«1900-Novecento»


Ήταν 1977, ήμουν 16 ετών. Τρία χρόνια μετά την πτώση της χούντας και ήρθε στη Θεσσαλονίκη σε πρώτη προβολή αυτή η ταινία. Δεν θυμάμαι αν ήταν η πρώτη, η δεύτερη ή η τρίτη ενήλικη ταινία της ζωής μου, εγώ πάντως ήμουν ακόμη ανήλικη και έπρεπε να εφευρίσκω κόλπα για να μπω σε ταινία «Ακατάλληλη δι ανηλίκους κάτω των 17 ετών». Έπρεπε επίσης να εφευρίσκω κι ένα αποδεκτό story της ταινίας για να μου επιτραπεί να πάω μόνη μου να τη δω. Οι φίλες μου έλεγαν πως έπρεπε να τη δούμε, διάβασα την υπόθεση, είπα μια διασκευασμένη εκδοχή της στους γονείς μου και πήρα άδεια. Έπρεπε όμως να περάσω και για «άνω των 17 ετών», ήμουν ψηλή αλλά δεν έφτανε αυτό, στους κινηματογράφους της εποχής υπήρχε face control. Αν δεν έπειθες για ενήλικας δεν έμπαινες παρά μόνον αν είχες μπάρμπα τον σινεματζή. Έβαλά λοιπόν τακούνια και, στα κρυφά, λίγη σκιά στα μάτια και υπέθεσα πως έτσι μεγαλοδείχνω. Μάλλον καραγκιοζοέδειχνα αλλά τέλος πάντων…. Μ’ άφησαν να μπω και την είδα. Και μου έμεινε αξέχαστη.

Η οθόνη γέμισε κόκκινα λάβαρα, σε μια χώρα που το «κόκκινο» ήταν απαγορευμένο μέχρι πριν λίγα χρόνια. Ειχε σκηνές σεξ που με σόκαραν, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε παντού και διάχυτο το σεξ. Άντε να βλέπαμε το πολύ κανένα παθιασμένο φιλί σε ταινίες, άντε και καμιά υποψία βυζιού. Κοκκίνιζα και πρασίνιζα και έκλεινα τα μάτια μου κι από την άλλη ντρεπόμουν μη τυχόν με δει κάποιος και γελάσει μαζί μου, που ήθελα να περνιέμαι για ενήλικη με τη σκιά και τα τακούνια. Ίσα είχα αρχίσει να μαθαίνω έννοιες όπως σοσιαλισμός, κομμουνισμός, επανάσταση, φασισμός και η ταινία τα είχε όλα. Είχε κι εκείνη τη σκηνή στο τέλος με τον Σάδερλαντ να σκοτώνει το γατάκι με τόσο βίαιο τρόπο…. Τελικό σοκ ήταν αυτό. 

Βγήκα σοκαρισμένη και συνεπαρμένη. Για ένα ήμουν σίγουρη βγαίνοντας, εγώ δεν μπορώ να είμαι με τους «μαύρους», θα είμαι πάντα με τους «κόκκινους».

Το δεύτερο μέρος το είδα αρκετά χρόνια μετά. Την ξανάδα ολόκληρη μια δυο φορές ακόμα κι εξακολουθεί να με συνεπαίρνει.

Buon viaggio Bernardo Bertolucci

Advertisements

Πάλι πέφτω από τα σύννεφα….


foi-708Δεν είναι φρέσκο νέο πως στα Πανεπιστήμια υπάρχουν υπόγειες συναλλαγές με διάφορα αντίτιμα, φράγκα, ψήφους ή κανένα πηδηματάκι στα γρήγορα. Από τα δικά μου τα χρόνια το θυμάμαι.
Το «σοκαριστικό» γεγονός (αν και τίποτε πλέον δεν είναι σοκαριστικό) είναι όσα δήλωσε πριν λίγο στην ΕΡΤ, με σοκαριστική ειλικρίνια αν όχι αφέλεια, ο εκπρόσωπος των φοιτητών του ΤΕΙ Σερρών.
Απαντώντας στην ερώτηση γιατί τόσα χρόνια δεν έλεγαν κάτι ενώ το ήξερε ολόκληρη η πόλη, είπε με λίγα λόγια πως «πιο παλιά ο κόσμος είχε λεφτά να πληρώνει οπότε όλα καλά και όλοι βολεύονταν ενώ τώρα με την κρίση έσφιξαν τα πράγματα και δεν μπορούν πλέον να τα ακουμπάνε κι έτσι ήρθαν και οι καταγγελίες…»
Καταλάβατε καλοί μου άνθρωποι;
ΚΩΛΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ΛΕΦΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ

Έγκωσα…..


Κάποτε στη Χαλκιδική.
Ήταν αρχές του ’90 τότε που οι γονείς μου αποφάσισαν να αφήσουν την πόλη και μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική. Ήταν καλοκαίρι και πήγα μερικές μέρες να τους δω, όπως κάθε καλοκαίρι από τότε που έφυγα. Ζέστη και αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο. Βρεθήκαμε στην Ακτή Καλογριάς, δεν ήταν τόσο διάσημη εκείνα τα χρόνια. Φτάσαμε πρωί και λίγο αργότερα μυρίσαμε καπνό. Μέχρι να το καταλάβουμε καιγόταν το βουνό πάνω από το δρόμο. Έφτασε ένα όχημα της Πυροσβεστικής και έκαναν ό,τι μπορούσαν, στην παραλία λίγα μέτρα παρακάτω από το όχημα η ζωή συνεχιζόταν. Κάναμε το μπάνιο μας ρίχνοντας ματιές στο βουνό, ρώτησα το μπαμπά μήπως έπρεπε να φύγουμε και μου είπε πως όπως και να έχει το πράγμα και αφού δεν ξέραμε τι γινόταν πιο πέρα, θα ήταν καλύτερα να μείνουμε δίπλα στη θάλασσα. Μετά από κάποιο διάστημα εμφανίστηκε ένα σινούκ πάνω από τη παραλία το οποίο προσγειώθηκε λίγο πιο πέρα με αποτέλεσμα να μας πάρει όλους ο διάβολος. Καρέκλες, ομπρέλες και άνθρωποι βρέθηκαν στο νερό από τον αέρα που σήκωναν οι έλικες. Ούτε που το είχαμε σκεφτεί πως θα γίνει έτσι, σαν τους χαζούς χαιρετούσαμε τους ανθρώπους που βλέπαμε μέσα στο σινούκ την ώρα που ήταν πάνω από το κεφάλι μας. Από το σινούκ κατέβηκε μια ομάδα δασοπυροσβεστών οι οποίοι αμέσως πήραν το δρόμο για το βουνό. Μ’ έτρωγε η περιέργεια κι έτσι πήγα δίπλα στο όχημα της πυροσβεστικής (με το μαγιό, κράξτε ελεύθερα…) και χάζευα το τι γινόταν. Μπορεί να μην υπήρχε άμεσος κίνδυνος αλλά όσο να πεις ήταν κάπως άγριο να καίγεται το βουνό στα 50 μέτρα από το νερό της θάλασσας. Εκεί που καθόμουν και παρακολουθούσα πως γινόταν η δουλειά και τι εντολές έδινε ο αξιωματικός σκάνε μύτη αεροπλάνα πυροσβεστικά. Ωραία σκέφτηκα, ήρθε το ιππικό να σώσει το βουνό! Και ξαφνικά βλέπω τον αξιωματικο να ουρλιάζει στον ασύρματο να φύγουν τα αεροπλάνα και παθαίνω κοκομπλόκο, νόμισα πως τρελάθηκε. Ξέρετε τι ούρλιαζε ο άνθρωπος και μάλλον είχε δίκιο;
«Τι στέλνετε ΚΑΙ αεροπλάνα ΚΑΙ δασοπυροσβέστες; Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι στο βουνό, θέλετε να τους σκοτώσετε;»
Λογικό, τόσοι τόνοι νερό από ψηλά θα τους σκότωναν τους καημένους τους δασοπυροσβέστες. Ευτυχώς τα αεροπλάνα δεν έριξαν νερό, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Η φωτιά δεν έφτασε στη θάλασσα και δεν θυμάμαι να υπήρξαν νεκροί ούτε θυμάμαι τι ώρα και πως επιστρέψαμε στη βάση μας.
Γιατί το θυμήθηκα; Επειδή άκουσα κάποιους να κατηγορούν τα αεροπλάνα που δεν έριξαν νερό στο Μάτι. Αν ισχύουν αυτά που ούρλιαζε ο αξιωματικός της Πυροσβεστικής τότε στη Χαλκιδική, θα υπήρχαν σήμερα και θύματα σκοτωμένα εξ ουρανού…

Δεν βρήκα κάποια είδηση για την πυρκαγιά που περιγράφω, δεν θυμάμαι και την ακριβη ημερομηνία, ούτε καν χρονιά δεν θυμάμαι. Βρήκα, όμως3, τι έλεγαν οι εφημερίδες και τα σάιτ για μια άλλη μεγάλη πυρκαγιά στην Κασσάνδρα, αυτη του 2006. Τότε που με έπαιρναν οι φίλοι μου πανικόβλητοι να δουν αν είμαστε καλά. Ευτυχώς εμείς δεν ζούμε ανάμεσα σε πεύκα δίπλα στο κύμα αλλά σε κανονικό χωρίο με ελιές και καΐσια.

http://www.stokokkino.gr/article/1000000000068189/Mnimes-apo-ti-fotia-sti-Xalkidiki-to-2006–I-marturia-enos-aliea

http://www.in.gr/2006/08/22/greece/pyrini-kolasi-stin-kassandra-xalkidikis-me-ena-nekro/

http://www.kathimerini.gr/260756/article/epikairothta/ellada/nyxta-agwnias-apo-tis-fwties-sth-xalkidikh

http://www.ant1news.gr/news/Society/article/139521/kolasi-fotias-sti-xalkidiki

 

10 μέρες, 10 ταινίες (μέρα τρίτη)


Έχει πέσει πολλή δουλειά κι έτσι δεν είναι δυνατόν να το πηγαίνω μια ταινία κάθε μέρα, οπότε θα είναι μια ταινία κάθε όποτε μπορώ. Και μην αναρωτηθεί κανείς «τι δουλειά μας λες καλέ; Δεν έχετε τρεις μήνες διακοπές εσείς οι εκπαιδευτικοί;» διότι αυτή την εποχή «τρέχουν» ακόμα πανελλαδικές κι αυτό σημαίνει πάρα πολλή δουλειά για κάποιους. Τέλος πάντων….

Τρίτη ημέρα λοιπόν και τρίτη ταινία. Ήμουν δεκάξι χρονώμν όταν την είδα, είχε χαρακτηριστεί «Ακατάλληλη δι ανηλίκους κάτω των 17» κι εγώ φόρεσα τακούνια και βάφτηκα ελαφρώς για να μπορέσω να μπω στο «Ράδιο Σίτυ» και να τη δω. Αφού είχα πουλήσει ένα παραμύθι στο μπαμπά για την υπόθεση, έτσι ώστε να προσπεράσω το πρώτο εμπόδιο. Για ποια ταινία μιλάω; Για το έπος του Μπερνάντο Μπερτολούτσι, το «1900», το πρώτο μέρος φυσικά, το δεύτερο το είδα αργότερα αλλά δεν θυμάμαι πότε και που. Η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ και με σόκαρε πάρα πολύ. Για χρόνια είχα ολοζώντανη μπροστά μου τη σκηνή με τον Σάδερλαντ να λιώνει τη γάτα, είχα φρικάρει εντελώς εκείνη τη στιγμή. Είχα όμως σοκαριστεί και με τις ερωτικές σκηνές, στα 16 μου χρόνια δεν είχα δει ποτέ γυμνό άνθρωπο και είχα δει μόνο παθιασμένα φιλιά σε ταινίες, τίποτε περισσότερο. Σας σοκάρει η αθωότητα των 16 μου χρόνων; Άλλα χρόνια τότε και είχα και πολύ αυστηρούς γονείς. Συνέχεια

10 μέρες, 10 ταινές (μέρα δεύτερη)


Αυτές οι μέρες βοηθάνε να σκεφτώ και να γράψω για τις δέκα ταινίες που είδα και δεν τις ξεχνώ. Όλος ο κόσμος βλέπει Mundial, οι άντρες της οικογένειας βλέπουν Mundial αλλά εγώ το βαριέμαι. Βαριέμαι και να χαζεύω χωρίς λόγο στο διαδίκτυο οπότε για να μη σέρνομαι χωρίς λόγο στο σπίτι σαν το φάντασμα, το να σκέφτομαι και να γράφω για ταινίες είναι μια κάποια λύση.

tommy_film_posterΔεύτερη μέρα λοιπόν και το Tommy. Δεν ξέρω αν θεωρείται αριστούργημα, είναι όμως η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά μόνη, χωρίς τους γονείς εννοώ. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 14, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση τότε που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα ταινίες χωρίς λογοκρισία. Κι όταν λέω πήγα σινεμά μόνη μου εννοείται πως είχα μαζί μου και τις μικρότερες αδελφές μου αφού δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από το σπίτι χωρίς να πει η μαμά «να πάρεις και τις μικρές μαζί σου…». Τις πήρα λοιπόν και πήγαμε, δεν θυμάμαι σε ποιον κινηματογράφο, φαντάζομαι σε κάποιον από τους πολλούς που είχε εκείνα τα χρόνια στη γειτονιά μου. Η ταινία με εντυπωσίασε αν και μαθημένη μέχρι τότε σε απλές ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, δεν κατάλαβα τίποτε. Για να μη μιλήσω για το πρήξιμο που έφαγα από τις μικρές που κατάλαβαν επίσης τίποτε αλλά εκείνες το φώναζαν κιόλας και με ζάλιζαν να φύγουμε. Εγώ σαν πιο ψυχαναγκαστική ήθελα να μείνω μέχρι το τέλος να δω που θα καταλήξει όλα αυτό. Τους The Who εννοείται πως δεν τους ήξερα αλλά μου άρεσε η μουσική και βγαίνοντας από την αίθουσα δεν είχα την αίσθηση πως ήταν δυο χαμένες ώρες, αν δεν είχα και το πρήξιμο από τις άλλες δύο θα ήταν ακόμη καλύτερα. Δικαίως βέβαια γκρίνιαζαν οι καημένες, ήταν γύρω στα 12 τότε, τι περίμενα κι εγώ; Ολοκληρωμένη δεν την ξανάδα ποτέ από τότε. Συνέχεια

10 μέρες και 10 ταινίες


mv5bmjrky2vhyzmtzwqyns00oty2lwe5ntatyjlhnmqyyze5mmuxxkeyxkfqcgdeqxvymtqxnzmzndi-_v1_sy1000_cr006611000_al_Στα social media, και κυρίως στο Facebook, πολλές φορές παίζονται διάφορα παιχνίδια – αλυσίδες. Το ξεκινάει κάποιος και δίνει τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο κι αυτός σε κάποιον άλλο και πάει λέγοντας…. Τα παιχνίδια αυτά είναι του τύπου «οι δέκα καλύτερες ταινίες μου», «οι είκοσι ωραιότεροι άντρες μου… (χο χο χο) και πάει λέγοντας. Συνήθως βαριέμαι αλλά αν πρόκειται για βιβλία, μουσικές και ταινίες κάτι με γαργαλάει. Επειδή όμως εκεί συνήθως δεν λες κάτι για τις επιλογές σου, απλώς τις δείχνεις, λέω ν’ αλλάξω τους κανόνες και να το κάνω εδώ, μόνη μου, χωρίς σκυτάλες και αλυσίδες.

Δέκα μέρες λοιπόν και δέκα ταινίες χωρίς αξιολογική σειρά, ημέρα πρώτη:

Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού Aguirre, der Zorn Gottes (original title)

Γερμανική ταινία, σκηνοθεσία Βέρνερ Χέρτζογκ με τους: Κλάους Κίνσκι

Υπόθεση:

16ος αιώνας στις περουβιανές Άνδεις: Μια εξερευνητική αποστολή Ισπανών κονκισταδόρων αναζητά το Ελδοράδο, τη μυθική χώρα χρυσού των Ίνκας. Ο διψασμένος για εξουσία Αγκίρε παρακάμπτει ανωτέρους και ανακηρύσσει εαυτόν αρχηγό του στρατιωτικού αποσπάσματος που κατεβαίνει με σχεδίες τον Αμαζόνιο. Μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον με την πείνα, την εξάντληση, τις αρρώστιες και τα φαρμακερά βέλη των Ινδιάνων να θερίζουν, παράφρων πια, ο Αγκίρε ονειρεύεται εξουσία και μεγαλεία, ονειρεύεται να γράψει ιστορία ως κυρίαρχος του Ελδοράδο και διεξάγει τον ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον θεό και τον κόσμο όλο. Συνέχεια

Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.