Αυτή η χώρα δεν θ’ αλλάξει ποτέ. Το πιστεύω αυτό πλέον.

Το Σάββατο 12/05/2012 στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» έγινε το Φεστιβάλ Μαθητικών Ταινιών του προγράμματος «Πάμε Σινεμά;». Το πρόγραμμα αυτό είχε σταματήσει το σχολικό έτος 2004-2005, παρ’ όλο που η τότε νεοεκλεγείσα υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου είχε υποσχεθεί ενθουσιασμένη (τάχα μου…) ότι είναι ένα από τα πράγματα που θα συνεχιστούν οπωσδήποτε και το οποίο κατάργησε μετά από λίγο καιρό. Τέλος πάντων, περσινά ξινά σταφύλια είναι αυτά. Εκείνη τη χρονιά είχα λάβει μέρος με το σχολείο μου αλλά δεν τα πήγαμε και πολύ καλά. Δεν έδεσε η ομάδα, τα παιδιά παρ’ όλο που έδειξαν ενθουσιασμό στην ιδέα να γυρίσουν ταινία, βαρέθηκαν όταν κατάλαβαν πόσες ώρες δουλειάς χρειάζονται για να γράψουν σενάριο και να γυρίσουν ένα πεντάλεπτο ταινιάκι κι ο σύμβουλος σκηνοθέτης μάλλον μας βαριόταν κι αυτός. Παρ’ όλ’ αυτά ήταν εμπειρία που μου άρεσε και γιαυτό όταν φέτος είδα πως το πρόγραμμα θα ξανατρέξει, το κυνήγησα και ξανέβαλα το σχολείο στο πρόγραμμα. Φέτος δεν ήμουν και μόνη αλλά συμμετείχε με ενθουσιασμό και μια συνάδελφος που άλλο που δεν θέλει άμα πρόκειται για τέτοια. Στην αρχή δεν προβλεπόταν γύρισμα ταινιών ή για την ακρίβεια θα μπορούσαν να γυρίσουν ταινία όσων σχολείων οι μαθητές θα μπορούσαν να καταβάλλουν 90 ευρώ έκαστος, πράγμα σχεδόν αδύνατον δεδομένων των συνθηκών της εποχής. Φαντάζομαι πως το κατάλαβαν νωρίς κι έτσι έψαξαν και βρήκαν χορηγούς και τα σχολεία που πήραν μέρος στο πρώτο κομμάτι του προγράμματος μπόρεσαν –εάν το επιθυμούσαν- να γυρίσουν το ταινιάκι τους. Αφιερώσαμε δύο Σαββατοκύριακα με τα παιδιά, το πρώτο να γράψουν το σενάριο και το δεύτερο για το γύρισμα. Τα παιδιά το ευχαριστήθηκαν κι εμείς το ίδιο.
Και φτάνουμε στην προχτεσινή μέρα, τη μέρα που θα βλέπαμε τις ταινίες και θα γινόταν η απονομή των βραβείων. Ντύθηκαν, στολίστηκαν τα κορίτσια που συμμετείχαν (σχεδόν μόνο κορίτσια συμμετείχαν) και πήγαμε στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» που ήταν ο χώρος που διοργανώθηκε το Φεστιβάλ για τη Νότια Ελλάδα ενώ κάτι αντίστοιχο έγινε και στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη για τις ταινίες της Βόρειας Ελλάδας. Το πρόγραμμα μεταδόθηκε ζωντανά από τη ΝΕΤ και σε σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη. Τα παιδιά όλων των σχολείων που συμμετείχαν (δημοτικά- γυμνάσια-λύκεια) ήταν εκεί, φορώντας τα καλά τους και με πολύ καλή διάθεση παρακολούθησαν τις ταινίες πριν την τελετή απονομής, γελούσαν κι έκαναν σχόλια, αποθέωναν τις δικές τους το κάθε σχολείο, έκαναν προγνώσεις και περίμεναν τη βράβευση με αγωνία. Η ατμόσφαιρα σε τίποτε δεν είχε την κατήφεια και τη μιζέρια των ημερών, παρ’ όλο που τα περισσότερα ταινιάκια έδειχναν πως οι μαθητές προβληματίζονται από το κλίμα της εποχής και τις συνέπειες όλων όσων γίνονται στο παρόν και το μέλλον τους. Είχαν όμως φρεσκάδα, γέλιο, ζωντάνια.
Δόθηκαν τα δύο βραβεία για τη νότια Ελλάδα και παρακολουθήσαμε και τα αντίστοιχα της Βόρειας Ελλάδας. Ήρθε και η στιγμή για το Πανελλήνιο Βραβείο για τα δημοτικά σχολεία που δόθηκε σ’ ένα Δημοτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης για ένα ταινιάκι με γέλιο και φρεσκάδα. Περιμέναμε όλοι με αγωνία να δούμε σε ποια πόλη θα πάει το Πανελλήνιο Βραβείο για τα γυμνάσια και λύκεια και ναι, πήγαινε στην Αθήνα. Άκουγα γύρω μου προγνωστικά για το ποια ταινία θα το πάρει, κάπου πήρε το αυτί μου και τη δική μας ταινία. Μόλις ανακοινώθηκε η ταινία πάγωσε η αίθουσα, ο γιος μου που καθόταν δίπλα μου μου είπε «μα καλά, σ’ αυτή τη μαλακία το δώσανε; Αν είναι δυνατόν!!!!». Ήταν μια ταινία που δεν την είδα διότι με το που ξεκίνησε μου φάνηκε κακή και αδιάφορη και πήγα να καθήσω κάπου αφού τις περισσότερες τις είχαμε παρακολουθήσει όρθιοι και είχα κουραστεί. Παγωμένο χειροκρότημα στην αίθουσα αλλά τα παιδιά πήγαν καταχαρούμενα να πάρουν το βραβείο τους. Μετά απ’ αυτό ήρθε η ώρα να τη δούμε. Με το που ξεκίνησε άρχισαν τα ψυθιριστά σχόλια γύρω μου «τι μαλακία είναι αυτή ρε…» και τέτοια. Η συνάδελφος η οποία δεν την είχε δει και στην αρχή μου είπε «άσε να τη δούμε ρε συ, μπορεί να είναι καλή…» όσο περνούσε η ώρα άρχισε κι αυτή με τη σειρά της να δυσανασχετεί. Στους τίτλους του τέλους τα καταλάβαμε όλα. Στην ταινία συμμετείχε ο γιος του διευθυντή του «Πάμε Σινεμά;» αλλά και ο ίδιος ο Αντώνης Κιούκας!!!!!
Για όσους δεν κατάλαβαν να το επαναλάβω. Πήρε βραβείο η ταινία που συμμετείχε ο γιος και ο ίδιος ο διευθυντής του προγράμματος. Πόσο πιο στημένο να ήταν δηλαδή; Τα παιδιά άρχισαν να φεύγουν με το που άναψαν τα φώτα, η βραδιά που ήταν όμορφη χάλασε στο τέλος παρ’ όλο που κανείς δεν γιούχαρε. Ίσως γιατί τα παιδιά ντράπηκαν να το κάνουν, θα ήταν και λάθος κατά τη γνώμη μου να πέσει γιούχα την ώρα που κάποια άλλα παιδιά της ηλικίας τους πήγαιναν με χαρά να πάρουν το βραβείο τους. Είχαν ακουστεί και νωρίτερα κάποιες διαμαρτυρίες όταν νωρίτερα έβγαλε έναν δεκάρικο παπαρολογίας ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΠΘ αλλά κάποιοι φώναξαν πως δεν ήταν η ώρα και σταμάτησαν. Ίσως κι αυτό να επηρέασε τον κόσμο.
Το θέμα είναι ένα. Τι μάθημα δώσατε στα παιδιά κύριε Κιούκα; Ξέρετε τι μάθημα δώσατε στο γιο σας; Πως ο έχων μπάρμπα στην Κορώνη παίρνει το βραβείο. Αυτό το μάθημα δώσατε στο γιο σας και στα υπόλοιπα παιδιά και μάλιστα σε ζωντανή σύνδεση, σας έβλεπε πολύς κόσμος την ώρα που εσείς ο ίδιος παπαρολογούσατε στην εκδήλωση της Θεσσαλονίκης. Όλοι το ίδιο μήνυμα πήραν. Πως σ’ αυτή τη χώρα η διαπλοκή ξεκινάει από νωρίς και ότι και να λέμε ή να προσπαθούμε να πούμε εμείς στην τάξη, έρχεται ένας Κιούκας και μας ακυρώνει.
Κύριε Κιούκα στη θέση σας δεν θα έπαιρνα καν μέρος στο διαγωνισμό, είναι αθέμιτος ανταγωνισμός αυτό και μάλιστα με ταινία που ήταν εντελώς εκτός κλίματος από το πνεύμα του Φεστιβάλ. Γιαυτό επιλέξατε να είστε στη Θεσσαλονίκη; Φοβηθήκατε το γιούχα που παρ’ όλα αυτά δεν το πήρατε; Οι μαθητές στάθηκαν πιο αξιοπρεπείς από σας κύριε Κιούκα.

Σήμερα πήρε το μάτι μου στις ειδήσεις τον Σόιμπλε και με ανατρίχιασε με την κυνικότητα της δήλωσής του. Προσέξτε, ποτέ δεν πίστευα πως οι πολιτικοί νοιάζονται έστω και κατά το ελάχιστο για τον λαό, τον κόσμο σαν και μένα και σας, που ξυπνάει το πρωί και πάει στη δουλειά του, μετράει τα φραγκοδίφραγκα και κάνει σχέδια ν’ αλλάξει βήμα βήμα τη βρύση που στάζει και τις τέντες που χάλασαν και τα καινούρια παπούτσια για το παιδί γιατί μεγάλωσε το πόδι του και δεν του κάνουν πλέον, σκέφτεται αν και πως θα πάει 10 μέρες διακοπές και πως θα ξεχειλώσει με τερτίπια το μισθό για να βγάλει το μήνα. Ξέρω πως οι πολιτικοί μας γράφουν στ’ αρχίδια τους και πως είμαστε αναλώσιμα νούμερα και πιόνια στη σκακιέρα. Όμως σήμερα ο κύριος Σόιμπλε αποφάσισε πως δεν υπάρχει πλέον λόγος να κρύβεται και δήλωσε σαφέστατα πως τώρα πια μπορούμε να πάμε να γαμηθούμε. Είπε πως
Ομολογώ πως τα κατάφεραν. Με τρόμαξαν, με φόβισαν…. Τόσους μήνες αντιστεκόμουν με νύχια και με δόντια στο φόβο, πίστευα (κι ακόμα πιστεύω) πως ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός μου, ο χειρότερος σύμβουλος, ο πιο σίγουρος τρόπος να με/μας νικήσουν. Ε, τα κατάφεραν και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι πως στα πενήντα θα μείνω χωρίς δουλειά, πως θα μείνουμε και οι δυο μας χωρίς δουλειά. Ακούω στις ειδήσεις και διαβάζω στις εφημερίδες και το internet για τον απόλυτο χαμό που μας περιμένει και τρελαίνομαι. 150.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θέλουνε μέχρι το 2015, απολύσεις που σίγουρα θα γίνουν χωρίς σκέψη, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς τίποτε. Πρόχειρα και υπό το κράτος του πανικού, όπως πάντα, κι όποιον πάρει ο χάρος. 150.000 άνθρωποι, όχι αριθμοί, άνθρωποι με παιδιά και υποχρεώσεις. Άνθρωποι σαν αυτούς που μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν σπίτια και οικογένειες και τώρα είναι άστεγοι. Για να μη μιλήσω για το χαμό που γίνεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα.
Με το που φτάνουμε πάνω βλέπουμε κόσμο να περιμένει, όχι τον κακό χαμό αλλά είχε κόσμο. Δεν μου είχε συμβεί ξανά να έχει γίνει εκ των προτέρων συνεννόηση με το γιατρό οπότε καλού κακού έκοψα ένα νούμερο για να μην έχουμε φασαρίες με τους υπόλοιπους που περίμεναν. Αφού έκοψα το χαρτάκι με το νούμερο, έψαξα να βρω κάποιον να ρωτήσω για τη διαδικασία που έπρεπε ν’ ακολουθήσουμε, δεν βρήκα κι έτσι κάθισα στην άδεια καρέκλα δίπλα στη μάνα μου. Τότε συνειδητοποίησα πως απέναντί μου ήταν δύο αστυνομικοί -μάλλον της «ΔΙΑΣ»- με αλεξίσφαιρα γιλέκα και ιατρικές μάσκες στο πρόσωπο. Προσπαθούσα να καταλάβω τι σκατά κάνουν εκεί αφού δεν μου φαίνονταν ιδιαίτερα άρρωστοι και μετά συνειδητοποίησα γιατί την ώρα που μπήκαμε οι καρέκλες που καθόμασταν εγώ και η μαμά ήταν άδειες ενώ υπήρχαν όρθιοι. Ο νεαρός δίπλα μου είχε τα χέρια του δεμένα πίσω με χειροπέδες, αυτόν συνόδευαν οι «ΔΙΑΣ» και αυτός ήταν ο λόγος που οι καρέκλες ήταν άδειες. Μάλλον κανείς δεν ήθελε να καθήσει δίπλα σ’ έναν “κακούργο” δεμένο με χειροπέδες που επιπλέον ήταν άρρωστος, ρούφαγε τη μύτη του που δεν μπορούσε να σκουπίσει και είχε μια ελαφριά (αλλά ανεκτή) μυρωδιά. Η μάνα μου δίπλα μου μουρμούριζε γιατί έπρεπε να κάθονται και να περιμένουν τη σειρά τους, δεν έπρεπε έλεγε να τον έχουν έτσι δεμένο σε κοινή θέα έναν άνθρωπο που ήταν άρρωστος (όντως φαινόταν χάλια). «Είναι απάνθρωπο» έλεγε «ό,τι και να έχει κάνει δεν μπορούν να τον έχουν έτσι. Ούτε τη μύτη του δεν μπορεί να φυσήξει, τον ακούω που τη ρουφάει και δεν μπορεί να κάνει κάτι….. Και σιγά δηλαδή, τι μπορεί να έχει κάνει…. αλλά και ο μεγαλύτερος κακούργος να ήταν πάλι είναι απάνθρωπο». Πέρασε περίπου μισή ώρα με τον νεαρό να κάθεται δεμένος πισθάγκωνα να περιμένει να τον εξετάσουν ρουφώντας τη μύτη και με το κεφάλι κάτω (βλέμμα δεν σήκωνε τριγύρω) και τους αστυνομικούς να τον φυλάνε. Κάποια στιγμή μια μεγάλη κυρία φεύγοντας από διπλανό ιατρείο είδε τους αστυνομικούς και τους ρώτησε γεμάτη ανησυχία γιατί βρίσκονται εκεί και αν είναι καλά. «Εμείς καλά είμαστε» της απάντησαν «για τον Σουλεϊμάν είμαστε εδώ…» και έδειξαν τον νεαρό δίπλα μου. Η γυναίκα σήκωσε το χέρι σε ημιγροθιά και τους είπε «γειά σας παληκάρια μου, εγώ μαζί σας είμαι, σας στηρίζω…» και μετά έσκυψε και κάτι τους μουρμούριζε, δεν έκανα όμως καμμία προσπάθεια ν’ ακούσω τι έλεγε γιατί ήξερα πως θα νευρίαζα. Μετά από λίγο τους κάλεσαν μέσα οι γιατροί, σηκώθηκε ο νεαρός με τις χειροπέδες και μπήκαν μέσα και μετά από λίγο ξαναβγήκαν με οδηγίες για διάφορες εξετάσεις. Τους ξανασυνάντησα στον κάτω όροφο αφού η διαδικασία είναι ίδια για όλους, πάντα οι στυνομικοί με τις μάσκες και πάντα ο νεαρός δεμένος πισθάγκωνα.
Στις γύρες που κάναμε για τις εξετάσεις της μαμάς από το καρδιολογικό στο ακτινολογικό και πέρα δώθε, έβλεπα διάφορους αλλοδαπούς αραβικής καταγωγής να περιμένουν για εξετάσεις συνοδευόμενους από Έλληνες. Στο τέλος συνειδητοποίησα πως ήταν απεργοί από τους 300 που είναι στο νεοκλασικό Υπατία. Είχαν έρθει για εξετάσεις συνοδευόμενοι από μέλη της ομάδας υποστήριξης. Οι περισσότεροι ήταν πολύ αδύνατοι και αδύναμοι και τότε θυμήθηκα τα διάφορα σχόλια που διαβάζω δεξιά και αριστερά στο διαδίκτυο, για το ότι τάχα «χλαπακιάζουν» κανονικά. Δεν ξέρω αν τρώνε και τι τρώνε πάντως ό,τι και να τρώνε είναι πολύ λίγο, οι άνθρωποι ήταν πάρα πολύ αδύνατοι. Σε κάποια φάση, κι ενώ περίμενα τη μαμά να βγει από το καρδιολογικό πέρασε και ο Σουλεϊμάν με τους συνοδούς του. Εξακολουθούσε να έχει δεμένα πίσω τα χέρια του και κάποιος από τους συνοδούς των απεργών είπε στους αστυνομικούς πως είναι απάνθρωπο να τον έχουν έτσι δεμένο με τα χέρια πίσω. Αυτοί του απάντησαν πως πρέπει να είναι δεμένος για να μη το σκάσει, ο τύπος του απάντησε πως θα μπορούσαν να του έχουν τουλάχιστον τα χέρια δεμένα μπροστά κι όχι πίσω αλλά εκεί σταμάτησε η συζήτηση, κανείς δεν έδωσε σημασία.
Άσχετο με τα στιγμιότυπα στο «Λαϊκό» αλλά μου τριβελίζει το μυαλό εδώ και μια περίπου βδομάδα που το άκουσα. Τι άκουσα; Την κυρία Μπακογιάννη, με ύφος ανθρώπου που δεν έχει μπει ποτέ σε λεωφορείο, να σχολιάζει τους μισθούς των οδηγών λεωφορείων και να στηλιτεύει με ύφος εκατό καρδιναλίων τις κινητοποιήσεις τους γιατί στρέφονται εναντίον των άλλων εργαζομένων, των «φουκαράδων» που θέλουν να πάνε στη δουλειά τους. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν το άκουσα. Κι αυτό γιατί δεν έχει το δικαίωμα καμμία κυρία Μπακογιάννη από την ευκολία της μερσεντές της με οδηγό, να με αποκαλεί «φουκαρού», εμένα που μετακινούμαι με ΜΜΜ. Αει γαμήσου κυρά μου, που μου ορίστηκες υπερασπιστής μου!!!Και θα με αποκαλέσεις και «φουκαρού»… Ουστ!!!! Καλά κάνουν και απεργούν μωρή, για να σε δω να βγεις να οδηγείς εσύ 8 ώρες τη μέρα σε συνθήκες Αθήνας. Που έχετε και άποψη για το με πόσα μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος και αποφασίζετε πως αυτά που παίρνουν είναι πολλά. Εσείς, που όταν μετακινείστε στην Αθήνα έχετε κι ένα περιπολικό να προπορεύεται για να σας ανοίγει το δρόμο. Και έχετε το θράσος να σχολιάζετε πόσα παίρνει ο κάθε εργαζόμενος και να τα βρίσκετε πολλά!!!
Δεν τρελάθηκα κι αποφάσισα ξαφνικά να μιλήσω για ποδόσφαιρο, ούτε την είδα ξερόλα. Χτες όμως πήρα ταξί για να γυρίσω σπίτι μου επειδή βιαζόμουν. Το ταξί το οδηγούσε ένας ταξιτζής (ποιος άλλος θα μου πείτε θα οδηγούσε το ταξί…), ο οποίος ταξιτζής κάπνιζε μέσ’ τα νεύρα αλλά με ρώτησε αν θέλω να το σβήσει επειδή έβηχα συνέχεια και ο οποίος είχε φυσικά το ραδιόφωνο κολλημένο σ’ ένα σταθμό για αθλητικά, όπως σχεδόν όλοι οι ταξιτζήδες. Τον άφησα να καπνίσει και δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία σε όσα έλεγαν στο ραδιόφωνο, έχω εκπαιδευτεί να περνάν σαν απλοί ήχοι από τ’ αυτιά μου. Έλα όμως που ο ταξιτζής ήθελε με κάποιον να σχολιάσει τα λεγόμενα…. και το ήθελε τόσο πολύ που γυναίκα-ξεγυναίκα αποφάσισε να τα σχολιάσει μαζί μου.
Μόλις διάβασα στο Twitter πως στην Κερατέα σήμερα έκαναν δοκιμή με «κανονάκι», αυτές τις αντλίες που πετάνε με δύναμη νερό πάνω στο συγκεντρωμένο πλήθος για να το διαλύσουν. Τέσσερις μέρες τώρα πέφτει το ξύλο της αρκούδας στην Κερατέα και κανείς δεν το ανέφερε στις ειδήσεις της τηλεόρασης. Την προηγούμενη Δευτέρα έπεφτε πάλι το ξύλο της αρκούδας στο κέντρο της Αθήνας και η τηλεόραση ζούσε σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, γεμάτο σίριαλ και μάγειρους που εκπαιδεύουν άλλους μάγειρους στο πως να φτιάχνουν μια κουτσουλιά χρωματιστή στη μέση μιας πιατέλας, που θα κοστίζει όσο όλος ο εβδομαδιαίος οικογενειακός προϋπολογισμός για super market και λαϊκή αγορά. Φαντάζομαι πως αν η δοκιμή κριθεί ικανοποιητική θα τα δούμε σύντομα και στο κέντρο της Αθήνας. Και με το καλό και τις άλλες παραγγελίες της ΕΛΑΣ («σφαίρες πιπεριού» και taser). Στο διαδίκτυο γίνεται «πόλεμος» με το θέμα της wikileaks αλλά στις ειδήσεις τσιμουδιά, σαν να μην υπάρχει το θέμα. Κι εγώ θέλω να στουμπώσω ένα πατσαβούρι στο στόμα του Καψή που κάθε φορά που τυχαίνει να τον ακούσω αρχίζω να γκαρίζω μπινελίκια. Ένας βλάκας με περικεφαλαία που το παίζει τιμητής των
τεράστιες ζημιές, σχεδόν το σύνολο του υλικού της βοήθειας που μετέφερε το πλοίο (οικοδομικά υλικά και φάρμακα) έχει καταστραφεί, ενώ και τα εργαλεία έχουν αφαιρεθεί από τις εργαλειοθήκες.
Πάντα για μένα η χρονιά ξεκινούσε το Σεπτέμβρη, μαζί με το άνοιγμα των σχολείων. Μπορεί την Πρωτοχρονιά να γιορτάζουμε και να κάνουμε ρεβεγιόν και πάρτι αλλά η νέα χρονιά για μένα είχε ήδη ξεκινήσει. Όσα χρόνια έμεινα εκτός οποιασδήποτε ακαδημαϊκής διαδικασίας (είτε ως μαθήτρια, είτε ως φοιτήτρια, είτε στο τέλος ως εκπαιδευτικός) και απλάς) και απλαιδευτικ ήμουν εργαζόμενη, δεν μπορούσα να το συνηθίσω με τίποτε. Ίσως τελικά να ήταν αυτός ένας από τους λόγους που κατέληξα στην εκπαίδευση, να μπει δηλαδή η αρχή της χρονιάς στη σωστή της θέση.
σχολείο. Κι άντε πάλι να ψάχνουμε για ώρες να συμπληρώσουμε ωράριο, μαθητές να συμπληρώσουμε τμήμα και να περιμένουμε να παλιώσουμε και στο άλλο σχολείο για να μπορούμε να διαλέγουμε εμείς πρώτοι. Μ΄αυτά και μ’ αυτά, άντε να σου μείνουν κέφια να κάνεις μάθημα όταν ξέρεις πως κατά πάσα πιθανότητα οι μαθητές σου θα είναι πιο βαριεστημένοι και απογοητευμένοι από σένα.















