Ημερολόγιο εγκλεισμού IV: Βόλτες στα δασάκια δίκην αγέλης


Σκέφτομαι πως malakia goes cloud (που λέμε στο χωριό μου). Απ’ όλους, κυβερνώντες και κυβερνούμενους.
Βγήκα μ’ ένα Β6 νωρίτερα γιατί ένιωσα πως αν δεν κουνήσω λίγο τα πόδια μου σ’ ένα πιο έντονο ρυθμό θα χρειαστώ οσονούπω αντισκωριακό. Το Πεδίο του Άρεως είναι κλειστό εδώ κι ένα μήνα, για να μη συνωστιζόμαστε στα περίπου 280 στρέμματά του, οπότε δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές για μας τους δόλιους κατοίκους του κέντρου. Βόλτα στους δρόμους και για μια πράσινη πινελιά στο δασάκι της Ευελπίδων. Ε λοιπόν… όλος ο κόσμος που δεν μπορεί να πάει πλέον στο Πεδίο του Άρεως ήταν σήμερα μέσα στο δασάκι κι έκοβε βόλτες ή περπατούσε, καθόταν σε παγκάκια, σε πεζούλια ή βραχάκια ή στεκόταν στους δρόμους γύρω από το Πεδίο Άρεως και μέσα στο δασάκι.
undefinedΓια όσους δεν γνωρίζουν την περιοχή, το δασάκι της ΅Ευελπίδων είναι ένα μικρό άλσος -με πεύκα κυρίως- που ανήκει στο Υπ. Γεωργίας και εκτείνεται πίσω και πάνω από τα Δικαστήρια της Ευελπίδων. Μέχρι πριν ένα μήνα εκεί ήταν απλώς ένας σκυλότοπος, ήταν δηλαδή το μέρος που πήγαιναν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών τα σκυλιά τους για βόλτα, τρέξιμο και χέσιμο. Στο, δε, πάνω μέρος του, που είναι και πολύ ανηφορικό δεν ξέρω ποιος μπορεί να πήγαινε, το πολύ πολύ κάποιο άστεγο ζευγαράκι για ένα στα γρήγορα ανάμεσα στις τσουκνίδες. Τώρα περνάει περίοδο δόξας, κοινώς γίνεται ο κακός χαμός. Για να μη πω για την Πλατεία Πρωτομαγιάς που μόλις βγήκα εκεί μ’ έπιασε αγοραφοβία από τα πλήθη που αντίκρισα.
Μεγάλοι και μικροί, σε μικρές ή μεγάλες παρέες συνωστίζονται σε παγκάκια, βραχάκια και πεζούλια. με ποδήλατα, μπάλες και μπύρες. Οι μαμάδες στο ένα πεζούλι/παγκάκι όλες μαζί και τα μικρά στο άλλο παγκάκι/πεζούλι καθισμένα αγκαλιά να χαζεύουν κινητά ή να παίζουν μπάλα ή να κυνηγιούνται, να κοπανιούνται, να κάνουν δηλαδή ό,τι και στα σχολεία τους. Αυτά τα μικρά είναι που θα κρατήσουν αποστάσεις τώρα που θ’ ανοίξουν τα σχολεία; Ποιος τους το έμαθε αυτό; Οι μαμάδες τους που τα έβλεπαν σαν σμάρι και ήταν άνετες και αδιάφορες ή οι μπαμπάδες που έπαιζαν όλοι μαζί ποδόσφαιρο; Κι εμείς θα έχουμε την ευθύνη αυτά τα μικρά να τα προσέχουμε έτσι ώστε να κρατάνε αποστάσεις κι αν πάθουν κάτι να μας το φορτώσουν; Ή θα έχουμε την ευθύνη για τους έφηβους που έπιναν μπύρες ή νερά ή κοκακόλες σε μεγάλες παρέες αγκαλιασμένοι;
Αυτά που είδα με έπεισαν. Οι Έλληνες αποφάσισαν πως θέλουν ανοσία αγέλης και θα την έχουν. Εγώ που δεν θέλω τι φταίω;
Όσο για το κλειστό Πεδίο Άρεως…..ας μη μιλήσω καλύτερα….

Κρανίδι και άλλες ιστορίες


Διαβάζω τα παρασκήνια από το θέμα με τους μολυσμένους μετανάστες/πρόσφυγες από τη δομή στο Κρανίδι και πως οι αξιοπρεπείς νοικοκυραίοι κάτοικοι της περιοχής έχουν κλάσει μέντες διότι είχαν βρει τη χαρά τους να πηδάνε τις γυναίκες της δομής για ένα τάληρο ή δεκάρικο. Τις γυναίκες που μάλλον κόλλησαν κι αυτές, όπως και οι υπόλοιποι της δομής, από εργαζόμενη στο ξενοδοχείο και της οποίας τη μόλυνση έκαναν όλοι γαργάρα. Μου ήρθε λοιπόν στο μυαλό μια παλιά ιστορία

Κάποτε πήρα ένα ταξί από τα ΚΤΕΛ στον Κηφισό. Μαζί μου μπήκε κι ένας χοντρός λιγδιάρης 60ρης. Κάθισε στο μπροστινό κάθισμα και έδωσε εντολή στον οδηγό να τον πάει στο νοσοκομείο Γεννηματά και μάλιστα γρήγορα επειδή είχε ραντεβού με γιατρό. Λίγο μετά που ξεκινήσαμε άρχισε την κουβέντα με τον οδηγό και του έλεγε πως ήταν ναυτικός κι έχει γυρίσει όλο τον κόσμο. Μετά από αυτή την εισαγωγή άρχισε να ρωτάει τον οδηγό που θα βρει «καμιά πουτάνα να πηδήξει«. Τι να πει κι ο οδηγός ο οποίος ήταν μάλλον αλλοδαπός από τους πρώτους που δούλευαν σαν οδηγοί σε ταξί και κάπως σαν να ντράπηκε που άκουσα κι εγώ αυτή την ερώτηση. Του απάντησε λοιπόν πως αυτός δεν ξέρει από τέτοια γιατί δεν ασχολείται. Σιγά μη τον πίστεψε ο λιγδιάρης και του είπε:
«οδηγός ταξί είσαι, όλη την Αθήνα γυρνάς, δεν μπορεί να μη ξέρεις που είναι τα στέκια τους…»
«Μα δεν ξέρω σας λέω…» απαντούσε ο οδηγός και όλο γυρνούσε και με κοιτούσε απελπισμένος. και τότε ο σιχαμένος και ιδρωμένος λιγδιάρης έσκασε το παραμύθι….
«να ξέρεις όμως…» είπε στον οδηγό, «εγώ δεν θέλω ό,τι κι ό,τι. Ψάχνω για καμιά μικρούλα μαυρούλα, μόνο τέτοιες γουστάρω να πηδάω κι έχω πηδήξει πάνω από 14.000 στη ζωή μου… καμιά τέτοια ξέρεις που θα βρω; Μικρή όμως, 12 – 13, όχι μεγαλύτερη…»
Τότε πλέον ο οδηγός γύρισε εντελώς απελπισμένος και με κοίταξε και μου έκανε ένα νόημα τύπου «τι να κάνω δεν μπορώ να του βουλώσω το στόμα…» Ο σκατιάρης απτόητος, συνέχισε να εξηγεί με λεπτομέρειες γιατί του αρέσουν οι μικρές «νεγρούλες» και πως του αρέσει να τις πηδάει. Εγώ είχα φρικάρει και είχα λουφάξει στο πίσω κάθισμα προσπαθώντας πλέον να μην ακούω και θέλοντας να ξεράσω και ο οδηγός συνέχισε να γυρνάει και με κοιτάζει απελπισμένος όσο ο σκατιάρης φτιαχνόταν με τα λόγια του.

Όταν σταματήσαμε για να κατέβω ο σκατιάρης άρχισε να φωνάζει στον οδηγό και να τον ρωτάει γιατί σταμάτησε αφού του είπε πως βιάζεται γιατί τον περιμένει γιατρός στο νοσοκομείο και τότε του είπα εγώ από το πίσω κάθισμα πως εγώ πρέπει να πάω σπίτι μου εκτός αν θέλει να πάμε όλοι μαζί στο νοσοκομείο. Μόνον τότε κατάλαβε πως ήμουν κι εγώ πίσω, δεν με είχε πάρει χαμπάρι. Δεν μάσησε όμως και μου είπε «Ήσουν τόση ώρα εκεί πίσω εσύ; Τα άκουσες όλα ε; δεν πειράζει, να μάθεις πως είναι η ζωή…

‘Σιχάθηκα τη ζωή μου εκείνη τη μέρα, έχουν περάσει κοντά 15 χρόνια από τότε κι ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω τα λιγδιασμένα μαλλιά και την ιδρωμένη λιπαρή φάτσα του που ήθελε να πηδάει παιδιά και το διαλαλούσε.

Πασχαλιά


Νομίζω πως άλλη φορά δεν έχω κάνει Πάσχα στην Αθήνα. Ψέμματα, έκανα μια φορά όταν γεννήθηκε ο Μ., είχαμε Πάσχα ένα μήνα μετά τη γέννησή του και δεν το ρίσκαρα να τον βάλω στο τρένο να ανέβουμε στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική. Το έκανα δυόμιση μήνες μετά που ήταν πλέον μεγάλος (χαχα).
Όλες τις πασχαλιές της ζωής μου από τότε που έφυγα από το σπίτι των γονιών μου τις πέρναγα μαζί τους, στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική όταν μετακόμισαν μόνιμα εκεί. Το Πάσχα είχε κάθε χρονιά τους φίλους μου που πάντα μαζεύονταν σε κάποια αυλή και σούβλιζαν αρνί και πήγαινα και τους έβρισκα μετά το πασχαλιάτικο τραπέζι με τους γονείς μου. Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι φαν του αρνιού και όλων των υπόλοιπων πασχαλινών εδεσμάτων οπότε δεν με ένοιαζε αν θα υπήρχε αρνί όταν έφτανα στην αυλή που έψηναν. Την παρέα ήθελα, όχι το αρνί. Ακόμα κι όταν οι γονείς μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική, πάντα έμενα δυο τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη πριν πάω να τους δω.

Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι….

Το Πάσχα είχε πάντα τη μυρωδιά της Θεσσαλονίκης, της βόλτας στην Παραλία με την κολλητή, τη μυρωδιά από τσουρέκια περνώντας έξω από του Τερκενλή και τη γεύση της λιακάδας όταν σε χτυπάει στα μάτια πίνοντας ατέλειωτους καφέδες στο Majestic. Όταν ήμουν μικρή είχε τη μυρωδιά από τα τσουρέκια που έφτιαχνε η γιαγιά και από το ξύδι που βάζαμε για να βάψουμε τα αυγά τη Μ. Πέμπτη, την Κόκκινη Πέμπτη όπως τη λέγανε. Την περίμενα την Κόκκινη Πέμπτη για να βγω να δέσω ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού, συμβόλιζε το αίμα του Χριστού αλλά στο μυαλό μου συμβόλιζε τα κόκκινα αυγά που βάφαμε εκείνη τη μέρα. Και μετά η μέρα είχε και τα τσουρέκια τα ζύμωνε η γιαγιά κι έβαζε τη ζύμη σε μια μεγάλη λεκάνη τυλιγμένη με κουβέρτες και την άφηνε να φουσκώσει και να γίνει «μανάρι». Κι όσο να φουσκώσει η ζύμη βάφαμε τ’ αυγά. τα στολίζαμε μα διάφορα φύλλα που τα βάζαμε πάνω στο αυγό και τα δέναμε με κομμάτια από παλιές νάιλον κάλτσες. τα ωραιότερα σχέδια τα έδιναν τα φύλλα του μαϊντανού και της τριανταφυλλιάς. Το δικό μου το μυαλό όμως ήταν στη ζύμη. Πόσο βαριόμουν να περιμένω…. Όλα κρυφοκοίταγα σηκώνοντας την κουβέρτα και με μάλωνε η γιαγιά «Μη! Θα ξεφουσκώσει η ζύμη και δεν θα έχει φέτος τσουρέκια, κανόνισε κακομοίρα μου…» Και κάποτε φούσκωνε αυτή η ζύμη κι ερχόταν η ωραία ώρα που θα έπλαθε η γιαγιά τις πλεξούδες και θα μου έδινε και μένα να πλάσω μικρά τσουρεκάκια. Κι έφτιαχνα σπείρες και «βαρκούλες» και γεμίζαμε τις μεγάλες λαμαρίνες που νωρίτερα είχα πάει βιαστική να φέρω από το φούρνο της γειτονιάς με ύφος μικρομέγαλο και πολύ σπουδαίο «μη μου μιλάτε έχω πολλές δουλειές και δεν προλαβαίνω…». Κι αυτές τις λαμαρίνες τις πηγαίναμε γεμάτες με τσουρέκια και στεφάνια και τσουρεκάκια στο φούρνο, τουλάχιστον πέντε λαμαρίνες κάθε Πάσχα, και μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά γιατί όλες οι νοικοκυρές έκαναν το ίδιο. Γύριζαν ψημένα στο σπίτι και ζούσα ένα δράμα διότι έπρεπε να περιμένω το βράδυ του Μ. Σαββάτου για να τα δοκιμάσω. Μας λυπόταν όμως η γιαγιά και μας έδινε να φάμε κρυφά (έτσι νομίζαμε εμείς τα μικρά) ένα τσουρεκάκι που το έτρωγα γεμάτη τύψεις που ο καλός χριστούλης μαρτυρούσε στο σταυρό κι εγώ δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μη δοκιμάσω το τσουρέκι που μου έσπαγε τη μύτη.
Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι…. Φέτος αγόρασα από τη λαϊκή ένα μπουκέτο αλλά ήταν άοσμα τα λουλούδια. Πως τα κατάφεραν κι έφτιαξαν άοσμες πασχαλιές;
Φέτος ο κορωνοτέτοιος μου το χάλασε. Ούτε Θεσσαλονίκη αλλά ούτε και Χαλκιδική. Βόλτες με την κολλητή στην Παραλία γιοκ, όχι καφέδες και κουβέντες, όχι βόλτες στην πασχαλιάτικη αγορά. Γιαυτό κάθισα κι έφτιαξα τσουρέκια, έδεσα κι ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού κι έβαψα και αυγά. Μύρισε το σπίτι μαστίχα και μαχλέπι και μέχρι που νομίζω ότι μύρισαν κάπως και οι πασχαλιές.

Ημερολόγια εγκλεισμού IV: Στη λαϊκή αγορά


Σήμερα επανάληψη της διαδικασίας. Μήνυμα με κωδικό 2 στο 13033, όνομα διεύθυνση και βάζω ρούχα και παπούτσια για να πάω στη λαϊκή αγορά. Νομίζω πως σε λίγο θα ξεχάσω πως είναι να διαλέξεις ρούχα για την ημέρα, να διαλέξεις παπούτσια, να βάλεις άρωμα και κρέμα στο πρόσωπο. Πως είναι να μακιγιαριστείς, έστω ένα κραγιόν βρε αδελφέ. Αν κρατήσει πολύ αυτή η κατάσταση μας βλέπω να πηγαίνουμε στο σούπερ μάρκετ για τα ψώνια της εβδομάδας, ντυμένες και βαμμένες υπερπαραγωγή κι ας μη το κάναμε στην προ καραντίνα ζωή μας ούτε για βραδινή έξοδο.

Σήμερα πάντως το τρεντ της λαϊκής ήταν οι μάσκες. Και οι φόρμες. Και τα νεύρα… ευτυχώς αυτό το τελευταίο όχι απ’ όλους αλλά το βλέπω να επεκτείνεται όσο περνάν οι μέρες. Μια απελπισία μ’ έπιασε, οι πάγκοι αραιά, ο κόσμος λίγος. Οι μισοί μανάβηδες που ψωνίζω απόντες, βλέπετε μόνον οι έμποροι και οι παραγωγοί της περιφέρειας μπορούν να είναι στη λαϊκή. Έτσι ο ντοματάς μου ο Κρητικός δεν μπορεί να έρθει να πουλήσει τις ντομάτες του αφού το ένα κτήμα με τα θερμοκήπια είναι στην Ιεράπετρα και το άλλο στην ορεινή Κορινθία. Δεν ξέρω τι κάνει πλέον με τις ντομάτες του, τις πέταξε; Πουλάει τις κορινθιακές στην Κορινθία; Αυτές όμως είναι υπαίθριες, φθινοπωρινές, λογικά τώρα δεν θα έχει παραγωγή εκεί. Τις άλλες που να τις πουλήσει; Στην Ιεράπετρα που όλοι καλλιεργούν ντομάτες; Αστείο…..

«Φωτιά» οι τιμές στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς

Οι τιμές βέβαια στο θεό, πανάκριβες. Λογικό αφού δεν υπήρχαν παραγωγοί. Η Αττική έχει κηπευτικά δεν έχει πορτοκάλια ούτε αβοκάντο. Οπότε τα πορτοκάλια πανάκριβα, 1,20 το κιλό όταν πριν 2-3 βδομάδες τα έπαιρνες αργά το μεσημέρι με 30 λεπτά. Φώναζε ένας κύριος όλο νεύρα.

  • Αισχροκέρδεια!!!! Που είναι η κυβέρνηση!!! Όχι να ζητάει από μας να κάνουμε καταγγελία, εδώ να έρθει να δει….

Βέβαια ο έμπορος δεν μπορεί να πουλήσει στην τιμή του παραγωγού, περνάει από διάφορα χέρια μέχρι να φτάσει στη λαϊκή το πορτοκάλι κι όλα αυτά τα χέρια θέλουν να βγάλουν το κέρδος τους. Άρα δεν υπήρχε περίπτωση να βρεις πορτοκάλια με 30 λεπτά, take it or leave it κι αυτός είναι ο καπιταλισμός.
Κάποιοι προσπάθησαν να του το πουν, ο κύριος μέσα στα νεύρα δεν άκουγε κανέναν. Νομίζω πως τα ήξερε, δεν χρειαζόταν καμιά εξήγηση. Μάλλον ήθελε να πει τον πόνο του, να βγάλει τα νεύρα του…

Δεν ξέρω αν θα αρρωστήσουμε, αν θα ζήσουμε ή θα έχουμε πεθάνει όταν όλα αυτά θα έχουν τελειώσει. Είμαι σίγουρη όμως πως όταν βγούμε με το καλό -όσοι βγούμε/είτε- θα βρούμε έναν άλλο κόσμο και θα είμαστε κι εμείς άλλοι άνθρωποι. Και σίγουρα πολλοί από μας θα χρειάζονται ψυχίατρο.

Ημερολόγιο εγκλεισμού ΙΙΙ: Θρασίμια στις ουρές


Σάββατο και ετοιμάζω ηρωική έξοδο. Για ψώνια, κωδικός 2 στο κινητό και βγαίνω από το σπίτι. Πρώτα ψαρά και χασάπη και μετά στο σούπερ μάρκετ. Οι δρόμοι τόσο άδειοι δεν είναι ούτε ανήμερα Πάσχα ή Δεκαπενταύγουστο. Στο χασάπη μόνον δύο άτομα μέσα στο μαγαζί και οι υπόλοιποι κάνουν ουρά στο πεζοδρόμιο με απόσταση μεταξύ τους. Στο ταμείο έβαλαν πλεξιγκλάς, τη χρεωστική τη βάζεις εσύ μόνος σου στο μηχάνημα από ένα μικρό άνοιγμα στο πλεξιγκλάς. Ουρές στο χασάπικο, στο μανάβικο, στον ψαρά και στην εταιρεία κινητής, όλα τα υπόλοιπα μαγαζιά κλειστά. Ψωνίζω το κρέας της βδομάδας και το ψάρι για σήμερα και επιστρέφω στο σπίτι. Παπούτσια στο χαλάκι έξω από την πόρτα, καρότσι λαϊκής και ξαναβγαίνω για το σούπερ μάρκετ αφού αναρωτήθηκα πρώτα αν πρέπει να ξαναστείλω μήνυμα στο 13033. Αποφάσισα πως δεν χρειάζεται και ξεκίνησα να στηθώ στην αντίστοιχη ουρά που είναι σχετικά μικρή, είμαι ένατη ή δέκατη. Κάθε φορά που βγαίνω με πιάνει μια ακατανίκητη φαγούρα στο πρόσωπο, μια με τρώει η μύτη μου, μια το φρύδι μου, μια το μέτωπο, το στόμα, τα πάντα. Για να ξεχαστώ βάζω ακουστικά στ΄ αυτιά, ακούω μουσική και παρατηρώ τριγύρω. Εμφανίζεται κυρία γύρω στα 40, καλοντυμένη, καλοχτενισμένη και με άψογο μανικιούρ (αναρωτιέμαι που βρήκε κομμωτήριο και νυχάδικο, οι υπόλοιποι είμαστε με τις φόρμες. Πάει να μπει στο σούπερ μάρκετ τάχα δεν κατάλαβε πως υπάρχει ουρά και της λένε να πάει στο τέλος της ουράς αυτοί που είναι μπροστά. Χαμογελάει κάπως ειρωνικά και πάει προς το τέλος της ουράς. Μετά από λίγο τη βλέπω να έρχεται πάλι στην αρχή και να προσπαθεί να μπει, της ξαναλένε να πάει στη θέση της, κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω και γυρνάει πάλι μπροστά και στήνεται στην πόρτα. Πάλι, και χωρίς να της μιλήσουν άσχημα, της λένε να πάει στη θέση της. Εγώ έχω γίνει πλέον 3η ή 4η και η καλοντυμένη σαραντάρα κυρία τους λέει πως δεν θέλει να μπει αλλά βλέπει κάτι. Και τότε εμφανίζεται στην είσοδο η υπάλληλος με τα χαρτάκια στα χέρια, είναι η σειρά της κυρίας μπροστά από μένα να μπει, η καλοντυμένη αρπάζει ένα χαρτάκι και ορμάει στην πόρτα. Η μπροστινή μου την πιάνει από το χέρι λέγοντας «που πάς; δεν είναι η σειρά σου…» και η καλοντυμένη της σπρώχνει, σπρώχνει και την πόρτα και ορμάει στο μαγαζί. Με όλα αυτά αρχίζει να μου γυρνάει το μάτι, της φωνάζω κι εγώ «που πας; δεν ντρέπεσαι;», γυρνάει και με κοιτάζει με ειρωνικό χαμόγελο και φεύγει. Κι εγώ μουλαρώνω. Παίρνω καρότσι κι αρχίζω να την ψάχνω, τη βρίσκω στο διάδρομο με τα κατεψυγμένα και αρχίζω να της λέω δυνατά να ακούσουν όλοι:
Πρέπει να ντρέπεσαι, δεν είναι συμπεριφορά αυτή. Αν έπρεπε για κάποιο λόγο να περάσεις πρώτη εκτός σειράς ας το ζήταγες ευγενικά. Υπήρχαν γέροι άνθρωποι στη σειρά και περίμεναν υπομονετικά, εσύ ποια νομίζεις πως είσαι;»
Η αντίδρασή της ήταν να χαμογελάσει ειρωνικά για άλλη μια φορά και να κάνει με το χέρι στο στόμα την κίνηση που σημαίνει φερμουάρ, μη μιλάς. Εκεί στ’ αλήθεια θύμωσα άσχημα και άρχισα να μιλάω ακόμα πιο δυνατά και να τη δείχνω σε όλους όσους μαζεύτηκαν γύρω. Άρχισαν κι άλλοι να της λένε πως πρέπει να ντρέπεται αλλά αυτή σταμάτησε να δίνει σημασία διότι πραγματικά δεν ντρεπόταν. Έφυγα, στο διπλανό διάδρομο μια κοπέλα που ήταν πιο πίσω από μένα στην ουρά μου είπε «καλά της έκανες»….
Την είδα πάλι στο ταμείο, είχε μπει για ένα δυο πράγματα. Της ξαναφώναξα πως πρέπει να ντρέπεται που έχει τόσο θράσος, με έγραψε κανονικά και έφυγε.
Όταν πήγα κι εγώ στο ίδιο ταμείο μου είπε η κοπέλα που με ξέρει χρόνια
– Έλα μωρέ, μη δίνεις σημασία…
Της απάντησα πως βαρέθηκα να μη δίνω σημασία, να το παίζω υπεράνω και να κάνουν πάρτι στην πλάτη μου, στην πλάτη μας όλα τα θρασίμια…..

Ημερολόγιο εγκλεισμού ΙΙ:Εξ αποστάσεως εκπαίδευση στου κασίδη το κεφάλι


Και μετά ήρθε ο κορονοϊός που στην αρχή τον υποτιμήσαμε αλλά στο τέλος καταλάβαμε πως μάλλον τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Τα σχολεία έκλεισαν, κλειστήκαμε στο σπίτι μας και στο σχολείο πήγαιναν μόνον οι διευθυντές και υποδιευθυντές κάνοντας στην αρχή τον κόσμο να αναρωτιέται τι δουλειά θα εύρισκαν να κάνουν σε άδεια σχολεία. Εκεί πάνω ήρθε η εξαγγελία της υπουργού Παιδείας. Εξ αποστάσεως εκπαίδευση, γεννηθήτω φως! Και θαμάξαμε όλοι, «κοίτα να δεις κάτι πράγματα που θα γίνουν»!!! και πιο πολύ θάμαξαν οι γονείς που από την πρώτη στιγμή φώναζαν για το «τι θα κάνουν τα παιδιά τους» λες και το σχολείο είναι πάρκινγκ παιδιών.

Οι πιο υποψιασμένοι κατάλαβαν πως άρχισαν τα όργανα διότι οι πιο υποψιασμένοι ήξεραν αυτά που δεν ήξερε η Υπουργός και δεν φρόντισε να μάθει (καλά, αυτή ούτε το ποσοστό του ΑΕΠ για την Παιδεία δεν ήξερε, σιγά μην ήξερε τέτοιες λεπτομέρειες). Τι ήξεραν;

Ασύγχρονη Εκπαίδευση: Στην ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, που είναι και πιο διαδεδομένη, ο εκπαιδευόμενος μαθαίνει όχι μόνο σε διαφορετικό χώρο από τον εκπαιδευτή, αλλά και σε διαφορετικό χρόνο από τη διαδικασία της παράδοσης ή δημιουργίας του μαθήματος.

Το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο είναι η επίσημη πλατφόρμα του Υπουργείο Παδείας. Πάνω της φιλοξενούνται ιστοσελίδες σχολείων και εκπαιδευτικών, το ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο σχολείων και εκπαιδευτικών, blogs σχολείων και εκπαιδευτικών, cloud για ανέβασμα αρχείων, η ηλεκτρονική τάξη «η-Τάξη» που φιλοξενεί τις «η-Τάξεις» διάφορων εκπαιδευτικών που τις χρησιμοποιούσαν επικουρικά του δια ζώσης μαθηματός τους και πολλά πολλά άλλα. Το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο δεν ήταν σχεδιασμένο για να σηκώσει το βάρος της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης όλων των σχολείων της α’βαθμιας και β’βάθμιας εκπαίδευσης της χώρας. Δεν έχει τους σέρβερς και το απαιτούμενο τεχνικό προσωπικό για να υποστηρίξει αυτό το εγχείρημα. Η υπουργός έπρεπε πρώτα να ρωτήσει τους τεχνικούς του υπουργείου που υποστηρίζουν το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο για το πόσο έτοιμο είναι και για το πότε θα μπορεί να σηκώσει το βάρος τόσων χρηστών, πριν κάνει τις εξαγγελίες της.

Αποτέλεσμα: Το ΠΣΔ «γονάτισε» με αποτέλεσμα χιλιάδες μαθητές και εκπαιδευτικοί να ξεροσταλιάζουν στους υπολογιστές τους, οι μεν προσπαθώντας να κάνουν λογαριασμό που θα τους δίνει το δικαίωμα πρόσβασης στα μαθήματα και οι δε για να στήσουν τις τάξεις και τα μαθήματά τους και να «ανεβάσουν» υλικό. Σήμερα, 27-3-2020 το πρόβλημα του ΠΣΔ παραμένει και για τους εκπαιδευτικούς αλλά κυρίως για τους μαθητές.

Σύγχρονη Εκπαίδευση μέσω τηλεδιασκέψεων: Το Υπουργείο, καταλαβαίνοντας πως με τα προβλήματα που υπάρχουν στο ΠΣΔ αποκλείεται να μπορέσουν να γίνουν και τηλεδιασκέψεις για τις οποίες υπάρχει δυνατότητα αλλά όχι με συνθήκες φόρτου του δικτύου, να δώσει το κομμάτι της σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε μια ιδιωτική πολυεθνική που θα παραχωρήσει τις υπηρεσίες της δωρεάν. Χμμμ, χμμμμ…. Το προσπερνάω αυτό και πάμε στα προβλήματα

Εξοπλισμός μαθητών και εκπαιδευτικών.
Εκπαιδευτικοί.
Ναι, ζούμε στο αιώνα της τεχνολογίας, τα περισσότερα σπίτια έχουν έναν υπολογιστή και σύνδεση στο διαδίκτυο αλλά δεν έχουν όλοι, ούτε είναι υποχρεωμένοι να έχουν, εξοπλισμό για εξ αποστάσεως εκπαίδευση από τη στιγμή που το μάθημα γίνεται δια ζώσης στις αίθουσες διδασκαλίας και οι e-classes χρησιμοποιούνται επικουρικά απ’ όσους τις χρησιμοποιούν.
Μαθητές
Πολλοί μαθητές, πολλοί περισσότεροι από τους εκπαιδευτικούς, δεν διαθέτουν σταθερή σύνδεση τηλεφώνου στα σπίτια τους και υπολογιστή. Το υπουργείο λέει πως γίνεται και από κινητό τηλέφωνο αλλά στη σημερινή ενημέρωση είπαν πως δεν προάγουν αυτή την ιδέα διότι τα τηλεφωνικά δίκτυα κινητής τηλεφωνίας θα «γονατίσουν» πολύ πιο εύκολα και αυτο συμφώνησαν με τους παρόχους κινητής. Να μη τα φορτώσουν. Υπέροχα…. Βέβαια σε περιπτωση που δεν υπάρχει εναλλακτική να γίνει  χρήση κινητών τηλεφώνων. Μάθημα μέσω κινητού… Πρέπει να έχει πολύ μεγάλο εσωτερικό κίνητρο ο μαθητής για να το κάνει άρα χάνουμε στο δρόμο αρκετούς. Η συμμετοχή των μαθητών δεν είναι υποχρεωτική άρα όποιος δεν θέλει ή δεν μπορεί απλώς θα μείνει απ’ έξω.

Επιμόρφωση εκπαιδευτικών:
Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε πλατφόρμες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης είναι ανύπαρκτη ως επίσημη διαδικασία του Υπουργείου Παιδείας. Υπήρξαν και υπάρχουν επιμορφωτικές δράσεις που στηρίζονται στον εθελοντισμό και την πρωτοβουλία κάποιων πρώην ΠΛΗΝΕΤ. Οι εκπαιδευτικοί δεν χρειάστηκε ποτέ να μάθουν και κανείς δεν τους προέτρεψε επίσημα να το κάνουν. Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση είναι ένας εναλλακτικός τρόπος εκπαίδευσης, κυρίως για ενήλικες, και χρειάζεται άλλου είδους προσέγγιση από τους εκπαιδευτικούς, πέρα από το τεχνικό κομμάτι που είναι το πιο εύκολο αν παιδευτείς κι έχεις κάποια εξοικείωση με τον κόσμο των υπολογιστών. Ποιος τους το έμαθε αυτό και το ζητάει τώρα, σήμερα αν όχι χτες;

Ύλη
Από τη στιγμή που η συμμετοχή των μαθητών δεν είναι υποχρεωτική επιβάλλεται τα εξ αποστάσεως μαθήματα να έχουν μόνο τη μορφή επανάληψης της ήδη διδαχθείσας ύλης και όχι συνέχισής της διότι δημιουργούνται ζητήματα ίσης μεταχείρισης των μαθητών.

Ημερολόγια εγκλεισμού Ι


Και μας προέκυψε ιός. Πανδημία λένε. Ιός βασιλικός, κορωνάτος και μάγκας. Και ξαφνικά όλοι μέσα στα σπίτια να παίζουμε τις Άννες Φράνκ στην πιο light εκδοχή της. Νταξ δεν κλειστήκαμε από την αρχή. Τις πρώτες μέρες του στην Ευρώπη, όταν άρχισε ο ιός να χτυπάει την Ιταλία σαν να το περιμέναμε ζηλιάρικα να εμφανιστεί κι εδώ. Γιατί δλδ ο ιός της μόδας να χτυπάει δίπλα κι όχι εδώ, εμείς στο πηγάδι κατουρήσαμε; Πάλι χεσμλενοι εμεις οι Βαλκάνιοι; Και μας χτύπησε την πόρτα ο κορωνάτος και ήταν απόκριες κι εμείς νομίσαμε πως ήταν ο κολλητός μας ντυμένος αποκριάτικα που ήρθε για το πάρτι. Στη Βενετία απαγορεύτηκε το Καρναβάλι, το απαγόρευσε κι εδώ ο Κικίλιας με έναν πανικό στο μάτι αλλά του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει, οπότε το Καρναβάλι στην Ελλάδα γιορτάστηκε με μιαν επαναστατικότητα. Κι αφού γιορτάσαμε, πετάξαμε και αετό αρχίσαμε να φοβόμαστε….. Ήταν που έσκασε και το πρώτο κρούσμα στην Ελλάδα λίγο πριν τις Απόκριες αλλά δεν πολυδώσαμε σημασία, μια σχεδιάστρια μόδας από τη Θεσσαλονίκη που έτρεχε στις Εβδομάδες Μόδας στο Μιλάνο και κάτι πλούσιοι από το Κολλέγιο. Μετά όμως άρχισαν να σκάνε κρούσματα όχι σε σχεδιάστριες μόδας που ήταν στην Ιταλία αλλά σε ολόκληρα ΚΑΠΗ που είχαν πάει βόλτα στους Άγιους Τόπους. Πολύ της μόδας ο Θρησκευτικός Τουρισμός, τον έβαλαν και ειδικότητα στα ΙΕΚ. Επέστρεψαν που λέτε οι μπαρμπάδες και άρχισαν να πέφτουν σαν τις μύγες. Ο πρώτος εμφανίστηκε στην Ηλεία κι αυτός ήταν και ο πρώτος νεκρός τελικά αλλά δεν ήταν τόσο μεγάλος. Κι από πίσω να και η γυναίκα του, να και το υπόλοιπο γκρουπ να και ο παπάς που τους πήγε την αγιασμένη βόλτα. Ο παπάς, δε, άρχοντας. με πυρετό, βήχα και μύξες έκοβε βόλτες, έδινε συνεντεύξεις και έκανε λειτουργίες και Κοινωνίες. Μεγαλεία…. Και μετά ακόμα ένα γκρουπ από αγία βόλτα, κι άλλο κι άλλο…. Τα γερόντια έξαλα μιλούσαν στις κάμερες που τους περίμεναν σε σταθμούς και αεροδρόμια. «δεν φέρνουμε κανέναν κορωνιό¨», έλεγε η γραία τσαντισμένη, «ευλογία φέρνουμε». Φέρανε την ευλογία, μπήκε όμως κι ο ιός λαθρομετανάστης στη βαλίτσα της γραίας και να στη Δυτική Μακεδονία ο κακός χαμός. Νταξ, δεν ήταν μόνον οι άγιες εκδρομές έφταιγε και η γούνα που πήγαν να πουλήσουν οι γουναράδες της Καστοριάς στα παζάρια της Μόδας.

Μετά απ’ όλα αυτά αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως μάλλον κάτι συμβαίνει, κάτι πιο σοβαρό από μια γριπούλα. Όχι όλοι κι όχι αμέσως. Το επόμενο βήμα ήταν τα σχολεία, χώρος ταμάμ για διασπορά ιών, έκλεισαν τα πρώτα λόγω κρούσματος είτε στο ίδιο το σχολείο είτε στο περιβάλλον κάποιου μέλους της σχολικής κοινότητας. Κάθε μέρα μεγάλωνε η λίστα των κλειστών σχολείων, κάθε μέρα μεγάλωνε η αγωνία στη σχολική κοινότητα. Οι μαθητές δεν το συζητώ, μέσα στην τρελή χαρά, περίμεναν να κλείσουν τα σχολεία να κάνουν έξτρα διακοπές. Μόνο όταν τους έλεγα πως θα κάνουν μάθημα τον Ιούλιο το σκέφτονταν. Ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς άλλοι φοβόταν περισσότερο κι άλλοι λιγότερο και υπήρχαν ακόμη κάποιοι που μιλούσαν για γριπούλα. Κάποια στιγμή ανακοινώθηκε. Τα σχολεία κλείνουν και μετά ο πρώτος νεκρός που όλως τυχαίως ήταν συνταξιούχος εκπαιδευτικός.

Γαμώ τα Υπουργεία μου


Αποτέλεσμα εικόνας για πανεπιστήμιαΠιστεύω πως το μεγάλο σκάνδαλο δεν είναι, στην ουσία του, πως η Κεραμιδαρέως αναγνώρισε τα αμφιβόλου ποιότητας ιδιωτικά κολέγια/πανεπιστήμια που υπάρχουν στην Ελλάδα, παρακάμπτοντας το Άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος. Το σκάνδαλο είναι πως το έκανε σαν μέτοχός τους, σαν μάνατζερ ή ατζέντης τους. Θέλεις μανδάμ να το κάνεις; Κάντο στην τελική αλλά με ίσους όρους με τα δημόσια Πανεπιστήμια αλλιώς λειτουργείς σαν ατζέντης των κολεγιάδων. Όχι κυρά μου, δεν μπορείς να βάζεις στο δημόσιο πανεπιστήμιο, που ακόμα δεν έχει δίδακτρα, εκατό εμπόδια και βάσεις του 10 για την πρόσβαση αλλά και κατά τη διάρκεια της φοίτησης (μη ξεχνάμε το ν + 2) αλλά επιτρέπεις να φοιτήσει οποιοσδήποτε στο ιδιωτικό, ελεύθερα και χωρίς κανένα εμπόδιο, αρκεί να έχει τα φράγκα και να αναγνωρίζεται μετά σαν ισότιμος με τον απόφοιτο του δημόσιου. Θέλετε βάση του 10 και ν+2 στο δημόσιο πανεπιστήμιο; Μαγκιά σας, αλλά βάλτε τη βάση του 10 και το ν+2 και στα ιδιωτικά κολέγια που θέλω να δω κάτι. Και μην ακούσω βλακείες περί Ευρώπης και Αμερικής και μπούρδες. Σε όλα τα σοβαρά πανεπιστήμια όπου γης, με το βαθμό σου σε παίρνουν, σε ΔΙΑΛΕΓΟΥΝ ανάλογα με το βαθμό σου, δεν πας όπου γουστάρεις ακόμα κι αν έχεις φράγκα.

Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να έχουμε για Υπουργό κάποιον Νομικό σπουδαγμένο στο Χάρβαρντ. Μάλλον εκεί στα Χάρβαρντ τους μαθαίνουν πως να κάνεις μεγάλες λοβιτούρες, όχι λουμπινιές της πλάκας.
Διορθώστε με αν κάνω λάθος διότι νομικά δεν ξέρω αλλά έχω την απλή λογική των μαθηματικών. Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος του κράτους, σωστά; Άρα κανείς νόμος δεν μπορεί να αντιβαίνει στα άρθρα του Συντάγματος. Για παράδειγμα, το Σύνταγμα μιλάει για ανεξιθρησκεία, δεν μπορεί να υπάρχει νόμος που ορίζει πως όλοι οι μη Ορθόδοξοι θα φυλακίζονται -κι ας ψηφιστεί ομόφωνα και από τους 300 της Βουλής- διότι αντιβαίνει σε άρθρο του Συντάγματος, σωστά; Θέλει λοιπόν να είσαι επιστήμων της λοβιτούρας για να ψηφίσεις νόμο που αντιβαίνει σε άρθρο του Συντάγματος πράγμα που έκανε η Χαρβαρντιώτισσα υπουργός μας. Πως το έκανε αυτό; Έχω καταλήξει στο εξής.

Ανακατεύοντας και μπερδεύοντας τεχνηέντως τα Επαγγελματικά δικαιώματα με τα Ακαδημαϊκά δικαιώματα. Διότι ένα πράγμα είναι το ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ δικαίωμα και εντελώς διαφορετικό πράγμα είναι το ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ δικαίωμα. Έτσι λοιπόν η Κεραμίδα που μας κάθισε στο κεφάλι, φωνάζει για επαγγελματικά δικαιώματα των απόφοιτων ΙΕΚ-Κολεγίων (γιατί πανεπιστήμια δεν τα λες) τα οποία ήταν ήδη αναγνωρισμένα ΑΛΛΑ για να διοριστείς σε σχολείο να δουλέψεις σαν εκπαιδευτικός ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ και ακαδημαϊκό δικαίωμα κι εδώ έρχεται το άρθρο 16 του Συντάγματος που απαγορεύει σε να δίνονται ακαδημαϊκά δικαιώματα από εκπαιδευτικούς οργανισμούς εκτός των δημόσιων Πανεπιστημίων. Για να δουλέψεις σαν εκπαιδευτικός απαιτείται ακαδημαϊκό δικαίωμα και επαγγελματικό δικαίωμα που παλιά το αποκτούσες είτε φοιτώντας σε -λεγόμενη- καθηγητική σχολή είτε φοιτώντας επιπλέον στην τότε ΣΕΛΕΤΕ τώρα ΑΣΠΑΙΤΕ για απόκτηση Παιδαγωγικής επάρκειας. Τώρα ακόμα και στις καθηγητικές σχολές είναι υποχρεωτικό να κάνεις μαθήματα Παιδαγωγικών και Διδακτικής του αντικειμένου σου, οι δε υπόλοιποι χωρίς ΑΣΠΑΙΤΕ σχολεία δεν βλέπουν.
Κι έρχεται η Υπουργός παίζοντας το εδώ δικαίωμα, εκεί δικαίωμα που είναι το δικαίωμα και θέλει να στείλει στα σχολεία ανθρώπους που μπορεί να φοίτησαν σε καλά κολέγια, να ήταν και καλοί σπουδαστές αλλά ΔΕΝ έχουν ούτε το ακαδημαϊκό δικαίωμα -διότι το απαγορεύει το Σύνταγμα, τι να κάνουμε τώρα;- αλλά ούτε και το επαγγελματικό όπως απαιτείται από όλους όσους έχουν το ακαδημαϊκό!!! Και μάλιστα απειλούν ήδη με προσφυγές διότι δεν πρόκαμαν να μπουν στη Προκήρυξη που τρέχει για διορισμό.
Αυτό όλο το πράγμα «στέκεται» δλδ νομικά; Θα μου πεις και τι; Θα το πας στο ΣτΕ; Ας γελάσω δυνατά…..

Και κάτι τελευταίο. Για να μπορεί ένας Εκπαιδευτικός Οργανισμός να αποκαλείται Πανεπιστήμιο πρέπει να κάνει Επιστημονική Έρευνα, δεν νοείται πανεπιστήμιο χωρίς Έρευνα. Επίσης οι διδάσκοντες σ’ αυτό πρέπει να πληρούν κάποιους όρους και να έχουν συγκεκριμένα τυπικά προσόντα στα οποία περιλαμβάνεται ένα διδακτορικό. Πείτε ένα από τα κολέγια που λειτουργούν στην Ελλάδα στο οποίο να γίνεται επιστημονική Έρευνα και το διδακτικό του προσωπικό να έχει αντίστοιχες βαθμίδες με τα Πανεπιστήμια και αντίστοιχα τυπικά προσόντα.

Ένα βρείτε μου. Κι όλα αυτά τα πρώην ιδιωτικά ΙΕΚ, όλους αυτούς τους Ξυνήδες τους βαφτίσαμε Πανεπιστήμια εν μία νυκτί.

Ανεμολόγιο


Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Fuente Ovejuna


Τη χρονιά 1976-77 ανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του ΚΘΒΕ η παράσταση «Φουέντε Οβεχούνα». Εκείνη τη χρονιά εγώ ήμουν στη Β’ Λυκείου, μόλις είχε γίνει η αλλαγή από εξατάξιο γυμνάσιο σε τριτάξιο Γυμνάσιο και τριτάξιο Λύκειο. Κάθε χρόνο παρακολουθούσα μία ή δύο παραστάσεις του ΚΘΒΕ. Δεν θυμάμαι ποια παράσταση παρακολούθησα εκείνη τη χρονιά, αν ψάξω τα προγράμματα που ακόμα κάπου έχω κρατημένα θα το βρω. Το σίγουρο είναι πως δεν παρακολούθησα το έργο του Λόπε δε Βέγα που ανέβηκε εκείνη τη χρονιά σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Δεν θυμάμαι με τι κριτήρια είχα επιλέξει τότε ποιες παραστάσεις θα δω και γιατί δεν διάλεξα αυτή τη συγκεκριμένη. Το θέμα είναι πως το μετάνιωσα κάποια στιγμή αργότερα όταν ανακάλυψα τη μουσική της παράστασης και όταν κατάλαβα πως όλο αυτό γινόταν ζωντανά επί σκηνής. Η Μαρία Δημητριάδη τραγουδούσε εκεί, επί σκηνής, τα τραγούδια της παράστασης. Κόντεψα να σκάσω διότι αγάπησα τα τραγούδια και με μίσησα που ενώ τα είχα για μια ολόκληρη θεατρική περίοδο στα πόδια μου, τα έχασα σαν βλάκας.

Εκείνα τα χρόνια της επαναστατημένης νιότης το αγαπημένο μου τραγούδι ήταν «η μπαλάντα του ξεσηκωμού»

Αργότερα που ηρέμησε κάπως η επαναστατημένη μου διάθεση, και μέχρι τώρα, αγαπάω πολύ τη «μπαλάντα της νύχτας».

Καληνύχτα κύριε Θάνο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα σου…..

Joker


Αποτέλεσμα εικόνας για Joaquin PhoenixΑνάποδος χρόνος-δεκατρείς μήνες, κάβουρα και Μάρτη. Έτσι με αποκαλούσε πάντα η μάνα μου όταν δεν με αποκαλούσε ευθέως στριμμένη. Όλα ανάποδα τα κάνεις, έτσι έλεγε. Σήμερα λοιπόν, μέρα που όλοι γράφουν αποψάρες για το silly walk της Φιλαδέλφειας και την παρέλαση με φανέλες του Ολυμπιακού και τις παρελάσεις γενικώς, εγώ γαργαλιέμαι να γράψω γνώμη για την ταινία. Τώρα που έκατσε ο κουρνιαχτός από το ντου της αστυνομίας σε κινηματογράφους και της ηλίθιας απαγόρευσης της ταινίας για τους κάτω των 18 έφηβους.

Έχει μερικές μέρες που την είδα, περίμενα να μειωθεί ο κόσμος γιατί βαριέμαι να περιμένω σε ουρές για εισιτήρια και να προσπαθώ να δω ταινία ανάμεσα σε κεφάλια και στριμωγμένη σε άβολη στάση. Μπήκα στην αίθουσα έχοντας διαβάσει -θέλοντας και μη- δεκάδες λέξεις που αφορούσαν την ταινία. Αναλύσεις, απόψεις και αποψάρες. Μου έκαναν εντύπωση οι αναλύσεις που τη βρήκαν μαρξιστική, επαναστατική κλπ κλπ. Και που αυτή η επαναστατικότητα και η «μαρξιστικότητα» ήταν η αιτία για το ντου στους κινηματογράφους έτσι ώστε να μη μολυνθούν οι πιτσιρικάδες από το μικρόβιο της Επανάστασης. Η απορία μου ήταν πως διάολο δεν το κατάλαβε αυτό το Χόλιγουντ και χρηματοδότησε μια ταινία που θα ήταν βόμβα στα θεμέλιά του. Πάμε λοιπόν, αρχίζει η αποψάρα.

Καταρχάς ο πρωταγωνιστής. Ο  Joaquin Phoenix αξίζει όλα τα Όσκαρ και μερικά ακόμη. Απίστευτη ερμηνεία, δεν ξέρω πως μπορεί κάποιος να υποδυθεί αυτό το ρόλο και να και να ξαναγίνει αυτό που ήταν πριν τη συνάντησή του μαζί του. Κι ένα ακόμη respect στον  Joaquin Phoenix που έκανε καριέρα στο Χόλιγουντ με στραβά δόντια. Πάμε τώρα στην ταινία. Η βία…. σιγά τη βία. Πιο πολλή βία υπάρχει σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές τύπου CSI και Criminal Minds, σειρές που προβάλλονται σε prime time στα ελληνικά κανάλια. Η βία της ταινίας, ‘όπου υπήρχε, υπηρετούσε το story δεν υπήρχε εκεί αψυχολόγητα. Η ταινία είχε ατμόσφαιρα, ήταν σκοτεινή και βαριά. Στο πρώτο μισάωρο την ένιωθα να μου πλακώνει το στήθος. Ζούσαμε με dolby surround μια πραγματικότητα που ξέρουμε πως υπάρχει εκεί, έξω από το δικό μας μικρόκοσμο, αλλά που δεν τη βιώνουμε εμείς οι ίδιοι στο πετσί μας. Κι αυτή η πραγματικότητα είναι και βαριά και ζόρικη κι έχει πολλή βία. Το Joker όμως δεν είναι η πρώτη ταινία που τη δείχνει, ούτε θα είναι η τελευταία. Θυμάμαι τη σκοτεινιά και την no future αίσθηση που απέπνεε το Requiem for a Dream . Προσπαθώ να καταλάβω που διάολο βρήκαν την επαναστατικότητα και τη «μαρξιστικότητα» της ταινίας. Προφανώς αν ο θεατής είναι αριστερός θα αναλύσει τη ζωή του ήρωα με βάση την κοσμοθεωρία του, προφανώς ο καπιταλισμός φτιάχνει κοινωνίες άδικες με ταξικούς διαχωρισμούς, προφανώς ο ήρωας βιώνει όσα βιώνει όχι επειδή είναι το κισμέτ του αλλά επειδή ανήκει σε μια τάξη που δεν είναι καν εργατική η χαμηλή, είναι μια τάξη πολύ κοντά στο να τη χαρακτηρίσεις λούμπεν. Κι αν θυμάμαι καλά από τα νεανικά μου διαβάσματα οι λούμπεν δεν ξεκίνησαν ποτέ καμία επανάσταση. Ο Άρθρουρ δεν θέλει να κάνει επανάσταση ή να ηγηθεί μιας επανάστασης. Εκδίκηση θέλει να πάρει για όλες τις αδικίες που έχει βιώσει ακριβώς επειδή ανήκει στην τάξη που ανήκει. Κι εκδίκηση παίρνει, τίποτε άλλο. Κι ενώ μέχρι πριν το τέλος της ταινίας ήμουν σίγουρη πως θα βγω και θα έχω δει μια πολύ καλή ταινία με εξαιρετική ατμόσφαιρα, εκεί λίγο πριν το τέλος νευρίασα με την αψυχολόγητη σκηνή της ντεμέκ επανάστασης των ανθρώπων που βάζουν φωτιές και σπάνε. Μάγκες, δεν ήταν επανάσταση αυτό, εκτόνωση ήταν και το έχουμε δει πολλές φορές αυτό το έργο. Καμία κυβέρνηση δεν φοβάται μπας και την ανατρέψουν «φρικιά» που εκτονώνονται ανακηρύσσοντας ηγέτη τους έναν ψυχασθενή, όσο κι αν η ψυχασθένειά του είναι αποτέλεσμα της ταξικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Πραγματικά πιστεύω πως η ταινία δεν θα έχανε τίποτε χωρίς αυτή την ανόητη σκηνή και φυσικά γελάω με την ιδέα πως αυτή η ταινία θα μπορούσε να ξεσηκώσει τους έφηβους να ανατρέψουν το σύστημα. Πιο εύκολα ενέπνευσαν, τελικά, οι Monty Python σε ανυπακοή παρά ο Joker.

«1900-Novecento»


Ήταν 1977, ήμουν 16 ετών. Τρία χρόνια μετά την πτώση της χούντας και ήρθε στη Θεσσαλονίκη σε πρώτη προβολή αυτή η ταινία. Δεν θυμάμαι αν ήταν η πρώτη, η δεύτερη ή η τρίτη ενήλικη ταινία της ζωής μου, εγώ πάντως ήμουν ακόμη ανήλικη και έπρεπε να εφευρίσκω κόλπα για να μπω σε ταινία «Ακατάλληλη δι ανηλίκους κάτω των 17 ετών». Έπρεπε επίσης να εφευρίσκω κι ένα αποδεκτό story της ταινίας για να μου επιτραπεί να πάω μόνη μου να τη δω. Οι φίλες μου έλεγαν πως έπρεπε να τη δούμε, διάβασα την υπόθεση, είπα μια διασκευασμένη εκδοχή της στους γονείς μου και πήρα άδεια. Έπρεπε όμως να περάσω και για «άνω των 17 ετών», ήμουν ψηλή αλλά δεν έφτανε αυτό, στους κινηματογράφους της εποχής υπήρχε face control. Αν δεν έπειθες για ενήλικας δεν έμπαινες παρά μόνον αν είχες μπάρμπα τον σινεματζή. Έβαλά λοιπόν τακούνια και, στα κρυφά, λίγη σκιά στα μάτια και υπέθεσα πως έτσι μεγαλοδείχνω. Μάλλον καραγκιοζοέδειχνα αλλά τέλος πάντων…. Μ’ άφησαν να μπω και την είδα. Και μου έμεινε αξέχαστη.

Η οθόνη γέμισε κόκκινα λάβαρα, σε μια χώρα που το «κόκκινο» ήταν απαγορευμένο μέχρι πριν λίγα χρόνια. Ειχε σκηνές σεξ που με σόκαραν, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε παντού και διάχυτο το σεξ. Άντε να βλέπαμε το πολύ κανένα παθιασμένο φιλί σε ταινίες, άντε και καμιά υποψία βυζιού. Κοκκίνιζα και πρασίνιζα και έκλεινα τα μάτια μου κι από την άλλη ντρεπόμουν μη τυχόν με δει κάποιος και γελάσει μαζί μου, που ήθελα να περνιέμαι για ενήλικη με τη σκιά και τα τακούνια. Ίσα είχα αρχίσει να μαθαίνω έννοιες όπως σοσιαλισμός, κομμουνισμός, επανάσταση, φασισμός και η ταινία τα είχε όλα. Είχε κι εκείνη τη σκηνή στο τέλος με τον Σάδερλαντ να σκοτώνει το γατάκι με τόσο βίαιο τρόπο…. Τελικό σοκ ήταν αυτό. 

Βγήκα σοκαρισμένη και συνεπαρμένη. Για ένα ήμουν σίγουρη βγαίνοντας, εγώ δεν μπορώ να είμαι με τους «μαύρους», θα είμαι πάντα με τους «κόκκινους».

Το δεύτερο μέρος το είδα αρκετά χρόνια μετά. Την ξανάδα ολόκληρη μια δυο φορές ακόμα κι εξακολουθεί να με συνεπαίρνει.

Buon viaggio Bernardo Bertolucci

Πάλι πέφτω από τα σύννεφα….


foi-708Δεν είναι φρέσκο νέο πως στα Πανεπιστήμια υπάρχουν υπόγειες συναλλαγές με διάφορα αντίτιμα, φράγκα, ψήφους ή κανένα πηδηματάκι στα γρήγορα. Από τα δικά μου τα χρόνια το θυμάμαι.
Το «σοκαριστικό» γεγονός (αν και τίποτε πλέον δεν είναι σοκαριστικό) είναι όσα δήλωσε πριν λίγο στην ΕΡΤ, με σοκαριστική ειλικρίνια αν όχι αφέλεια, ο εκπρόσωπος των φοιτητών του ΤΕΙ Σερρών.
Απαντώντας στην ερώτηση γιατί τόσα χρόνια δεν έλεγαν κάτι ενώ το ήξερε ολόκληρη η πόλη, είπε με λίγα λόγια πως «πιο παλιά ο κόσμος είχε λεφτά να πληρώνει οπότε όλα καλά και όλοι βολεύονταν ενώ τώρα με την κρίση έσφιξαν τα πράγματα και δεν μπορούν πλέον να τα ακουμπάνε κι έτσι ήρθαν και οι καταγγελίες…»
Καταλάβατε καλοί μου άνθρωποι;
ΚΩΛΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ΛΕΦΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ

Έγκωσα…..


Κάποτε στη Χαλκιδική.
Ήταν αρχές του ’90 τότε που οι γονείς μου αποφάσισαν να αφήσουν την πόλη και μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική. Ήταν καλοκαίρι και πήγα μερικές μέρες να τους δω, όπως κάθε καλοκαίρι από τότε που έφυγα. Ζέστη και αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο. Βρεθήκαμε στην Ακτή Καλογριάς, δεν ήταν τόσο διάσημη εκείνα τα χρόνια. Φτάσαμε πρωί και λίγο αργότερα μυρίσαμε καπνό. Μέχρι να το καταλάβουμε καιγόταν το βουνό πάνω από το δρόμο. Έφτασε ένα όχημα της Πυροσβεστικής και έκαναν ό,τι μπορούσαν, στην παραλία λίγα μέτρα παρακάτω από το όχημα η ζωή συνεχιζόταν. Κάναμε το μπάνιο μας ρίχνοντας ματιές στο βουνό, ρώτησα το μπαμπά μήπως έπρεπε να φύγουμε και μου είπε πως όπως και να έχει το πράγμα και αφού δεν ξέραμε τι γινόταν πιο πέρα, θα ήταν καλύτερα να μείνουμε δίπλα στη θάλασσα. Μετά από κάποιο διάστημα εμφανίστηκε ένα σινούκ πάνω από τη παραλία το οποίο προσγειώθηκε λίγο πιο πέρα με αποτέλεσμα να μας πάρει όλους ο διάβολος. Καρέκλες, ομπρέλες και άνθρωποι βρέθηκαν στο νερό από τον αέρα που σήκωναν οι έλικες. Ούτε που το είχαμε σκεφτεί πως θα γίνει έτσι, σαν τους χαζούς χαιρετούσαμε τους ανθρώπους που βλέπαμε μέσα στο σινούκ την ώρα που ήταν πάνω από το κεφάλι μας. Από το σινούκ κατέβηκε μια ομάδα δασοπυροσβεστών οι οποίοι αμέσως πήραν το δρόμο για το βουνό. Μ’ έτρωγε η περιέργεια κι έτσι πήγα δίπλα στο όχημα της πυροσβεστικής (με το μαγιό, κράξτε ελεύθερα…) και χάζευα το τι γινόταν. Μπορεί να μην υπήρχε άμεσος κίνδυνος αλλά όσο να πεις ήταν κάπως άγριο να καίγεται το βουνό στα 50 μέτρα από το νερό της θάλασσας. Εκεί που καθόμουν και παρακολουθούσα πως γινόταν η δουλειά και τι εντολές έδινε ο αξιωματικός σκάνε μύτη αεροπλάνα πυροσβεστικά. Ωραία σκέφτηκα, ήρθε το ιππικό να σώσει το βουνό! Και ξαφνικά βλέπω τον αξιωματικο να ουρλιάζει στον ασύρματο να φύγουν τα αεροπλάνα και παθαίνω κοκομπλόκο, νόμισα πως τρελάθηκε. Ξέρετε τι ούρλιαζε ο άνθρωπος και μάλλον είχε δίκιο;
«Τι στέλνετε ΚΑΙ αεροπλάνα ΚΑΙ δασοπυροσβέστες; Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι στο βουνό, θέλετε να τους σκοτώσετε;»
Λογικό, τόσοι τόνοι νερό από ψηλά θα τους σκότωναν τους καημένους τους δασοπυροσβέστες. Ευτυχώς τα αεροπλάνα δεν έριξαν νερό, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Η φωτιά δεν έφτασε στη θάλασσα και δεν θυμάμαι να υπήρξαν νεκροί ούτε θυμάμαι τι ώρα και πως επιστρέψαμε στη βάση μας.
Γιατί το θυμήθηκα; Επειδή άκουσα κάποιους να κατηγορούν τα αεροπλάνα που δεν έριξαν νερό στο Μάτι. Αν ισχύουν αυτά που ούρλιαζε ο αξιωματικός της Πυροσβεστικής τότε στη Χαλκιδική, θα υπήρχαν σήμερα και θύματα σκοτωμένα εξ ουρανού…

Δεν βρήκα κάποια είδηση για την πυρκαγιά που περιγράφω, δεν θυμάμαι και την ακριβη ημερομηνία, ούτε καν χρονιά δεν θυμάμαι. Βρήκα, όμως3, τι έλεγαν οι εφημερίδες και τα σάιτ για μια άλλη μεγάλη πυρκαγιά στην Κασσάνδρα, αυτη του 2006. Τότε που με έπαιρναν οι φίλοι μου πανικόβλητοι να δουν αν είμαστε καλά. Ευτυχώς εμείς δεν ζούμε ανάμεσα σε πεύκα δίπλα στο κύμα αλλά σε κανονικό χωρίο με ελιές και καΐσια.

http://www.stokokkino.gr/article/1000000000068189/Mnimes-apo-ti-fotia-sti-Xalkidiki-to-2006–I-marturia-enos-aliea

http://www.in.gr/2006/08/22/greece/pyrini-kolasi-stin-kassandra-xalkidikis-me-ena-nekro/

http://www.kathimerini.gr/260756/article/epikairothta/ellada/nyxta-agwnias-apo-tis-fwties-sth-xalkidikh

http://www.ant1news.gr/news/Society/article/139521/kolasi-fotias-sti-xalkidiki

 

10 μέρες, 10 ταινίες (μέρα τρίτη)


Έχει πέσει πολλή δουλειά κι έτσι δεν είναι δυνατόν να το πηγαίνω μια ταινία κάθε μέρα, οπότε θα είναι μια ταινία κάθε όποτε μπορώ. Και μην αναρωτηθεί κανείς «τι δουλειά μας λες καλέ; Δεν έχετε τρεις μήνες διακοπές εσείς οι εκπαιδευτικοί;» διότι αυτή την εποχή «τρέχουν» ακόμα πανελλαδικές κι αυτό σημαίνει πάρα πολλή δουλειά για κάποιους. Τέλος πάντων….

Τρίτη ημέρα λοιπόν και τρίτη ταινία. Ήμουν δεκάξι χρονώμν όταν την είδα, είχε χαρακτηριστεί «Ακατάλληλη δι ανηλίκους κάτω των 17» κι εγώ φόρεσα τακούνια και βάφτηκα ελαφρώς για να μπορέσω να μπω στο «Ράδιο Σίτυ» και να τη δω. Αφού είχα πουλήσει ένα παραμύθι στο μπαμπά για την υπόθεση, έτσι ώστε να προσπεράσω το πρώτο εμπόδιο. Για ποια ταινία μιλάω; Για το έπος του Μπερνάντο Μπερτολούτσι, το «1900», το πρώτο μέρος φυσικά, το δεύτερο το είδα αργότερα αλλά δεν θυμάμαι πότε και που. Η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ και με σόκαρε πάρα πολύ. Για χρόνια είχα ολοζώντανη μπροστά μου τη σκηνή με τον Σάδερλαντ να λιώνει τη γάτα, είχα φρικάρει εντελώς εκείνη τη στιγμή. Είχα όμως σοκαριστεί και με τις ερωτικές σκηνές, στα 16 μου χρόνια δεν είχα δει ποτέ γυμνό άνθρωπο και είχα δει μόνο παθιασμένα φιλιά σε ταινίες, τίποτε περισσότερο. Σας σοκάρει η αθωότητα των 16 μου χρόνων; Άλλα χρόνια τότε και είχα και πολύ αυστηρούς γονείς. Συνέχεια

10 μέρες, 10 ταινές (μέρα δεύτερη)


Αυτές οι μέρες βοηθάνε να σκεφτώ και να γράψω για τις δέκα ταινίες που είδα και δεν τις ξεχνώ. Όλος ο κόσμος βλέπει Mundial, οι άντρες της οικογένειας βλέπουν Mundial αλλά εγώ το βαριέμαι. Βαριέμαι και να χαζεύω χωρίς λόγο στο διαδίκτυο οπότε για να μη σέρνομαι χωρίς λόγο στο σπίτι σαν το φάντασμα, το να σκέφτομαι και να γράφω για ταινίες είναι μια κάποια λύση.

tommy_film_posterΔεύτερη μέρα λοιπόν και το Tommy. Δεν ξέρω αν θεωρείται αριστούργημα, είναι όμως η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά μόνη, χωρίς τους γονείς εννοώ. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 14, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση τότε που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα ταινίες χωρίς λογοκρισία. Κι όταν λέω πήγα σινεμά μόνη μου εννοείται πως είχα μαζί μου και τις μικρότερες αδελφές μου αφού δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από το σπίτι χωρίς να πει η μαμά «να πάρεις και τις μικρές μαζί σου…». Τις πήρα λοιπόν και πήγαμε, δεν θυμάμαι σε ποιον κινηματογράφο, φαντάζομαι σε κάποιον από τους πολλούς που είχε εκείνα τα χρόνια στη γειτονιά μου. Η ταινία με εντυπωσίασε αν και μαθημένη μέχρι τότε σε απλές ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, δεν κατάλαβα τίποτε. Για να μη μιλήσω για το πρήξιμο που έφαγα από τις μικρές που κατάλαβαν επίσης τίποτε αλλά εκείνες το φώναζαν κιόλας και με ζάλιζαν να φύγουμε. Εγώ σαν πιο ψυχαναγκαστική ήθελα να μείνω μέχρι το τέλος να δω που θα καταλήξει όλα αυτό. Τους The Who εννοείται πως δεν τους ήξερα αλλά μου άρεσε η μουσική και βγαίνοντας από την αίθουσα δεν είχα την αίσθηση πως ήταν δυο χαμένες ώρες, αν δεν είχα και το πρήξιμο από τις άλλες δύο θα ήταν ακόμη καλύτερα. Δικαίως βέβαια γκρίνιαζαν οι καημένες, ήταν γύρω στα 12 τότε, τι περίμενα κι εγώ; Ολοκληρωμένη δεν την ξανάδα ποτέ από τότε. Συνέχεια

10 μέρες και 10 ταινίες


mv5bmjrky2vhyzmtzwqyns00oty2lwe5ntatyjlhnmqyyze5mmuxxkeyxkfqcgdeqxvymtqxnzmzndi-_v1_sy1000_cr006611000_al_Στα social media, και κυρίως στο Facebook, πολλές φορές παίζονται διάφορα παιχνίδια – αλυσίδες. Το ξεκινάει κάποιος και δίνει τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο κι αυτός σε κάποιον άλλο και πάει λέγοντας…. Τα παιχνίδια αυτά είναι του τύπου «οι δέκα καλύτερες ταινίες μου», «οι είκοσι ωραιότεροι άντρες μου… (χο χο χο) και πάει λέγοντας. Συνήθως βαριέμαι αλλά αν πρόκειται για βιβλία, μουσικές και ταινίες κάτι με γαργαλάει. Επειδή όμως εκεί συνήθως δεν λες κάτι για τις επιλογές σου, απλώς τις δείχνεις, λέω ν’ αλλάξω τους κανόνες και να το κάνω εδώ, μόνη μου, χωρίς σκυτάλες και αλυσίδες.

Δέκα μέρες λοιπόν και δέκα ταινίες χωρίς αξιολογική σειρά, ημέρα πρώτη:

Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού Aguirre, der Zorn Gottes (original title)

Γερμανική ταινία, σκηνοθεσία Βέρνερ Χέρτζογκ με τους: Κλάους Κίνσκι

Υπόθεση:

16ος αιώνας στις περουβιανές Άνδεις: Μια εξερευνητική αποστολή Ισπανών κονκισταδόρων αναζητά το Ελδοράδο, τη μυθική χώρα χρυσού των Ίνκας. Ο διψασμένος για εξουσία Αγκίρε παρακάμπτει ανωτέρους και ανακηρύσσει εαυτόν αρχηγό του στρατιωτικού αποσπάσματος που κατεβαίνει με σχεδίες τον Αμαζόνιο. Μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον με την πείνα, την εξάντληση, τις αρρώστιες και τα φαρμακερά βέλη των Ινδιάνων να θερίζουν, παράφρων πια, ο Αγκίρε ονειρεύεται εξουσία και μεγαλεία, ονειρεύεται να γράψει ιστορία ως κυρίαρχος του Ελδοράδο και διεξάγει τον ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον θεό και τον κόσμο όλο. Συνέχεια

Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.

 

Όλγα


29365932_1697420703685704_7781217113728876544_nΠέρσι τέτοια εποχή γνώρισα την Όλγα. Ήταν η καινούρια συγκάτοικος της Reem που ζούσε σ’ ένα σπίτι κοντά στα Εξάρχεια με το γιο της τον Aboudee. Η Reem με το γιο της είχαν κάνει ολόκληρο τον μακρύ δρόμο από το Alepo μέχρι τη Χίο, λίγο με τα πόδια λίγο στριμωγμένοι σε λεωφορεία και φορτηγά, μέχρι να φτάσουν στα παράλια της Τουρκίας κι από κει με βάρκα στην Ελλάδα, μια βάρκα σαν αυτή που χάθηκε προχτές στο Αγαθονήσι. Η δική τους βάρκα ήταν «τυχερή», βγήκαν στα παράλια της Χίου κι από κει στον καταυλισμό της Βιάλ. Στον καταυλισμό τους βρήκαν οι άνθρωποι της Ύπατης Αρμοστίας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τους έφεραν στην Αθήνα, στο μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια που έπρεπε όμως να μοιραστούν με κάποια άλλη οικογένεια, μέχρι να τα καταφέρουν να φύγουν για τη Γερμανία να βρουν τον πατέρα του Aboudee. Ο Aboudee πάσχει από κάποιο σύνδρομο νανισμού και γιαυτό επιλέχτηκαν, ως μονογονεϊκή οικογένεια με ευαλωτότητα, να μεταφερθούν σε διαμέρισμα. Η πρώτη οικογένεια-συγκάτοικοι έφυγαν για τον προορισμό τους και στη θέση τους ήρθε η Όλγα με τα τέσσερα παιδιά της, από 10 μέχρι 18 περίπου ετών. Αν δεν φορούσε το μαντήλι στο κεφάλι δεν θα την ξεχώριζες από ελληνίδα, τα παιδιά της το ίδιο. Όμορφη κοπέλα, δεν πρέπει να ήταν ούτε 40 χρόνων αλλά έδειχνε ακόμη μικρότερη. Μ’ ένα καθαρό πρόσωπο, ένα λαμπερό δέρμα και ένα όμορφο χαμόγελο. Και τα παιδιά της, τέσσερα όμορφα και ευγενικά παιδιά. Μια μέρα, με λίγα αγγλικά και λίγη παντομίμα, μου είπε την ιστορία της.

Έφτασε στην Ελλάδα την ίδια περίπου εποχή με τη Reem και την άλλη φίλη μου, τη Σάλμα. Όλες έφτασαν μερικές μέρες μετά τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας κι έπρεπε να περιμένουν πολύ μέχρι να φύγουν. Όλες είχαν κάνει αίτηση για επανένωση οικογένειας η Όλγα όμως δεν ήρθε στην Αθήνα όπως οι άλλες δύοι, άκουσε αυτούς που έλεγαν πως θα ανοίξουν τα σύνορα και βρέθηκε στην Ειδομένη. Αντί να κάνει αίτηση επανένωσης νόμισε πως θα είναι πιο εύκολο να περάσει τα σύνορα που, δεν ξέρω ποιοι, της έλεγαν πως είναι ζήτημα ημερών για ν’ ανοίξουν. Περιμένοντας πέρασαν τέσσερις μήνες, τέσσερις μήνες μέσα στο κρύο και τη λάσπη, για να πεισθεί πως τελικά δεν θα ανοίξουν τα σύνορα. Μου έλεγε πως όλοι όσοι περίμεναν εκεί ήταν πεπεισμένοι πως θα ανοίξουν τα σύνορα και πως όσοι λένε το αντίθετο είναι ψεύτες που θέλουν να τους κρατήσουν στην Ελλάδα για να τους στείλουν πίσω ή να τους φυλακίσουν. Το όργιο της παραπληροφόρησης. Αρρώστησαν τα παιδιά αρρώστησε κι η ίδια και όταν πλέον είχε πειστεί πως άδικα περιμένει απευθήνθηκε στην Ύπατη Αρμοστία του ΟΗΕ και βρέθηκε στην Αθήνα όπου έκανε επιτέλους αίτηση επανένωσης. Έχασε όμως πολύ χρόνο στις λάσπες της Ειδομένης κι έτσι θα έπρεπε να περιμένει πολύ μέχρι να καταφέρει να φύγει τελικά για την Αυστρία, νομίζω, να σμίξει ξανά η οικογένεια. Δεν ξέρω αν είναι ακόμη εδώ ή έφυγε τελικά. Η Reem έφυγε το φθινόπωρο του 2017 κι από τότε δεν έμαθα νέα της Όλγας. Εύχομαι να έχουν ήδη φύγει, ταλαιπωρήθηκαν πάρα πολύ.

Η Όλγα ήταν κούρδισσα από το Αφρίν, από την Όλγα έμαθα την ύπαρξή του και τη σκέφτομαι συνέχεια αυτές τις μέρες.

Ο Θεός που πιστεύεις ας σε προσέχει Όλγα, εσένα και τα 4 παιδιά σου.

Update.

Μίλησα με τη Σάλμα στη Νορβηγία. Τελικά η Όλγα τα κατάφερε, βρίσκονται στη Γερμανία πλέον. Ασφαλείς αλλά ξεριζωμένοι και σίγουρα κλαίει βλέποντας τις εικόνες της πόλης της να βανδαλίζεται.

Ιστορίες αναλγησίας; Βλακείας;


Ιστορίες αναλγησίας; Βλακείας; Θα μου πείτε εσείς…

giatroi-1-1Η μάνα μου είναι 80 ετών και όπως όλοι της ηλικίας της παίρνει διάφορα φάρμακα για να κρατιέται όρθια, σε σύγκριση με το πόσα φάρμακα καταπίνουν κάθε μέρα άλλοι της ηλικίας της, η δική μου δεν παίρνει πολλά. Ζει σε χωριό και όποτε της τελειώνουν τα φάρμακα πάει στο αγροτικό ιατρείο να της γράψουν τρίμηνη συνταγή. Στο ιατρείο πάει γιατρός κάθε Παρασκευή, αν πάει…. Πολλές Παρασκευές η γιατρός δεν πάει γιατί έχει άδεια, δεν πρόλαβε κλπ κλπ. Τις Παρασκευές που βρίσκεται στο ιατρείο γίνεται λαϊκή σύναξη γερόντων με τα βιβλιάρια ανά χείρας.
Προχτές η μαμά πήγε να γράψει φάρμακα και η γιατρός την ενημέρωσε πως η συμμετοχή της θα είναι 25%!!! Γούρλωσε τα μάτια η μαμά «Μα αφού παίρνω ΕΚΑΣ… « της λέει αλλά η γιατρός ανένδοτη.
«Δεν σε βλέπω στο σύστημα, να μου φέρεις χαρτί από το ΙΚΑ πως παίρνεις ΕΚΑΣ».

Το χαρτί από το ΙΚΑ δεν είναι απλή υπόθεση, πρέπει να κατέβει η 80χρονη στην κοντινή κωμόπολη με λεωφορείο, να πάει με τα πόδια στο ΙΚΑ και ίσως να χρειάζεται ν’ ανέβει στον όροφο χωρίς ασανσέρ. Γολγοθάς για μια γιαγιά με ΧΑΠ και δύο αρθροπλαστικές. Της το είχε ξανακάνει πέρσι η ίδια γιατρός, πάλι έπρεπε να πληρώνει 25% συμμετοχή (και την πλήρωσε) ενώ κανονικά ήταν 0% και πάλι την έτρεχε στο ΙΚΑ για βεβαίωση.
Με πήρε σήμερα στο τηλέφωνο απελπισμένη να μου πει τον πόνο της με τη γιατρό και τη συμμετοχή στα φάρμακα….
Μπήκα στο σύστημα του ΙΚΑ, έβαλα τους κωδικούς που της είχα φτιάξει, με τρία κλικ είδα πως παίρνει ΕΚΑΣ από πέρσι το Φλεβάρη!! Μόνο η κουφάλα η γιατρός, που μια πάει και μια δεν πάει στο ιατρείο, δεν μπορούσε να τη βρει στο σύστημα!!!!
Θα στείλω τη βεβαίωση με μέιλ στη φαρμακοποιό του χωριού να τη δώσει στη μάνα μου να της την τρίψει στα μούτρα, της μαλακισμένης.
Το θέμα όμως δεν είναι μόνον η μάνα μου, είναι όλα τα παππουδογιαγιάδια που μπορεί να τα ταλαιπωρεί μια γιατρός επειδή έτσι της κάπνισε. Η δική μου μάνα μπορεί να πάρει εμένα τηλέφωνο, να μπω στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες του ΙΚΑ και να βγάλω άκρη. Αν δεν με είχε απλώς θα πλήρωνε 25% συμμετοχή, τρελό ποσοστό για μικροσυνταξιούχο, ή θα έτρεχε στο ΙΚΑ να ταλαιπωρηθεί.
Τι να τις κάνεις τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες κύριε Παύλος Πολάκης / Pavlos Polakis μου αν γιατροί είναι μουλάρια;