Όλγα


29365932_1697420703685704_7781217113728876544_nΠέρσι τέτοια εποχή γνώρισα την Όλγα. Ήταν η καινούρια συγκάτοικος της Reem που ζούσε σ’ ένα σπίτι κοντά στα Εξάρχεια με το γιο της τον Aboudee. Η Reem με το γιο της είχαν κάνει ολόκληρο τον μακρύ δρόμο από το Alepo μέχρι τη Χίο, λίγο με τα πόδια λίγο στριμωγμένοι σε λεωφορεία και φορτηγά, μέχρι να φτάσουν στα παράλια της Τουρκίας κι από κει με βάρκα στην Ελλάδα, μια βάρκα σαν αυτή που χάθηκε προχτές στο Αγαθονήσι. Η δική τους βάρκα ήταν «τυχερή», βγήκαν στα παράλια της Χίου κι από κει στον καταυλισμό της Βιάλ. Στον καταυλισμό τους βρήκαν οι άνθρωποι της Ύπατης Αρμοστίας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τους έφεραν στην Αθήνα, στο μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια που έπρεπε όμως να μοιραστούν με κάποια άλλη οικογένεια, μέχρι να τα καταφέρουν να φύγουν για τη Γερμανία να βρουν τον πατέρα του Aboudee. Ο Aboudee πάσχει από κάποιο σύνδρομο νανισμού και γιαυτό επιλέχτηκαν, ως μονογονεϊκή οικογένεια με ευαλωτότητα, να μεταφερθούν σε διαμέρισμα. Η πρώτη οικογένεια-συγκάτοικοι έφυγαν για τον προορισμό τους και στη θέση τους ήρθε η Όλγα με τα τέσσερα παιδιά της, από 10 μέχρι 18 περίπου ετών. Αν δεν φορούσε το μαντήλι στο κεφάλι δεν θα την ξεχώριζες από ελληνίδα, τα παιδιά της το ίδιο. Όμορφη κοπέλα, δεν πρέπει να ήταν ούτε 40 χρόνων αλλά έδειχνε ακόμη μικρότερη. Μ’ ένα καθαρό πρόσωπο, ένα λαμπερό δέρμα και ένα όμορφο χαμόγελο. Και τα παιδιά της, τέσσερα όμορφα και ευγενικά παιδιά. Μια μέρα, με λίγα αγγλικά και λίγη παντομίμα, μου είπε την ιστορία της.

Έφτασε στην Ελλάδα την ίδια περίπου εποχή με τη Reem και την άλλη φίλη μου, τη Σάλμα. Όλες έφτασαν μερικές μέρες μετά τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας κι έπρεπε να περιμένουν πολύ μέχρι να φύγουν. Όλες είχαν κάνει αίτηση για επανένωση οικογένειας η Όλγα όμως δεν ήρθε στην Αθήνα όπως οι άλλες δύοι, άκουσε αυτούς που έλεγαν πως θα ανοίξουν τα σύνορα και βρέθηκε στην Ειδομένη. Αντί να κάνει αίτηση επανένωσης νόμισε πως θα είναι πιο εύκολο να περάσει τα σύνορα που, δεν ξέρω ποιοι, της έλεγαν πως είναι ζήτημα ημερών για ν’ ανοίξουν. Περιμένοντας πέρασαν τέσσερις μήνες, τέσσερις μήνες μέσα στο κρύο και τη λάσπη, για να πεισθεί πως τελικά δεν θα ανοίξουν τα σύνορα. Μου έλεγε πως όλοι όσοι περίμεναν εκεί ήταν πεπεισμένοι πως θα ανοίξουν τα σύνορα και πως όσοι λένε το αντίθετο είναι ψεύτες που θέλουν να τους κρατήσουν στην Ελλάδα για να τους στείλουν πίσω ή να τους φυλακίσουν. Το όργιο της παραπληροφόρησης. Αρρώστησαν τα παιδιά αρρώστησε κι η ίδια και όταν πλέον είχε πειστεί πως άδικα περιμένει απευθήνθηκε στην Ύπατη Αρμοστία του ΟΗΕ και βρέθηκε στην Αθήνα όπου έκανε επιτέλους αίτηση επανένωσης. Έχασε όμως πολύ χρόνο στις λάσπες της Ειδομένης κι έτσι θα έπρεπε να περιμένει πολύ μέχρι να καταφέρει να φύγει τελικά για την Αυστρία, νομίζω, να σμίξει ξανά η οικογένεια. Δεν ξέρω αν είναι ακόμη εδώ ή έφυγε τελικά. Η Reem έφυγε το φθινόπωρο του 2017 κι από τότε δεν έμαθα νέα της Όλγας. Εύχομαι να έχουν ήδη φύγει, ταλαιπωρήθηκαν πάρα πολύ.

Η Όλγα ήταν κούρδισσα από το Αφρίν, από την Όλγα έμαθα την ύπαρξή του και τη σκέφτομαι συνέχεια αυτές τις μέρες.

Ο Θεός που πιστεύεις ας σε προσέχει Όλγα, εσένα και τα 4 παιδιά σου.

Update.

Μίλησα με τη Σάλμα στη Νορβηγία. Τελικά η Όλγα τα κατάφερε, βρίσκονται στη Γερμανία πλέον. Ασφαλείς αλλά ξεριζωμένοι και σίγουρα κλαίει βλέποντας τις εικόνες της πόλης της να βανδαλίζεται.

Advertisements

Ιστορίες αναλγησίας; Βλακείας;


Ιστορίες αναλγησίας; Βλακείας; Θα μου πείτε εσείς…

giatroi-1-1Η μάνα μου είναι 80 ετών και όπως όλοι της ηλικίας της παίρνει διάφορα φάρμακα για να κρατιέται όρθια, σε σύγκριση με το πόσα φάρμακα καταπίνουν κάθε μέρα άλλοι της ηλικίας της, η δική μου δεν παίρνει πολλά. Ζει σε χωριό και όποτε της τελειώνουν τα φάρμακα πάει στο αγροτικό ιατρείο να της γράψουν τρίμηνη συνταγή. Στο ιατρείο πάει γιατρός κάθε Παρασκευή, αν πάει…. Πολλές Παρασκευές η γιατρός δεν πάει γιατί έχει άδεια, δεν πρόλαβε κλπ κλπ. Τις Παρασκευές που βρίσκεται στο ιατρείο γίνεται λαϊκή σύναξη γερόντων με τα βιβλιάρια ανά χείρας.
Προχτές η μαμά πήγε να γράψει φάρμακα και η γιατρός την ενημέρωσε πως η συμμετοχή της θα είναι 25%!!! Γούρλωσε τα μάτια η μαμά «Μα αφού παίρνω ΕΚΑΣ… « της λέει αλλά η γιατρός ανένδοτη.
«Δεν σε βλέπω στο σύστημα, να μου φέρεις χαρτί από το ΙΚΑ πως παίρνεις ΕΚΑΣ».

Το χαρτί από το ΙΚΑ δεν είναι απλή υπόθεση, πρέπει να κατέβει η 80χρονη στην κοντινή κωμόπολη με λεωφορείο, να πάει με τα πόδια στο ΙΚΑ και ίσως να χρειάζεται ν’ ανέβει στον όροφο χωρίς ασανσέρ. Γολγοθάς για μια γιαγιά με ΧΑΠ και δύο αρθροπλαστικές. Της το είχε ξανακάνει πέρσι η ίδια γιατρός, πάλι έπρεπε να πληρώνει 25% συμμετοχή (και την πλήρωσε) ενώ κανονικά ήταν 0% και πάλι την έτρεχε στο ΙΚΑ για βεβαίωση.
Με πήρε σήμερα στο τηλέφωνο απελπισμένη να μου πει τον πόνο της με τη γιατρό και τη συμμετοχή στα φάρμακα….
Μπήκα στο σύστημα του ΙΚΑ, έβαλα τους κωδικούς που της είχα φτιάξει, με τρία κλικ είδα πως παίρνει ΕΚΑΣ από πέρσι το Φλεβάρη!! Μόνο η κουφάλα η γιατρός, που μια πάει και μια δεν πάει στο ιατρείο, δεν μπορούσε να τη βρει στο σύστημα!!!!
Θα στείλω τη βεβαίωση με μέιλ στη φαρμακοποιό του χωριού να τη δώσει στη μάνα μου να της την τρίψει στα μούτρα, της μαλακισμένης.
Το θέμα όμως δεν είναι μόνον η μάνα μου, είναι όλα τα παππουδογιαγιάδια που μπορεί να τα ταλαιπωρεί μια γιατρός επειδή έτσι της κάπνισε. Η δική μου μάνα μπορεί να πάρει εμένα τηλέφωνο, να μπω στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες του ΙΚΑ και να βγάλω άκρη. Αν δεν με είχε απλώς θα πλήρωνε 25% συμμετοχή, τρελό ποσοστό για μικροσυνταξιούχο, ή θα έτρεχε στο ΙΚΑ να ταλαιπωρηθεί.
Τι να τις κάνεις τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες κύριε Παύλος Πολάκης / Pavlos Polakis μου αν γιατροί είναι μουλάρια;

Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

πρόβα χορωδίας


Άλλη μια 17η Νοέμβρη έρχεται κι άλλη μια γιορτή στο σχολείο ετοιμάζεται. Δεν την έχω αναλάβει (για τους αμύητους, τις σχολικές γιορτές αναλαμβάνουν να τις διοργανώσουν κάποιοι καθηγητές) αλλά είπα να βοηθήσω τις συναδέλφισσες που την ανέλαβαν στο κομμάτι της χορωδίας γιατί είχαν πνιγεί με όλα τα υπόλοιπα που ετοίμαζαν. Εννοείται πως δεν είμαι μουσικός, μόνο δυο τρεις μήνες πέρασα από Ωδείο προσπαθώνας να μάθω κλασική κιθάρα στα νιάτα μου αλλά δεν είχα την υπομονή, είχα και διάβασμα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και τα παράτησα. Αυτό που έχω είναι καλό αυτί και μια σχετικά καλή φωνή οπότε ήμουν μια κάποια λύσις για τη χορωδία. Επιλέξαμε τα τραγούδια να ταιριάζουν με την περίσταση κι αρχίσαμε πρόβες στα κενά μου με μερικές μαθήτριες. Τα αγόρια σπάνια μπαίνουν σε τέτοιες διαδικασίες. Προς μεγάλη μου έκπληξη γνώριζαν τα περισσότερα τραγούδια (πιθανόν από προηγούμενες γιορτές), δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Για τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (και τώρα που το σκέφτομαι κανένα δεν ρώτησε τι είναι αυτό το ΕΦΕΕ…). Για να το μάθουν λοιπόν, ανοίξαμε κάποια στιγμή τον υπολογιστή και πήγαμε στο youtube να το ακούσουμε για να δουν αν μπορούν να το μάθουν στο λίγο χρόνο που είχαμε. Το ακούσαμε, τους άρεσε, προσπαθήσαμε να το βγάλουμε και μετά συνεχίσαμε με τα υπόλοιπα που τα ήξερα, ένα από αυτά και ο «Λεβέντης» του Θεοδωράκη. Πάνω που προβάτραμε το «Λεβέντη» μου λένε:

  • Κυρία, υπάρχει μια πολύ ωραία διασκευή, πιο μοντέρνα, του «Λεβέντη», αυτού ντε που σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα, από ένα συγκρότημα που λέγεται Cosa Mostra.

Εγώ δεν ήξερα την ύπαρξή του αλλά επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω ακούγοντας διάφορα και από το γιο, σκέφτηκα πως για να διασκευάσουν το συγκεκριμένο τρταγούδι ίσως είναι κάτι σαν τους Social Waste. Το βάλαμε λοιπόν και κάτι μου στράβωσε από την αρχή της εισαγωγής ακόμα. Όταν προχώρησε λίγο τους είπα πως αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διασκευή, τελείως πανηγυριώτικο ρε φίλε!! Στίχοι – μουσική καμία σχέση. Κάτι σε βαλκανικό ροκ να το πω; Δεν ξέρω…… Πιο γρήγορο τέμπο, ντέφια, βιολιά, κραυγές Ε! Ε! Ε!….. Κι εκεί που αναρωτιούνται «ποιος κατεβάινει σήμερα στον Άδη;» θα μπορούσαν άνετα ν’ αναρωτιούνται «ποιος παντρεύεται σήμερα κι έχει χαρές»

Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι απλά μια κολλημένη γραία αλλά ό,τι και να είμαι νομίζω πως τουλάχιστον οι στίχοι πρέπει να έχουν σχέση με τη μουσική.

Ναι ρε φίλε, ο λεβέντης δεν μεμψιμοιρεί, περήφανος κατεβαίνει στον Άδη αλλά όπως και να το κάνουμε στον Άδη πάει, όχι στα μπουζούκια ή στο πανηγύρι του χωριού του να σύρει πρώτος το χορό.

 

ΥΓ. Έψαξα να δω ποιοι είναι αυτοί οι Cosa Mostra και είδα πως μας εκπροσώπησαν ως χώρα στην Eurovision  του 2013

Αμίρ


amir

Οι γονείς μου ήταν στο τσακ να φύγουν για Γερμανία λίγο πριν γεννηθώ. Τα 2 από τα 4 αδέλφια του μπαμπά ήταν ήδη εκεί. Δεν έφυγαν γιατί δεν έδιναν διαβατήριο στη μαμά, είχε γυρίσει βλέπετε από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια με έκανε να γεννηθώ στη Θεσσαλονίκη κι όχι στην Köln ή στο Wuppertal που ζούσαν οι θείοι μου.
Σ’ όλο το δημοτικό είχα συμμαθητές που ζούσαν με τους παππούδες τους και περίμεναν να δουν τους γονείς το καλοκαίρι, για μερικές μέρες που έπαιρναν άδεια από τα γερμανικά εργοστάσια. Γεμάτη η Βόρεια Ελλάδα με παιδιά χωρίς γονείς αλλά όχι ορφανά.
Γιαυτό κι εγώ, όπως και η αρθρογράφος, είναι αδύνατον να καταλάβω πως διάολο οι κάτοικοι μιας χώρας που έσπειρε οικονομικούς αλλά και πολιτικούς μετανάστες σε όλη την υφήλιο, έφτασαν να συμπεριφέρονται έτσι.

πίσω στα παλιά


Κοίτα να δεις τι έπαθα σήμερα….. Αντί να δουλεύω αποφάσισα απεργία και χάζευα διάφορα τραγούδια στο youtube. Τραγούδι στο τραγούδι βρέθηκα να βλέπω δύο εκπομπές της Μηχανής του Χρόνου για τα Εξάρχεια και κόλλησα. Δυστυχώς εγεράσαμε έχω πλέον πάρα πολλές αναμνήσεις. Συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά πόσα πράγματα έχω ζήσει, πόσους απ’ αυτούς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις έχω ζήσει από κοντά. Μπαράκια και συνελεύσεις στην περιοχή, πορείες του Πολυτεχνείου, φασαρίες και ξύλο, ο Άσιμος και η Κατερίνα, συγκροτήματα και η κατάληψη της Βαλτετσίου. Τότε δεν ζούσα καν στην Αθήνα, όλοι όμως οι φίλοι μου ήταν αθηναίοι και ανεβαίναμε συχνά. Με φιλοξενούσαν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, όλοι όμως καταλήγαμε στα Εξάρχεια. Εκεί ήταν τα μαγαζιά που γουστάραμε, εκεί οι μουσικές που γουστάραμε, οι φάτσες και το κλίμα που γουστάραμε. Και μετά ήρθα κι εγώ στην Αθήνα, το 1985 γίνομαι κάτοικος Κυψέλης και βρίσκω την πρώτη μου δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Καλλιδρομίου. Κανένα μήνα βαριά κράτησε αυτή η δουλειά και εκεί με βρήκε να δουλεύω η πορεία για το Πολυτεχνείο του 1985. Θυμήθηκα εκείνες τις μέρες βλέποντας στο καπάκι μετά τις εκπομπές για τα Εξάρχεια ένα βίντεο, πάλι της Μηχανής του Χρόνου, για τη δολοφονία του Καλτεζά. Λογική η συνέχεια θα μου πεις….
Τελείωνα τη δουλειά στις 11 το βράδυ, μάθαμε πως η πορεία ήταν ήσυχη και τελείωσε ήσυχα. Και ξαφνικά έφτασαν τα νέα στην Καλλιδρομίου για τη δολοφονία του Καλτεζά. Όταν έκλεισε το μαγαζί κατέβηκα προς τα κάτω και έπεσα στο χαμό, όχι πως δεν ήξερα τι θα εύρισκα ή δεν ήθελα να πάω. Στην Κυψέλη μπορούσα να φτάσω κι αλλιώς αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω. Θυμάμαι τις φωτιές, το ξύλο και την τεράστια οργή του κόσμου. Ομάδες ανθρώπων να τρέχουν δεξιά και αριστερά ανάμεσα σε δακρυγόνα. Με θυμάμαι σε κάποια φάση ανάμεσα σε μια ομάδα στη γωνία Πατησίων με Στουρνάρη ανάμεσα σε φωτιές και δακρυγόνα.Δεν θυμάμαι καν αν είχα κατέβει μόνη μου ή με παρέα, αν βρήκα γνωστούς. Δεν θυμάμαι τι ώρα έφυγα και γύρισα σπίτι. Δεν θυμάμαι τι έκανα την άλλη μέρα, αν κατέβηκα σε πορεία, αν πήγα στη σχολή, λογικά όμως θα είχα πάει για δουλειά. Δεν θυμάμαι αν πέρασα από το Χημείο, ούτε πόσες μέρες κράτησε ο χαμός, στην εκπομπή έλεγε πως κράτησε μέρες. Μόνο την οργή θυμάμαι κι αυτό που λέγαμε μεταξύ μας εκείνο το πρώτο βράδυ μαθαίνοντας άκρες μέσες το τί έγινε, πως αν δεν ήταν τόσο μαλάκες οι μπάτσοι εκείνη θα είχε μείνει σαν η πιο ήσυχη πορεία για το Πολυτεχνείο.

 

Ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά


Χτες το βράδυ αργά χαζεύοντας ειδήσεις στο διαδίκτυο, είδα την είδηση για το δυστύχημα με την Πόρσε στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας. Με το που διάβασα τις πρώτες λεπτομέρειες φούντωσε μέσα μου το ταξικό μίσος. Ποιος ήταν αυτός ο κερτατάς σκεφτόμουν που παίρνει την Πόρσε και πέφτει με ταχύτητα αεροπλάνο πάνω σ’ ένα αυτοκίνητο και κάνει κάρβουνο μια νέα κοπέλα μ’ ένα μωρό; Αποκλείεται να είναι φτωχαδάκι, με Πόρσε μόνο κανένα κακομαθημένο κωλόπαιδο πλουσίας οικογενείας. Μετά διάβασα πως ήταν ο νεαρός γιος του mister Jumbo και τα μπινελίκια έπεφταν σαν το χαλάζι. Κωλόπαιδα, γόνοι γυφτοαστών που δεν χαμπαριάζουν και παίρνουν αθώες κοπέλες και μωρά στο λαιμό τους. Σκέφτηκα και κάποιες παλιές μου μαθήτριες που είχαν δουλέψει στο κάτεργο του μπαμπά του σαν σκλάβες για λίγα ψωροευρώ και έγινα θηρίο. Και δώστου μπινελίκι σύννεφο…..

Και μετά…. μετά σκέφτηκα τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Κι όλους αυτούς που την κατεβαίνουν και την ανεβαίνουν «πατημένοι» με 120 και δεν σταματάνε στα κόκκινα, αυτούς που οδηγούν κάτι χιλιάρια κωλοφτιαγμένα και νομίζεις πως έχουν βάλει στο στόχαστρο κάθε παππού ή γιαγιά ή μάνα με καροτσάκι πάνω στη διάβαση πεζών. Αυτούς που δεν είναι γιοι και κόρες του mister Jumbo αλλά του κυρ Θανάση του συνταξιούχου. Θυμήθηκα όλες τις φορές που άκουσα «μπαμ» κάτω από το σπίτι μου και βγήκα να δω τι έγινε και είδα κοπελίτσες να έχουν πάρει παραμάζωμα μηχανάκια και αυτοκίνητα στη διασταύρωση κάτω από το σπίτι μου. Χωρίς Πόρσε ή Λαμποργκίνι αλλά με Πεζό 106 και σμαρτάκια. Και θύμωσα ακόμα πιο πολύ, με όλους τους ανεύθυνους οδηγάρες όποιου γιοί και κόρες κι αν είναι.

Ο νεαρός mister Jumbo πλήρωσε άμεσα τη μαλακία που τον έδερνε, σπάνια αποδίδεται τόσο άμεσα  δικαιοσύνη  σ’ έναν φονιά. Γιατί, κακά τα ψέμματα, φονιάς αθώων ήταν και πλήρωσε την πράξη του με τη ζωή του και τη ζωή του φίλου του. Κι ο πατέρας του πλήρωσε τη δική του μαλακία, να αγοράζει Πόρσε στο κακομαθημένο του 24χρονο, θρηνώντας τον για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Δεν τους λυπάμαι κι ας χάθηκε ένας νέος άνθρωπος κι ο φίλος του, κι αυτός νέος, ας πρόσεχαν όλοι. Αυτοί που πραγματικά λυπάμαι βαθιά είναι ο δόλιος άνθρωπος που πήγε για κατούρημα κι έχασε την οικογένειά του  και η κοπέλα με το μωρό της. Το ίδιο, όμως, δεν λυπάμαι  και τους γιους και κόρες των κυρ Θανάσηδων που παίρνουν παραμάζωμα όποιον βρουν μπροστά τους οδηγώντας σαν μαλάκες. Αυτούς που βιάζονται να προλάβουν το ραντεβού τους με το Χάρο και παίρνουν, με το έτσι θέλω, μαζί τους όσους άσχετους μπορούν. Αυτοί τις περισσότερες φορές δεν πληρώνουν τόσο άμεσα για τις δολοφονίες τους, κι όταν πληρώνουν τη βγάζουν πάρα πολύ φτηνά.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξεφούντωσε το ταξικό μίσος και φούντωσε ο θυμός μου απέναντι στους μαλάκες καυλογκαζάκηδες, ανεξαρτήτως ταξικής προέλευσης. Το ταξικό μίσος το κρατάω για άλλες, πιο σοβαρές, περιπτώσεις που θα αφορούν συμπεριφορές λόγω τάξης κι όχι λόγω πηχτής μαλακίας.