10 μέρες, 10 ταινίες (μέρα τρίτη)


Έχει πέσει πολλή δουλειά κι έτσι δεν είναι δυνατόν να το πηγαίνω μια ταινία κάθε μέρα, οπότε θα είναι μια ταινία κάθε όποτε μπορώ. Και μην αναρωτηθεί κανείς «τι δουλειά μας λες καλέ; Δεν έχετε τρεις μήνες διακοπές εσείς οι εκπαιδευτικοί;» διότι αυτή την εποχή «τρέχουν» ακόμα πανελλαδικές κι αυτό σημαίνει πάρα πολλή δουλειά για κάποιους. Τέλος πάντων….

Τρίτη ημέρα λοιπόν και τρίτη ταινία. Ήμουν δεκάξι χρονώμν όταν την είδα, είχε χαρακτηριστεί «Ακατάλληλη δι ανηλίκους κάτω των 17» κι εγώ φόρεσα τακούνια και βάφτηκα ελαφρώς για να μπορέσω να μπω στο «Ράδιο Σίτυ» και να τη δω. Αφού είχα πουλήσει ένα παραμύθι στο μπαμπά για την υπόθεση, έτσι ώστε να προσπεράσω το πρώτο εμπόδιο. Για ποια ταινία μιλάω; Για το έπος του Μπερνάντο Μπερτολούτσι, το «1900», το πρώτο μέρος φυσικά, το δεύτερο το είδα αργότερα αλλά δεν θυμάμαι πότε και που. Η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ και με σόκαρε πάρα πολύ. Για χρόνια είχα ολοζώντανη μπροστά μου τη σκηνή με τον Σάδερλαντ να λιώνει τη γάτα, είχα φρικάρει εντελώς εκείνη τη στιγμή. Είχα όμως σοκαριστεί και με τις ερωτικές σκηνές, στα 16 μου χρόνια δεν είχα δει ποτέ γυμνό άνθρωπο και είχα δει μόνο παθιασμένα φιλιά σε ταινίες, τίποτε περισσότερο. Σας σοκάρει η αθωότητα των 16 μου χρόνων; Άλλα χρόνια τότε και είχα και πολύ αυστηρούς γονείς. Συνέχεια

Advertisements

10 μέρες, 10 ταινές (μέρα δεύτερη)


Αυτές οι μέρες βοηθάνε να σκεφτώ και να γράψω για τις δέκα ταινίες που είδα και δεν τις ξεχνώ. Όλος ο κόσμος βλέπει Mundial, οι άντρες της οικογένειας βλέπουν Mundial αλλά εγώ το βαριέμαι. Βαριέμαι και να χαζεύω χωρίς λόγο στο διαδίκτυο οπότε για να μη σέρνομαι χωρίς λόγο στο σπίτι σαν το φάντασμα, το να σκέφτομαι και να γράφω για ταινίες είναι μια κάποια λύση.

tommy_film_posterΔεύτερη μέρα λοιπόν και το Tommy. Δεν ξέρω αν θεωρείται αριστούργημα, είναι όμως η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά μόνη, χωρίς τους γονείς εννοώ. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 14, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση τότε που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα ταινίες χωρίς λογοκρισία. Κι όταν λέω πήγα σινεμά μόνη μου εννοείται πως είχα μαζί μου και τις μικρότερες αδελφές μου αφού δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από το σπίτι χωρίς να πει η μαμά «να πάρεις και τις μικρές μαζί σου…». Τις πήρα λοιπόν και πήγαμε, δεν θυμάμαι σε ποιον κινηματογράφο, φαντάζομαι σε κάποιον από τους πολλούς που είχε εκείνα τα χρόνια στη γειτονιά μου. Η ταινία με εντυπωσίασε αν και μαθημένη μέχρι τότε σε απλές ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, δεν κατάλαβα τίποτε. Για να μη μιλήσω για το πρήξιμο που έφαγα από τις μικρές που κατάλαβαν επίσης τίποτε αλλά εκείνες το φώναζαν κιόλας και με ζάλιζαν να φύγουμε. Εγώ σαν πιο ψυχαναγκαστική ήθελα να μείνω μέχρι το τέλος να δω που θα καταλήξει όλα αυτό. Τους The Who εννοείται πως δεν τους ήξερα αλλά μου άρεσε η μουσική και βγαίνοντας από την αίθουσα δεν είχα την αίσθηση πως ήταν δυο χαμένες ώρες, αν δεν είχα και το πρήξιμο από τις άλλες δύο θα ήταν ακόμη καλύτερα. Δικαίως βέβαια γκρίνιαζαν οι καημένες, ήταν γύρω στα 12 τότε, τι περίμενα κι εγώ; Ολοκληρωμένη δεν την ξανάδα ποτέ από τότε. Συνέχεια

10 μέρες και 10 ταινίες


mv5bmjrky2vhyzmtzwqyns00oty2lwe5ntatyjlhnmqyyze5mmuxxkeyxkfqcgdeqxvymtqxnzmzndi-_v1_sy1000_cr006611000_al_Στα social media, και κυρίως στο Facebook, πολλές φορές παίζονται διάφορα παιχνίδια – αλυσίδες. Το ξεκινάει κάποιος και δίνει τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο κι αυτός σε κάποιον άλλο και πάει λέγοντας…. Τα παιχνίδια αυτά είναι του τύπου «οι δέκα καλύτερες ταινίες μου», «οι είκοσι ωραιότεροι άντρες μου… (χο χο χο) και πάει λέγοντας. Συνήθως βαριέμαι αλλά αν πρόκειται για βιβλία, μουσικές και ταινίες κάτι με γαργαλάει. Επειδή όμως εκεί συνήθως δεν λες κάτι για τις επιλογές σου, απλώς τις δείχνεις, λέω ν’ αλλάξω τους κανόνες και να το κάνω εδώ, μόνη μου, χωρίς σκυτάλες και αλυσίδες.

Δέκα μέρες λοιπόν και δέκα ταινίες χωρίς αξιολογική σειρά, ημέρα πρώτη:

Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού Aguirre, der Zorn Gottes (original title)

Γερμανική ταινία, σκηνοθεσία Βέρνερ Χέρτζογκ με τους: Κλάους Κίνσκι

Υπόθεση:

16ος αιώνας στις περουβιανές Άνδεις: Μια εξερευνητική αποστολή Ισπανών κονκισταδόρων αναζητά το Ελδοράδο, τη μυθική χώρα χρυσού των Ίνκας. Ο διψασμένος για εξουσία Αγκίρε παρακάμπτει ανωτέρους και ανακηρύσσει εαυτόν αρχηγό του στρατιωτικού αποσπάσματος που κατεβαίνει με σχεδίες τον Αμαζόνιο. Μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον με την πείνα, την εξάντληση, τις αρρώστιες και τα φαρμακερά βέλη των Ινδιάνων να θερίζουν, παράφρων πια, ο Αγκίρε ονειρεύεται εξουσία και μεγαλεία, ονειρεύεται να γράψει ιστορία ως κυρίαρχος του Ελδοράδο και διεξάγει τον ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον θεό και τον κόσμο όλο. Συνέχεια

Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.

 

Όλγα


29365932_1697420703685704_7781217113728876544_nΠέρσι τέτοια εποχή γνώρισα την Όλγα. Ήταν η καινούρια συγκάτοικος της Reem που ζούσε σ’ ένα σπίτι κοντά στα Εξάρχεια με το γιο της τον Aboudee. Η Reem με το γιο της είχαν κάνει ολόκληρο τον μακρύ δρόμο από το Alepo μέχρι τη Χίο, λίγο με τα πόδια λίγο στριμωγμένοι σε λεωφορεία και φορτηγά, μέχρι να φτάσουν στα παράλια της Τουρκίας κι από κει με βάρκα στην Ελλάδα, μια βάρκα σαν αυτή που χάθηκε προχτές στο Αγαθονήσι. Η δική τους βάρκα ήταν «τυχερή», βγήκαν στα παράλια της Χίου κι από κει στον καταυλισμό της Βιάλ. Στον καταυλισμό τους βρήκαν οι άνθρωποι της Ύπατης Αρμοστίας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τους έφεραν στην Αθήνα, στο μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια που έπρεπε όμως να μοιραστούν με κάποια άλλη οικογένεια, μέχρι να τα καταφέρουν να φύγουν για τη Γερμανία να βρουν τον πατέρα του Aboudee. Ο Aboudee πάσχει από κάποιο σύνδρομο νανισμού και γιαυτό επιλέχτηκαν, ως μονογονεϊκή οικογένεια με ευαλωτότητα, να μεταφερθούν σε διαμέρισμα. Η πρώτη οικογένεια-συγκάτοικοι έφυγαν για τον προορισμό τους και στη θέση τους ήρθε η Όλγα με τα τέσσερα παιδιά της, από 10 μέχρι 18 περίπου ετών. Αν δεν φορούσε το μαντήλι στο κεφάλι δεν θα την ξεχώριζες από ελληνίδα, τα παιδιά της το ίδιο. Όμορφη κοπέλα, δεν πρέπει να ήταν ούτε 40 χρόνων αλλά έδειχνε ακόμη μικρότερη. Μ’ ένα καθαρό πρόσωπο, ένα λαμπερό δέρμα και ένα όμορφο χαμόγελο. Και τα παιδιά της, τέσσερα όμορφα και ευγενικά παιδιά. Μια μέρα, με λίγα αγγλικά και λίγη παντομίμα, μου είπε την ιστορία της.

Έφτασε στην Ελλάδα την ίδια περίπου εποχή με τη Reem και την άλλη φίλη μου, τη Σάλμα. Όλες έφτασαν μερικές μέρες μετά τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας κι έπρεπε να περιμένουν πολύ μέχρι να φύγουν. Όλες είχαν κάνει αίτηση για επανένωση οικογένειας η Όλγα όμως δεν ήρθε στην Αθήνα όπως οι άλλες δύοι, άκουσε αυτούς που έλεγαν πως θα ανοίξουν τα σύνορα και βρέθηκε στην Ειδομένη. Αντί να κάνει αίτηση επανένωσης νόμισε πως θα είναι πιο εύκολο να περάσει τα σύνορα που, δεν ξέρω ποιοι, της έλεγαν πως είναι ζήτημα ημερών για ν’ ανοίξουν. Περιμένοντας πέρασαν τέσσερις μήνες, τέσσερις μήνες μέσα στο κρύο και τη λάσπη, για να πεισθεί πως τελικά δεν θα ανοίξουν τα σύνορα. Μου έλεγε πως όλοι όσοι περίμεναν εκεί ήταν πεπεισμένοι πως θα ανοίξουν τα σύνορα και πως όσοι λένε το αντίθετο είναι ψεύτες που θέλουν να τους κρατήσουν στην Ελλάδα για να τους στείλουν πίσω ή να τους φυλακίσουν. Το όργιο της παραπληροφόρησης. Αρρώστησαν τα παιδιά αρρώστησε κι η ίδια και όταν πλέον είχε πειστεί πως άδικα περιμένει απευθήνθηκε στην Ύπατη Αρμοστία του ΟΗΕ και βρέθηκε στην Αθήνα όπου έκανε επιτέλους αίτηση επανένωσης. Έχασε όμως πολύ χρόνο στις λάσπες της Ειδομένης κι έτσι θα έπρεπε να περιμένει πολύ μέχρι να καταφέρει να φύγει τελικά για την Αυστρία, νομίζω, να σμίξει ξανά η οικογένεια. Δεν ξέρω αν είναι ακόμη εδώ ή έφυγε τελικά. Η Reem έφυγε το φθινόπωρο του 2017 κι από τότε δεν έμαθα νέα της Όλγας. Εύχομαι να έχουν ήδη φύγει, ταλαιπωρήθηκαν πάρα πολύ.

Η Όλγα ήταν κούρδισσα από το Αφρίν, από την Όλγα έμαθα την ύπαρξή του και τη σκέφτομαι συνέχεια αυτές τις μέρες.

Ο Θεός που πιστεύεις ας σε προσέχει Όλγα, εσένα και τα 4 παιδιά σου.

Update.

Μίλησα με τη Σάλμα στη Νορβηγία. Τελικά η Όλγα τα κατάφερε, βρίσκονται στη Γερμανία πλέον. Ασφαλείς αλλά ξεριζωμένοι και σίγουρα κλαίει βλέποντας τις εικόνες της πόλης της να βανδαλίζεται.

Ιστορίες αναλγησίας; Βλακείας;


Ιστορίες αναλγησίας; Βλακείας; Θα μου πείτε εσείς…

giatroi-1-1Η μάνα μου είναι 80 ετών και όπως όλοι της ηλικίας της παίρνει διάφορα φάρμακα για να κρατιέται όρθια, σε σύγκριση με το πόσα φάρμακα καταπίνουν κάθε μέρα άλλοι της ηλικίας της, η δική μου δεν παίρνει πολλά. Ζει σε χωριό και όποτε της τελειώνουν τα φάρμακα πάει στο αγροτικό ιατρείο να της γράψουν τρίμηνη συνταγή. Στο ιατρείο πάει γιατρός κάθε Παρασκευή, αν πάει…. Πολλές Παρασκευές η γιατρός δεν πάει γιατί έχει άδεια, δεν πρόλαβε κλπ κλπ. Τις Παρασκευές που βρίσκεται στο ιατρείο γίνεται λαϊκή σύναξη γερόντων με τα βιβλιάρια ανά χείρας.
Προχτές η μαμά πήγε να γράψει φάρμακα και η γιατρός την ενημέρωσε πως η συμμετοχή της θα είναι 25%!!! Γούρλωσε τα μάτια η μαμά «Μα αφού παίρνω ΕΚΑΣ… « της λέει αλλά η γιατρός ανένδοτη.
«Δεν σε βλέπω στο σύστημα, να μου φέρεις χαρτί από το ΙΚΑ πως παίρνεις ΕΚΑΣ».

Το χαρτί από το ΙΚΑ δεν είναι απλή υπόθεση, πρέπει να κατέβει η 80χρονη στην κοντινή κωμόπολη με λεωφορείο, να πάει με τα πόδια στο ΙΚΑ και ίσως να χρειάζεται ν’ ανέβει στον όροφο χωρίς ασανσέρ. Γολγοθάς για μια γιαγιά με ΧΑΠ και δύο αρθροπλαστικές. Της το είχε ξανακάνει πέρσι η ίδια γιατρός, πάλι έπρεπε να πληρώνει 25% συμμετοχή (και την πλήρωσε) ενώ κανονικά ήταν 0% και πάλι την έτρεχε στο ΙΚΑ για βεβαίωση.
Με πήρε σήμερα στο τηλέφωνο απελπισμένη να μου πει τον πόνο της με τη γιατρό και τη συμμετοχή στα φάρμακα….
Μπήκα στο σύστημα του ΙΚΑ, έβαλα τους κωδικούς που της είχα φτιάξει, με τρία κλικ είδα πως παίρνει ΕΚΑΣ από πέρσι το Φλεβάρη!! Μόνο η κουφάλα η γιατρός, που μια πάει και μια δεν πάει στο ιατρείο, δεν μπορούσε να τη βρει στο σύστημα!!!!
Θα στείλω τη βεβαίωση με μέιλ στη φαρμακοποιό του χωριού να τη δώσει στη μάνα μου να της την τρίψει στα μούτρα, της μαλακισμένης.
Το θέμα όμως δεν είναι μόνον η μάνα μου, είναι όλα τα παππουδογιαγιάδια που μπορεί να τα ταλαιπωρεί μια γιατρός επειδή έτσι της κάπνισε. Η δική μου μάνα μπορεί να πάρει εμένα τηλέφωνο, να μπω στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες του ΙΚΑ και να βγάλω άκρη. Αν δεν με είχε απλώς θα πλήρωνε 25% συμμετοχή, τρελό ποσοστό για μικροσυνταξιούχο, ή θα έτρεχε στο ΙΚΑ να ταλαιπωρηθεί.
Τι να τις κάνεις τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες κύριε Παύλος Πολάκης / Pavlos Polakis μου αν γιατροί είναι μουλάρια;

Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος