έκοβα βόλτες στο διάδρομο (την τελευταία μέρα του μπαμπά, τότε που πλέον ήξερα πως το τέλος ήταν κοντά) με το δάκρυ στην άκρη του ματιού και το στόμα σφιγμένο, ήρθε και αυθόρμητα μ’ αγκάλιασε και μου είπε να κάνω κουράγιο και μετά γύρισε δίπλα στο δικό του μπαμπά.
Μετά την κηδεία έμεινα άλλη μια βδομάδα για να ξεμπλέξω όσο το δυνατό περισσότερα από τα γραφειοκρατικά της μαμάς. Ο Χ. με πήρε μια δυο φορές τηλέφωνο και μετά χάθηκε. Τον έψαξα αλλά δεν απαντούσε πουθενά. Ούτε στα τηλέφωνα, ούτε στα sms, ούτε σε ένα δύο mail που του έστειλα ρωτώντας τον αν είναι καλά. Μετά από δύο περίπου μήνες τον πέτυχα ένα βράδυ στο msn. Τον ρώτησα γιατί χάθηκε έτσι κι αν είναι καλά. Δεν ήταν, ήταν χειρότερα από πριν αλλά δεν ήθελε να μου φορτώνει και τη δική του στεναχώρια. Θα εύρισκε μόνος του το δρόμο. Έτσι είπε κι από τότε δεν έχω νέα του.
Τον σκέφτομαι που και πού. Εύχομαι να διορθώθηκαν κάπως τα πράγματα στη ζωή του. Και θα ήθελα κάποια στιγμή ν’ ανταποδώσω το καλό που μου έκανε. Θα το κάνω, αν όχι στον ίδιο κάπου αλλού, σε κάποιον άλλο. Το χρωστάω….
Χτες το βράδυ τα καταφέρουμε με τις κολλητές μου να συντονιστούμε επιτέλους και βγήκαμε για ένα ποτό. Το ίδιο το γεγονός αξίζει από μόνο του τιμητική αναφορά,` μιας και το να συντονιστούμε και να μπορούμε να είμαστε ελεύθερες και οι τρεις ταυτόχρονα είναι πιο σπάνιο και από συζυγία πλανητών. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου. Με τις φίλες μου βρεθήκαμε, τα είπαμε, γκρινιάξαμε, γελάσαμε, ήπιαμε, περάσαμε καλά εν ολίγοις. Άλλο είναι το θέμα μου.
Με τις δύο κολλητές μου βρεθήκαμε όλες στην Αθήνα περίπου την ίδια εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Γνωριζόμασταν από πριν, από τα χρόνια του Πανεπιστήμιου, κι αν μας έλεγε κάποιος πως θα καταλήγαμε να ζούμε στην Αθήνα θα του απαντούσαμε πως τρελός παπάς τον βάφτισε. Τελικά όμως, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, βρεθήκαμε στην πρωτεύουσα. Και όλες μείναμε τότε στο κέντρο. Η μόνη που έμεινα ακόμα κάτοικος κέντρου είμαι εγώ. Όλοι οι άλλοι παλιοί μου φίλοι την έκαναν με ελαφρά για τα προάστεια, κυρίως τα βόρεια. Στο κέντρο έχω πλέον μόνον καινούριους φίλους. Για το χατήρι μου όμως χτες κατέβηκαν οι κολλητές προς κέντρο μεριά και φυσικά που αλλού να τις πάω; Τις πήγα στα Εξάρχεια. Έτσι κι αλλιώς πριν χρόνια κι αυτές εκεί τριγύριζαν. Αυτό που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν, πως ειδικά η μία που περνάει σπάνια από το κέντρο, είχε αρχίσει να ξεχνάει κάποια σημεία αλλά μια ιστορία που μας είπε η άλλη κολλητή. Μου το είχε πει και στο τηλέφωνο πριν λίγες μέρες αλλά όταν το ξανάκουσα μέσα στο σκηνικό που παίχτηκε μου έκανε στ’ αλήθεια εντύπωση.
Είχαν κατέβει μέσα στις γιορτές με φίλους στην πλατεία και κάθησαν σ’ ένα από τα μαγαζιά που υπάρχουν πάνω στην Πλατεία. Μαζί ήταν και τα παιδιά τους, εφηβάκια λυκειόπαιδα. Πρώτο σοκ για τους πιτσιρικάδες το ξεκάθαρο ντηλ στη μέση της Πλατείας και τα λιωμένα πρεζάκια. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Μάλλον γιαυτούς η πρέζα είναι κάτι που είναι πολύ μακρυά (αν κι αυτό δεν το ρώτησα τη φίλη μου, εννοώ τι σκέφτονται τα παιδιά για την πρέζα). Σοκαρίστηκαν πάντως άσχημα. Τα παιδιά δεν είχαν ξανακατέβει προς κέντρο μεριά παρά μόνον μια δυο φορές τώρα τελευταία σε πορείες. Κι όχι αγριάδες, λίγη πορεία και πίσω. Έτσι, μετά το μαγαζί, τους έκαναν μια βόλτα ξενάγησης στα πέριξ της Πλατείας δρομάκια. Ξέρετε τώρα, «Εδώ είναι το Πολυτεχνείο, ελάτε να κάνουμε μια γύρα να δείτε τι μεγάλο που είναι», «εδώ έχει πολλά μπαράκια, να αυτό που δούλευε η φίλη μου η solaris όταν ήταν πιτσιρίκα» και τέτοια. Οι πιτσιρικάδες (και πιτσιρικούδες αν κατάλαβα καλά) ενθουσιάστηκαν με τα μπαράκια, έμπαιναν μέσα και τα χάζευαν αλλά αυτό που τους έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν αυτό που σε όλους τους παρεπιδημούντες το κέντρο φαίνεται φυσικό. Τα graffiti και οι ταπετσαρία από αφίσες στους τοίχους. Τους φάνηκαν απίστευτα άσχημα και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί κάποιοι το έκαναν αυτό. Για να μη μιλήσω για το σχολείο Αραχώβης και Μπενάκη, που ήταν γεμάτο graffiti. Δεν το χωρούσε το μυαλό τους πως μπορούν να υπάρχουν τόσο «βρώμικοι» τοίχοι…
«Τι λες ρε συ» της είπα «πως είναι δυνατόν να εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ και τόσο άσχημα; Σιγά το περίεργο πια….» αλλά αμέσως μετά συνειδητοποίησα πως στα προάστεια, κάθε φορά που πηγαίνω να τις επισκεφτώ, δεν υπάρχουν συνθήματα, graffiti και αφίσες στους τοίχους. Οπότε λογικά τα παιδιά εντυπωσιάστηκαν κι ας τους έλεγε η φίλη μου πως αυτά δίνουν χαρακτήρα στην περιοχή και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα. Για τα παιδιά όλα αυτά είναι βρωμιά και τίποτε περισσότερο.
Μετά σκεφτόμουν πως όσα ήταν παράξενα για τα παιδιά των φιλενάδων μου για το δικό μου το παιδί είναι απόλυτα φυσιολογικά, είναι το φυσικό του περιβάλλον. Όπως και το βουητό της λεωφόρου 24 ώρες το 24ωρο, οι σειρήνες, η κίνηση, το γεγονός πως υπάρχει πάντα ανοιχτό περίπτερο πολύ κοντά, πως για τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ δεν χρειάζεται να πάρεις αυτοκίνητο και άλλα τέτοια, που για τα παιδιά των προαστείων δεν είναι αυτονόητα.
Τελικά όμως δεν ξέρω, είναι τυχερά ή άτυχα τα παιδιά των φιλενάδων μου; Είναι τυχερό ή άτυχο το δικό μου;
Δεν πιστεύω πως υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει τις αδυναμίες του, τις εξαρτήσεις του, τα «κολλήματά» του, τα φετίχ του, τα πράγματα που ενώ δεν είναι άκρως απαραίτητα για τη ζωή χαίρεται να τα κατέχει και να τα αυγατίζει. Μη μου πείτε πως δεν έχετε!!! Όλοι έχουμε, για ψαχτείτε…..
Το δικά μου κολλήματα, οι τρέλες μου, είναι αρκετές αλλά τα μεγαλύτερα είναι τα βιβλία και τα αρώματα. Μετά έρχονται τα αξεσουάρ και τα παπούτσια. Δεν μπορώ ν’ αντισταθώ σ’ ένα βιβλίο και σ’ ένα άρωμα. Γιαυτό και δεν μπαίνω πλέον συχνά σε βιβλιοπωλεία και σε μαγαζιά με αρώματα. Χόντοι_Μόντοι είναι απαγορευμένες περιοχές. Όπως και Ελευθερουδάκηδες, Πολιτείες κλπ.
Προς το παρόν αφήνω τη σχέση πάθους με τα βιβλία και πιάνω κάτι πιο ανάλαφρο, τα αρώματα.
Τα αρώματα με τρέλαιναν από παιδί. Η μαμά μου δεν είχε, της φαινόταν υπερβολική πολυτέλεια, αλλά όταν πηγαίναμε σε κάποιο σπίτι και έβλεπα ένα τέτοιο μπουκαλάκι μαγευόμουν. Αυτά τα κρυστάλινα με τη φουσκίτσα και τη φουντίτσα ήταν η αδυναμία μου. Πάταγες τη φουσκίτσα, άκουγες ένα τσιφ και μοσχοβολούσε ο τόπος. Αρώματα τότε δεν είχαν όλες οι γυναίκες. Άντε καμμιά κολώνια Φουζέρ χύμα και πολύ ήταν. Άρα οι γυναίκες που μπορούσαν να έχουν τέτοια μπουκαλάκια κατείχαν τα κλειδιά ενός αρωματικού παραδείσου.
Μεγαλώνοντας απόκτησα με αιματηρές οικονομίες την πρώτη μου κολώνια, μια άλλη μου έκανε δώρο ο καλός μου γυρίζοντας από ταξίδι στο εξωτερικό. Έγιναν η μαγιά για την τρέλα μου αν κι ανακάλυψα πως υπάρχουν και πιο παλαβές/οι από μένα.
Τα αρώματα για μένα δεν είναι μια αυτομάτη διαδικασία, γιαυτό και έχω πολλά. Δεν βάζουμε πάνω μας ό,τι νάναι έτσι χωρίς να το σκεφτούμε. Τα αρώματα πάνε με τη διάθεση, την ώρα, την εποχή, το είδος των ρούχων αλλά ακόμα και με τα χρώματα που φοράς. Με σπορ ντύσιμο και αθλητικά δεν θα βάλεις Prada, αυτό πάει με ταγέρ αλλά και πάλι ταγέρ το χειμώνα. Το καλοκαίρι θα βάλεις White Linen, κυριλέ αλλά και παιχνιδιάρικο. Θυμάμαι παλιά, όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει η Loulou, η μισή Ελλάδα την ψέκαζε πάνω της. Έμπαινες στο λεωφορείο καλοκαίρι και πρωί και σου ερχόταν να ξεράσεις. Που πας μαντάμ με τη Loulou πρωινιάτικα μέσα στην κάψα. Ήταν πολύ βαριά και πολύ γλυκιά κολώνια και οι περισσότερες ψέκαζαν πάνω τους το μισό μπουκάλι, μπας και δεν τους έπαιρναν όλοι χαμπάρι, από δύο χιλιόμετρα μακρυά, πως αυτές ξέρουν ποια είναι η τελευταία λέξη της μόδας στα αρώματα. Ή τη φορούσαν κάτι κοριτσάκια 18χρονα. Με τίποτε 18χρονο, καλοκαίρι και πρωί δεν επιτρέπεται να φοράει Loulou ή Opium (ακόμα χειρότερα). Για τα κοριτσάκια αλλά και τις μεγαλύτερες μια χαρά είναι η Ộ de Lancộme, φρέσκια και λεμονάτη ή η DKNY.
Κατά καιρούς κάνω κάτι παρορμητικές αγορές, μυρίζω ένα άρωμα και το ερωτεύομαι κεραυνοβόλα. Το φοράω συνεχώς για μια βδομάδα ή ένα μήνα και μετά το κάνω πέρα μέχρι να μου ξανάρθει η διάθεση να το φορέσω. Φυσικά έχω και τους σταθερούς και μεγάλους έρωτες. Δυο τρία αρώματα που υπάρχουν σταθερά στη συλλογή μου και ανανεώνονται κάθε που ένα μπουκάλι τελειώνει. Κάτι σαν «από δω η γυναίκα μου κι από δω ο έρωτάς μου…» ένα πράγμα.
Φυσικά το οποιοδήποτε άρωμα πάει μόνο σε καθαρό δέρμα και καθαρά ρούχα. Όσοι ακολουθούν το παράδειγμα των γάλλων αυτοκρατόρων με σκοπό να καλύψουν την απλυσιά τους, είναι χειρότερα αηδιαστικοί από τους ξεκάθαρα βρωμύλους.
Ο τίτλος ήταν ιδέα μιας διαδικτυακής φίλης που έχει μεγαλύτερη τρέλα από μένα για τα αρώματα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που πετυχαίνω τον συγκεκριμένο τύπο στο Μετρό. Δεύτερη ή τρίτη είναι αλλά αυτή τη φορά δεν είχα ακουστικά στ’ αυτιά. Κάπου έβαλα το καλώδιο που φορτίζει το εργαλείο και δεν θυμάμαι που, οπότε τις τελευταίες μέρες κυκλοφορώ unplugged. Υπάρχουν οι σταθεροί επιβάτες του Μετρό που τους βλέπεις κάθε πρωί, ξέρεις σε ποιον σταθμό ανεβαίνουν, ποια συγκεκριμένη θέση προτιμούν, που κατεβαίνουν, αν είναι βιαστικοί, αν ανεβαίνουν τις σκάλες ή αφήνονται να τους ανεβάσουν οι κυλιόμενες. Ο συγκεκριμένος τύπος δεν ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά, πενηνταπεντάρης με γυαλιά και απλά ντυμένος με παντελόνι υφασμάτινο, πουκάμισο και μπουφάν. Σαν όλους τους ανθρώπους που πάνε το πρωί στη δουλειά τους. Την πρώτη φορά τον κατάλαβα γιατί στεκόταν κάπου πίσω μου και μιλούσε μάλλον αρκετά δυνατά για να το καταλάβω παρ’ όλο που τ’ αυτιά μου ήταν βουλωμένα. Νόμιζα πως με κάποιον κουβέντιαζε και σκέφτηκα γι’ άλλη μια φορά πως δεν αντέχω τους ανθρώπους που πιάνουν την κουβέντα φωνάζοντας έτσι ώστε να τους ακούει όλο το βαγόνι. Λάθος μου, ο τύπος δεν είχε πιάσει την κουβέντα με κάποιον, μόνος του μιλούσε ή πιο σωστά απευθυνόταν στους επιβάτες του βαγονιού κι έλεγε κάτι για το Χριστό. Προχωρούσε αργά κι έλεγε…. «Άλλος ένας πυροβολημένος» σκέφτηκα και δυνάμωσα την ένταση της μουσικής. Γι αυτό ακούω μουσική άλλωστε στο δρόμο, για να γλιτώνω από τους κάθε λογής πυροβολημένους.
Σήμερα όμως -θέλοντας και μη αφού δεν είχα ακουστικά και μουσική- άκουσα όλη τη διάλεξη. Στο ίδιο στιλ πάλι, περπατούσε αργά μέσα στο βαγόνι, ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν του έδιναν σημασία, διάβαζαν εφημερίδα, κοιτούσαν το πάτωμα και το ταβάνι αμήχανοι όταν έπεφτε το βλέμμα του πάνω τους ή δυσανασχετούσαν εμφανώς όπως εγώ, που ειδικά το πρωί δεν μπορώ ν’ ακούω και πολλά πολλά. «Ο Χριστός» έλεγε «είναι αγάπη, πρέπει να συνομιλούμε μαζί του μεγαλόφωνα και να τον αγαπάμε, δεν αξίζει την αγάπη μας αυτός που έδωσε τη ζωή του για μας; Τι θέλει ο καημένος; Να γίνουμε καλόγεροι; Να απομακρυνθούμε από τη ζωή; Όοοοχι….. να τον αγαπάμε θέλει και να κάνουμε την προσευχή μας και να διαβάζουμε τις Γραφές». Ηρέμησε, είπα στον εαυτό μου, θα πάει παρακάτω και θα τελειώσουμε. Αμ δε…. Βρέθηκε παππούς επιβάτης που τον άρχισε στις ερωτήσεις. Και τι ερωτήσεις!! Διότι ξέχασα να πω πως ο τύπος μιλούσε και για το διάβολο που μας κάνει ν’ ακούμε φωνές που μας προτρέπουν στο κακό. Ο παππούς του είπε πως οι φωνές αυτές δεν εκπορεύονται από το διάβολο αλλά τις εκπέμπουν μηχανήματα κι αν βρούμε και καταστρέψουμε τα μηχανήματα τότε θα γυρίσουμε στο Χριστό. Τόμπολα! Κι είχα δυο στάσεις ακόμα….. Μόλις γυρίσω σπίτι θα το κάνω άνω κάτω για να βρω το κωλοκαλώδιο, δεν την ξαναπατάω έτσι άλλη φορά.
Ευτυχώς μια στάση πριν κατέβω άδειασε θέση παρακάτω, πήγε να κάτσει ο παππούς και τον ακολούθησε και ο τύπος. Δεν άκουγα πλέον τι λέγανε, ήταν κι ανοιχτά τα παράθυρα οπότε ο θόρυβος του τρένου έσβηνε τις φωνές τους αλλά παρατηρούσα τα πρόσωπά τους. Ο τύπος αγόρευε με θέρμη, όρθιος πάνω από τον παππού κι ο παππούς άκουγε με τεντωμένο το λαιμό και γουρλωμένα μάτια, σαν μαθητής που ακούει τρομερά ενδιαφέροντα πράγματα από το δάσκαλο. Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ του…
Update: O Snowball μου ζήτησε περιγραφή του παππού μπας και τον πετύχει σε καμμιά διαδρομή. Κι επειδή δεν χαλάω χατήρια σε φίλους, ιδού: Χιονόμπαλα, έχε τα μάτια σου ανοιχτά από δω και πέρα αν κι ο παππούς δεν πρέπει να ξεκινάει κουβέντες από μόνος του. Μάλλον είναι λιγότερο πυροβολημένος από τον μόνιμο ιεροκύρηκα του Μετρό.
Λοιπόν, ο παππούς ήταν αρκετά ψηλός, ηλικίας πάνω από 70 χρόνων αλλά με τους παππούδες δεν είμαι ποτέ σίγουρη. Μουστακάκι αλά Χίτλερ στο πιο φαρδύ του, άσπρα μαλλιά -χωρίς καράφλα αλλά αραιωμένα και σχετικά μακριά για παππούς- που πετούσαν. Ντύσιμο απλό -όχι κουστουμιές- και κλασική σακούλα φαρμακείου στο χέρι. Ίδιος με άλλους 1432 παππούδες που θα συναντήσεις στο Μετρό το πρωί. Όλα τα λεφτά όμως ήταν το βλέμμα του όταν άκουγε τον πυροβολημένο. Σαν μαθητούδι που άκουγε κάτι περίπλοκο και προσπαθούσε να το καταλάβει. Κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω όταν συμφωνούσε, συνοφρυώνονταν όταν κάτι δεν το πολυκαταλάβαινε. Και φυσικά ήταν σίγουρος πως οι φωνές που άκουγε δεν ήταν ο σατανάς που προσπαθούσε να τον σαφηνεύσει και να του πάρει την ψυχή αλλά τα μηχανήματα τα κρυμμένα κάπου και φτιαγμένα “απ’ αυτούς” που έχουν βαλθεί να ελέγχουν το μυαλό μας και να μας σκλαβώσουν…
Τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια έχω γράψει τόσες λέξεις, όσες δεν είχα γράψει μέχρι τώρα σε όλη μου τη ζωή. Λέξεις στο μπλογκ, σε φόρα, λέξεις για τη δουλειά, τις εργασίες, λέξεις για δημοσιεύσεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις….
Μέχρι να γίνει η αρχή, έγραφα μόνον τα υποχρεωτικά. Όσα σπούδασα ήταν είτε θετικές επιστήμες, είτε καλλιτεχνικά.. Εκφωνήσεις ασκήσεων, απαντήσεις με σύμβολα, θέματα για τις εργασίες στη δεύτερη σχολή. Άντε και καμμιά υπεύθυνη δήλωση του Ν. 105 (δεν θυμάμαι πως τον λένε τώρα). Θυμάμαι τον τρόμο μπροστά στη λευκή σελίδα του Word όταν έπρεπε να ξεκινήσω να γράφω την πρώτη εργασία. 3000 λέξεις ήταν το όριο κι εγώ σκεφτόμουν πως δεν είναι σίγουρο πως μπορώ να γράψω 300. Τις έγραψα, τις ξεπέρασα κι έπρεπε να κόψω στο τέλος. Δεν το πίστευα. Είχα ποτιστεί από το σχολείο ακόμα με την ιδέα πως είμαι άχρηστη στο γραπτό λόγο. Στο μάθημα της έκθεσης είχα απλά αξιοπρεπείς βαθμούς. Οι δάσκαλοι είχαν αποφανθεί πως δεν είναι ακριβώς το στοιχείο μου. Τους πίστεψα στο τέλος κι έτσι πορευόμουν στη ζωή. Διάβαζα πολύ κκαι δεν έγραφα τίποτε. Μόνο όταν έγραφα γράμματα στο φίλο μου τον Pascal γέμιζα σελίδες ολόκληρες, χειρόγραφες όπου του περιέγραφα διάφορες φάσεις που είχαν γίνει ανάμεσα στα δύο γράμματα.. Έτσι κι αλλιώς βλεπόμασταν σπάνια οπότε τα γράμματα ήταν ο μόνος τρόπος να μη χανόμαστε. Μια δυο φορές λοιπόν με είχε ρωτήσει γιατί δεν γράφω ποτέ κάτι άλλο εκτός από γράμματα. Τότε αυτός πάλευε ένα βιβλίο για τις ελληνικές του εμπειρίες, δεν ξέρω αν το τελείωσε ποτέ. «Τι να γράψω βρε συ;» του λέω «εγώ δεν ξέρω να γράφω. Μόνο να διηγούμαι ιστορίες ξέρω αλλα κι αυτό προφορικά επειδή στον προφορικό λόγο συμμετέχω ολόκληρη. Χέρια, μάτια, σώμα. Στο χαρτί πως να διηγηθείς μια ιστορία χωρίς την υποστήριξη από τη γλώσσα του σώματος;». «Μα στα γράμματα που μου στέλνεις πως το κάνεις; Αφού τα διαβάζω και μπαίνω στις ιστορίες σου». «Τα γράμματα είναι γράμματα» του απάντησα «στα γράμματα μιλάμε σ’ έναν φίλο». Χαζή απάντηση αλλά κανείς δεν με έπειθε πως μπορούσα να γράψω οτιδήποτε. Είχα και το άλλο πρόβλημα. Οι σκέψεις μου έτρεχαν πιο γρήγορα από τα χέρια μου και δεν τις προλάβαινα. Ή μου ερχόταν ιδέες στο λεωφορείο, στο δρόμο, εκεί που χάζευα τη θάλασσα και δεν ήμουν ο τύπος με το μπλοκάκι που θα καθόταν να τις σημειώσει. Άσε που είχα κράξει άγρια κάτι τύπους που το έκαναν πολύ επιδεικτικά και τους θεωρούσα ψώνια.
Έτσι έμενα στις προφορικές διηγήσεις μέχρι που γράφτηκα σ’ ένα φόρουμ εκπαιδευτικών. Εκεί ξεψάρωσα σιγά σιγά και μετά ήρθε το μεταπτυχιακό. Θεωρητικό, όχι ασκήσεις και σύμβολα. Θέλοντας και μη άρχισα να γράφω κατεβατά και να μένω έκπληκτη όταν στην κριτική άκουγα πως αν μη τι άλλο έγραφα καλά κείμενα, με καλή δομή και σωστά ελληνικά. Στην αρχή νόμιζα πως μου έκαναν πλάκα, κάτι σαν χρύσωμα στο χάπι του στιλ «καλά γράφεις μωρέ, μπορεί να γράφεις σαχλαμάρες αλλά τις γράφεις καλά» αλλά οι βαθμοί μου δεν συνηγορούσαν σ’ αυτή την άποψη. Και μετά ήρθε το μπλογκ, αφού είχα ψιλοπειραματιστεί μ’ ένα άλλο μπλογκ το οποίο κρατούσα κλειστό. Στην αρχή έβαζα ποιήματα, κείμενα άλλων και κανένα δικό μου μικρούλικο. Όσο ξεψάρωνα τόσο μεγάλωναν τα κείμενα κι έγιναν σεντόνια διπλόφαρδα στο τέλος.
Και τώρα μπούκωσα. Δεν θέλω ούτε να διαβάζω ούτε να γράφω. Ταβανοθεραπεία θέλω να κάνω, να χαζεύω όλη μέρα όπως τα καλοκαίρια. Αλλά το ταβάνι όσο και να το χαζεύεις πάντα το ίδιο μένει γαμώτο…..
Έτσι ξανανοίγω βιβλία και ξαναγράφω μπούρδες. Σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή. Τελικά δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο. Είμαι εθισμένη, ένα πρεζάκι των λέξεων….
O Crazy Gamer είναι φρέσκος στον κόσμο των blogs. Τον βοήθησα να φτιάξει το blog του. Είναι πολύ πιτσιρικάς, πάρα πολύ πιτσιρικάς. Ήθελε όμως να φτιάξει το δικό του blog για να γράφει, λέει, πράγματα που ενδιαφέρουν την ηλικία του. Για να δούμε πόσο θα το κρατήσει και σε πόσο καιρό θα το βαρεθεί. By the way, ο Crazy Gamer είναι το βλαστάρι μου!!!!
Έλειψα καιρό κι ακόμα λείπω. Λίγο “περίεργες” μου βγήκαν οι φετεινές διακοπές. Όχι κακές, απλά “περίεργες”. Εγώ τις οργάνωσα έτσι, δεν μου φταίει κανείς, αλλά μάλλον δεν θα επαναλάβω το εγχείρημα. Είχαν πάντως απ’ όλα. Και βουνό και θάλασσα και φασαρία και ηρεμία. Κρατάνε ακόμα για μια βδομάδα σε πιο “πολιτισμένες” συνθήκες. Εννοώ περιλαμβάνουν, τηλέφωνο και τηλεόραση στο πακέτο άρα internet (έστω και απελπιστικά αργό) και ενημέρωση για το χαμό από τις πυρκαγιές στην Αττική. Από χτες το βράδυ δεν πιστεύω αυτά που βλέπω. Ή μάλλον ψέμματα, τα πιστεύω. Τα ίδια έλεγα και έγραφα πριν δύο χρόνια όταν καιγόταν η Πελοπόννησος και το δάσος του Καϊάφα που το θεωρούσα από τα πιο όμορφα μέρη της Ελάδας και το είχα ζήσει για μερικά καλοκαίρια. Τα ίδια σκεφτόμουν το ’96 που κάηκε το Σέιχ Σου και έκλαψα με μαύρο δάκρυ όταν πήγα Θεσσαλονίκη και αντίκρυσα τη μαυρίλα. Στον Καϊάφα δεν πήγα ακόμα μετά την καταστροφή του, δεν θέλω να το δω. Πότε κάηκε τελευταία φορά η Βαρυμπόμπη; Πέρσι δεν ήταν; Μια μαυρίλα να περνάς με το τρένο και να βλέπεις γύρω και πάνω σχεδόν στις γραμμές καμμένα. Τα ίδια έλεγα κι όταν κάηκε πέρσι ο Υμηττός και χαζεύαμε σαν τους χάχες τη φωτιά από τη Λ. Μεσογείων. Τα ίδια θα λέω και του χρόνου το καλοκαίρι, για τις φωτιές που θα κάψουν όσα απέμειναν μέχρι να γίνουν τα πάντα στάχτη. Τη μαυρίλα της Αττικής θα την αντικρύσω σε μια βδομάδα. Για να δούμε τι θα δούμε κι αυτή τη φορά… Btw, τι ήχος αεροπλάνου ήταν αυτός που άκουσα πριν λίγο; Δεν θέλω τέτοια κι εδώ στα βόρεια και φυσάει αρκετά σήμερα…. Ευτυχώς έχει ψιλοσυννεφιά.
Την ιστορία τη βρήκα στη Γαλέρα . Ο φίλος μου ο Kakos μου τη διηγήθηκε χτες και την αναπαράγω κι εδώ.
Πενήντα χρόνια «αµαρτωλός» Εξαιτίας τού πρώτου τσιγάρου έφαγε στέρηση Θείας Κοινωνίας, αλλά δεν πτοήθηκε. Μισό αιώνα καπνιστής, ο Γιώργος Γλυνός στρίβει ένα τσιγάρο και θυµάται.
Πάσχα 1959: Το ξεκίνηµα Μεγάλη Δευτέρα. Ανεβαίνουµε στην ταράτσα µε τον µεγαλύτερο ξάδελφό µου. Έχουµε κλέψει ένα τσιγάρο από τον πατέρα µου και τα σπίρτα από τη γιαγιά που τα έχει για να ανάβει το καντήλι. Ανάβει το τσιγάρο ο ξάδερφος και µου δίνει να ρουφήξω. Δεν µου αρέσει καθόλου. «Μην ανησυχείς…», λέει µε στοργικό ύφος. «Έτσι είναι στην αρχή. Πρέπει, άλλωστε, να µάθεις να το ρουφάς, να το πηγαίνεις κάτω, να µη το φυσάς αµέσως…». Μου δείχνει και τον κοιτάω µε θαυµασµό. Προσπαθώ να τον µιµηθώ και αντί να το ρουφήξω το καταπίνω. Μου ΄ρχεται εµετός. «Όχι έτσι ρε…», µου λέει. «Δεν είναι πορτοκαλάδα. Τσιγάρο είναι…». Ξαναδοκιµάζω και ρουφάω σαν να παίρνω βαθιά ανάσα. Τα καταφέρνω. Βήχας, δάκρυα, και ζαλάδα µέχρι λιποθυµίας. Φταίει που είµαστε και νηστικοί. Είναι και Μεγάλη Εβδοµάδα και νηστεύουµε για να κοινωνήσουµε…
Η αµαρτία και η εξοµολόγηση Την άλλη µέρα, Μεγάλη Τρίτη το πρωί, πρέπει να πάω για εξοµολόγηση γιατί το Μεγάλο Σάββατο θα πρέπει να κοινωνήσω, όπως κάθε χρόνο. Είχα εξοµολογηθεί και πέρσι και ήξερα τη διαδικασία. Πέρσι, όµως, οι αµαρτίες ήταν εύκολες. Είπα ότι δεν ακούω πάντα τους γονείς µου, ότι αντιµιλάω στη µάνα µου και ότι πειράζω τη γιαγιά όταν µε τσαντίζει λέγοντάς της ότι «…δεν υπάρχει Θεός…». Ο παπάς µού έδωσε άφεση αµαρτιών και κοινώνησα κανονικά σαν να µη τρέχει τίποτα. Φέτος, βέβαια, τα πράγµατα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Έχω µία σοβαρή αµαρτία. Έχω καπνίσει, έχω κλέψει το τσιγάρο τού πατέρα µου και τα σπίρτα τής γιαγιάς που άναβε το καντήλι και έχω ψευδοµαρτυρήσει και στη µάνα µου όταν µε ρώτησε τι κάνατε στην ταράτσα και της είπα ότι κοιτάγαµε τα περιστέρια. Αµαρτίες κατά συρροήν! Τα λέω όλα αυτά στον παπά και µένει έκπληκτος. Στο τέλος βγάζει την ετυµηγορία του: «Δεν µπορείς να κοινωνήσεις! Είσαι πολύ αµαρτωλός. Θα πρέπει να περιµένεις ένα χρόνο ή τουλάχιστον µέχρι τα Χριστούγεννα, και µόνο αν έχεις συµµορφωθεί θα σου δώσω την άδεια να κοινωνήσεις…». Γίνοµαι ράκος. «…Μα θα γίνω ρεζίλι…» του λέω. «Τι θα πουν οι άλλοι όταν θα δουν ότι δεν πήγα να κοινωνήσω;..». «Δεν µε νοιάζει…» µου απαντάει. «…Είσαι αµαρτωλός…». Φεύγω και πηγαίνω κατευθείαν στον εξάδελφο. Του διηγούµαι την ιστορία και η δική του ετυµηγορία είναι πιο σαφής και πιο πειστική. «Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο» µου λέει και ξανανεβαίνουµε στην ταράτσα…
Είµαι καπνιστής και δεν µπορώ να το κόψω Όπως µου εξήγησε ο εξάδελφος, ο πραγµατικός καπνιστής είναι αυτός που το έχει συνηθίσει και δεν µπορεί να το κόψει. Οι άλλοι δεν είναι σοβαροί καπνιστές. Καπνίζουν πότε πότε για φιγούρα. Τέτοιος σοβαρός καπνιστής θέλω να γίνω και ‘γω. Ονειρεύοµαι να έχω πακέτο δικό µου και µάλιστα να λέω ότι καπνίζω Άσσο του Παπαστράτου όπως και ο πατέρας µου. Θέλω να λέω ότι αυτή είναι η µάρκα µου και δεν µπορώ τις άλλες µάρκες, άσχετα αν τα επόµενα χρόνια καπνίζω πεντάρι τού Παπαστράτου λόγω αφραγκίας…
Οι πολυµερείς διαπραγµατεύσεις Στις αρχές τής δεκαετίας τού ’80 έπιασα δουλειά στα διάφορα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενδιαφέρουσα δουλειά, αλλά όλο συνεδριάσεις, Συµβούλια Υπουργών, συσκέψεις µε υπουργούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, άπειρα γεύµατα εργασίας και πολλά αεροπορικά ταξίδια. Παντού, όµως, τσιγάρο. Παντού το βασίλειο των καπνιστών. Πού να φανταζόµουνα τι θα συνέβαινε σε δέκα χρόνια. Κάθοµαι σε µια καρέκλα και µπροστά µου υπάρχει µια πινακίδα που γράφει ΕΛΛΑΣ. Γύρω από το τραπέζι υπάρχουν άλλες 11 καρέκλες µε τις αντίστοιχες πινακίδες που γράφουν τα ονόµατα των άλλων χωρών. Το θέµα τής συζήτησης είναι πολύ δύσκολο για µένα. «Η περικοπή των επιδοτήσεων στον καπνό λόγω υπερπαραγωγής και η υποτίµηση των πράσινων ισοτιµιών». Έχω προετοιµαστεί για τη µάχη όσο καλύτερα µπορούσα. Στην Ελλάδα το κόµµα τής ΝΔ υποστηρίζει τους καπνεµπόρους που θέλουν ενίσχυση της ποικιλίας «Βιρτζίνια». Το ΠΑΣΟΚ ενδιαφέρεται περισσότερο για τους καπνοπαραγωγούς τού Αγρινίου που παράγουν τις εντελώς άχρηστες ποικιλίες «Μαύρα» και «Τσεµπέλια». Η Αριστερά δεν ασχολείται µ’ αυτά. Εγώ ξέρω, βέβαια, ότι η µάχη πρέπει να δοθεί για τις εξαιρετικές ελληνικές ποικιλίες τον «Μπασµά», το «Κατερίνη» και το «Καµπά-Κουλάκ Κλασίκ». Μεγάλο µέρος, όµως, απ’ αυτές τις ποικιλίες παράγεται από τους Μουσουλµάνους τής Θράκης οι οποίοι δεν έχουν πολιτική υποστήριξη. Με τις πράσινες ισοτιµίες τα πράγµατα είναι ακόµα πιο δύσκολα. Προτείνεται ο υπολογισµός τής επιδότησης µε την ισοτιµία εισόδου τού καπνού σε επεξεργασία και όχι µε την ισοτιµία εξόδου. Η επεξεργασία, όµως, κρατάει τρία χρόνια και οι παραγωγοί θα χάσουν περίπου 15% της επιδότησης εφόσον δεν θα επωφεληθούν από την υποτίµηση της δραχµής µιας ολόκληρης τριετίας. Αρχίζει η συνεδρίαση. Καπνίζω ασταµάτητα. Παίρνω πρώτος τον λόγο και επικεντρώνω την παρέµβασή µου στις καλές ελληνικές ποικιλίες. «…Υπάρχουν σε όλα τα χαρµάνια και σε όλα τα τσιγάρα όλου του κόσµου…» τους λέω. Δεν λέω λέξη ούτε για τα «Βιρτζίνια» ούτε για τα «Μαύρα» και τα «Τσεµπέλια». Για την πράσινη ισοτιµία είµαι ακόµα πιο κατηγορηµατικός. «Τι φταίνε οι Μουσουλµάνοι τής Θράκης για την υποτίµηση της δραχµής και το έλλειµµα στο ελληνικό ισοζύγιο πληρωµών; Αυτούς θα τιµωρήσουµε για όλα τα προβλήµατα της Ελλάδας;…». Με ακούνε µε προσοχή και από την πείρα τους καταλαβαίνουν ότι είµαι και λίγο εκτός επίσηµης ελληνικής γραµµής. Ζητάει το λόγο ο Ιταλός συνάδελφος, ο Μικέλε, που είναι καταπληκτικός εµπειρογνώµονας στα θέµατα της Γεωργίας. Με κοιτάει, χαµογελάει και λέει: «Ο Έλληνας συνάδελφος έχει δίκιο. Αυτή η υπόθεση πρέπει να είναι ενορχηστρωµένη από την ιταλική Μαφία τής Νάπολης. Αν σταµατήσει η επεξεργασία καπνού στην Ελλάδα, οι έµποροι θα τον µεταφέρουν στην Ιταλία και από ’κει θα τον πετάξουν στη θάλασσα εισπράττοντας µόνο την επιδότηση…». Μετά την παρέµβαση του Μικέλε επικρατεί σύγχυση. Ο εισηγητής τού κανονισµού, ένας Ολλανδός που δουλεύει για τους Ιρλανδούς, οι οποίοι ενδιαφέρονται µόνο για το βόιο κρέας, το beef, όπως το λένε, ψελλίζει κάτι ασυναρτησίες και επιτίθεται σε µένα για τις κοµπίνες που κάνουµε, όταν στα δέµατα καπνού προσθέτουµε και εφηµερίδες. Του απαντάω για το beef και τις τρελές αγελάδες και γίνεται χαµός. Διακόπτεται η συνεδρίαση και ανακοινώνεται ότι θα επαναληφθεί την επόµενη εβδοµάδα. Η επόµενη συνεδρίαση, όµως, δεν έγινε ποτέ. Μετά από τρεις µέρες ο προϊστάµενος της υπηρεσίας καπνού τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένας Ιταλός, ο Κατράρο, πήδηξε από τον έκτο όροφο που ήταν το γραφείο του και αυτοκτόνησε! Ο Κατράρο ήταν ο συντάκτης τού κανονισµού και, όπως ειπώθηκε, εκπροσωπούσε την ιταλική Μαφία τής Νάπολης στις Βρυξέλλες. Ο κανονισµός αποσύρθηκε και κερδίσαµε 150 εκατοµµύρια ευρώ τον χρόνο! Θρίαµβος! Κυρίως, βέβαια, χάρη στον Μικέλε. Αλλά ο καπνός σκοτώνει, όπως λέει και η αντι-διαφήµιση…
Η παρακµή και οι Τούρκοι Το 2004 το τσιγάρο απαγορεύεται σε όλα τα κτίρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν µπορώ πια να καπνίσω στο γραφείο. Καπνίζω στους καµπινέδες, ανοίγω τα παράθυρα, και µου κάνουν συνεχώς παρατηρήσεις. Με απειλούν και µε κυρώσεις. Έχω βρει ένα ελληνικό καφενείο δίπλα στο γραφείο και τη βγάζω εκεί όλη σχεδόν την ηµέρα. Τσιγάρο και βαρύς γλυκός. Όλοι οι συνάδελφοί µου, προϊστάµενοι και υφιστάµενοι, ξέρουνε ότι εκεί θα µε βρουν. Την ίδια εποχή µετατίθεµαι µε δική µου αίτηση στο τελευταίο µου πόστο: Φάκελος Τουρκία! Πολύ ενδιαφέρον. Πηγαίνω επίσηµη αποστολή στην Άγκυρα, στο υπουργείο των Εξωτερικών, Διεύθυνση Ευρωπαϊκών Υποθέσεων. Καπνίζουνε παντού. Και όχι µόνο καπνίζουνε αλλά πίνουνε και βαρύ γλυκό. Οι κλητήρες τρέχουνε συνέχεια µε τα τασάκια και µόλις στάξεις µία φορά τον καπνό το αντικαθιστούνε αµέσως. Στα γραφεία των υπουργών υπάρχουνε σε ένα µπολ πέντε-έξι πακέτα τσιγάρα ανοικτά, από τα οποία, όµως, δεν λείπει κανένα τσιγάρο. Όταν ο επισκέπτης πάρει ένα τσιγάρο, µετά την αποχώρησή του όλο το πακέτο αντικαθίσταται γιατί θεωρείται αγένεια να προσφέρει ο υπουργός τσιγάρο από πακέτο που λείπουν τσιγάρα. Εντούτοις, µέσα σε αυτόν το παράδεισο των καπνιστών και µετά από τις συζητήσεις και τις διαπραγµατεύσεις, µε έπιασε ξαφνικά µια ανησυχία. Οι Τούρκοι, σκέφτηκα, είναι πολύ δύσκολοι στις προσαρµογές αλλά πολύ δυνατοί στις απαγορεύσεις. Λες να µας την κάνουνε και να αποφασίσουν την απαγόρευση για να δείξουνε ότι είναι Ευρωπαίοι; Τι ήτανε να το σκεφτώ; Σε µερικούς µήνες έγινε και ’κει η απαγόρευση. Πολύ πιο γρήγορα, δηλαδή από την Ελλάδα… Όταν µου ανταπέδωσαν την επίσκεψη στις Βρυξέλλες, τους υποδέχτηκα στο γραφείο µου. Επικεφαλής ήταν ένας βλοσυρός κεµαλικός διπλωµάτης. Τους καλωσορίζω και τους λέω: «…Μπορώ να σας προσφέρω µόνο γαλλικό καφέ, γιατί εδώ στον “πολιτισµό” δεν έχουµε κουζίνα, ούτε µπρίκι, ούτε καµινέτο. Επίσης, εδώ, όπως θα ξέρετε, δεν µπορούµε να καπνίσουµε…». «…Τα ξέρουµε όλα αυτά…» µου λέει µε βλοσυρό ύφος ο κεµαλικός. «Δεν ερχόµαστε πρώτη φορά στις Βρυξέλλες…». «Έχουµε, όµως…», συνεχίζω, «και µία άλλη εναλλακτική λύση. Σε εκατό µέτρα από δω υπάρχει ένα ελληνικό καφενείο. Αν θέλετε, µπορούµε να πάµε εκεί να συζητήσουµε, όπου θα µπορούµε και να καπνίσουµε και βεβαίως να σας προσφέρω και ένα καφέ τούρκικο…». Με κοιτάει έκπληκτος. Σκέφτεται προβληµατισµένος. Κοιτάει µια εµένα και µια τη συνοδεία του. Στο τέλος αλλάζει ύφος, χαµογελάει και µου λέει: «Πάµε στο ελληνικό καφενείο. Να καπνίσουµε και να πιούµε και καφέ…». Και συνεχίζει: «Και αν ο καφές δεν είναι τούρκικος δεν πειράζει. Και ελληνικός να είναι, τον πίνουµε…». Σκάσαµε όλοι στα γέλια. Τελικά, όµως, δεν άντεξα άλλο τους περιορισµούς. Μετά από λίγους µήνες εγκατέλειψα το σχέδιο για µια επίσκεψη που θα κρατούσε ένα χρόνο, στο Χάρβαντ, όπου τα πράγµατα για τους καπνιστές είναι ακόµα πιο δύσκολα. Πήρα πρόωρα τη σύνταξη, λέγοντας ότι θέλω να ασχοληθώ µε τα εγγόνια µου…
Πασχαλινές διακοπές 2009 Συµπληρώνω µισό αιώνα καπνιστής. Μεγάλη Πέµπτη ταξιδεύω µε τον εγγονό µου µε το καραβάκι από την Αίγινα στον Πειραιά. Μπαίνοντας στο λιµάνι, ο µικρός που έχει µάθει να διαβάζει, κάνει εξάσκηση, και διαβάζει ό,τι βλέπει. Διαβάζει τα ονόµατα των άλλων καραβιών και τις διαφηµιστικές πινακίδες. Ξαφνικά µπήγει µια φωνή: «Παππού κοίτα! Γράφει ΣΤΡΑΤΟΣ, το όνοµα του φίλου µου του Στράτου». Κοιτάζω, καταλαβαίνω τι συµβαίνει και αρχίζω να του εξηγώ: «Εντάξει. Μπορεί να γράφει ΣΤΡΑΤΟΣ αλλά δεν είναι το όνοµα του φίλου σου. Είναι παλιά η πινακίδα, την έχουν εγκαταλείψει και έχουνε πέσει κάτω τα πρώτα γράµµατα. Όταν την έφτιαξαν και ήταν καινούργια έγραφε ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ…». Ο εγγονός στεναχωριέται. Δεν του αρέσει η εξήγηση του παππού. Του την έχω σπάσει που δεν είναι το όνοµα του φίλου του. «Και πού τα ξέρεις εσύ όλα αυτά ρε παππού;…», µου λέει τσαντισµένος. «Όλα τα ξέρει ο παππούς…» του απαντάω, και αρχίζω να στρίβω τσιγάρο.
* Το κείµενο αυτό αφιερώνεται στη µνήµη τού Δάντη, του Τάκη και του Αντώνη που «µε τσιγάρο έφυγαν στα χείλη», αλλά και στον εξάδελφο που το έκοψε πριν από 15 χρόνια και σήµερα είναι µια χαρά…
Να και το trailer από την ταινία “The Smoke” του 1995. Υπέροχη ταινία και όχι μόνον για τον τίτλο της. Του waynewang με τους harveykeitel, williamhurt και άλλους.
Τα καλοκαίρια, όταν ήμουν παιδί, τα λάτρευα και τα μισούσα ταυτόχρονα. Λάτρευα τις μεγάλες ζεστές μέρες, το ατέλειωτο παιχνίδι, τα μεσημέρια που υπήρχε «υποχρεωτική κατάκλιση» την οποία μονίμως καταστρατηγούσαμε και μόλις έπαιρνε ο ύπνος τους μεγάλους σηκωνόμασταν αθόρυβα και βγαίναμε στο μπαλκόνι να παίξουμε. Μας ξαναμάζευαν γιατί κάποια στιγμή ξεχνιόμασταν και κάναμε φασαρία και πάλι το ξανασκάγαμε μόλις τους ξανάπαιρνε ο ύπνος. Μ’ άρεσαν τα καλοκαιρινά φρούτα που τα περιμέναμε με τη σειρά τους. Τα τεράστια αμερικάνικα καρπούζια που ερχόταν με τις «πλατφόρμες» από τα γύρω χωριά και τα πουλούσαν στις γειτονιές. Βραδινό με δροσερό καρπούζι ή πεπόνι και ψωμοτύρι. Και τη μάνα μου να μη μας αφήνει να φάμε πολύ καρπούζι «γιατί θα κατουριέστε το βράδυ». Πως της είχε έρθει αυτό; Καμμιά μας δεν κατουριόταν το βράδυ, ποτέ. Τα ροδάκινα που δεν τα χόρταινε η μαμά. Τεράστιοι γιαρμάδες με άρωμα (όχι όπως τώρα) και βερίκοκα επίσης νόστιμα και αρωματικά. Και η γιαγιά να φτιάχνει όλο το πρωί το αγαπημένο μου καλοκαιρινό φαγητό. Τα «τηγανητά». Μελιτζάνες, κολοκύθια, πατάτες, πιπεριές, όλα τηγανητά και στο καπάκι τηγανητές ντομάτες. Όλο το πρωί της έπαιρνε να κόψει και να τα τηγανίσει για να ταΐσει το λόχο.
Διακοπές δεν πηγαίναμε. Δεν υπήρχε χωριό ή μάλλον υπήρχε ένα στο οποίο όμως δεν ήθελαν να ξαναπατήσουν η μαμά και η γιαγιά. Είχαν φύγει με άσχημες συνθήκες και τις πλήγωνε μια επίσκεψη στα μέρη τους. Μέναμε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη μέχρι που άδειαζε από παιδιά και τότε σερνόμασταν με άδεια βλέμμα στη γειτονιά και περιμέναμε πότε θα γυρίσουν οι φίλοι μας από τα χωριά τους. Τότε τα μισούσα τα καλοκαίρια. Φυσικά ρίχναμε και τους περισσότερους καυγάδες της χρονιάς αφού δεν περνούσε η μέρα. Δεν είχαμε χωριό είχαμε όμως τη Χαλκιδική. Τότε η Χαλκιδική δεν είχε καν δρόμους. Μερικές Κυριακές μέσα στο καλοκαίρι, αποφάσιζε ο μπαμπάς να μη δουλέψει και μετέτρεπε το ταξί σε Ι.Χ. Έτσι την είχα γυρίσει τη Χαλκιδική, Κυριακές με το ταξί του μπαμπά. Ερχόταν από τ’ άγρια χαράματα στο δωμάτιό μας και σφύριζε εμβατήρια για να ξυπνήσουμε. Μιλάμε για 5 το πρωί. Η μαμά από μέσα του έλεγε «άστα βρε τα παιδιά να κοιμηθούν μέχρι να ετοιμάσουμε τα πράγματα και τα ξυπνάμε μετά…». Τίποτε ο μπαμπάς. «Να σηκωθούν» έλεγε «να δουν την ανατολή, την καλύτερη ώρα της μέρας». Σηκωνόμασταν κι εμείς, τι να κάνουμε; Και καθόμασταν στο μπαλκόνι να δούμε την ανατολή κι αντί γι αυτό κοιμόμασταν η μια στον ώμο της άλλης. Φόρτωναν τα πράγματα στο πορτ μπαγκάζ και μέχρι τις 7 είχαμε φύγει. Τη Χαλκιδική τη γνώρισα παρθένα από τουρίστες, βίλες και rooms to let. Για να φτάσουμε στις παραλίες, που τώρα δεν βρίσκεις τόπο να βάλεις την πετσέτα σου κι αν βρεις θα έχεις στα μούτρα σου τον κώλο η την πατούσα του διπλανού, εμείς έπρεπε να κατέβουμε από τα βράχια σαν τα κατσίκια. Τι βρίσκαμε όμως μετά την κατάβαση!! Θάλασσες τζάμι και αμμουδιές απάτητες. Το πολύ να συναντούσαμε τίποτε χίπηδες γερμανούς που ήταν και οι μόνοι που ερχόταν τότε στον παράδεισό μας. Κι αφού κολυμπούσαμε και παίζαμε και μασουλούσαμε τα σαντουιτσάκια που είχε φτιάξει η μαμά (το πως γινόταν και δίπλα στο θάλασσα το ψωμοτύρι αποκτούσε τόσο θεϊκή γεύση ποτέ δεν το κατάλαβα) ξαναπαίρναμε το μονοπάτι των κατσικιών και ανεβαίναμε στο βουνό. Εκεί, κάτω από τα πεύκα στρώναμε τις κουρελούδες και άρχιζε το ψήσιμο. Μπάρμπεκιου στο δάσος. Πάντα. Κουβαλούσαν ψησταριά και ψήναμε μπιφτεκάκια που τα είχε ζυμώσει η μαμά αχάραγα. Και πιπεριές και φέτες ψωμάκι στο τέλος. Ποτέ, μα ποτέ το δάσος δεν κινδύνευσε από πυρκαγια κι ας ψήναμε κάθε φορά κάτω από τα πεύκα. Προσέχαμε βέβαια και δεν φεύγαμε αν δεν είχαν σιγουρευτεί πως δεν έμεινε ούτε σπίθα. Πως γίνεται και τώρα λαμπαδιάζουν τα δάση κάθε χρόνο θα σας γελάσω… Και μετά κόβαμε καρπούζι και το τρώγαμε «φυσαρμόνικα» και τρέχαν τα ζουμιά στα πηγούνια και το λαιμό μας, έτσι που γινόμασταν στόχος για όλες τις μέλισσες της περιοχής. Κι αφού μαζεύαμε την ψησταριά και τα σκουπίδια σε μια σακούλα, αράζαμε στη δροσιά. Να μυρίζει πεύκο, να φυσάει δροσερό αεράκι, ν’ ακούς τα τζιτζίκια και να χαζεύεις το φως που περνάει ανάμεσα στα κλαδιά. Τι διαφορά έχει από τον παράδεισο; Μερικές φορές κουβαλούσε σκοινί ο μπαμπάς και έφτιαχνε κούνια, αν βρίσκαμε ένα καλό κλαδί. Ώρες να κουνιέμαι και να κατεβαίνω από την κούνια παραζαλισμένη αλλά ευτυχισμένη. Φυσικά ρίχναμε κι έναν καυγά για ν’ αντέξουμε την τόση ευτυχία του Παραδείσου. Όλο και κάποια μαλακία θα κάναμε και θα καταλήγαμε με κλάματα Δεν χρειαζόταν πολλά για να ξεκινήσει ο καυγάς. Αρχίζαμε εμείς τα παιδιά και στο τέλος δεν μας άντεχε να γκρινιάζουμε ο μπαμπάς και να του χαλάμε την ησυχία, οπότε μας έπαιρνε όλες η μπάλα. Πιάναμε από μια γωνιά τότε, κλαμένες και μουτρωμένες και μισώντας η μία την άλλη γιατί «αυτή έφταιγε που το ξεκίνησε». Μέχρι κάτι να τραβήξει την προσοχή μας και να ξεμουτρώσουμε. Το απόγευμα παίρναμε το δρόμο τις επιστροφής. Χρειαζόταν ώρες τότε το ταξίδι και στην επιστροφή βρίσκαμε και το κύμα αυτών που γυρνούσαν από την τότε μακρινή και «εξωτική» Καλλικράτεια. Το σημερινό, σχεδόν προάστιο της Θεσσαλονίκης, μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σε παραθεριστικό οικισμό. Φτάναμε σπίτι κατά τις 8 το βράδυ, έχοντας ξεκινήσει τουλάχιστον στις τέσσερις το απόγευμα, κουβαλώντας πίσω στην πόλη τα πεθαμένα από την κούραση σαρκία μας και τα σκουπίδια μας. Α, όλα κι όλα! Η μαμά ποτέ δεν άφησε ούτε χαρτάκι πίσω της που να φανερώνει πως κάποιος είχε περάσει από το μέρος εκείνο. Μας κορόιδευαν οι γείτονες «μα καλά, τα σκουπίδια σας έπρεπε να τα φέρετε και να τα πετάξετε στο δικό σας τενεκέ; Όλη η Χαλκιδική δεν έφτανε;» αλλά δεν χαμπάριαζε η μαμά. «Μα να λερώσουμε ένα τόσο όμορφο μέρος; Τι είναι να κουβαλήσουμε τη σακούλα πίσω και να την πετάξουμε στον τενεκέ μας;». Κόκκαλο οι γείτονες. Μόνο σκούπα και φαράσι δεν κουβαλούσε η μαμά μαζί για ν’ αφήσουμε το μέρος φεύγοντας καθαρό και νοικοκυρεμένο. Οικολογία της νοικοκυράς κι όχι του κώλου…. Όταν φτάναμε στο σπίτι η γειτονιά βούιζε από φωνές. Όλη η πιτσιρικάδα μαζεμένη κι εγώ να ζητάω από τη μαμά να παίξω λίγο με τα παιδιά. Τα μάτια μου έκλειναν αλλά ήθελα κι άλλο παιχνίδι. Ποτέ ένα παιδί δεν χορταίνει το παιχνίδι και δεν παραδέχεται πως κουράστηκε. Το βλέπω τώρα στο δικό μου το παιδί. Εκείνη κουρασμένη επίσης ήταν ανένδοτη. Μπάνιο και στα κρεβάτια μας. Μετά από ένα μπάνιο να φύγουν τ’ αλάτια και το χώμα, αποκοιμιόμουν στα δροσερά και μυρωδάτα σεντόνια μιξοκλαίγοντας γιατί άκουγα ακόμα τα παιδιά να παίζουν κάτω και ήθελα να πάω κι εγώ. Τη φωτογραφία με τις σαγιονάρες την τσίμπησα από δω.
Για φέτος τέλος. Αυτές ήταν οι τελευταίες γραπτές εξετάσεις. Της ζωής μου θέλω να ελπίζω αν και οι φίλοι που με ξέρουν δεν με πιστεύουν. Όλο και κάτι θα βρω να παιδεύομαι μετά απ’ αυτό λένε… Για μια βδομάδα θα ξεχάσω βιβλία και βιβλιογραφίες και μαθήματα και εργασίες. Μετά θ’ αρχίσω να μαζεύω βιβλιογραφία και υλικό για την τελική μεγάλη ευθεία. Δεν θα έχω όμως ξανά γραπτές εξετάσεις. Μ’ αυτές ξεμπέρδεψα. Γιούπι!!!!!!
Μέσα σ’ ένα χρόνο που έχω βάλει τον tracker εδώ, μια απορία έχω άλυτη και μεγάλη. Ποιοί και γιατί ψάχνουν με μανία τον Θόδωρο Ρουμπάνη; Είναι αυτό που ψάχνουν οι περισσότεροι που πέφτουν τυχαία πάνω μου γκουγκλίζοντας. Και δεύτερος έρχεται ο Άλκης Γιαννακάς. Τρίτη και καταϊδρωμένη η αναζήτηση για ιστορίες απιστίας. Ο Θόδωρος όμως τους κερδίζει όλους κατά κράτος. Είναι δε κάτι μέρες, που οι εννιά στους δέκα που επισκέπτονται αυτό τον χώρο ψάχνουν το Θόδωρο. Τόσο που αναρωτιέμαι αν είναι κάποια επέτειός του. Γιατί ρε παιδιά τον ψάχνετε; Πείτε και σε μένα την περίεργη…
Το ξεμάτιασμα αποτελεί επιστημονικώς τεκμηριωμένην θεραπείαν δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Ανεκαλύφθη υπό του αρχαίου Ελληνορθοδόξου δόκτορος Ιωάννου Δεππ ή «Ψαλιδόχειρος» το έτος 2349 Π.Σ.Φ.Γ. (Προ Σκληρύνσεως Φλοιού Γης). Χρησιμοποιείται κατά κόρον εναντίον των ημικρανιών, της ποδάγρας, της ταινίας, της σαπουνόπερας, της αγαμίας, της πολυγαμίας, της αντε-και-γαμίας, της αποτυχίας σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, των τσουνάμι, της τριχόπτωσης, καθώς και άλλων δεινών. Συνιστάται προσοχή, καθότι τα άτομα με οφθαλμούς γαλανού χρώματος επιρρεπείς στην μετάδοση Ματιού και κάθε λογής κατάρας. Ανακτήθηκε από το “http://frikipaideia.wikia.com/wiki/%CE%9E%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1“.
Από την Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Αυτόν τον ορισμό δίνει, μεταξύ σοβαρού και αστείου, η Φρικηπαίδεια. Όταν ήμουν μικρή μας ξεμάτιαζε η γιαγιά. Με μάγευε όλο αυτό το τελετουργικό με το πιάτο γεμάτο νερό, τις σταγόνες το λάδι που έπεφταν στο νερό και εξαφανίζονταν άμα ήσουν ματιαγμένος, τα γαρύφαλλα που έκαιγε η γιαγιά καρφωμένα σε μια βελόνα μέχρι να σκάσει το πρώτο και να διώξει το κακό το μάτι, όταν τα νέρα και τα λάδια δεν το έδιωχναν. Και τα λόγια που μουρμούρζε μέσα από τα δόντια της και δεν μπορούσα να καταλάβω, ούτε ποτέ μου τα αποκάλυψε, μιας και τα ξόρκια πηγαίνουν από γυναίκα σε άντρα και μετά σε γυναίκα. Χάνουν τη δύναμή τους αν τους αλλάξεις αυτή τη σειρά. Στο τέλος μας σταύρωνε με το λαδόνερο, μας ψέκαζε μ’ αυτό και μας έδινε να πιούμε τρεις γουλιές. Το είχαμε βρει κι εμείς παιχνίδι και ξεματιάζαμε η μία την άλλη γεμίζοντας τον κόσμο νερά και λάδια με αποτέλεσμα να μας κυνηγάει η μαμά και η γιαγιά με την παντόφλα. Όταν πέθανε η γιαγιά πίστεψα πως κανένας πια δεν θα με ξεματιάσει. Που το θυμήθηκα το ξεμάτιασμα; Το θυμήθηκα, γιατί σήμερα ήρθε η ώρα να με ξαναξεματιάσει μια άλλη γιαγιά. Από το πρωί ξύπνησα με τρελό πονοκέφαλο που ούτε τα Panadol Extra, που κατεβάζω δυο δυο όταν με πιάνει ημικρανία, δεν μ’ έπιασαν. Μου απάλυναν λίγο τον πόνο αλλά μου άφησαν μια θολούρα στο κεφάλι κι ένα βάρος λες και είχα στηρίξει ένα κομμάτι σίδερο στην κορφή μου. Άλλωστε σήμερα δεν ήταν η γνωστή ημικρανία αλλά ένας πόνος διάχυτος σ’ όλο το κεφάλι μου. Το απόγευμα ξαναθέριεψε ο πόνος και είχα να πάω να επισκεφτώ μια ξαδέλφη στο μαιευτήριο που γέννησε χτες. Όταν έφυγα απο το μαιευτήριο, εκτός από τον πονοκέφαλο, είχα πλέον τάσεις εμετού και λιποθυμίας. Τόσο χάλια, και τα τελευταία Panadol τα κατάπια το πρωί. Πως ξέμεινα εγώ από παυσίπονα; Φαρμακείο δεν βρήκα αλλά σκέφτηκα πως θα έχει η Όλγα, η φίλη που μένει δίπλα, κάτι να μου δώσει για να μην κόψω το κεφάλι μου μπας και ησυχάσω. Όντως, η Όλγα είχε Panadol αλλά έβαλε και τη μαμά της να με ξεματιάσει. Ήσουν πολύ ματιασμένη, μου είπε η κυρά Φούλα, και μ’ έβαλε να πιω τρεις γουλίτσες από το λαδόνερο που έχυσε μετά η Όλγα σε μια γλάστρα. Δεν κάνει αυτό το νερό να το χύσεις στον νεροχύτη. Ήταν τα παυσίπονα; Ήταν το ξεμάτιασμα; Ή μήπως ή συντονισμένη επίθεση των δυο τους στον πονοκέφαλο; Ο πόνος έφυγε πάντως κι ας έμεινε μια μικρή θολούρα στο κεφάλι μου. Θα μου πεις, εσύ η πραγματίστρια πιστεύεις σε τέτοια αναχρονιστικά ξόρκια; Τι να πω; Γενικά όχι αλλά μερικές φορές μου φάνηκε πως έπιασαν. Ειδικά μια φορά παλιά, που βγήκα από το σπίτι μου και γύρισα μετά από κανά δυο ώρες άρρωστη. Πονοκέφαλος και τάσεις λιποθυμίας. Αμέσως έβαλε η γιαγιά μπρος τα μεγάλα μέσα και μετά χτυπιόταν πως εκείνη με μάτιαξε που σκέφτηκε πως με βρήκε πολύ όμορφη όταν έφευγα. Αλήθεια ή ψέμματα, μετά από λίγο μου πέρασαν όλα. Μπορεί να ήταν και αυθυποβολή, ποιος ξέρει; Πάντως άλλη φορά αν με βρείτε όμορφη παρακαλώ να μην το σκεφτείτε ούτε να μου το πείτε. Δεν παλεύεται ο πονοκέφαλος και μόνον όποιος το παθαίνει το ξέρει….
Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει.
Αυτό το κείμενο έχω στο προφίλ μου. Για χρόνια νόμιζα πως ανήκε στο Μπρεχτ. Κάπου το διάβασα έτσι, δεν το έψαξα και περισσότερο. Δεν φαντάστηκα ποτέ πως θα έπρεπε ν’ αμφισβητήσω την πατρότητά του. Μέχρι που ήρθε ένα mail, πριν καιρό, από έναν αναγνώστη του blog ο οποίος πολύ ευγενικά μου επέστησε την προσοχή στο λάθος. Το κείμενο δεν ανήκει στον Μπρεχτ όπως λάθος –εγώ όπως και πολλοί άλλοι- ήξερα. Ανήκει στον Friedrich Gustav Emil Martin Niemöller (14 January 1892 – 6 March 1984), έναν γερμανό αντιναζιστή λουθηρανό πάστορα ο οποίος αρχικά υπήρξε υποστηρικτής του Χίτλερ. Ύπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Confessing Church, που αντιστάθηκε στη ναζιστοποίηση της γερμανικής προτεσταντικής εκκλησίας. Εξαιτίας της αντίθεσής του στον έλεγχο της εκκλησίας από τους Ναζί, φυλακίστηκε στα στρατόπεδα Sachsenhausen και Dachau από το 1937 έως το 1945. Τον έσωσαν οι σχέσεις του με πλούσιους και με μεγάλη επιρροή επιχειρηματίες. Μετά την αποφυλάκισή του εξέφρασε την μετάνοιά του γιατί δεν έκανε αρκετά για τα θύματα των Ναζί. Αποκήρυξε τα εθνικιστικά του πιστεύω και ήταν ένας από τους εμπνευστές της Stuttgart Declaration of Guilt. Μέχρι το 1950 ήταν ειρηνιστής και ακτιβιστής εναντίον του πολέμου καθώς επίσης και αντιπρόεδρος του War Resisters’ International. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, συναντήθηκε με τον Χο Τσι Μινχ και ήταν υποστηρικτής του πυρηνικού αφοπλισμού. Το 1961 έγινε πρόεδρος του World Council of Churches. Πέθανε το 1984 στο Wiesbaden της Γερμανίας. Το ποιήμα, μέχρι το 1970, αποδίδονταν στις ισπανόφωνες χώρες λανθασμένα στον Μπ. Μπρεχτ. Η προέλευση του ποιήματος δεν είναι ξεκάθαρη και υπάρχει τουλάχιστον ένας ιστορικός που λέει πως δημοσιεύτηκε αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Niemöller πράμα που είναι λάθος μιας και το συγκεκριμένο ποιήμα «First they came…” πρωτοδημοσιεύτηκε το 1955 στο βιβλίο του Milton Mayer, «They Thought They Were Free». Το βιβλίο του Milton Mayer βασίζεται σε συνεντεύξεις που πήρε ο ίδιος στη Γερμανία αρκετά χρόνια νωρίτερα. Το απόσπασμα κυκλοφόρησε ευρέως στις Η.Π.Α. ανάμεσα σε κύκλους κοινωνικών ακτιβιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Παρ’όλα αυτά, η φρασεολογία του ποιήματος παραμένει αμφιλεγόμενη, τόσο σε σχέση με την προέλευσή της όσο και την ουσία και την σειρά των ομάδων που αναφέρονται στο πλήθος των παραλλαγών του. Πρόσφατες έρευνες εντόπισαν τα συναισθήματα που εκφράζονται στο ποίημα σε λόγους του Niemöller το 1946. Όταν ο Niemöller δημοσίευσε το 1946 τους λόγους του, έκανε αναφορά σε Κομμουνιστές, ανίατα ασθενείς, Εβραίους ή Μάρτυρες του Ιεχωβά (ανάλογα σε ποιόν λόγο αναφερόμαστε) και ανθρώπους στις κατεχόμενες χώρες. Στο κείμενο του 1955, μία παράφραση ενός γερμανού καθηγητή σε κάποια συνέντευξη, μιλάει για Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές, «τα σχολεία, τον Τύπο, τους Εβραίους, κλπ» και τελειώνει με «την Εκκλησία». Όταν το 1971 ρωτήθηκε ο Niemöller για τη σωστή εκδοχή του αποσπάσματος, είπε πως δεν θυμάται πότε είπε τα διάσημα αυτά λόγια αλλά αν οι άνθρωποι επιμένουν να τα επικαλούνται, προτιμούσε την παρακάτω εκδοχή: “In Germany, they came first for the Communists, And I didn’t speak up because I wasn’t a Communist; And then they came for the trade unionists, And I didn’t speak up because I wasn’t a trade unionist; And then they came for the Jews, And I didn’t speak up because I wasn’t a Jew; And then . . . they came for me . . . And by that time there was no one left to speak up.”
Το ποιήμα στα γερμανικά στη μορφή που κυκλοφόρησε το 1976 έχει ως εξής: Als die Nazis die Kommunisten holten,
habe ich geschwiegen;
ich war ja kein Kommunist. Als sie die Sozialdemokraten einsperrten,
habe ich geschwiegen;
ich war ja kein Sozialdemokrat. Als sie die Gewerkschafter holten,
habe ich nicht protestiert;
ich war ja kein Gewerkschafter. Als sie die Juden holten,
habe ich geschwiegen;
ich war ja kein Jude. Als sie mich holten,
gab es keinen mehr, der protestieren konnte
Κι αυτή είναι η μετάφρασή του στ’ αγγλικά. When the Nazis came for the communists,
I remained silent;
I was not a communist. When they locked up the social democrats,
I remained silent;
I was not a social democrat. When they came for the trade unionists,
I did not speak out;
I was not a trade unionist. When they came for the Jews,
Ένα πρόβλημα με τον χρόνο το έχω. Το είχα από τότε που με θυμάμαι. Από τότε που –ήμουν πάνω κάτω 4 χρόνων- έμπαινα κάτω από το τραπέζι της κουζίνας ή της τραπεζαρίας μέχρι να με τραβήξουν, για να μη μεγαλώσω. Νόμιζα βλέπετε, πως αν είμαι συνέχεια κάτω από το τραπέζι θα μ’ εμπόδιζε αυτό να μεγαλώσω μιας και είχα συνδεμμένο στο μυαλό μου το ύψος με την ηλικία. Έτσι θα ξαναγινόμουν πάλι το χαϊδεμένο μωρό της οικογένειας, θέση που έχασα εν μία νυκτί με τη γέννηση των αδελφών μου που ήρθαν δύο μαζί και φωνακλούδες.
Βέβαια όταν μεγάλωσα λίγο, συνειδητοποίησα πως το ύψος και η ηλικία δεν είχαν σχέση και βγήκα κάτω από το τραπέζι αλλά δεν σταμάτησα να αντιπαθώ το χρόνο που περνάει. Όλα τα παιδιά βιάζονταν να μεγαλώσουν, εμένα πάλι δεν με χάλαγε να περνάει πιο αργά ο χρόνος. Όταν έκλεισα τα 19, αντί να χαρώ όπως όλοι οι φίλοι μου που άφηνα πίσω μου δια παντός την εφηβεία, εγώ έκλαιγα με μαύρο δάκρυ διότι το έβλεπα σαν το σημείο εκκίνησης της αντίστροφης μέτρησης για τη ζωή μου. Σ’ όλη τη δεκαετία των 20+ είχα μια αγωνία όποτε το σκεφτόμουν. Στα 20φεύγα δεν ήθελα να το σκέφτομαι. Όταν πάτησα τα πρώτα –άντα, όλως παραδόξως, δεν έπεσα να πεθάνω. Το πήρα πολύ μαλακά. Τα δεύτερα –άντα ήταν περισσότερο δράμα, παρ’ όλο που ήμουν πλέον μαμά μικρού παιδιού και δεν είχα πολύ χρόνο για πολυτέλειες. Κι όμως, αν τα είκοσι τα είχα σαν αρχή της αντίστροφης μέτρησης φανταστείτε τι ήταν για μένα τα 40 που είχε και μια δόση αλήθειας η ιδέα πως καταρρέω. Έβλεπα τα μαλλιά μου ν’ αλλάζουν, το πρόσωπο, το σώμα… Δεν είχε σημασία αν μου φαινόταν ή μου φαίνεται η ηλικία ή όχι. Ούτε το πως νιώθω και τι κάνω στη ζωή μου, αν έχω παραιτηθεί ή όχι. Εγώ την έβλεπα πάνω μου να με βαραίνει. Την έβλεπα στον καθρέφτη και στις μικρές, αδιόρατες ίσως, αλλαγές που όμως δεν ξέφευγαν από το δικό μου μάτι. Την έβλεπα στο βλέμμα μου που ήταν τόσο διαφορετικό από κείνο που είχε εκείνο το κοριτσάκι που υπήρξα στις παλιές φωτογραφίες. Σκεφτόμουν –και σκέφτομαι- πως μόνο αυτές είχαν μείνει. Μερικές στιγμές πάνω σε χαρτί και μερικές εικόνες αποθηκευμένες στη μνήμη. Που πήγαν όλες οι υπόλοιπες; Χιλιάδες ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα που πήγαν χαμένα. Τώρα στα 40φεύγα, εκτός απ’ αυτά, σκέφτομαι ποιό θα είναι το πρώτο κομμάτι του συστήματος που θ’ αρχίσει πρώτο να καταρρέει. Το στομάχι; Η καρδιά, οι πνεύμονες, το συκώτι; Ποιό; Κάποιο θα κάνει την αρχή. Με τρομάζει αυτό γιατί έχω υγεία και διαζύγιο με τους γιατρούς. Κάνω κάθε χρόνο το τσεκ απ μου και οι τιμές είναι παιδικές, μου λένε. Κάποιο όμως θα κάνει την αρχή. Και μετά θα πρέπει να μάθω να ζω με την αρρώστεια και τον πόνο. Όπως η μαμά μου. Όπως η γιαγιά μου. Fuck!!! Τι μ’ έπιασε και τα λέω όλα αυτά; Τίποτε ιδιαίτερο. Είναι σκέψεις μόνιμες στο κεφάλι μου. Απλά συνειδητοποίησα πως πέρασαν 21 μέρες από την Πρωτοχρονιά, πότε κιόλας; Χτες αναρωτιόμουν σε πόσο καιρό πρέπει να κάνω το ετήσιο τσεκ απ και σκεφτόμουν πως πρέπει να παραδώσω μια εργασία στις 15 του Φλεβάρη και πως δεν έχω τόσο χρόνο όσο νόμιζα. Είναι ίσως η ανάρτηση του Πάνα. Μάλλον θα είδα και κάποιο όνειρο σχετικό που δεν το θυμάμαι. Ε, χρειαζόταν κάτι περισσότερο;
Άλλωστε μια ζωή παλεύω με τις κακές σκέψεις. Συνήθως κερδίζω αλλά ξέρω πως αυτές απλά κρύβονται και καιροφυλακτούν να ορμήσουν στην πρώτη ευκαιρία…
Τι είναι πατρίδα; Θα μου πεις τώρα σου ήρθε να ρωτάς τέτοια πράγματα; Δεν το έμαθες στο δημοτικό;
Τι είν’ η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι; Μην είναι τ’ άπαρτα ψηλά βουνα; Κλπ… κλπ… κλπ… Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα Κλπ… κλπ… κλπ…
Παρακολουθώ διάφορες συζητήσεις σε φόρα. Όλοι σκοτώνονται με όλους για το ποιοί είναι πατριώτες και ποιοί δεν είναι. Ποιοι αγαπούν την πατρίδα και ποιοι όχι και είναι προδότες. Πατριδολάτρες και πατριδομάχοι… Τι είναι πατρίδα λοιπόν για μένα; Τι είναι αυτό που λένε οι πατριδολάτρες πως θα πέθαιναν για το χατήρι του; Που δεν θ’ αφήσουν κανέναν οχτρό να τους το πάρει; Πατρίδα είναι για μένα τα παιδικά μου χρόνια. Τελεία. Κι αυτά δεν μπορεί να μου τα πάρει κανείς. Και τα παιδικά χρόνια μου δεν είναι το σπίτι, οι δρόμοι, τα δέντρα, η γειτονιά, οι άνθρωποι. Το σπίτι δεν υπάρχει πια. Το πήρε πρώτα ο σεισμός και μετά οι εργολάβοι. Οι εργολάβοι πήραν και τα διπλανά σπίτια. Οι δρόμοι έγιναν λεωφόροι, το χώμα άσφαλτος, τα δέντρα ξερριζώθηκαν τα περισσότερα, η γειτονιά έγινε αγνώριστη και τους ανθρώπους τους πήρε ο θάνατος. Και τι έμεινε από τα παιδικά μου χρόνια; Οι αναμνήσεις μου. Κι αυτές δεν μπορεί να τις πάρει κανείς. Αν πατρίδα είναι τα κτίρια, τα βουνά κι οι κάμποι, την πατήσατε πατριδολάτρες μου. Αυτά ή άλλαζουν, ή τα παίρνουν οι εργολάβοι ή καίγονται ή μένουν αναλοίωτα και γελάνε μαζί μας. Τα βουνά κι οι κάμποι υπήρχαν πριν από μας και θα υπάρχουν και μετά από τα δισέγγονά μας. Αυτό λέει η μέχρι τώρα εμπειρία. Από δω και πέρα βέβαια, έτσι όπως τα κάναμε σκατά, κανείς δεν ξέρει για πόσο ακόμα θα υπάρχουν. Η πατρίδα όμως δεν είναι ένα θολό ιδεολογικό κατασκεύασμα. Δεν είναι ένα κομμάτι γης που μας ανήκει με τίτλους ιδιοκτησίας. Θα πάλευε κανείς για κάτι που δεν έχει αναμνήσεις; Δικές του αναμνήσεις, όχι επίκτητες. Όχι αναμνήσεις που του τις σφήνωσαν στο μυαλό όπως στην ταινία με τον Σβαρτσενέγκερ. Θα πάλευα για τις ακτές της Κορνουάλλης, όσο υπέροχες κι αν είναι; Αυτή τη στιγμή έχω κάτι παραπάνω από αναμνήσεις από την πόλη που θεωρώ πατρίδα μου; Σχεδόν δεν την αναγνωρίζω. Είναι πατρίδα μου μήπως, η πόλη που πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια; Κι αυτήν σχεδόν δεν τη γνωρίζω. Η πόλη που ζω τώρα; Αλλάζει κι αυτή. Κι εγώ μαζί τους. Αλλάζω. Μόνο στη σφαίρα των αναμνήσεων όλα μένουν ίδια.
Μεσημέρι στο λεωφορείο. Το Μετρό έχει στάση εργασίας 12 με 4. Το αποτέλεσμα είναι τα λεωφορεία να είναι σαν ψαροκασέλες. Ζίνγκα, που λένε και τα φιλαράκια μου στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο λεωφορείο δεν έχει κόσμο. Βρίσκω θέση και χαζεύω. Μουσική στ’ αυτιά και ξαφνικά συνειδητοποιώ πως κάτι μ’ ενοχλεί. Χρώμα, πολύ χρώμα. Χρώμα από τις ταμπέλες που πλημμυρίζουν τη λεωφόρο, τις αφίσες που είναι παντού, τις ταμπέλες στα μαγαζιά. Γιγαντοαφίσες, αφίσες, αφισέτες, ταμπέλες πάνω στα κτίρια, ταμπέλες στο δρόμο… Οι χειρότερες είναι αυτές που είναι κρεμασμένες πάνω στις κολώνες, στο διάζωμα στη μέση του δρόμου. Σκυλάδικα με τις φάτσες κάποιων απίθανων τύπων που δεν ξέρω ποιός τους ξέρει. Στην άλλη κολώνα η Ute Lemper να κλείνει το μάτι στον Αγγελάκα και τον Ψαραντώνη. Μια έκθεση για δεν ξέρω τι, ίσως για αυτοκίνηση. Στο πεζοδρόμιο ένας κύριος πολλά βαρύς που κάπου τραγουδάει, κάνει καμάκι σε μια πολύ λεπτή κυρία που καπνίζει ένα ακόμα πιο λεπτό τσιγάρο. Η κυρία όμως δεν του δίνει σημασία γιατί χαζεύει κάτι παγωτά και της τρέχουν τα σάλια. Με την όρεξη θα μείνει. Τα ωραία πράγματα παχαίνουν και η κυρία δεν μπορεί. Ακόμα κι αν φάει το λάιτ γεύμα που βλέπει παραδίπλα θα βάλει αύριο 32 γραμμάρια και μετά δεν θα μπορεί να διαφημίζει αυτά τα πολύ λεπτά τσιγάρα. (Άσχετο, αλλά στην πραγματική ζωή δεν έχω δει πολλές γυναίκες που καπνίζουν αυτά τα τσιγάρα να είναι τόσο λεπτές, το αντίθετο θα έλεγα…). Γυμναστήρια που σου υπόσχονται να σε κάνουν ιδανική για να καπνίζεις τα πολύ λεπτά τσιγάρα, παγωτά, ρούχα για νέους, ρούχα για παιδιά, για μαθητές, για κυρίες. Δεν αντέχω τόσο χρώμα παντού, δεν αντέχω τόση ακαταστασία. Σαν σπίτι βομβαρδισμένο με τα ρούχα πεταμένα παντού μοιάζει. Προσπαθούσα να φανταστώ το δρόμο χωρίς όλο αυτόν τον καραγκιόζ μπερντέ. Δεν μπορώ, αλλά θέλω να πιστεύω πως θα ήταν λιγότερο μπουνιά στα μάτια μου. Ωπ, έφτασα. Κατεβαίνω και περιμένω για το επόμενο λεωφορείο. Η μουσική εξακολουθεί να παίζει στ’ αυτιά μου. Σώθηκα εδώ και δύο χρόνια με τα mp3 players. Δεν μπορώ να μη βλέπω αλλά τουλάχιστον μπορώ να μην ακούω. Ήρθε το λεωφορείο. Πως κι έτσι; Λογικά χωρίς Μετρό έπρεπε να μη χωράει να μπει άνθρωπος. Κι όμως, όχι… Ακόμα είχε χώρο. Μπήκα, δεν βρήκα θέση, κρεμάστηκα σε μια χειρολαβή και σταμάτησα να βλέπω και να σκέφτομαι τις ταμπέλες. Άλλα άρχισαν να κινούν την προσοχή μου. Μετά από δυό στάσεις φτάσαμε στην Άμυνα. Πλημμυρισμένη η στάση με κόσμο. Μπαίνανε… μπαίνανε… και τελειωμό δεν είχαν. Όχι, που νόμιζα πως θα γλύτωνα…. Πριν σταματήσει το λεωφορείο, χαζεύοντας έξω από το παράθυρο κρεμασμένη στη χειρολαβή, είδα μια γιαγιά με ένα καροτσάκι λαϊκής να περιμένει στη μέση του δρόμου. Έκανε μανούβρες ο οδηγός για να μη την πάρει παραμάζωμα και σίγουρα θα έριχνε μπινελίκια, αλλά με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά δεν τον άκουσα. Μπήκε ο κόσμος όπως όπως, προσπάθησε να μπει και η γιαγιά. Το λεωφορείο όμως δεν είναι για όλες τις γιαγιάδες. Είναι για γιαγιάδες που κουβαλάνε μια μεγάλη γλάστρα με καμέλια, για γιαγιάδες με βαλίτσες, για γιαγιάδες με τσάντες από το σούπερ μάρκετ αλλά όχι για γιαγιάδες με καροτσάκι λαϊκής, που μοιάζουν περισσότερο όμως περισσότερο με άστεγες παρά με τη γιαγιά μας. Βγήκε ο οδηγός την έκραξε. Δεν μπαίνεις με το καρότσι μέσα, της φώναζε. Μα γιατί; ρωτούσε η γιαγιά. Δεν μπαίνεις, της έλεγε αυτός. Το εμπέδωσε στο τέλος η γιαγιά, έμεινε απ’ έξω. Κι εγώ βάλθηκα να σκέφτομαι ποιός κανονισμός λέει ποιός μπαίνει και ποιός δεν μπαίνει στο λεωφορείο. Μετά από δύο στάσεις κατάλαβα και ποιός άλλος δεν μπαίνει στο λεωφορείο. Πήχτρα το λεωφορείο κι απ’ έξω, μαζί με άλλους περιμένει μια μαυρούλα μ’ ένα κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά. Προσπάθησε να μπει από τις μεσαίες πόρτες, δεν τα κατάφερε. Έτρεξε με το μωρό να προλάβει να μπει από την μπροστινή που ήταν ανοιχτή κι έμοιαζε να υπάρχει λίγος ψώρος. Σιγά μην έμπαινε… Της έκλεισε ο άρχων οδηγός την πόρτα στα μούτρα. Έμεινε η μαυρούλα να περιμένει το επόμενο με το κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά μέσα στον ήλιο. Ξαναβάλθηκα να σκέφτομαι το τι κάνουν οι οδηγοί όταν κλείσουν την πόρτα κι εσύ τους κάνει νόημα να μπεις. Άλλοι ανοίγουν άλλοι όχι. Χάσατε μαντάμ, σου λένε. Στο επόμενο προσπαθήστε και ίσως τα καταφέρετε. Δεν ήξερα αν ο δικός μας το έκανε σε όλους. Μετά από δυό τρεις στάσεις έγινε το ίδιο με μια ξανθιά κυρία. Πριν προλάβω να στοιχηματίσω με τον εαυτό μου για την αντίδρασή του της άνοιξε την πόρτα. Άρα εκτός από τις γιαγιάδες με καρότσια λαϊκής δεν μπαίνουν στο λεωφορείο και μαυρούλες με κοιμισμένα μωρά στην αγκαλιά. Μετά άδειασε μια θέση μπροστά μου. Κάθησα κι άφησα άλλον να κρεμαστεί από τη χειρολαβή μου. Το παράξενο είναι πως με όλα αυτά εγώ δεν τα πήρα στο κρανίο. Λες να κρατάει ακόμα η θερινή ραστώνη; Ή εγώ έχω πλέον αποκτηνωθεί;
Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει