Σελίδα Αρχείου 2

09
Οκτ
11

νιάτα


Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

03
Οκτ
11

η ιστορία ενός βάτραχου


Το βατραχάκι που δεν ήξερε ότι θα βραζόταν…

Φανταστείτε μια κατσαρόλα γεμάτη κρύο νερό, μέσα στο οποίο κολυμπά ανέμελα, ένα βατραχάκι. Κάτω από την κατσαρόλα, ανάβεται μια μικρή φωτιά και το νερό, αρχίζει να ζεσταίνεται πολύ σιγά. Το νερό, σιγά σιγά γίνεται χλιαρό και το βατραχάκι, βρίσκοντας το μάλλον ευχάριστο, συνεχίζει να κολυμπά χαρούμενο.
Η θερμοκρασία του νερού συνεχίζει να ανεβαίνει.
Τώρα το νερό είναι πιο ζεστό, από ότι το βατραχάκι θα θεωρούσε ευχάριστο, αισθάνεται λίγο κουρασμένο, αλλά παρόλα ταύτα δεν αισθάνεται κανέναν φόβο. Τώρα το νερό είναι πραγματικά ζεστό και το βατραχάκι αρχίζει να αισθάνεται δυσάρεστα, αλλά είναι εξουθενωμένο. Για αυτό τον λόγο, υπομένει και δεν αντιδρά. Η θερμοκρασία συνεχίζει να ανεβαίνει, έως ότου, το βατραχάκι καταλήξει να βράσει και ως εκ τούτου, να πεθάνει.
Εάν έριχναν το ίδιο βατραχάκι κατ’ ευθείαν σε νερό θερμοκρασίας 50 βαθμών, με μια εκτίναξη των ποδιών του, θα είχε πηδήξει αμέσως έξω από την κατσαρόλα. Αυτό, αποδεικνύει, ότι όταν μια αλλαγή γίνει με έναν τρόπο επαρκώς αργό, διαφεύγει της συνειδήσεως και στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν προκαλεί καμία αντίδραση, καμιά αντίσταση, καμία επανάσταση. Εάν παρατηρούσαμε αυτό που
συμβαίνει στην κοινωνία μας εδώ και λίγες δεκαετίες, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ότι υφιστάμεθα μια αργή αλλά σταδιακή εξαφάνιση των πανανθρώπινων αξιών μας και των ιδανικών μας. Δεν το καταλαβαίνουμε όμως γιατί γίνεται αργά και σιγά για να το συνηθίζουμε. Στο όνομα της προόδου, της επιστήμης και του κέρδους, γίνονται διαρκώς αυθαιρεσίες κατά της προσωπικής ελευθερίας έκαστου, της αξιοπρέπειας του, της ακεραιότητας της φύσεως, της ομορφιάς και της χαράς της ζωής, με αργό ρυθμό αλλά ασταμάτητα, με την συνεχή συνενοχή των αδαών θυμάτων, που ίσως και στο μεταξύ να έχουν χάσει την ικανότητα και τη θέληση τους να αμυνθούν. Το συνεχές σφυροκόπημα από τα μέσα ενημερώσεως μεταλλάσσει τον ανήσυχο ανθρώπινο νου σε παθητικό δέκτη που απλά εκτελεί εντολές χωρίς κρίση και ικανότητα να αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του……………………….

Συνειδητοποίηση ή βράσιμο.
Πρέπει να διαλέξουμε!!!

Είμαστε ήδη μισοβρασμένοι ή όχι;!

Το κείμενο δεν είναι δικό μου, μου ήρθε με μέιλ αλλά προσυπογράφω.

24
Σεπ
11

δημόσιοι υπάλληλοι


18
Σεπ
11

χρεωκοπία ή πόλεμος;


“istor Poulopoulos Ioannis

by asteris
Δεν ξέρω τι πραγματικά προτιμώ, την υποτέλεια, την αναξιοκρατεία της εγχώριας πολιτικής τάξης ή την χρεοκοπία… #grpolitics”
Είδα αυτό το tweet στο Tweeter και ήταν ακριβώς πάνω σ’ αυτό που σκεφτόμουν τις τελευταίες μέρες. Βλέπω, ακούω και διαβάζω ολο και περισσότερο κόσμο που περιμένει μια χρεωκοπία ή ακόμα κι ένα πόλεμο με την Τουρκία για τα πετρέλαια σαν λύτρωση. Κάτι που αν πριν ένα χρόνο το πρότειναν οι κυβερνώντες μας θα σηκωνόταν αν τους φτύσουν ακι οι πέτρες. Μετά από ένα χρόνο διαβάζω αναλύσεις για μικρής έκτασης πόλεμο με την Τουρκία που θα ήταν ωφέλιμος για τη χώρα, για χρεωκοπία που επιτέλους θα ξέρουμε που βρισκόμαστε κι όχι μ’ αυτό το άγχος τώρα του τι θα ξημερώσει αύριο και ποια θα είναι τα νέα μέτρα. Και σκέφτομαι πόσο εύκολα χειραγωγίσιμος είναι τελικά αυτή η πούλπα που λέγεται λαός.
13
Σεπ
11

μηδενισμός….


Αν δεν είχα παιδί, ευχαρίστως θα άναβα το σπίρτο που θα τα έκανε όλα στάχτη και μπούρμπερη. Σιχάθηκα τα πάντα και σχεδόν τους πάντες.

08
Σεπ
11

Εγώ, μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων……


της Σοφίας Λαμπίκη

Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Λοβέρδος, μιλώντας το βράδυ της Τετάρτης στην επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, είπε ότι «το ένα εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων, που ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια πολίτες με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν».(από τον Τύπο)

Είμαι μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων.
Υπηρετώ την Εκπαίδευση 12 χρόνια. Έχω αξιολογηθεί πολλάκις από τους μαθητές μου, τους συναδέλφους, τους προϊσταμένους μου, τις τοπικές κοινωνίες, όπου δούλεψα, ως τουλάχιστον επαρκής.
Δεν είναι δική μου ευθύνη που το Κράτος είναι ανίκανο, ως αμιγώς κομματικός μηχανισμός που είναι, να θέσει αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και μάλιστα αδικούμαι απ΄ αυτήν τη πρακτική.
Έζησα και δούλεψα 4 χρόνια στα Ψαρά που ο υπουργός αγνοεί κατά που πέφτουν.
Έχω δουλέψει πριν το Δημόσιο 16 χρόνια στον Ιδιωτικό τομέα όπου και σε όλες τις εργασίες που έκανα αξιολογήθηκα θετικά.
Πληρώνω κανονικά τους φόρους μου 30 χρόνια, δεν χρηματοδοτήθηκα ως ΜΚΟ, δεν έλαβα κρατική επιδότηση κανενός τύπου όταν έρρεε το χρήμα, δεν πήρα δωράκι από υποβρύχιο ούτε αντάλλαξα λίμνη με τη Μονή Βατοπεδίου.
Έχω εργαστεί σε ΟΛΕΣ τις δουλειές από που πέρασα ,εκτός ωραρίου και πέραν αμοιβής, όταν υπήρξε ανάγκη (στο Δημόσιο δεν είχα ούτε καν την ηθική επιβράβευση).
Δεν έχω κάνει στη θητεία μου στο Δημόσιο ούτε μία ώρα αμειβόμενου ιδιαίτερου μαθήματος σε μαθητή.
Μού έχουν γίνει τους τελευταίους 20 μήνες, 5 περικοπές οριζόντιου τύπου στις αμοιβές μου που ως εκπαιδευτικού είναι οι χαμηλότερες στο Δημόσιο και αυτή τη στιγμή είναι χαμηλότερες του αντίστοιχου συναδέλφου σε ιδιωτικό σχολείο.
Λοιδορούμαι συστηματικά από ανθρώπους που δεν έχουν πληρώσει ποτέ φόρο, ζουν πάμπλουτα και λένε ότι “δεν γουστάρουν να με πληρώνουν πια”.
Ο μόνιμος χαρακτηρισμός που μου αποδίδεται είναι “κοπρίτης”.
Με το νέο μισθολόγιο θα φτάσω στα όρια της εξαθλίωσης και με την εργασιακή εφεδρεία δεν μου επιτρέπεται καν να απολυθώ απευθείας, να πάρω την αποζημίωση μου καθώς και ό,τι έχω αποδώσει για το εφάπαξ μου και να φτιάξω μια δουλειά δική μου έξω, στην αγορά.
Σήμερα ο Λοβέρδος συλλήβδην με έβαλε στους αποδιοπομπαίους τράγους που ευθύνονται για τα πάντα σ΄ αυτή τη χώρα..
Ο κος υπουργός δεν έχει αξιολογηθεί ποτέ στην Ελλάδα για το έργο το δικό του και των κυβερνήσεων του κόμματός του που διέλυσαν τη χώρα (παρακαλώ να μην μου φέρετε ως επιχείρημα ότι αξιολογείται δια της ανά τετραετίας ψήφου διότι θα καγχάσω)
Κε υπουργέ είμαι σίγουρη ότι εάν τα μέλη των κυβερνήσεων σας έδιναν στον ΑΣΕΠ η πλειονότης ούτε κλητήρες δεν θα διοριζόσασταν.
Όμως , 20 μήνες τώρα, σας αξιολογεί η τρόικα ,ο δικός σας ΑΣΕΠ, και σας έχει αξιολογήσει ως άχρηστους αλλά σας διατηρεί στην εξουσία ως βολικούς και ταπεινούς υπαλλήλους.
Αγαπητέ υπουργέ που πάσχετε από σύνδρομο αδικημένου καλλιτέχνη μελοδραματικής ταινίας, θα σας έπρεπε μία μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση καθώς και αστική αγωγή για αποζημίωση αλλά οι φοβερές συνδικαλιστικές μας ενώσεις δεν διαθέτουν μήτε τμήμα νομικής υποστήριξης, αφού χρόνια τώρα αποτελούν το αριστερό σας χέρι.
Σας παραδίδω στη χλεύη των σκεπτόμενων ανθρώπων και των έντιμων εργαζόμενων γνωρίζοντας ότι όλοι οι μικροαστοί νοικοκυραίοι θα επικροτήσουν με ζητωκραυγές τις ισοπεδωτικές επικοινωνιακές τακτικές.
Θα σας έλεγα : Ντροπή σας , αλλά η έννοια της ντροπής προϋποθέτει την ύπαρξη Αρχών και Συνείδησης που ως φαίνεται δεν διαθέτετε.
Εγώ πάντως δεν θα ξεχάσω τους δραματικούς λίβελους σας-άξιους δευτεροκλασσάτου ηθοποιού- και θα σας αναμένω όταν θα έχει παρέλθει η Εξουσία απ΄τα χέρια σας και θα φτάσει η ώρα της αληθινής λαϊκής αξιολόγησής σας.

Σοφία Λαμπίκη

31
Αυγ
11

στιγμές (ξανά…)


Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. “Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;” Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, “άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…” και καμμιά φορά το “άστα τα μαλλάκια σου…”. Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. “Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;”. “Ιδέα σου είναι” μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, “τι λες Τ.;” τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. “Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…”. Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

25
Αυγ
11

τέφρα


Όχι, δεν έχει φωτογραφίες από τις διακοπές.  Στα ίδια μέρη βρέθηκα, θα μπορούσα να βάλω τις περσινές ή προπέρσινες. Άλλο θέλω να πω.

Άμα πεθάνω κάφτε με, μη με παραχώσετε στο χώμα μ’ έναν τάφο από μάρμαρο πάνω μου. Θέλω να καώ, να γίνω στάχτη και να είναι χειμώνας ή άνοιξη ή φθινόπωρο, όχι καλοκαίρι. Και να είναι εκείνη η ώρα ανάμεσα νύχτα και μέρα, η ώρα που ο ουρανός γίνεται γκρι-μπλε και είναι ψύχρα και είναι σαν να βλέπεις τον αέρα. Και να σκορπίσετε τη στάχτη μου εκείνη την ώρα, σ’ ένα τόπο σαν τον κάμπο πριν φτάσεις στη Θεσσαλονίκη, για να μπορέσω επιτέλους -έστω κι έτσι- να στροβιλιστώ στον αέρα, να πλανηθώ ίσα πάνω από τις κορυφές των δέντρων και να κάτσω κόκκος κόκκος πάνω τους. Και να μείνω εκεί να περιμένω το πρωί.

Αλλά όχι τάφους, όχι νεκροταφεία και θυμιάματα και καντηλάκια και λαδάκια και κάποιος να μουρμουράει πάνω στο μάρμαρο και να νομίζει πως μου μιλάει κι εγώ τον ακούω.

08
Ιουλ
11

Έφυγα-Ξέφυγα…..


Πορείες, πλατείες, χημικά, αγανακτισμένοι, άλλα χημικά, μνημόνιο, μεσοπρόθερσμο, εφαρμοστικός, ακόμα περισσότερα χημικά, απολύσεις παντού, ουρές στον ΟΑΕΔ, χαμός από χημικά….

Και πάνω που μπούκωσαν τα πνευμόνια μου από χημικά παντός τύπου, έφυγα. Πήρα τα βουνά και τις θάλασσες για πέντε-έξι μέρες. Αρχαία Μεσσήνη, σπίτι πέτρινο στην πλαγιά, χωρίς ρεύμα, τηλεόραση, ειδήσεις, ίντερνετ. Χωρίς καθόλου χημικά, σκεφτόμουν αν θ’ άντεχα τον καθαρό αέρα. Τον άντεξα, ησύχασε το κεφάλι κι η ψυχή μου. Γέμισαν τα μάτια μου χρώματα κι η μύτη μου μυρωδιές.

Τα πλατάνια και η καρυδιά που κρύβουν μια πηγή           

       

                               

16
Μάι
11

Oasis


Μουσικό διάλειμμα με τη μαγική φωνή της Tarja

θα ξαναβρούμε αφορμή για την αθλιότητα, τώρα όμως θέλω μια σταγόνα ομορφιάς.

10
Μάι
11

Που;


Σε τι δυσθεώρητα επίπεδα κανιβαλλισμού μπορούμε να φτάσουμε;

07
Μάι
11

εικόνα


Χτες περπατούσα σε κεντρικό δρόμο μιας γειτονιάς της Αθήνας με πολλά υποκαταστήματα τραπεζών. Έξω από την πόρτα σχεδόν όλων των υποκαταστημάτων υπάρχει κι ένας μόνιμος που ζητιανεύει, ο καθένας στο πόστο του με τάξη και σειρά. Κάθε μέρα λοιπόν έξω από κάποια τράπεζα υπάρχει μια γυναίκα μ’ ένα μωρό που κοιμάται στην αγκαλιά της. Σαν τσιγγάνα μοιάζει αλλά με πολύ λευκό δέρμα, ποιος ξέρει από που να είναι.  Πάντα όμως είχα απορία μ’ αυτά τα μωρά. Πως διάολο κοιμούνται τόσες ώρες ήσυχα και το δικό μου όλη την ώρα κάτι ήθελε; Τέλος πάντων, ξεφεύγω από το θέμα που μου έκανε εντύπωση. Χτες λοιπόν η γυναίκα ήταν στη θέση της όπως κάθε μέρα με το μωρό ξύπνιο στην αγκαλιά της να κουνάει τα χεράκια του. Μέχρι εδώ ολα κανονικά. Το θέμα ήταν τι έκανε εκείνη τη στιγμή η γυναίκα. Μιλούσε στο κινητό… Και τι κινητό; Νέας τεχνολογίας, καμμία σχέση με τη δική μου αρχαιολογία για παράδειγμα. Θα μου πεις “τι σε εντυπωσίασε βρε φιλενάδα; Όλος ο κόσμος έχει ένα κινητό στις μέρες μας” . Ναι βρε παιδί μου αλλά το όλο σκηνικό ήταν κάπως….. Μια γυναίκα με κουρέλια να ζητιανεύει, ένα μωρό στην αγκαλιά να χαζοπαίζει και στο χέρι της ένα σούπερ ντούπερ ουάου κινητό όπως και να το κάνεις είναι λίγο σουρρεαλιστικό. Ή δεν είναι κι εγώ είμαι πάλι στην κοσμάρα μου;

05
Μάι
11

Μάης


Εδώ και μέρες μου έχει σφηνωθεί στο μυαλό το τραγούδι των Χατζιδάκι-Γκάτσου “Παράξενη Πρωτομαγιά”. Όχι πως είναι κάτι περίεργο μετά από τέτοιο “βουβό” Πάσχα και τόσ “ήσυχη” Πρωτομαγιά. Ένα Πάσχα που στο χωριό δεν σου έπαιρναν τ’ αυτιά τα κλαρίνα και τα σκυλάδικα και τη μύτη η τσίκνα από τις σούβλες. και μια Πρωτομαγιά που κανείς δεν ήθελε ούτε το Μάη να πιάσει, ούτε σε πορεία να κατέβει ούτε τίποτε παρά να ξεχάσει. Όλα, το Πάσχα, ο Μάης, οι πορείες ήταν απλά μια διεκπεραίωση, κάτι που έπρεπε να γίνει.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη & Μανώλης Μητσιάς

Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του “έχε γεια”
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του “έχε γεια”
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.

Τώρα τη σχέση μπορεί να έχει η Πρωομαγιά με τον Αρθρούρο Ρεμπό θα σας γελάσω αλλά αυτό μου ήρθε στο καπάκι. Κι είχα χρόνια να τ’ ακούσω. Πάλι από το ίδιο δίδυμο Χατζιδάκις – Γκάτσος.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς

Αρθούρε Ρεμπώ
απόχε θα μπω
στο μαυρο μεθυσμένο σου καράβι
μακριά ν’ανοιχτώ
σε κυκλο φριχτό
που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει

Αγγέλου γιασεμιά
σκόρπισες μέσα στην βρομιά
κληρονομιά
για μας
κι εσύ παντοτινά
σε σταυροδρόμια σκοτεινά
το σατανά πολεμάς

Αρθούρε Ρεμπώ
το βράδυ θαμπό
και η πόρτα του παράδεισου κλεισμένη
κατάρα κι οργή
μοιράζουν την γη
και χέρι χέρι παν οι κολασμένοι

Αρθούρε Ρεμπώ
θα μπω στο μεθυσμένο σου καράβι
Αρθούρε Ρεμπώ
να δω ποια σπίθα σώθηκε κι ανάβει

18
Απρ
11

Αραιώνουμε…..


Έπεσε θανατικό, πολύ θανατικό τον τελευταίο καιρό…. Άσημοι και διάσημοι και δεν προλαβαίνω να στεναχωριέμαι για γνωστούς, άγνωστους, κοντινούς ανθρώπους δικούς μου και φίλων.

Πριν ένα σχεδόν μήνα διαβάσαμε πως πέθανε ο Ρασούλης, χτες ο Παπάζογλου, πριν πέντε μέρες ο πατέρας μιας φίλης. Θα μου πεις, καλά, τι σε νοιάζει εσένα αν πέθανε ο Παπάζογλου και ο Ρασούλης; Άντε το πολύ πολύ να σε νοιάζει ο πατέρας της φίλης σου κι αυτό γιατί αγαπάς τη φίλη σου και η στεναχώρια της σε στεναχωρεί. Τους άλλους τι τους είχες και σε στεναχωρεί ο θανατός τους;

Τίποτε δεν τους είχα, η αλήθεια είναι αυτή. Όμως…… χόρεψα, ερωτεύτηκα, μάλωσα, χώρισα, έκλαψα και διασκέδασα με τη συντροφιά τους. Δεν τα λες και λίγα όλα αυτά. Το πιο όμορφο βράδυ Πρωτοχρονιάς το πέρασα στο «Όνειρο» στη Θεσσαλονίκη με τον Ρασούλη, την κόρη του και τη Μαριώ να τραγουδάνε. Εγώ μέσα στην καψούρα, μεθυσμένη μ’ ένα κρασί-νέκταρ που είχε έρθει από το Άγιο Όρος, βρέθηκα με μια παρέα στο «Όνειρο» μετά την αλλαγή του χρόνου κι αφού είχα παίξει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου χαρτιά και έχασα με συνοπτικές διαδικασίες το ποσό που μου είχα επιτρέψει στον εαυτό μου από την αρχή να χάσει. Στην αρχή το πρόγραμμα ήταν αρκετά υποτονικό, μπαλάντες και τέτοια, και αναρωτιόμασταν αν είναι δυνατόν να τη βγάλουμε έτσι και μήπως κάναμε λάθος στην επιλογή του μαγαζιού. “Αλλά τι σκατά; ” σκεφτήκαμε. “Είναι δυνατόν να μη γίνει κέφι με τον Ρασούλη και τη Μαριώ;” Κι έγινε μετά από λίγη ώρα… Με θυμάμαι να χορεύω μεθυσμένη, χαλαρωμένη και σχεδόν ευτυχής το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας», που τότε πρέπει να είχε πρωτοκυκλοφορήσει και δεν το είχαν βάλει ακόμα όλα τα ελληνάδικα στο πρόγραμμά τους, να το χορεύουν και να τραγουδάνε στίχους που δεν καταλαβαίνουν όλα τα γκομενάκια με το μίνι και τη δωδεκάποντη γόβα.

Η μεγάλη όμως αγάπη μου ήταν ο Παπάζογλου και τα τραγούδια του. Ο Παπάζογλου που τον πρωτοσυνάντησα σ’ ένα φεστιβάλ του «Ρήγα», δευτεροετής φοιτήτρια στην Πάτρα. Τον είχε φέρει θυμάμαι μια σαλονικιά, βοηθός τότε στο Πολυτεχνείο, μέλος του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν φίλος του αδελφού της και τον ήξερε από παιδί. Ανέβηκε ο Νικόλας στη σκηνή και μας παρουσίασε σε avant premiere την Εκδίκηση της Γυφτιάς. Φοβερό; Μόνο που ο κόσμος που ήταν εκεί δεν τον ήξερε και τον έκραξε, γιατί ολοι περίμεναν ν’ ακούσουν τα Παιδιά από το Χάραμα, κάποιοι συμφοιτητές μας που έπαιζαν σ’ ένα πατρινό ρεμπετάδικο και ήταν πολύ αγαπητοί. Ναι, τα μετέπειτα  διάσημα «Παιδιά από την Πάτρα» περιμέναν ν’ ακούσουν όλοι και έκραξαν τον Παπάζογλου. Και λέω έκραξαν γιατί αν και ήμουν κι εγώ μία απ’ αυτούς που περίμεναν ν’ ακούσουν το Λάμπρο και τους υπόλοιπους, ντράπηκα πάρα πολύ για τη συμπεριφορά του κόσμου. Θεωρούσα πως ένας καλλιτέχνης εκτίθεται αβοήθητος πάνω στη σκηνή ενώ ο κόσμος από κάτω είναι μια μάζα στο σκοτάδι που σφυρίζει. Άδικο το έβρισκα και ήθελα να πάω και να τον αγκαλιάσω και να του πω να μη στεναχωριέται, και πως τα τραγούδια του είναι όμορφα αλλά απλά ο κόσμος αγαπάει τους δικούς του ανθρώπους και γιαυτό γίνεται αγενής και σκληρός. Φυσικά δεν έκανα τίποτε απ’ αυτά, ντρεπόμουν πολύ για κάτι τέτοιο. Τελος πάντων, τελείωσε ο Νικόλας το πρόγραμμα κακήν κακώς και ανέβηκαν στη σκηνή οι φίλοι μας κι έγινε χαμός. Μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησε ο δίσκος, έγινε τρελή επιτυχία και την επόμενη χρονιά τον ξανακάλεσαν στο Φεστιβαλ του Ρήγα. Ο Παπάζογλου δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει, θυμόταν το κράξιμο της προηγούμενης χρονιάς. Ευτυχώς τον έπεισε πάλι η Βαρβάρα και κατέβηκε. Οι ίδιοι που την προηγούμενη χρονιά τον έκραζαν αυτή τη φορά τον αποθέωσαν… Κι έτσι δεν έμεινε ο Νικόλας με την πικρή γεύση του κραξίματος από το φοιτηταριό της Πάτρας.

Μετά έβγαλε το «Χαράτσι» κι εγώ έκανα λακουβίτσα στο σημείο του δίσκου που ήταν ο «Αύγουστος» και μότο της ζωής μου το «…θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό…». Για χρόνια πήγαινα κι ας μου έβγαινε και σε κακό. Τι στο διάβολο; Ας μετανιώνω έλεγα για κάτι που έκανα παρά για κάτι που δεν έκανα.

Τα χρόνια περνούσαν, ο Παπάζογλου έβγαζε δίσκους, εγώ εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, ερωτευόμουν και χώριζα και άκουγα πάντα τον «Αύγουστο» και όλα τα άλλα τραγούδια του που λάτρευα. Ο έρωτας της ζωής μου με αποκαλούσε «Τρελή κι αδέσποτη» κι εγώ πολλές φορές τραγουδούσα με πάθος «…οι νέοι χωριστά, οι γέροι άλλο πράμα…» με την ορμή και μια σχετική αλαζονεία των νιάτων μου. Και τώρα το τραγουδάω με το ίδιο πάθος αλλά από την άλλη όχθη του ποταμού και χωρίς αλαζονεία αλλά με μελαγχολία.

Σεπτέμβρη του 1991 έδινε συναυλία στο Λυκαβηττό, την τελευταία του καλοκαριού που την έκανε εκεί όπως συνήθιζε να κλείνει τις καλοκαιρινές περιοδείες του. Πήγα εκεί μ’ ένα φίλο σαλονικιό, όρθια και μπροστά μπροστά όπως πάντα στις συναυλίες. Σ’ αυτή τη συναυλία μας παρουσίασε έναν νέο καλλιτέχνη όπως είπε, το Σωκράτη Μάλαμα! Είπε δυο τρία τραγούδια και το κοινό τον υποδέχτηκε παγωμένο, όπως πριν κάποια χρόνια είχε υποδεχτεί το κοινό της Πάτρας τον ίδιο τον Παπαζογλου. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν του ερχόταν ποτέ στο μυαλό τα σφυρίγματα που είχε ακούσει τότε και τα «κατέβα κάτω ρε…». Ο μόνος που ήξερε τα τραγούδια του ήταν ο φίλος μου, μας κοίταζαν περίεργα οι τριγύρω που τα τραγουδούσε. Εκτός όμως από τα τραγούδια του Μάλαμα ήξερε και τον Παναγιώτη, τον μπουζουξή της ορχήστρας κι όπως ήμασταν μπροστά μπροστά του φώναζε συνέχεια διάφορα για να τον πειράξει. Θυμάμαι κι ένα ζευγαράκι μπροστά μας, γύρω στα 18 που άκουγε εκστασιασμένο τη «Ρωγμή του χρόνου» και που σε μια στιγμή το αγόρι ρώτησε το κορίτσι αν ξέρει ποιος ειναι ο Ουλιάνωφ για ποιανού το μειδίαμα τραγουδούσε ο Παπάζογλου. Το κορίτσι δεν ήξερε και το αγόρι όλο περηφάνια της ανακοίνωσε πως Ουλιάνωφ ήταν το επίθετο του Λένιν. Εμείς είχαμε μεγαλώσει πλέον, αυτά τα θεωρούσαμε για το νηπιαγωγείο αλλά μου φάνηκε τόσο γλυκειά και χαριτωμένη η σκηνή…. Το αγόρι έκανε τη φιγούρα του, το κορίτσι τον κοίταξε με θαυμασμό και συνέχισαν ν’ ακούν αγκαλιασμένοι σιγοτραγουδώντας, γνωρίζοντας πλέον και οι δύο ποιος ήταν ο Ουλιάνωφ του τραγουδιού.

Στο τέλος της συναυλίας, αφού τους βγάλαμε και τους ξαναβγάλαμε στη σκηνή για συνεχή ανκόρ, πήγαμε στα παρασκήνια όπου μια κοσμοπλημμύρα περίμενε το Νικόλα. Ανάμεσά τους μια ομάδα από Χανιώτες αν δεν κάνω λάθος, που ερχόταν κάθε χρόνο σ’ αυτή την τελευταία συναυλία και του έφερναν ρακή. Τους ήξερε με τα μικρά τους ονόματα όλους. Εμείς πήραμε τον Παναγιώτη και φύγαμε κι έτσι ξεκίνησε μια συνήθεια που κράτησε για μερικά χρόνια παρ’ όλο που ο σαλονικιός φίλος μου γύρισε στη Θεσσαλονίκη και δεν ξαναπήγαμε μαζί σε συναυλία. Να πηγαίνω δηλαδή στην συναυλία στο Λυκαβηττό και μετά στα παρασκήνια να συναντάω τον Παναγιώτη και να φεύγουμε με το μπουζούκι του παραμάσχαλα. «Ευτυχώς που ήρθες» μου έλεγε «με σένα δεν θα γίνω ντίρλα αλλιώς με το θείο παρέα θα γινόμασταν ένα με τα πατώματα». Έτσι τον αποκαλούσαν τα παιδιά του συγκροτήματος, «θείο». Εξαιτίας του Παναγιώτη λοιπόν γνώρισα τον Παπάζογλου, βρέθηκα σε πρόβες τους στο «Ραβάναστρον», τα ήπιαμε παρέα μια φορά στην Πλάκα όπου έμεναν πάντα. Ντροπαλός άνθρωπος ήταν, καμμία σχέση με ντίβα. Απορούσε πάντα τι ήθελαν και του ζητούσαν το κόκκινο μαντήλι του. «Μα τι το το θέλουν» αναρωτιόταν. «Σαν σίχαμα είναι από τον ιδρώτα μετά από κάθε συναυλία. Σίχαμα ξεσίχαμα, πάντα κάποιος του το ζητούσε. Χιλιάδες τέτοια μαντήλια  πρέπει να είχε αγοράσει στη ζωή του.

Τελευταία φορά τον είδα στον «Κεραμεικό» όταν κατέβηκε όλο το χειμώνα στην Αθήνα για ένα πρόγραμμα με τον Σαββόπουλο. Μ’ έψησε να πάμε μια φίλη μου, εγώ δεν ήθελα να πάω…. Η ιδέα πως θ’ ακούσω τον Παπάζογλου καρφωμένη σ’ ένα τραπέζι ένος κυριλάτου μαγαζιού με υποχρεωτική φιάλη κι όχι όρθια σε συναυλία με μπύρες και χορεύοντας, δεν μου ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Πήγαμε όμως, ένα σμάρι γυναίκες. Στο δρόμο τον πετύχαμε να πηγαίνει κι αυτός προς το μαγαζί. «Νικόλα!» τον φώναξε η φίλη μου και γύρισε και πιάσαμε την κουβέντα κατεβαίνοντας όλοι μαζί την οδό Κεραμεικού αν και μετά από λίγο μας άφησε γιατί έπρεπε να βιαστεί για το μαγαζί. Ρώτησα τη φίλη μου αν τον ξέρει από Θεσσαλονίκη και μου είπε «όχι, αλλά ο Νικόλας έτσι είναι…. με όλους μιλάει σαν να τους ξέρει χρόνια». Στο μαγαζί δεν το ευχαριστήθηκα. Σφηνωμένη σ’ ένα τραπέζι, μόνο να τραγουδάω μπορούσα. Ούτε χορός, ούτε κίνηση, ούτε όσα είχα συνηθίσει στις συναυλίες. Κι ο ίδιος ο Παπάζογλου έμοιαζε έξω από τα νερά του, αυτός ήταν άνθρωπος των συναυλίων και της άμεσης επαφής με τον κόσμο. Όχι πως ήταν άσχημα, δεν ήταν όμως αυτό που αγαπούσαμε όσοι τρέχαμε από συναυλία σε συναυλία.

Μετά απ’ αυτό τον έχασα. Νομίζω ξανακατέβηκε στην Αθήνα αλλά με είχε πάρει η μπάλα και δεν πήγα. Μπορεί και να μεγάλωσα, ο Παπάζογλου ήταν πάντα τα νιάτα μου και οι τρέλες μου. Ακόμα και το μότο της ζωής μου άρχισα να μη το ακολουθώ με ευλάβεια, σταμάτησα να πηγαίνω πάντα ακόμα κι αν θα μου έβγαινε και σε κακό… Γέρασε εκείνος, γέρασα κι εγώ. Και τώρα πέθανε και μαζί του είναι σαν να θάβω εκείνη την πιτσιρίκα που έλεγε στον εαυτό της κάθε φορά που ετοιμαζόταν να κάνει τη μαλακία, «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό….»

Καλό ταξίδι Νικόλα….

31
Μαρ
11

Άντε βρε….


«Άντε βρε» μου είπε προχτές ένας φίλος «δεν θα γράψεις πάλι καμμιά ιστορία να διαβάσουμε;»

“Δεν ξέρω”, του απάντησα “βαριέμαι τα πανταόλα…” Και να πεις δεν υπάρχουν θέματα για να γράψει κάποιος; Από που να πρωταρχίσω… Το χαμό στην Ιαπωνία που είμαι σίγουρη πως αυτά που μαθαίνουμε δεν είναι ούτε το 10% απ’ αυτά που συμβαίνουν; Για τη Λιβύη και τον πόλεμο προπαγάνδας που μαίνεται εκεί κάτω πέρα από τον πραγματικό πόλεμο; Για τον πόλεμο στην Κερατέα, που μαίνεται κι αυτός κάθε μέρα αλλά μούγκα τα ΜΜΕ; Για το Νέο Λύκειο που εξήγγειλε μετά βαΐων και κλάδων η υπουργάρα μας και στους παλιότερους σίγουρα θα θυμίσει το σύστημα για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια που ίσχυε πριν τις δέσμες του 1980; Για το μεταναστευτικό και τα γεγονότα στην Υπατία, που υποσχέθηκα στον Πάνο να του πω τη γνώμη μου; Ποια γνώμη δλδ, για μένα το μεταναστευτικό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας, το πρόβλημα με τις περισσότερες παραμέτρους. Κάτι σαν το παιχνίδι Jenga, που ό,τι και να κουνήσεις απρόσεκτα έχει σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του οικοδομήματος. Μια φράση στριφογυρίζει στο μυαλό μου κάθε φορά που σκέφτομαι το ματαναστευτικό, μια φράση που διάβασα πέρσι σ’ ένα βιβλίο για την οικονομική παγκοσμιοποίηση «Παλιά οι άνθρωποι έδιναν παγκόσμιες λύσεις στα τοπικά προβλήματα, στον καιρό όμως της παγκόσμιας διακυβέρνησης η προσπάθεια είναι να δοθούν τοπικές λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα». Νομίζω πως αυτή η φράση μπορεί σε μεγάλο βαθμό να περιγράψει το πρόβλημα της μετανάστευσης (σκόπιμα δεν ξεχωρίζω τους μετανάστες σε λαθραίους ή όχι). Γιατί η μετανάστευση είναι πρόβλημα το οποίο όμως έχει γίνει λάστιχο από το τράβηγμα που κάνει ο καθένας κατά το δοκούν, χωρίς διάθεση ψύχραιμης αντιμετώπισης. Όπως και το γεγονός πως σήμερα αγγίζει κάποιους λαούς και αύριο μπορεί να αγγίξει εμάς, να γίνουμε εμείς οι απόβλητοι παρίες που θα είμαστε θύματα επιτήδειων και δουλέμπορων, που θα δίνουμε τρελά λεφτά για να πάμε κάπου όπου θα έχουμε μια ελπίδα για καλύτερη ζωή. Πράγμα που συνέβαινε μερικά χρόνια πριν, έστω και με διαφορετικές παραμέτρους.

Όλα αυτά στήνουν χορό κάθε μέρα στο κεφάλι μου αλλά δεν βρίσκω νόημα για μια ακόμα μπλογκερική ανάλυση, άλλοι γράφουν πολύ καλύτερα και πολύ πιο εμπεριστατωμένα. Χρωστάω όμως κάτι, κι όταν χρωστάω δεν μπορώ να ησυχάσω.  Κάποια στιγμή ξεκίνησα να γράφω για τη γειτονιά που μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη ιδέα ήταν να γράψω για τους μαγαζάτορες της γειτονιάς και μου την έδωσε η Faraona. Για όλους τους άλλους έγραψα αλλά αυτούς τους άφησα στην άκρη, όλο την επόμενη φορά έλεγα κι όλο κάτι άλλο προέκυπτε κι αυτοί δεν φάνηκαν πουθενά. Τους το χρωστάω όμως, δεν ήταν και πολλοί δα….

Ήταν ο κυρ Γιώργος, ο μπακάλης, κοντός με κοιλιά, μαύρο μαλλί κορακάτο περασμένο με μπριγιαντίνη και χτενισμένο προς τα πίσω, μουστάκι και την απαραίτητη ποδιά του μπακάλη. Πόντιος, έκανε παρέα με το μπαμπά και στο σπίτι του, που ήταν στην παραπέρα γειτονιά, είδαμε το θρυλικό ματς ΠΑΟ – Άγιαξ στο Wembley. Είχε πλημμυρίσει κόσμο το σαλόνι του, δεν είχαν τότε όλοι τηλεόραση στο σπίτι τους.  Πέθανε όπως έμαθα ένα δυο χρόνια πριν το θάνατο του δικού μου πατέρα, ήταν και κοντινοί στην ηλικία. Έχω ακόμα στη μύτη μου τη μυρωδιά που σ’ έπιανε απ’ τα μούτρα μόλις έμπαινες στο μαγαζί του, κάτι ανάμεσα σε απορρυπαντικό και φέτα. Όλα τα πράγματα είχαν αυτή τη μυρωδιά, το τυρί μύριζε και λίγο απορρυπαντικό. Είχε τσουβάλια με ρύζια και φασόλια και φακές, μια βιτρίνα-ψυγείο για τα τυριά και τα σαλάμια και τη χαρακτηριστική «πιάστρα» για να κατεβάζει από τα πάνω ράφια τις κονσέρβες και τα χαρτιά υγείας.  Εννοείται πως υπήρχε πάνω στον πάγκο του το κλασικό τεφτέρι για τα βερεσέδια, στο οποίο η μάνα μου υπερηφανευόταν πως δεν είχαμε ποτέ γραφτεί. Το να χρωστάμε έστω και μια δραχμή θεωρούνταν μεγάλη ντροπή για τη μαμά, καλύτερα να μην τρώγαμε.

Παραδίπλα ήταν το ζαχαροπλαστείο του κυρ Αντρέα, Ανδρέας Μπάτζιος αν δεν κάνω λάθος έγραφε η ταμπέλα αλλά δεν θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού, πιθανόν κάτι σε «Γαρδένια»…. χμμμ κάτι μου λέει αυτό….. Ήταν μόνος του ο κυρ Αντρέας, ανύπαντρος, κι είχε έναν ανηψιό να τον βοηθάει στο εργαστήριο. Το ζαχαροπλαστείο ήταν το γλυκό μας όνειρο, ήταν ακόμα η εποχή που πήγαινες επίσκεψη μ’ ένα κουτί πάστες και στα γενέθλια οι φίλοι σου σου έφερναν για δώρο μια μεγάλη σοκολάτα αμυγδάλου ΙΟΝ και ήσουν ευτυχισμένος. Ο κυρ Αντρέας έκανε ένα υπέροχο γλυκό, τις «μπανάνες», έτσι το έλεγε. Σιροπιαστό, με γέμιση καρυδάτη και φύλλο σφολιάτας, σε μέγεθος και σχήμα μπανάνας. Θυμάμαι κάτι ευτυχισμένα απογεύματα Κυριακής που η μαμά μας έδινε λεφτά να αγοράσουμε μία «μπανάνα» για τον καθένα και φεύγαμε πετώντας για το ζαχαροπλαστείο του Αντρέα. Μετά ακθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι μας και το τρώγαμε μπουκιά μπουκιά, απολαμβάνοντάς το. Νομίζω πως δεν έχω ξαναφάει τόσο νόστιμο γλυκό ή πάλι μπορεί απλά να το έκανε νόστιμο το γεγονός πως δεν ήταν καθημερινό και στη μνήμη μου το έχω συνδυάσει με ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα και καλή διάθεση. Είχε και δυο τρία τραπεζάκια έξω από το μαγαζί του, εκείνη την εποχή ήταν έξοδος να βγει η οικογένεια να φάει μια πάστα σε ζαχαροπλαστείο, όλα τα ζαχαροπλαστεία είχαν τραπεζάκια. Ο Αντρέας έφτιαχνε τα γλυκά, σέρβιρε τις πάστες όταν είχε πελάτες στα τραπεζάκια και έψηνε κανένα καφεδάκι για τους μερακλήδες. Κανονικό ψήσιμο, όχι 10’’ στη μηχανή και σερβίρισμα έτσι ώστε ο καφές να είναι καραβίσιος. Μερικά απογεύματα, τον θυμάμαι να κάθεται μόνος φορώντας την ποδιά του σε κάποιο από τα τραπεζάκια του στο πεζοδρόμιο και να καπνίζει. Ήταν μοναχικός άνθρωπος όμως, δεν θυμάμαι πολλές κουβέντες και πειράγματα όταν περνάγαμε.

Από την άλλη μεριά του μπακάλικου το ψιλικατζίδικο του κυρ Αβραάμ, γεμάτο με θησαυριούς που κόστιζαν μία ή μισή δραχμή, άντε δίφραγκο, αλλά παρ’ ό’ αυτά δεν ήταν εύκολο να τις αποκτήσουμε. Ο κυρ Αβραάμ ήταν γέρος, ψηλός, αδύνατος και μόνος. Ποτέ δεν κατάλαβα αν το Αβραάμ ήταν όνομα εβραϊκό ή ποντιακό. Πολλές φορές οι γείτονες αναφέρονταν σ’ αυτόν με το όνομα Αβραμίκος και χαμήλωναν τη φωνή, πράγμα που πάντα μ’ έκανε να πιστεύω πως ήταν εβραίος που γλύτωσε το στρατόπεδο, κι αυτό από μόνο του μ’ έκανε να σκιάζομαι όποτε έμπαινα στο μαγαζί του. Δεν ξέρω γιατί, έτσι κι αλλιώς τότε λίγα πράγματα ήξερα για το Ολοκαύτωμα κι αυτά από μισόλογα των μεγάλων. Το μαγαζί του ήταν σκοτεινό και σκονισμένο, είχε μια βιτρίνα με τους «θησαυρούς», μικρά κουκλάκια-μωράκια, δαχτυλιδάκια μπακιρένια και βραχιολάκια και διάφορα τέτοια γυαλιστερά που φάνταζαν στα μάτια μας σαν θησαυρός. Αλλά ακόμα κι αν βάζαμε στην άκρη τη δραχμή ή το δίφραγκο που χρειαζόταν για να γίνει δικός μας ο θησαυρός πάντα είχαμε το φόβο της μάνας που θα μας έκραζε που χαλάμε λεφτά σε σαχλαμάρες. Και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουμε γλώσσα και να πούμε πως θα κάναμε ό,τι γουστάρουμε με το χαρτζηλίκι μας και πως αν δεν θέλαμε κουλούρι αλλά κουκλάκι αυτό ήταν δική μας επιλογή… Μόνο για ν’ αγοράσεις κουλούρι άξιζε να δώσεις μια δραχμή, όχι για μπακιρένιες σαχλαμάρες. Που να τα φανταστούν αυτά τα παιδιά τα σημερινά, τα παιδιά μας….. Ποιος ξέρει, ίσως γιατί εκείνη η λαμπερή μπακιρένια σαχλαμαρίτσα μας έμεινε απωθημένο δεν τους αρνιόμαστε εύκολα κάτι.

Απέναντι απ’ αυτούς ήταν ο φούρνος της κυρά Λαμπρινής. Κλασική εικόνα φουρνάρισσας η Λαμπρινή, χοντρή, γελαστή, φορούσε πάντα μια μακρυά φούστα και μακρυά ποδιά πάντα αλευρωμένη. Ο φούρνος ήταν σ’ ένα παλιό κτίσμα, κατέβαινες δυο σκαλάκια για να μπεις, έψηνε φυσικά με ξύλα το ψωμί και το έβαζε σε ξύλινες πινακωτές (πινακωτή-πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου αυτί….) και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Δούλευαν μαζί οι κόρες και οι γαμπροί της, κάποια στιγμή μετά το σεισμό γκρεμίστηκε το πέτρινο παλιό κτίσμα που στέγαζε το φούρνο και χτίστηκε πολυκατοικία στη θέση του. Ο φούρνος εξακολουθούσε να λειτουργεί σε μαγαζί της καινούριας πολυκατοικίας αλλά πλέον δεν έψηνε με ξύλα και δεν μοσχομύριζε η γειτονιά. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα όταν πέρασα κάποια στιγμή και το είδα, αυτό σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, όχι ο σεισμός και ο χαμός του δικού μου σπιτιού. Η καλύτερη στιγμή του φούρνου ήταν το Πάσχα, τότε που όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν να πάρουν λαμαρίνες (μεγάλα ρηχά ταψιά) από το φούρνο, να τα γεμίσουν με τσουρέκια και να τα ξαναπάνε στο φούρνο για ψήσιμο. Μεθυστική ήταν τότε η γειτονία… Μύριζε τσουρέκια, τις ανθισμένες γλυσίνες του Γιουλούντα κι λουλούδια από τους κήπους και τα μπαλκόνια, ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος συνήθως και γλυκός, η μέρα είχε ήδη μεγαλώσει. Ήταν η δουλειά μου να τρέχω στο φούρνο να φέρω λαμαρίνες, να βοηθήσω τη γιαγιά στο πλάσιμο των  τσουρεκιών, φτιάχναμε ένα σωρό σχέδια όχι μόνο πλεξούδες και να τη βοηθάω να τα κουβαλήσει στο φούρνο. Ένα σωρό λαμαρίνες γεμίζαμε, φαγανά ήμασταν όλα μας….. Η γιαγιά ζύμωνε τα τσουρέκια σε μια μεγάλη λεκάνη και μετά τα τύλιγε ζεστά να φουσκώσει το ζυμάρι, τα έλεγχε συνέχεια, τα σταύρωνε να μη τα πιάσει μάτι και τους μιλούσε σαν να ήταν ζωντάνα. Η απόλυτη λιχουδιά, τσουρέκι της γιαγιάς να μοσχοβολάει μαχλέπι και βανίλια κι ένα ποτήρι γάλα. Έτσι το καταλάβαινα το Πάσχα τότε, από τις μυρωδιές και τα κόκκινα πανιά που έδεναν στα κάγκελα οι γυναίκες τη Μ. Πέμπτη που έβαφαν αυγά. Τώρα πλέον έρχεται και φεύγει και τίποτε δεν αλλάζει, αν δεν υπήρχαν οι διακοπές δεν θα το καταλάβαινα.

Αυτοί ήταν οι μαγαζάτορες της γειτονιάς μου που τους χρωστούσα αυτό το ποστ. Θα μου πείτε δεν είχατε μανάβη στη γειτονιά; Είχαμε, τη Μαρίκα αλλά για τη Μαρίκα είχα γράψει παλιά.

13
Μαρ
11

Gabriella Ferri


Είναι Πάσχα του 1984 κι έχω ανέβει στη Θεσσαλονίκη για τις διακοπές. Με την κολλητή μου είμαστε σε μια περίεργη κατάσταση, περνάει τη φάση της και δεν την καταλαβαίνω οπότε κάνω πίσω εκείνες τις μέρες. Αυτό σημαίνει όμως πως ξαφνικά είμαι «άστεγη». Όχι, δεν μ’ έχουν διώξει και από το σπίτι μου αλλά ελάτε στη θέση μου…. είναι ήδη ο έκτος χρόνος που ζω μόνη, σε άλλη πόλη. Κάθε φορά που γυρνάω στη Θεσσαλονίκη για διακοπές είναι και πιο δύσκολο να ξαναμπω στο παιδικό μου κρεβάτι και να ξανα-υποταχτώ στους κανόνες της οικογένειας. Έτσι κάθε φορά στις διακοπές έχουμε μεγάλους καυγάδες για όσα σε μένα φαίνονται αυτονόητα αλλά όχι και στους υπόλοιπους. Αυτός είναι και ο λόγος που φροντιζω να εξαφανίζομαι από το σπίτι όσο περισσότερες ώρες μπορώ. Κι επειδή δεν γίνεται να βολοδέρνομαι όλη μέρα στους δρόμους πάω και τη χώνομαι στο σπίτι της κολλητής μου που είχε κάνει την επανάστασή της και έμενε μόνη σχεδόν αμέσως μόλις τελειώσαμε το σχολείο.

Εκείνη την εποχή συγκατοικούσε με μια άλλη παλιά μας συμμαθήτρια και είναι στην εποχή της μεγάλης τρέλας. Επειδή οι φάσεις μας δεν ταίριαζαν εκείνο το Πάσχα, δεν περνούσα σχεδόν καθόλου από το σπίτι της προτιμώντας να κόβω βόλτες στο κέντρο και στην Παραλία ή να θυμάμαι και να επισκέπτομαι διάφορους ξεχασμένους φίλους και γνωστούς. Σε μια απ’ αυτές τις βόλτες συνάντησα το Γιάννο, έναν αρχιτέκτονα αρκετά μεγαλύτερό μου που τον είχα γνωρίσει ένα δυο χρόνια πριν μέσω άλλων φίλων. Τον πέτυχα σε μια βόλτα στην Παραλία, εγώ με τα πόδια κι αυτός με το ποδήλατό του.  Πιάσαμε την κουβέντα και με κάλεσε στο σπίτι του για καφέ. Πήγα και μιας και έμενε κοντά στο πατρικό μου, το σπίτι του Γιάννου έγινε το καταφύγιό μου για κείνο το Πάσχα. Ο Γιάννος ήταν καλή παρέα, δεν μου την έπεφτε (τουλάχιστον όχι άγρια, λίγο ίσως και πολύ διακριτικά), είχε ωραίο καφέ, καλές μουσικές και πολλά βιβλία. Συν ενδιαφέρουσες κουβέντες που για μένα -την τότε πιτσιρίκα- ήταν «μαγνήτης». Εκείνο το Πάσχα λοιπόν, στο σπίτι του Γιάννου «γνώρισα» την Gabriella Ferri.  Είχε δύο μεγάλες αγάπες ο φίλος μου, τη Ferri και τη Σέριφο. Στο σαλίνι του είχε δύο κορνίζες που το περιέχομένό τους με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Στη μία, μέσα σ’ ένα μεγάλο μπλε φόντο, κολυμπούσε καταμεσής η Σέριφος, κομμένη από χάρτη. Μια μικρούλα Σέριφος που στο κέντρο του κάδρου γινόταν το κέντρο του τοίχου. Ο Γιάννος είχε έρωτα με το νησί κι αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε για να τον εκφράσει. Στο άλλο κάδρο είχε τη Gabriella Ferri, αν θυμάμαι καλά από ένα εξώφυλλο ιταλικού περιοδικού με τίτλο κάτι σαν: «Γκαμπριέλα Φέρι, μια καλλιτέχνις ή ένας καραγκιόζης;». Μου έκανε εντύπωση, δεν την είχα ξανακούσει και φυσικά μόλις ρώτησα ποια είναι, έδωσα εναύσμα στο Γιάννο να μου μιλάει με τις ώρες για την αγαπημένη του τραγουδίστρια. Άκουσα τότε πολλά δικά της τραγούδια  και μου έγραψε και μια κασέτα ο Γιάννος να πάρω μαζί μου φεύγοντας. Μη έχοντας όμως πικάπ δεν ασχολήθηκα παραπάνω με το να βρω περισσότερους δίσκους της. Ξανάπεσα πάνω της όταν «κληρονόμησα» ένα στερεοφωνικό και χωνόμουν στο “Philodisc” για να τσιμπήσω κανένα φτηνό βινύλιο. Εκεί βρήκα ένα δυο δίσκους της και τους αγόρασα. Όταν την πρωτόπαιξα σε φίλους δεν τους πολυάρεσε, ήταν η εποχή που είχε γίνει μόδα η Nuova Compagnia di Canto Popolare και η Ferri ακουγόταν λίγο άγρια στ’ αυτιά τους. Εμένα πάλι αυτή η «αγριάδα» μου άρεσε, ίσως να με είχε επηρεάσει κι ο Γιάννος.

Η Gabriella Ferri λοιπόν, γεννήθηκε στη Ρώμη στις 18 Σεπτεμβρίου του 1942 και πέθανε στις 3 Απριλίου του 2004. Ο πατέρας της, Vittorio, ήταν έμπορος γλυκών  και λάτρης των παραδοσιακών λαϊκών τραγουδιών της Ρώμης.

Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε σε ένα νυχτερινό κλαμπ του Μιλάνου το 1963 και το 1965 είχε έκανε ένα πολύ επιτυχημένο ξεκίνημα στη μουσική σκηνή της Ρώμης, τραγουδώντας δημοφιλή λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Όλα ξεκίνησαν όταν η Gabriella συνάντησε τη Luisa De Santis και τα δύο κορίτσια έγιναν στενές φίλες. Και οι δύο απολάμβαναν το τραγούδι και αποφάσισαν να παρουσιαστούν ως duo: Luisa e Gabriella, τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο «Intra Club» στο Μιλάνο το 1963, τις πρόσεξε ο Walter Guertler, ο οποίος τους έκανε συμβόλαιο  και τις βοήθησε στην παραγωγή του  πρώτου τους single «Joly», που ήταν μια νέα ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού “La società dei magnaccioni ». Μετά από μια εμφάνιση στην τηλεόραση στο show του Mike Bongiorno, το single τους πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Το πρώτο τους single ακολούθησαν άλλα όπως τα «Sciuri sciuri e Vitti’na crozzà» και «La povera Cecilia» αλλά με μικρότερη επιτυχία. Λόγω αυτής της μικρής επιτυχίας αλλά και του γεγονότος πως η Luisa δεν ευχαριστιέται την επαφή με το κοινό, το δίδυμο αποφασίζει να χωρίσει. Η Gabriella συνέχισε την καριέρα της ως σόλο καλλιτέχνης και θα κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ το 1966. Την ίδια χρονιά περιόδευσε στον Καναδά, μαζί με άλλους λαϊκούς καλλιτέχνες, όπως η Κατερίνα Bueno, Otello Profazio και Lino Toffolo, σε παράσταση σε σκηνοθεσία του Alda Trionfo.

Το 1968 υπέγραψε στην ARC και κυκλοφόρησαν το single «Ε scesa ormai la sera», που δεν έγινε μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία. Ωστόσο, το b-side του single – «Τι regalo gli occhi miei» – ηχογραφήθηκε και στα ισπανικά ως «Te regalo mis ojos”. Αυτή η ισπανική ηχογράφηση πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στη Νότια Αμερική. Το 1969 υπέγραψε με RCA της Ιταλίας και συμμετείχε στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, μαζί με τον Stevie Wonder. Τραγούδησε ένα σπουδαίο rhythm ‘n blues τραγούδι, το «Se tu ragazzo mio» αλλά το τραγούδι αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο. Η Gabriella δεν έλαβε από τότε ποτέ ξανά μέρος στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Ωστόσο, το τραγούδι έγινε εμπορική επιτυχία και ακολουθήθηκε από το album «Gabriella Ferri». Με αυτό το δίσκο η Gabriella έφερε καινοτομίες στην παραδοσιακή ιταλική λαϊκή μουσική εκμοντερνίζοντάς την.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εβδομήντα, ηGabriella εκτός από ερμηνεύτρια έκανε και πολλές εμφανίσεις στην τηλεόραση αλλά και τηλεοπτικά shows. («Sera Questa … Gabriella Ferri», «Dove sta Ζα Ζα», «Circo delle voci» και «Mazzabubù».) Το 1981, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Gabriella», το οποίο περιείχε, επί το πλείστον, τραγούδια που γράφτηκαν γι ‘αυτήν από τον Paolo Conte . Μετακομίζει στις ΗΠΑ για ένα διάστημα όπου αφιερώνεται μόνο στη μουσική της. Το 1987 επιστρέφει στην Ιταλία και παρουσιάζει στην τηλεόραση το show «Biberon». Το 1997 κυκλοφορεί το άλμπουμ «Ritorno al futuro», ένα πολύ προσωπικό άλμπουμ με πολλά τραγούδια γραμμένα από την ίδια τη Ferri. Η Gabriella υποφέρει από σοβαρές καταθλίψεις και εξαφανίζεται από το δημόσιο βίο.

Πέθανε το Corchiano, επαρχία του Viterbo, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου σε μια προφανή αυτοκτονία. Τα μέλη της οικογένειας όμως το αρνούνται΄, υποστηρίζοντας πως ίσως έχασε την ισορροπία της εξαιτίας της λήψης αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής.

Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν “Sempre” (“Always”).

 

06
Μαρ
11

Στο «Λαϊκό» και άλλα στιγμιότυπα


Προχτές το μεσημέρι βρέθηκα στο «Λαϊκό» νοσοκομείο. Μόλις είχε αρχίσει η γενική εφημερία και συνόδευα τη μαμά να κάνει εισαγωγή για κάτι εξετάσεις. Είχαμε κάνει συνεννόηση από πριν με το γιατρό κι έτσι ανεβήκαμε κατευθείαν στα εξωτερικά του συγκεκριμένου τμήματος χωρίς να περάσουμε πρώτα από τα επείγοντα.

Στιγμιότυπο Ι

Με το που φτάνουμε πάνω βλέπουμε κόσμο να περιμένει, όχι τον κακό χαμό αλλά είχε κόσμο. Δεν μου είχε συμβεί ξανά να έχει γίνει εκ των προτέρων συνεννόηση με το γιατρό οπότε καλού κακού έκοψα ένα νούμερο για να μην έχουμε φασαρίες με τους υπόλοιπους που περίμεναν. Αφού έκοψα το χαρτάκι με το νούμερο, έψαξα να βρω κάποιον να ρωτήσω για τη διαδικασία που έπρεπε ν’ ακολουθήσουμε, δεν βρήκα κι έτσι κάθισα στην άδεια καρέκλα δίπλα στη μάνα μου. Τότε συνειδητοποίησα πως απέναντί μου ήταν δύο αστυνομικοί -μάλλον της «ΔΙΑΣ»- με αλεξίσφαιρα γιλέκα και ιατρικές μάσκες στο πρόσωπο. Προσπαθούσα να καταλάβω τι σκατά κάνουν εκεί αφού δεν μου φαίνονταν ιδιαίτερα άρρωστοι και μετά συνειδητοποίησα γιατί την ώρα που μπήκαμε οι καρέκλες που καθόμασταν εγώ και η μαμά ήταν άδειες ενώ υπήρχαν όρθιοι. Ο νεαρός δίπλα μου είχε τα χέρια του δεμένα πίσω με χειροπέδες, αυτόν συνόδευαν οι «ΔΙΑΣ» και αυτός ήταν ο λόγος που οι καρέκλες ήταν άδειες. Μάλλον κανείς δεν ήθελε να καθήσει δίπλα σ’ έναν “κακούργο” δεμένο με χειροπέδες που επιπλέον ήταν άρρωστος, ρούφαγε τη μύτη του που δεν μπορούσε να σκουπίσει και είχε μια ελαφριά (αλλά ανεκτή) μυρωδιά. Η μάνα μου δίπλα μου μουρμούριζε γιατί έπρεπε να  κάθονται και να περιμένουν τη σειρά τους, δεν έπρεπε έλεγε να τον έχουν έτσι δεμένο σε κοινή θέα έναν άνθρωπο που ήταν άρρωστος (όντως φαινόταν χάλια). «Είναι απάνθρωπο» έλεγε «ό,τι και να έχει κάνει δεν μπορούν να τον έχουν έτσι. Ούτε τη μύτη του δεν μπορεί να φυσήξει, τον ακούω που τη ρουφάει και δεν μπορεί να κάνει κάτι….. Και σιγά δηλαδή, τι μπορεί να έχει κάνει…. αλλά και ο μεγαλύτερος κακούργος να ήταν πάλι είναι απάνθρωπο». Πέρασε περίπου μισή ώρα με τον νεαρό να κάθεται δεμένος πισθάγκωνα να περιμένει να τον εξετάσουν ρουφώντας τη μύτη και με το κεφάλι κάτω (βλέμμα δεν σήκωνε τριγύρω) και τους αστυνομικούς να τον φυλάνε. Κάποια στιγμή μια μεγάλη κυρία φεύγοντας από διπλανό ιατρείο είδε τους αστυνομικούς και τους ρώτησε γεμάτη ανησυχία γιατί βρίσκονται εκεί και αν είναι καλά. «Εμείς καλά είμαστε» της απάντησαν «για τον Σουλεϊμάν είμαστε εδώ…» και έδειξαν τον νεαρό δίπλα μου. Η γυναίκα σήκωσε το χέρι σε ημιγροθιά και τους είπε «γειά σας παληκάρια μου, εγώ μαζί σας είμαι, σας στηρίζω…» και μετά έσκυψε και κάτι τους μουρμούριζε, δεν έκανα όμως καμμία  προσπάθεια ν’ ακούσω τι έλεγε γιατί ήξερα πως θα νευρίαζα. Μετά από λίγο τους κάλεσαν μέσα οι γιατροί, σηκώθηκε ο νεαρός με τις χειροπέδες και μπήκαν μέσα και μετά από λίγο ξαναβγήκαν με οδηγίες για διάφορες εξετάσεις. Τους ξανασυνάντησα στον κάτω όροφο αφού η διαδικασία είναι ίδια για όλους, πάντα οι στυνομικοί με τις μάσκες και πάντα ο νεαρός δεμένος πισθάγκωνα.

Στιγμιότυπο ΙΙ

Στις γύρες που κάναμε για τις εξετάσεις της μαμάς από το καρδιολογικό στο ακτινολογικό και πέρα δώθε, έβλεπα διάφορους αλλοδαπούς αραβικής καταγωγής να περιμένουν για εξετάσεις συνοδευόμενους από Έλληνες. Στο τέλος συνειδητοποίησα πως ήταν απεργοί από τους 300 που είναι στο νεοκλασικό Υπατία. Είχαν έρθει για εξετάσεις συνοδευόμενοι από μέλη της ομάδας υποστήριξης. Οι περισσότεροι ήταν πολύ αδύνατοι και αδύναμοι και τότε θυμήθηκα τα διάφορα σχόλια που διαβάζω δεξιά και αριστερά στο διαδίκτυο, για το ότι τάχα «χλαπακιάζουν» κανονικά. Δεν ξέρω αν τρώνε και τι τρώνε πάντως ό,τι και να τρώνε είναι πολύ λίγο, οι άνθρωποι ήταν πάρα πολύ αδύνατοι. Σε κάποια φάση, κι ενώ περίμενα τη μαμά να βγει από το καρδιολογικό πέρασε και ο Σουλεϊμάν με τους συνοδούς του. Εξακολουθούσε να έχει δεμένα πίσω τα χέρια του και κάποιος από τους συνοδούς των απεργών είπε στους αστυνομικούς πως είναι απάνθρωπο να τον έχουν έτσι δεμένο με τα χέρια πίσω. Αυτοί του απάντησαν πως πρέπει να είναι δεμένος για να μη το σκάσει, ο τύπος του απάντησε πως θα μπορούσαν να του έχουν τουλάχιστον τα χέρια δεμένα μπροστά κι όχι πίσω αλλά εκεί σταμάτησε η συζήτηση, κανείς δεν έδωσε σημασία.

Στιγμιότυπο ΙΙΙ

Αφού τελειώσαμε με τις εξετάσεις ανεβήκαμε στην κλινική για να γίνει η εισαγωγή. Ο γιατρός που θα έπαιρνε το ιστορικό της μαμάς έλειπε στα εξωτερικά και αναγκαστήκαμε να τον περιμένουμε. Περιμέναμε κάπου μια ώρα, είχε επείγοντα περιστατικά στα εξωτερικά ιατρεία μας είπε η προϊσταμένη. Όταν ήρθε μας κάλεσε στο γραφείο των γιατρών και κάποια στιγμή πήρε τηλέφωνο το δικό μας γιατρό για να συνεννοηθούν για κάτι οπότε σε ερώτηση του δικού μας για το τι γίνεται στην εφημερία του απάντησε πως το νοσοκομείο ήταν γεμάτο με απεργούς, «τους διάσημους πλέον απεργούς», έτσι είπε. Σε ερώτηση μάλλον του δικού μας για το τι έχουν οι απεργοί απάντησε γελώντας «έλα μωρέ, τίποτε….. Ο ένας είχε νυχτερινή ενούρηση χαχαχα…. ο άλλος λέει δεν αισθάνεται καλά γενικά. Σαχλαμάρες των συνοδών τους….». Δεν ξέρω τι στ’ αλήθεια είχαν οι απεργοί αλλά δεν μου άρεσε το ύφος του.

Εντύπωση επίσης μου έκανε πως στα εξωτερικά ιατρεία υπήρχαν πολλοί αλλοδαποί ενώ στις κλινικές για νοσηλεία ελάχιστοι. Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί, να θυμηθώ να το ρωτήσω.

Τέλος πάντων, έγινε η εισαγωγή της μαμάς τυπικά και την πήρα και γυρίσαμε στο σπίτι. Το κρεβάτι το χρειάζονται και δεν υπήρχε λόγος να περάσει η μάνα το τριήμερο στο νοσοκομείο χωρίς να κάνει κάτι αφού η εξέταση θα γίνει την Τετάρτη αν είναι καλοί οι δείκτες σε μια εξέταση αίματος. Θα την ξαναπάω την Τρίτη το πρωί.

Άσχετο με τα στιγμιότυπα στο «Λαϊκό» αλλά μου τριβελίζει το μυαλό εδώ και μια περίπου βδομάδα που το άκουσα. Τι άκουσα; Την κυρία Μπακογιάννη, με ύφος ανθρώπου που δεν έχει μπει ποτέ σε λεωφορείο, να σχολιάζει τους μισθούς των οδηγών λεωφορείων και να στηλιτεύει με ύφος εκατό καρδιναλίων τις κινητοποιήσεις τους γιατί στρέφονται εναντίον των άλλων εργαζομένων, των «φουκαράδων» που θέλουν να πάνε στη δουλειά τους. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν το άκουσα. Κι αυτό γιατί δεν έχει το δικαίωμα καμμία κυρία Μπακογιάννη από την ευκολία της μερσεντές της με οδηγό, να με αποκαλεί «φουκαρού», εμένα που μετακινούμαι με ΜΜΜ. Αει γαμήσου κυρά μου, που μου ορίστηκες υπερασπιστής μου!!!Και θα με αποκαλέσεις και «φουκαρού»… Ουστ!!!! Καλά κάνουν και απεργούν μωρή, για να σε δω να βγεις να οδηγείς εσύ 8 ώρες τη μέρα σε συνθήκες Αθήνας. Που έχετε και άποψη για το με πόσα μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος και αποφασίζετε πως αυτά που παίρνουν είναι πολλά. Εσείς, που όταν μετακινείστε στην Αθήνα έχετε κι ένα περιπολικό να προπορεύεται για να σας ανοίγει το δρόμο. Και έχετε το θράσος να σχολιάζετε πόσα παίρνει ο κάθε εργαζόμενος και να τα βρίσκετε πολλά!!!

01
Μαρ
11

50


Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω πως αλλά έφτασα κι εδώ. Δεν το κατάλαβα, δεν το συνειδητοποίησα και δεν το πιστεύω. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σκληρή πραγματικότητα. Σήμερα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη μέρα που ήρθε στον κόσμο, σε μια κλινική της Θεσσαλονίκης ένα μικρό κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που καθυστέρησε να γεννηθεί, ταλαιπώρησε τρελά τη μάνα του αφού γεννήθηκε διπλωμένο στα δύο (με τον κώλο και μελανιασμένη μπήκα σ’ αυτή τη ζωή) και που οι γιατροί νόμισαν πως γεννήθηκε νεκρό αφού δεν έβγαλε κιχ, οπότε το άφησαν παραδίπλα κι έπεσαν να σώσουν τη μάνα του που αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Κατάλαβαν πως ζει όταν άκουσαν ένα μικρό παραπονεμένο νιαούρισμα από τη μεριά που το είχαν αφήσει. Ναι ξέρω, θα μου πείτε πως από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα….. Τι να κάνω; Έχω πολλά να πω.

Πέρασαν λοιπόν, δεν παραπονιέμαι πέρασαν γεμάτα. Θέλω όμως τουλάχιστον άλλα τόσα και τόσο γεμάτα χρόνια, μπορώ; Μου μένουν ακόμα πολλά να κάνω, πολλά να δω, πολλά να διαβάσω, πολλά μέρη να γνωρίσω, πολλούς ανθρώπους να συναντήσω και ν’ αγαπήσω….

25
Φεβ
11

Το soundtrack της επανάστασης στην Αραβία!!


El General – πραγματικό όνομα Χαμάντα Μπεν Αμόρ, γεννημένος στις 20 Μαρτίου 1986. Ράπερ από το Σφαξ της Τυνησίας. Το τραγούδι του “Ρέις λε μπλεντ” (“Πρόεδρε της χώρας”) είναι ο ύμνος που τραγουδούσαν στην Τυνησία, στην εξέγερση κατά του Μπουτεφλίκα, στον Πλατεία Ταχρίρ, στην επανάσταση κατά του Μουμπάρακ, και που τώρα ακούγεται στο Μπαχρέιν (αν και έχουν βασιλιά εκεί…), στην Υεμένη, στη Λιβύη, στην Αλγερία…

Πρόεδρε της χώρας / ο λαός σου πεθαίνει / ο κόσμος τρώει σκουπίδια / Κοίτα γύρω σου τι συμβαίνει / παντού αθλιότητα Πρόεδρε της χώρας / Μιλάω χωρίς φόβο / αν και ξέρω ότι θα βρω τον μπελά μου / βλέπω αδικία παντού…

22
Φεβ
11

Ποδοσφαιρικά


Δεν τρελάθηκα κι αποφάσισα ξαφνικά να μιλήσω για ποδόσφαιρο, ούτε την είδα ξερόλα. Χτες όμως πήρα ταξί για να γυρίσω σπίτι μου επειδή βιαζόμουν. Το ταξί το οδηγούσε ένας ταξιτζής  (ποιος άλλος θα μου πείτε θα οδηγούσε το ταξί…), ο οποίος ταξιτζής κάπνιζε μέσ’ τα νεύρα αλλά με ρώτησε αν θέλω να το σβήσει επειδή έβηχα συνέχεια και ο οποίος είχε φυσικά το ραδιόφωνο κολλημένο σ’ ένα σταθμό για αθλητικά, όπως σχεδόν όλοι οι ταξιτζήδες. Τον άφησα να καπνίσει και δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία σε όσα έλεγαν στο ραδιόφωνο, έχω εκπαιδευτεί να περνάν σαν απλοί ήχοι από τ’ αυτιά μου. Έλα όμως που ο ταξιτζής ήθελε με κάποιον να σχολιάσει τα λεγόμενα…. και το ήθελε τόσο πολύ που γυναίκα-ξεγυναίκα αποφάσισε να τα σχολιάσει μαζί μου.

«Είδες τι έγινε;» με ρώτησε. «Ωχ, τη βάψαμε» είπα μέσα μου αλλά είμαι ευγενικό παιδί κι όταν κάποιος μου μιλάει δεν μπορώ να χλιμιντρίσω για απάντηση. Κάτι είχε πάρει το αυτί μου για επεισόδια το Σάββατο αλλά σπάνια δίνω σημασία στις αθλητικές ειδήσεις. Τον ρώτησα λοιπόν αν μιλάει για κάτι επεισόδια που έγιναν στον αγώνα Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού κι αυτό ήταν…. Πήρε φόρα ο driver! Μου εξήγησε πως οι οπαδοί του Ολυμπιακού έδειραν τους δικούς τους παίκτες μέσα στο γήπεδο. «Και τώρα» του λέω «εσείς θα δείρετε τους δικούς τους για αντίποινα;». «Φυσικά» μου απαντάει «δεν πάει άλλο…. Είμαι 35 χρονών και την επόμενη φορά θα είμαι στο γήπεδο για να παίξω ξύλο με τους αλήτες». Και τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα γιατί είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. «Δεν μου λες» τον ρώτησα «σου περνάει από το μυαλό η ιδέα πως φτιάχνεσαι να παίξεις ξύλο με άγνωστους για το χατήρι μιας Ανώνυμης Εταιρείας; Θα έπαιζες ξύλο δλδ και για το χατήρι της ΤΙΤΑΝ ή της 3Ε;» Τι ήθελα και το είπα; Τον πλήγωσα στα τρίσβαθα της ψυχής του…. «Δεν καταλαβαίνεις εσύ, είσαι γυναίκα. Δεν καταλαβαίνεις τι θα πει ποδόσφαιρο. Νομίζεις πως είναι 22 μαντράχαλοι που πληρώνονται εκατομμύρια για να τρέχουν πίσω από μια μπάλα αλλά δεν είναι έτσι. Εσύ το κρίνεις με ψυχρή και υπολογιστική λογική αλλά το ποδόσφαιρο και η ομάδα είναι συναίσθημα, αν το έβλεπες με την καρδιά και όχι με το μυαλό σου θα με καταλάβαινες»!!!!!

Εκεί άρχισα να εκνευρίζομαι στ’ αλήθεια… «Δεν μου λες» τον ξαναρωτάω «θα έπαιζες ξύλο μεθαύριο στην πορεία γιατί σου τρώνε τη ζωή και σου ρουφάνε το αίμα με το μπουρί της σόμπας; Θα υπεράσπιζες τη ζωή σου με τόσο πάθος που υπερασπίζεις την ομάδα σου; Κατ’ αρχήν θα κατέβαινες σε μια πορεία με την ίδια ευκολία που πας στο γήπεδο ή σε πορεία για τον παναθηναϊκό που είμαι σίγουρη πως έχεις κατέβει; Μήπως σου περνάει από το μυαλό πως σε βάζουν να πλακώνεσαι με κάποιον που δεν έχεις να μοιράσεις τίποτε κάποιοι που έχουν πολλά να κερδίσουν από τον καυγά σας; Και όσο εσείς θα πλακώνεστε για τις ανώνυμες εταιρείες τους αυτοί θα θησαυρίζουν στην πλάτη σας και πως οι 22 μαντράχαλοι που κυνηγάνε τη μπάλα θα γίνονται εκατομμυριούχοι όσο εσείς δεν θα έχετε να φάτε και να ταΐσετε τα παιδιά σας; Ποδόσφαιρο, θρησκεία και τηλεόραση είναι χειρότερο ναρκωτικό κι από την πρέζα, όταν το καταλάβετε μπορεί και ν’ αλλάξει κάτι».

«Γιατί» μου λέει «εσύ νομίζεις πως πρόκειται ν’ αλλάξει κάτι αν φωνάξω; Όλα είναι προκαθορισμένα, όσο και να φωνάξω δεν θ’ αλλάξει τίποτε οπότε δεν υπάρχει λόγος να φωνάζω… Εσύ που είσαι και μεγαλύτερή μου δεν το ξέρεις; Εγώ πρέπει να σου το πω;». Εκεί τα πήρα άσχημα στο κρανίο.  Τον ρώτησα «αν προτιμάει να φωνάζει και να πλακώνεται στο ξύλο για να μπορεί άνετα ο κάθε πρόεδρος μιας ΠΑΕ να ξεπλένει τα μαύρα χρήματά του και να ελέγχει πολιτικούς, ελέγχοντας όλους αυτούς τους ανεγκέφαλους που πλακώνονται στο ξύλο για πάρτη του νομίζοντας πως υπερασπιζονται την ομάδα τους, αν νομίζει πως θ’ αλλάξει κάτι έστω και στην Ανώνυμη Εταιρεία που έχει το όνομα της αγαπημένης του ομάδας με το να πλακωθεί αυτός και ο αντίπαλος στο ξύλο, κι αν τελικά είναι και για τον Κόκκαλη και τον Βαρδινογιάννη οι ομάδες τόσο ΙΔΕΑ όσο είναι και για τους οπαδούς που πρόθυμα μπορούν να σφάξουν ο ένας τον άλλο κι αν έχει σκεφτεί ποτέ γιατί τόσο πρόθυμα αναλαμβάνουν εταιρείες οι οποίες τους βάζουν μέσα.» Η απάντηση; «Ο Κόκκαλης δεν το βλέπει συναισθηματικά, ο Γιαννακόπουλος όμως το βλέπει……!!!…. Είσαι γυναίκα εσύ και δεν μπορείς να καταλάβεις τι θα πει ομάδα….». «Ωραία….» του είπα «όσο οι άντρες θα πλακώνεστε για το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες μπορούν αν πλακωθούν για το ποια έπρεπε να βγει Next Top Model και για το αν άξιζε να βγει πρώτος αυτός/η που νίκησε στο X-Factor κι έτσι να ζήσουμε όλοι μαζί ευτυχισμένοι και ναρκωμένοι». Μετά απ’ αυτό γύρισε και με κοίταξε μ’ ένα ύφος μεταξυ του θέλω να σε πλακώσω στο ξύλο ηλίθια και θέλω να πατήσω τα κλάματα γιατί μου έλαχε να λέω τον πόνο μου σε μια γυναίκα. Ανεπίδεκτος στόκος ο άνθρωπος…. Ευτυχώς μετά από λίγο φτάσαμε στο σπίτι μου και κατέβηκα.

Μας αξίζει να μας πηδήξουν ασάλιωτα αφού οι πολίτες αυτής της χώρας πιστεύουν πως αυτή είναι η μοίρα τους που είναι αναπόφευκτη…. Αλλά εγώ είμαι γυναίκα, τι να καταλάβω;




Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr

Νότες

για να ξέρουμε που βρισκόμαστε

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει

Free Palestine

Αρχείο

tweetίσματα

Θέλετε να ειδοποιείστε με e-mail για νέα posts; Βάλτε το mail σας και Voila!!

Join 12 other followers

RSS ιστορίες από τη βιβλιοθήκη

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS arkoudos.com

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

RSS Κάφτρα

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Bubbles, bubbles, bubbles

Ας μετρηθούμε

document.write(unescape("%3Cscript src=%27http://s10.histats.com/js15.js%27 type=%27text/javascript%27%3E%3C/script%3E")); try {Histats.start(1,1173149,4,604,110,55,"00011111"); Histats.track_hits();} catch(err){}; free tracking

και λίγη στατιστική…

eXTReMe Tracker <!-- var EXlogin='dame31' // Login var EXvsrv='s11' // VServer EXs=screen;EXw=EXs.width;navigator.appName!="Netscape"? EXb=EXs.colorDepth:EXb=EXs.pixelDepth;EXsrc="src"; navigator.javaEnabled()==1?EXjv="y":EXjv="n"; EXd=document;EXw?"":EXw="na";EXb?"":EXb="na"; EXd.write("");//-->

είμεθα κοσμοπολίται…

convey_source = "Greek"; Free Translation

tweet it


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.