Ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά


Χτες το βράδυ αργά χαζεύοντας ειδήσεις στο διαδίκτυο, είδα την είδηση για το δυστύχημα με την Πόρσε στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας. Με το που διάβασα τις πρώτες λεπτομέρειες φούντωσε μέσα μου το ταξικό μίσος. Ποιος ήταν αυτός ο κερτατάς σκεφτόμουν που παίρνει την Πόρσε και πέφτει με ταχύτητα αεροπλάνο πάνω σ’ ένα αυτοκίνητο και κάνει κάρβουνο μια νέα κοπέλα μ’ ένα μωρό; Αποκλείεται να είναι φτωχαδάκι, με Πόρσε μόνο κανένα κακομαθημένο κωλόπαιδο πλουσίας οικογενείας. Μετά διάβασα πως ήταν ο νεαρός γιος του mister Jumbo και τα μπινελίκια έπεφταν σαν το χαλάζι. Κωλόπαιδα, γόνοι γυφτοαστών που δεν χαμπαριάζουν και παίρνουν αθώες κοπέλες και μωρά στο λαιμό τους. Σκέφτηκα και κάποιες παλιές μου μαθήτριες που είχαν δουλέψει στο κάτεργο του μπαμπά του σαν σκλάβες για λίγα ψωροευρώ και έγινα θηρίο. Και δώστου μπινελίκι σύννεφο…..

Και μετά…. μετά σκέφτηκα τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Κι όλους αυτούς που την κατεβαίνουν και την ανεβαίνουν «πατημένοι» με 120 και δεν σταματάνε στα κόκκινα, αυτούς που οδηγούν κάτι χιλιάρια κωλοφτιαγμένα και νομίζεις πως έχουν βάλει στο στόχαστρο κάθε παππού ή γιαγιά ή μάνα με καροτσάκι πάνω στη διάβαση πεζών. Αυτούς που δεν είναι γιοι και κόρες του mister Jumbo αλλά του κυρ Θανάση του συνταξιούχου. Θυμήθηκα όλες τις φορές που άκουσα «μπαμ» κάτω από το σπίτι μου και βγήκα να δω τι έγινε και είδα κοπελίτσες να έχουν πάρει παραμάζωμα μηχανάκια και αυτοκίνητα στη διασταύρωση κάτω από το σπίτι μου. Χωρίς Πόρσε ή Λαμποργκίνι αλλά με Πεζό 106 και σμαρτάκια. Και θύμωσα ακόμα πιο πολύ, με όλους τους ανεύθυνους οδηγάρες όποιου γιοί και κόρες κι αν είναι.

Ο νεαρός mister Jumbo πλήρωσε άμεσα τη μαλακία που τον έδερνε, σπάνια αποδίδεται τόσο άμεσα  δικαιοσύνη  σ’ έναν φονιά. Γιατί, κακά τα ψέμματα, φονιάς αθώων ήταν και πλήρωσε την πράξη του με τη ζωή του και τη ζωή του φίλου του. Κι ο πατέρας του πλήρωσε τη δική του μαλακία, να αγοράζει Πόρσε στο κακομαθημένο του 24χρονο, θρηνώντας τον για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Δεν τους λυπάμαι κι ας χάθηκε ένας νέος άνθρωπος κι ο φίλος του, κι αυτός νέος, ας πρόσεχαν όλοι. Αυτοί που πραγματικά λυπάμαι βαθιά είναι ο δόλιος άνθρωπος που πήγε για κατούρημα κι έχασε την οικογένειά του  και η κοπέλα με το μωρό της. Το ίδιο, όμως, δεν λυπάμαι  και τους γιους και κόρες των κυρ Θανάσηδων που παίρνουν παραμάζωμα όποιον βρουν μπροστά τους οδηγώντας σαν μαλάκες. Αυτούς που βιάζονται να προλάβουν το ραντεβού τους με το Χάρο και παίρνουν, με το έτσι θέλω, μαζί τους όσους άσχετους μπορούν. Αυτοί τις περισσότερες φορές δεν πληρώνουν τόσο άμεσα για τις δολοφονίες τους, κι όταν πληρώνουν τη βγάζουν πάρα πολύ φτηνά.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξεφούντωσε το ταξικό μίσος και φούντωσε ο θυμός μου απέναντι στους μαλάκες καυλογκαζάκηδες, ανεξαρτήτως ταξικής προέλευσης. Το ταξικό μίσος το κρατάω για άλλες, πιο σοβαρές, περιπτώσεις που θα αφορούν συμπεριφορές λόγω τάξης κι όχι λόγω πηχτής μαλακίας.

Advertisements

4.1 μίλια και η Νορβηγία


Έβλεπα νωρίτερα το ντοκιμαντέρ της Δάφνης Ματζιαράκη “4.1 Μiles” που είναι υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Το έβλεπα και έκλαιγα επειδή σε κάθε προσωπάκι μικρού αγοριού έβλεπα το προσωπάκι του Μπακραουάν μου, σε κάθε κοριτσάκι την Αλμπίν μου, έβλεπα τον Ομάρ στα μελαχρινά δεκάχρονα και σε κάθε γυναίκα τρελαμένη από το φόβο της μάνα τους, την αγαπημένη μου Σάλμα.

Η Σάλμα και τα παιδιά της έφυγαν προχτές και άφησαν ένα κενό στη ζωή μας. Δεν μπορώ να συνηθίσω πως από δω και πέρα δεν θα χτυπάει η πόρτα και με το που την ανοίγω να μπαίνει ένας σίφουνας από 3 πιτσιρίκια στο σπίτι. Να θρονιάζονται στον καναπέ και να ζητάνε να δουν Μίκυ Μάους στην τηλεόραση. Η Αλμπίν δεν θα ξανάρθει το Σαββατοκύριακο μ’ ένα βιβλίο παραμάσχαλα. Το έπαιρνε από τη βιβλιοθήκη του σχολείου της κάθε Παρασκευή για να της το διαβάσω και να ζωγραφίσει αυτό που της έκανε εντύπωση. Ούτε ο Ομάρ θα μου δείχνει τι ωραία που έμαθε να γράφει το όνομά του και διάφορα άλλα στο σχολείο Κωφών και να μου τα μαθαίνει στη νοηματική.

Θα μου λείψουν οι μεγάλες συζητήσεις μας με τη Σάλμα σε μια δικιά μας γλώσσα, με λίγα αγγλικά, λίγα ελληνικά, πολλή «νοηματική» και άπειρη διάθεση επικοινωνίας. Σ’ αυτή τη γλώσσα μου διηγήθηκε την ιστορία της και πολλά για τον τόπο της. Σ’ αυτή τη γλώσσα μου μίλησε για τις ελπίδες της, για το όνειρό της να γυρίσει στον τόπο της όταν τελειώσει ο πόλεμος, το όνειρο να δει το Κουρδιστάν ελεύθερο και ενωμένο και να δουλέψει για να γίνει καλύτερο.

Σήμερα περνάνε το δεύτερο βράδυ τους στη Νορβηγία, στο Όσλο. Θα κάνουν όμως έναν με δύο μήνες να βρεθούν οριστικά με το μπαμπά τους. Πρέπει να μείνουν πρώτα σ’ ένα καμπ, αυτή είναι η πολιτική των Νορβηγών για τους πρόσφυγες. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς το λόγο, ιατρικές εξετάσεις ή κάτι άλλο, πάντως για αρκετό καιρό θα τους χωρίζει μια απόσταση 12 ωρών με τρένο από το μπαμπά τους. Τόσο απέχει το Όσλο από το Τροντχάιμ.

Στενοχωρέθηκα που τους έχασα ελπίζω όμως εκεί στο Βορρά να βρουν επιτέλους μια ήρεμη ζωή.

Στο παρακάτω λινκ μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ «4.1 μίλια»

http://popaganda.gr/4-1-miles-deite-to/

Στην Κατεχάκη


Σήμερα το πρωί βρέθηκα στην Κατεχάκη μαζί με δεκάδες πρόσφυγες που ζητούν άσυλο. Τι δουλειά, θα μου πείτε, είχε η αφεντιά μου εκεί; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…

asylou_2Από τον Ιούνιο μένει στο διπλανό διαμέρισμα μια οικογένεια κούρδων προσφύγων από τη Συρία, η Σάλμα με τα τρία παιδιά της. Εικοσιεννιά χρονών η Σάλμα, με τρία παιδιά ηλικίας 3, 6 και 10 χρόνων, ξεκίνησε πριν ένα χρόνο το μακρύ ταξίδι από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας για την Ευρώπη. Ο άντρας της ήταν ήδη ενάμισυ χρόνο στη Νορβηγία και ξεκίνησε να τον βρει. Στην περιοχή τους μαίνεται ο πόλεμος και ως κούρδοι έχουν τριπλά προβλήματα καθώς τους κυνηγάει και το καθεστώς του Άσαντ και οι αντάρτες και ο ISIS ή DAESH όπως λέγεται σε κείνα τα μέρη. Ο άντρας της ο Μαχμούντ ήταν μανάβης και δούλευε μ’ ένα μικρό αυτοκίνητο σε τοπική λαϊκή αγορά. Ένα πρωί ξεκίνησε χαράματα για τη δουλειά αλλά δεν γύρισε. Έφαγαν τον κόσμο να τον βρουν και τελικά κατάφεραν να μάθουν πως τον είχαν απαγάγει οι DAESH οι οποίοι έχουν την εξής πρακτική. Απαγάγουν κάποιον και στέλνουν μήνυμα ζητώντας λύτρα. Αν η οικογένεια δεν τα δώσει βρίσκουν απλώς το κεφάλι του απαχθέντα στο κατώφλι τους «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» των υπολοίπων. Για να μη βρουν το κεφάλι του Μαχμούντ στο κατώφλι τους μάζεψαν από φίλους και συγγενείς το ποσό και το έδωσαν στους DAESH και τελικά ο Μαχμούντ γύρισε σπίτι του. Γύρισε αλλά δεν ξαναβγήκε. Σταμάτησε να τρώει, να κοιμάται, είχε φρικάρει εντελώς και δεν μίλησε ποτέ για όσα είδε και έπαθε τις μέρες της αιχμαλωσίας του. Ξανά οικογενειακό συμβούλιο, μίλησαν και με την αδελφή του που ήταν ήδη στη Νορβηγία και αποφάσισαν πως ο Μαχμούντ έπρεπε να φύγει πάση θυσία. Αυτό και έγινε, του έστειλε κάποια χρήματα η αδελφή του και ξεκίνησε. Ήταν από τους τυχερούς που πέρασε από την Ελλάδα πριν έρθουν τα μιλιούνια το 2015 και κατάφερε να φτάσει στη Νορβηγία όπου πήρε κάρτα εργασίας και παραμονής. Η Σάλμα έμεινε στην πόλη τους. Όταν άρχισαν συνεχείς βομβαρδισμοί ο μεγάλος γιος τους, σχεδόν ολότελα κωφός εκ γεννετής, φρίκαρε κι αυτός με τη σειρά του αφού παρ’ όλο που δεν άκουγε τις βόμβες τις ένιωθε αλλά δεν μπορούσε ν’ ακούσει τα καθησυχαστικά λόγια της μάνας του. Όπως και ο πατέρας άρχισε τώρα κι ο γιος να έχει εφιάλτες και να μη τρώει κι έτσι η Σάλμα αποφάσισε να πάρει κι αυτή το δρόμο της προσφυγιάς με τα τρία μικρά παιδιά της. Ξανά έρανος στην οικογένεια για να βρεθούν τα χρήματα. Ξεκίνησε χωρίς να πει τίποτε στον Μαχμούντ, πέρασε περπατώντας με τα πιτσιρίκια στις κουρδικές περιοχές του Ιράκ, έμεινε περίπου 10 μέρες σ’ ένα καμπ και μετά πέρασε με τα πόδια στην Τουρκία. Πάλι σε καμπ και μετά στριμωγμένη αυτή και τα παιδιά μαζί με δεκάδες άλλους σε φορτηγό μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Εκεί αναμονή μερικές μέρες και με λεωφορείο έφτασε στη Σμύρνη. Αυτό είναι το δρομολόγιο που ακολουθούν οι κάτοικοι των κοπυρδικών περιοχω΄ν, από τα μέρη κοντά στο Χαλέπι περνάνε από άλλο δρόμο στην Τουρκία αλλά και πάλι η Πόλη είναι υποχρωτικός προορισμός πριν να φτάσουν στα παράλια.

Τέσσερις φορές μπήκε σε βάρκα για να φτάσει στη Χίο, τις τρεις γύρισαν πίσω και την τέταρτη τα κατάφεραν αλλά αναγκάστηκαν να πετάξουν όλα τα πράγματά τους στη θάλασσα για να μη πνιγούν. Μαζί με τα ρούχα τους έφτασαν στον πάτο του Αιγαίου και τα βιβλιάρια υγείας των παιδιών, μικρό το κακό…. Στη Χίο έφτασαν το Μάρτη, λίγες μέρες μετά τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας, αν δεν είχαν το μπαμπά στη Νορβηγία τώρα δεν θα είχαν ελπίδα να φτάσουν στη εκεί ή όπου αλλού. Ευτυχώς δεν έκαναν αίτηση για relocation αλλά για reunification. Στη Χίο έμειναν δύο μήνες στο καμπ της ΒΙΑΛ. Εκεί κόντεψε να τρελαθεί η φίλη μου, κοιμόταν κάτω σ’ ένα διάδρομο, σε κοινή θέα και με τον κόσμο να περνάει σχεδόν από πάνω τους με τα τρία παιδιά. Σύριοι, κούρδοι, αφρικανοί, πακιστανοί και ιρακινοί όλοι αντάμα. Οι μισές φυλές να αντιπαθούν και να σιχαίνονται τις άλλες μισές ( η Σάλμα δεν θέλει ν’ ακούει για αφγανούς και πακιστανούς), λίγο το φαγητό, το νερό, τα πάντα. Το νερό κρύο και να προσπαθεί να πλύνει τα παιδιά κι αυτά να τσιρίζουν, ο μεγάλος με το πρόβλημα της κώφωσης, η ίδια η Σάλμα σε απελπισία πλέον. Στο τέλος τα παιδιά έπιασαν ψείρες και αναγκάστηκε τα κουρέψει με την ψιλή και να κόψει τα μακριά μαλλιά της Αλμπίν που ακόμα το θυμάται και στενοχωριέται. Τελικά τη βρήκαν εκεί κάποιοι από το UNHCR και σε συνεργασία με τη Μ.Κ.Ο. PRAXIS τους έφεραν στην Αθήνα και στο διπλανό μου διαμέρισμα. Στην Κατεχάκη πήγαινε η Σάλμα για το θέμα του reunification. Την προηγούμενη Πάμπτη μου χτύπησε το κουδούνι και κλαίγοντας και γελώντας μου είπε πως την πήραν από την Κατεχάκη και της έκλεισαν ραντεβού για σήμερα το πρωί στις 9 να πάνε όλοι μαζί να πάρουν τα χαρτιά τους. Αυτό σήμαινε πως όλα θα τελειώναν εδώ και σε λίγο καιρό θα έφευγαν για τη Νορβηγία. Εδώ να πω ότι η Σάλμα δεν ξέρει αγγλικά κι εγώ δεν έχω ιδέα από κουρδικά ή αραβικά αλλά έχουμε βρει τον τρόπο να κουβεντιάζουμε για ώρες. Λίγες λέξεις αγγλικά, λίγες ελληνικά και πολύ «νοηματική», τώρα πλέον μας κάνει τον διερμηνέα και η μικρή της που πάει στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς από τον Οκτώβρη και μιλάει ήδη πολύ καλά ελληνικά.

Κι έτσι, μαζί με τη Σάλμα βρέθηκα το πρωί στην Κατεχάκη. Σκέφτξηκα να πάω μαζί της, να μην είναι μόνη της με τα τρία πιτσιρίκια κι αν μπορέσω να μπω μαζί της να συνεννοηθώ παρ’ όλο που υπάρχουν διερμηνείς εκεί. Το ραντεβού της ήταν για τις 9 το πρωί, φτάσαμε εκεί γύρω στις 9 παρά. Ψοφόκρυο και κόσμος μαζεμένος. Κάποιοι περίμεναν μέσα από το κάγκελο σε σειρ΄λα και οι υπόλοιποι έξω χωρίς σειρά. Τουρλουμπούκι που στριμώχνονταν στη μικρή πόρτα. Δεν έβλεπα κάποιον να ρωτήσω τι γίνεται, υπήρχε μια ανακοίνωση στα αγγλικά κολλημένη στα κάγκελα «Relocation is relocateded, διεύθυνση κάπου στον Άλιμο» αλλά πόσοι ήξεραν αγγλικά για να τη διαβάσουν; Ερχόταν συνεχώς καινούριοι που προσπαθούσαν να χωθούν πατώντας τους μπροστινούς στην πόρτα. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν δύο αστυνομικοί προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο να ανοίξει διάδρομο γαι να βγουν κάποιοι, κανένας δεν κουνήθηκε ρούπι. Αυτοί οι κάποιοι όμως βγήκαν και μόνο που δεν πάτησαν στα καρότσια με τα μωρά που στριμώχνονταν ανάμεσα στον κόσμο. Άρχισαν να τσιρίζουν τα μωρά, η δικιά μας η μικρή φρίκαρε κι άρχισε να κλαίει και να μου φωνάζει να τη βγάλω έξω αλλά που να την πήγαινα; Αν προχωρούσε η μάνα της και χώριζαν πως διάολο θα την έβαζα μέσα; Ο κόσμος ήταν φρικαρισμένος αλλά φρικαρισμένοι και οι δυο τρεις αστυνομικοί που ήταν εκεί και προσπαθούσαν να τους πείσουν να μπουν σε μια σειρά για να μη ποδοπατηθεί κανείς. Πάνω στο χαμό είδα τη Σάλμα να αγριοκοιτάζει μια δυο φορές έναν τύπο πίσω της και νόμισα πως το έκανε επειδή κόντευε να πατήσει τη μικρή. Αμ δε…. Κάποια στιγμή γυρνάει, τον κοιτάζει άγρια και χωρίς φωνές βάζει το χέρι της στο στήθος του και τον σπ΄ρωχνει σταθερά και με δύναμη καμμιά τριανταριά εκατοστά. «Εκεί» του είπε κι αυτός δεν κουνήθηκε, ήταν τελικά ο εφαψίας που κρύβεται σε κάθε σειρά ανθρώπων που στριμώχνονται. Κάποια στιγμή έγινε ένα μεγάλο στριμωξίδι και το «κύμα» πήρε τη Σάλμα με τον μικρούλη που τον είχε αγκαλιά κι έμεινα εγώ με τα δύο μεγαλύτερα να προσπαθώ να πείσω τον αστυνομικό να τα  αφήσει να φτάσουν στη μαμά τους. Κάποια στιγμή τα έχωσα ανάμεσα στον κόσμο και την έφτασαν, ρώτησα τον αστυνομικό αν μπορούσα να μπω κι εγώ μαζί τους μέσα «μπες αν θέλεις να πας φυλακή» μου απάντησε αγριεμένος αλλά λίγο μετά χαλάρωσε κάπως και μου είπε πως είναι από τις 5 το πρωί εκεί προσπαθώνας να βάλει τον κόσμο σε μια σειρά. Για να πω την αλήθεια σκεφτόμουν κι εγώ πως δεν γίνεται δουλειά με τέτοιο τουρλουμπούκι, αν κρατούσαν μια σειρά από την αρχή δεν θα τρώγαμε μισή ώρα διαπραγματεύσεις και ποδοπάτρημα για να ανοίξει η πόρτα. Κάποια στιγμή κατάφερε να μπει η Σάλμα και τα μωρά μέσα, της φώναξα πως θα την περιμένω αλλά μετά από λίγο ήρθε στο κάγκελο και μου είπε να φύγω γιατί θα έπαιρνε πολύ ώρα και δεν είχε νόηγμα να κάθομαι στην παγωνιά αφού δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσουν να μπω μέσα.Έφυγα σκεπτόμενη πως είμαστε κι εμείς το χάλι μας αλλά είναι και όλοι αυτοί που περίμεναν, άντρες κυρίως, που δεν θα είχαν ενδοιασμό να πατήσουν τα μωρά για να μπουν πριν απ’ αυτά μέσα.

Περίμενα πως η Σάλμα θα επέστεφε σπίτι μέχρι τις 2 το μεσημέρι αφού μπήκε στην αυλή της Κατεχάκη γύρω στις 10 το πρωί αλλά γελάστηκα. Έφτασε σπίτι κατά τις 16:30 και μου χτύπησε την πόρτα. Παγωμένη, κατακουρασμένη, με το μωρό να κοιμάται στην αγκαλιά της και χωρίς να έχει κάνει κάτι. Τσάτρα πάτρα μου έδωσε να καταλάβω πως περίμενε μέχρι τις 15:00 εκεί έξω στο κρύο, με τα παιδιά παγωμένα και πεινασμένα να κλαίνε και να γκρινιάζουν, για να μάθει πως αυτή που χειρίζεται την υπόθεσή της είναι σε άδεια και δυστυχώς δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί σήμερα!!!!

Ρε μάγκες εκεί στην Κατεχάκη, έφυγα το πρωί σκεπτόμενη πως έχετε κι εσείς τα δίκια σας και πως ζορίζεστε και σεις με τόσο κόσμο που δεν μπορεί να μπει σε σειρά για να τελειώνει πιο γρήγορα αλλά τώρα που γύρισε η Σάλμα μου το χαλάσατε. Να μπει ο κόσμος σε μια σειρά και να μη ποδοπατιούνται σαν βάρβαροι, ούτε εμένα μου άρεσε η εικόνα που είδα, αλλά τι να την κάνουν τη σειρά όταν περιμένουν υπομονετικά ( η Σάλμα είναι από τους πιο ευγενικούς και διακριτικούς ανθρώπους που έχω συναντήσει) για να τους πείτε μετά από τόσες ώρες στην παγωνιά «Λυπόμαστε αλλά δεν θα εξυπηρετηθείτε σήμερα διότι η υπάλληλος είναι σε άδεια, ελάτε πάλι αύριο….». Αφού η υπάλληλος θα έπαιρνε άδεια γιατί δεν ειδοποιήσατε τηλεφωνικά τα ραντεβού της να μην έρθουν; Τόσος κόπος είναι;

So long Leonard !


songs_of_leonard_cohenxΦθινόπωρο 1978. Κατεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη στην Πάτρα για σπουδές, δεν έχω κλείσει καν τα 18, προσπαθώ να το παίξω μεγάλη και νομίζω πως στ’ αλήθεια είμαι, κόβω βόλτες δώθε κείθε προσπαθώνας να καταλάβω που βρίσκομαι. Για τις 17 Νοέμβρη ανεβαίνω τρέχοντας στη Θεσσαλονίκη και κατεβαίνω συστημένη να βρω τον Κοσμά που μου έχει μιλήσει γιαυτόν η Μαριάννα. Δευτεροετής, τότε, ο Κοσμάς στο Μαθηματικό κάτι θα βρίσκαμε να πούμε. Τη φάτσα του την ήξερα, τον είχα δει να μιλάει σε μια συγκέντρωση υποψήφιων από τη Θεσσαλονίκη που ζητούσαμε ειδική μεταχείριση λόγω του σεισμού. Εκείνο το καλοκαίρι εμείς οι υποψήφιοι από τη Θεσσαλονίκη διαβάζαμε για τις εξετάσεις, που τότε ήταν τον Αύγουστο, σε αντίσκηνα.
Συνέλευση στο αμφιθέατρο, εντοπίζω τον Κοσμά παρέα με δύο άλλους. Πλησίασα, τους μίλησα και μετά φύγαμε όλοι μαζί για την ταβέρνα με την αυλίτσα στην Αράτου ψηλά. Χάλια το φαγητό αλλά φτηνή με ωραία αυλή. Τρώγαμε και πίναμε κι αυτοί οι τρεις σχολίαζαν ό,τι θηλυκό κυκλοφορούσε στο πανεπιστήμιο, δεν ήταν και πολλά άλλωστε. Τους άκουγα και σκιαζόμουν όλο και περισσότερο με το πέρασμα της ώρας. Με πήγαν σπίτι και μου είπαν να περάσω την άλλη μέρα να τους δω. «Σιγά μη περάσω για να με περάσετε και μένα γενεές 14…» σκέφτηκα… και δεν πέρασα. Μετά δυο τρεις μέρες χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι μου και τους είδα και τους τρεις μαζί στην πόρτα. «Σε περιμέναμε, γιατί δεν φάνηκες;» μου είπαν και τους απάντησα με ειλικρίνια πως φοβήγθηκα με όσα άκουσα να λένε στο ταβερνάκι. Γέλασαν και μου απάντησαν πως για να με καλέσουν στο σπίτι τους είχα περάσει τα τεστ. Από εκείνη τη μέρα και σχεδόν για ολόκληρο εκείνο το χειμώνα γίναμε αυτοκόλλητοι οι τέσσερίς μας. Όπου έβλεπες τον έναν ήσουν σίγουρος πως κάπου εκεί γύρω θα είναι και οι άλλοι.
Στο σπίτι τους άκουγαν πολύ μουσική κι ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα, τύμπανα και φυσαρμόνικα. Όταν πήγαινα εκεί εννοείται πως δεν έφευγα, η Αγυιά ήταν μακριά και εκείνα τα χρόνια οι φοιτητές δεν είχαν αυτοκίνητα και μηχανάκια, τα δε λεωφορεία είχαν το τελευταίο δρομολόγιο το πολύ στις 22:30. Ο μόνος τρόπος για να επιστρέψω στην Πάτρα από την Αγυιά ήταν να το κόψω με το πόδι μέσα στη νύχτα. Με κοίμιζαν λοιπόν στο σπίτι τους και με πρόσεχαν, κάτι σαν τη Χιονάτη στο σπιτάκι των νάνων ένιωθα, αν και δεν τους έλεγες ακριβώς νάνους. Μαζί τους έμαθα πάρα πολλά πράγματα για μουσική, αγάπησα μουσικούς και συγκροτήματα που δεν είχα ξανακούσει. Πρωτάκουσα στο σπίτι της Αγυιάς τους Talking Heads, τη Rickie Lee Jones και την Joni Mitchel, τους Van Der Graaf Generator, τους Gong, τους Genesis, τον Alan Parson και τους Dire Straits και άλλους πολλούς. Μια από τις πρώτες φορές που πήγα σπίτι τους μπήκε στο πικάπ ένας δίσκος, δεν θυμάμαι…. ο Κοσμάς τον έβαλε  ή ο Τζόε; Αυτό που θυμάμαι είναι πως μαγεύτηκα και πως , από κει και πέρα, ήξερα ότι μπορούσα να τον ακούω όλη μέρα. Από κείνο το βράδυ και μετά ήταν πάρα πολλά τα βράδια που μου έκανε παρέα ο Leonard Kohen. Ο δίσκος ήταν φυσικά το Songs of Leonard Cohen (1967).

So long Leonard !

Κοσμά, Τζό και Ηλία, ήσασταν οι καλοί μου μάγοι τότε

Έχει διαφορά το δωρεάν από το τζάμπα;


Διαβάζω το παρακάτω στα αιτήματα του συντονιστικού των μαθητών Αθήνας που καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις:

«Το υπουργείο και η κυβέρνηση να εξασφαλίσουν ΤΩΡΑ χρηματοδότηση για να λειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία μας. Να αντιμετωπιστούν τα κενά, οι ελλείψεις σε καθηγητές, να δοθούν λεφτά για αναλώσιμα, υποδομές και ό,τι άλλο χρειάζεται για να λειτουργήσουν τα σχολεία μας.
Ούτε 1 ευρώ από την τσέπη των γονιών μας για τη μόρφωσή μας.»

Εγώ πάντως σκέφτομαι  πως αν ξανασπάσουν τις πόρτες και τα παράθυρα στο σχολείο, θέλω να καλέσω τους γονείς τους και να τους ζητήσω να τις πληρώσουν. Όχι μόνον ένα ευρώ από τις τσέπες των γονιών τους αλλά όσα ευρώ χρειαστούν. Διότι καλό είναι να απαιτείς από την πολιτεία δωρεάν παιδεία, υποδομές, βιβλία και αναλώσιμα αλλά πρέπει να ξέρεις πως έχεις την υποχρέωση και να τα σέβεσαι. Δεν γίνεται να φτιάχνονται οι πόρτες κάθε χρόνο, να μην έχει περάσει ούτε μήνας από την αρχή της χρονιάς και να έχουν βγει από τη θέση τους και τα κουφώματα. Δεν γίνεται να μη σέβεσαι το βιβλίο που σου δίνουν και να το χάνεις ή να το πετάς και να απαιτείς να σου δίνουν καινούριο κάθε φορά. Το έχασες ή το πέταξες; Πουλάνε στα βιβλιοπωλεία, δώσε τα 6 ή τα 8 ευρώ και ξαναπάρτο. Το κράτος σου το έδωσε, πρόβλημά σου αν το έχασες. Κι αν δεν υπάρχουν φράγκα στην οικογένεια, έπρεπε να το σκεφτείς πολύ καλύτερα πριν το χάσεις.
Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο ΔΩΡΕΑΝ και στο ΤΖΑΜΠΑ κι εγώ βαρέθηκα να χαϊδολογάμε τα παιδιά μη τυχόν και τους δημιουργήσουμε παιδικά τραύματα και μ’ αυτόν τον τρόπο να φτάνουν, τελικά, να γίνονται ανώριμοι και ανεύθυνοι ενήλικες.

λίγη κανονικότητα επιτέλους!


prosfigopoula2016Διαβάζω δύο εντελώς αντίθετα πράγματα. Αλλού κλειδώνουν τα σχολεία για να μη μπουν προσφυγόπουλα για μάθημα, κι αλλού τα υποδέχονται εν χορδαίς και οργάνοις. Υπερβολικοί σε όλα μας, όπως πάντα.
Στο δικό μας σχολείο φοιτούν ήδη 4 προσφυγόπουλα, ήρθαν μια μέρα με έλληνες συνοδούς και μας ρώτησαν αν μπορούμε να πάρουμε κάποια παιδιά, ζουν σ’ έναν χώρο καταλειμμένο. Τέσσερα χωρούσαν στο σχολείο μας με τις μικρές αίθουσες όπου σε κάποιες απ’ αυτές οι καθηγητές δεν έχουν που ν’ ακουμπήσουν το βιβλίο τους. Ξέρουν ελάχιστες λέξεις στα ελληνικά, ένα δυο μιλάνε κάπως αγγλικά. Ενσωματώθηκαν αμέσως στη ζωή του σχολείου, τα παιδιά ζουζούνισαν γύρω τους κι άρχισαν να συνεννοούνται, λίγο στα αγγλικά, λίγο στα ελληνικά και πολύ με νοήματα. Θέληση να υπάρχει και αυτά ξεπερνιούνται. Δεν σχολίασαν τη μαντήλα που φοράει η μεγαλύτερη, τη γλώσσα τους ή το που μένουν. Αλίμονο αν είχαν πρόβλημα σ’ ένα σχολείο με ποσοστό αλλοδαπών μαθητών γύρω στο 80%. Πιο πολύ εντυπωσίασε η όρεξή τους να μάθουν και το γεγονός πως στα μαθηματικά καταλαβαίνουν πράγματα (ειδικά η μεγαλύτερη) ενώ δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα.
Στα μαθήματα βαριούνται, ειδικά στα θεωρητικά που δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα, και τα παίρνει μερικές φορές ο ύπνος. Τα τρία από τα τέσσερα τα γράψαμε στην πρώτη τάξη, ήθελαν να είναι μαζί αν και ηλικιακά θα μπορούσαν να πάνε στη δευτέρα ή στην τρίτη τάξη. Ο τέταρτος μεγαλόδειχνε, πως να τον βάλεις ανάμεσα στα πιτσιρίκια της πρώτης που ακόμα νομίζουν πως είναι στο δημοτικό;
Στα μαθηματικά κάτι καταλαβαίνουν, τα είχαν κάνει και στο δικό τους το σχολείο. Όσο προλαβαίνω τους εξηγώ στα αγγλικά, προσπαθούν να λύνουν ασκήσεις γιατί δεν θέλουν να βαριούνται, θέλουν να γίνουν κανονικοί μαθητές. Έγραψαν και τεστ χωρίς να είναι υποχρεωμένα. Τα βλέπω στην αυλή, είναι τόσο χαρούμενα που μιλάνε με τα υπόλοιπα, κάποια από τα κοριτσάκια τα δικά μας έχουν πάρει υπό την προστασία τους τις δύο πιτσιρίκες…..
Δεν ξέρω τι θα γίνει από δω και πέρα, ίσως χρειαστεί να πάνε στα απογευματινά μαθήματα, ίσως είναι καλύτερα να μάθουν κάπως τη γλώσσα για να μπορέσουν να παρακολουθούν και να μη βαριούνται. Θα τους λείψουν σίγουρα οι παρεούλες που ήδη έφτιαξαν, Αν πάντως πρέπει να φύγουν από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου, εμείς θα τους περιμένουμε του χρόνου να ξαναγυρίσουν στο κανονικό πρόγραμμα. Αν και βασικά τους ευχόμαστε να έχουν καταφέρει να πάνε να βρουν τους μπαμπάδες τους στη Σουηδία και στην Αυστρία και στη Γερμανία.

Βλέπω τις υπερβολές και δεν καταλαβαίνω το γιατί γίνονται είτε ως προς τη θετική είτε προς την αρνητική τους οπτική. Γιατί να υποδεχτείς τα παιδιά με παράτες και μουσικές; Είτε τα βρίσεις είτε τους κάνεις μεγαλειώδη υποδοχή τα ξεχωρίζεις από τα υπόλοιπα με κάποιο τρόπο. Κι αυτό που θέλουν τα προσφυγόπουλα είναι να νιώσουν κανονικά παιδιά, σαν όλα τα υπόλοιπα.

Syrian food


Το απέναντι διαμέρισμα ήταν ξενοίκιαστο εδώ και χρόνια. Δυαράκι βολικό, πολλοί ντο ήθελαν, αλλά η ιδιοκτήτρια που ζει στη Μυτιλήνη δεν πήρε χαμπάρι πως άλλαξαν οι εποχές και το νοίκι από ένα δυαράκι δεν μπορεί πλέον να σε ταίζει για ένα μήνα, οπότε το σπίτι ήταν ξενοίκιαστο για τέσσερα περίπου χρόνια. Πριν δυο τρεις μήνες είδαμε κινητικότητα, ήρθαν και το έβαψαν τσάτρα πάτρα αλλά νοικάρηδες δεν βλέπαμε. Μάθαμε τελικά πως νοικιάστηκε στη ΜΚΟ Praxis για να φιλοξενηθούν πρόσφυγες. Πριν δυο βδομάδες εμφανίστηκε μια οικογένεια. Μια νεαρή μαμά και τρία μικρά, από 2 το μικρότερο μέχρι 7-8 χρόνων το μεγαλύτερο. Απόμακρη και σαν φοβισμένη η μαμά στην αρχή αλλά τα μικρά είναι μικρά και έπαιζαν. Τα άκουγα να κελαηδούν όλημερίς. Οι συγκάτοικοι της πολυκατοικίας δεν έδωσαν σημασία μεγάλη, άλλωστε είναι πολυκατοικία γερόντων. Τον μέσο όρο ηλικίας κατεβάζουν ο γιος μου και η φοιτήτρια στο διπλανό διαμέρισμα. Μόνο μια κυρία το ανέφερε αλλά όχι με άσχημο τρόπο, είπε απλώς πως ήρθε μια οικογένεια σύριων με παιδάκια και της απάντησα πως επιτέλους θα ακουστούν και πάλι στο «νεκροταφείο» μας παιδικές φωνές.
Μια μέρα σκέφτηκα και είπα στο γιο να δούμε στα λούτρινα που μας έμειναν από τη δική του παιδική ηλικία, ποια δεν θέλει να κρατήσει για να τα δώσουμε στα πιτσιρίκια. Μου απάντησε πως το είχε σκεφτεί κι αυτός και όχι μόνον αυτά αλλά κατέβασε διάφορα κουτιά και έβγαλε αυτοκινητάκια και άλλα τέτοια. Τα βάλαμε σ’ ένα κουτί και χτυπήσαμε το κουδούνι. Ακούγαμε φωνούλες αλλά κανένας δεν μας άνοιξε. Ξαναχτυπήσαμε άλλες δυο τρεις φορές μέχρι να πάρει απόφαση η μαμά να ανοίξει, μετά από δυο μέρες την πόρτα, μάλλον φοβόταν. Τα μικρά πανηγύρισαν μόλις είδαν τα κουκλάκια και τα αυτοκινητάκια. Η μαμά με ευχαρίστησε και έκλεισε την πόρτα. Μου χτύπησε αργότερα να με ρωτήσει, με νοήματα αφού δεν ξέρει αγγλικά, αν μπορώ να της «δανείσω» wifi για να μπορεί να επικοινωνεί με τον άντρα της που κάπου είναι αλλά δεν κατάλαβα που. Της έδωσα τον κωδικό, με ευχαρίστησε και πάλι και το άλλο βράδυ χτύπησε το κουδούνι, άνοιξα και την είδα μ’ ένα πιάτο γεμάτο φαγητό. Σύριαν φουντ, μου είπε, και μου έδωσε το πιάτο. Νοστιμότατο φαγητό, σαν τα γεμιστά τα δικά μας αλλά με κιμά από κοτόπουλο και πολύ πικάντικα. Η δική μου μαμά μου έμαθε πως δεν γυρνάμε ποτέ το πιάτο με το οποίο μας έφεραν πεσκέσι άδειο αλλά εκείνη τη μέρα έφτιαχνα παστίτσιο και είχε και χοιρινό κιμά άρα απαγορευτικό. Νταξ, δεν πειράζει, είχα τρεις σοκολάτες στο σπίτι, τις έβαλα στο πιάτο και το επέστρεψα γεμάτο και όλα μια χαρά.
Χτες το βράδυ χτύπησε και πάλι το κουδούνι και ανοίγοντας την πόρτα είδα το μεγαλύτερο αγόρι μ’ ένα πιάτο γεμάτο στο χέρι κι ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Πήρα το πιάτο, τον ευχαρίστησα και του έδωσα ένα φιλί. Έφυγε με πιο μεγάλο χαμόγελο.
Το πρωί σήμερα έφτιαξα ένα κέικ, έβαλα το μισό στο πιάτο και χτύπησα το κουδούνι τους. Τώρα πλέον ανοίγουν αμέσως, έκαναν χαρές τα μωρά με το κέικ και το πιο μικρό όρμησε για αγκαλιές, γελώντας. Το σήκωσα ψηλά και πήρα την πιο σφιχτή αγκαλιά εδώ και χρόνια. Τους ρώτησα με νοήματα τα ονόματά τους και τους είπα το δικό μου. Επίσης έμαθα πως το μεγαλύτερο και γελαστό αγοράκι, ο Ομέρ, δεν ακούει και δεν μιλάει. Τα λέει όμως όλα με τα μάτια, το χαμόγελο και τη γλώσσα του σώματος.
Η Σέλμα μαγειρεύει νοστιμότατα οπότε όπως καταλαβαίνετε εμείς, ως οικογένεια, θα εντρυφήσουμε στη συριακή κουζίνα και η Σέλμα και τα παιδιά στη δική μου. Ο γιος μου θα με στείλει, είμαι σίγουρη, να ζητήσω τη συνταγή για τις πατάτες που τις βρήκε θεϊκές.
Πολύ χαίρομαι που έχω τόσο καλούς γείτονες αν και εύχομαι να μπορέσουν να φύγουν γρήγορα και να πάνε να βρούνε το μπαμπά τους.

παρελάσεις


parelasi22Θυμάμαι τις παρελάσεις επί χούντας. Στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη στρατιωτική γινόταν παραδοσιακά τον Οκτώβρη. Η χαρά των μαθητών, μαζεμένες γιορτές μεγάλο διάλειμμα από το σχολείο.
Τις παρακολουθούσα σχεδόν πάντα. Όλοι μαζί, οικογενειακώς κατεβαίναμε στο κέντρο να τη δούμε, με τη μάνα μου να φοβάται μη χάσει κάποια από μας μέσα στο πατιρντί.
Και να τα τανκς, να οι όλμοι, να τα πεζοπόρα του στρατού, οι λοκατζήδες και οι αλπινιστές. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν οι πιο εντυπωσιακοί στα παιδικά μου μάτια…. Με τις λευκές στολές τους και τα σκί επ’ ώμου, πίστευα πως ήταν η πιο διασκεδαστική μονάδα του στρατού, σαν μοντέλα έμοιαζαν κι όχι σαν φαντάροι.
Κι όλα αυτά για να μας πείσουν (ή να πειστούν;) για το αξιόμαχον του στρατεύματος. Να μας πείσουν πως αν μας την πέσει η Τουρκιά, οι κακοί κομμουνιστές από το Βορρά ή όποιος άλλος, ο στρατός θα είναι εκεί να μας προστατέψει.
Και ήρθε το 1974, την έπεσε η Τουρκιά στην Κύπρο, έφαγε τη μισή σε 2-3 μερούλες, έγινε η επιστράτευση, κι όταν γύρισαν πίσω οι μπαμπάδες και οι θείοι μας, καταλάβαμε πως όλες οι παρελάσεις κι οι παράτες και το εθνικόν ρίγος ήταν για τα μάτια του κόσμου και πως αν στ’ αλήθεια μας την έπεφτε τότενες η Τουρκιά, θα έφτανε στην Ακρόπολη σε μια μέρα. Ο αξιόμαχος στρατός δεν διέθετε ούτε τη μία, απαραίτητη, σφαίρα ανά φαντάρο για να μπορέσει να αυτοκτονήσει κι έτσι να μη πέσει στα χέρια του οχτρού.
Οπότε δεν μας χέζετε με τις παρελάσεις σας και με τα εθνικά ρίγη;

τι θέλουν;


«Η Ελλάδα δεν προστατεύει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα»

Η φράση που ακούγεται συνέχεια και παντού. Και που είναι και λάθος, τα σύνορα είναι πάντα εξωτερικά αλλά ας το αφήσω αυτό. Τι διάολο σημαίνει αυτή η φράση; Πως  προστατεύονται τα σύνορα; Και έναντι ποιων; Διότι εγώ με τη λίγη ιστορία που ξέρω καταλαβαίνω μόνον ένα πράγμα. Τα σύνορα προστατεύονται με πόλεμο ανάμεσα σε δύο γειτονικά κράτη. Τελεία.

Με ποιους λοιπόν μας σπρώχνουν να κάνουμε πόλεμο; Μόνο σ’ έναν πάει το φτωχό μυαλό μου, την Τουρκία. Διότι η άλλη επιλογή είναι να πνίγουμε τον κόσμο στη θάλασσα αλλά αυτό δεν λέγεται πόλεμος, λέγεται γενοκτονία. Το να σκοτώνεις άοπλους και γυναικόπαιδα είναι γενοκτονία κι όχι πόλεμος.

Θέλουν λοιπόν πόλεμο της Ελλάδας με την Τουρκία; Να τελειώσει ό,τι παρα λίγο να γίνει σαράντα χρόνια πριν; Τόσα όπλα περισσεύουν πια και κάπου πρέπει να χρησιμοποιηθούν; Τη μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού πρέπει να την αρχίσουν από μας; Και είναι τόσο σίγουροι οι ευρωπαίοι, πως άμα ξεκινήσει ένας πόλεμος στην Ευρώπη θα τον κρατήσουν τα σύνορα και δεν θα περάσει και δίπλα; Μιλάμε για Βαλκάνια κι αν νομίζουν πως θα επαναληφθεί το φαινόμενο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, στην οποία ο πόλεμος όντως έμεινε εντός συνόρων, ένα έχω να πω. Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε και οι συνθήκες δεν μοιάζουν ούτε κατά διάνοια με τις συνθήκες της δεκαετίας του ’90.

Κι ένα βίντεο όπου φαίνεται με ποιους θέλουν να «πολεμήσουμε». Ποιους θέλουν να θεωρήσουμε εχθρούς. Ποιους τελικά πρέπει να γενοκτονήσουμε.

Εφιάλτης


12419125_10207557954323621_9128413220486506920_oΚάποτε η προσφυγιά ήταν για μένα ιστορίες της μαμάς και της γιαγιάς που τις άκουγα και τις ξανάκουγα μέχρι που τις βαρέθηκα. Ιστορίες που χανόταν στο χρόνο επειδή ήμουν μικρή κι όλα αυτά φάνταζαν «αρχαιολογία» στα μάτια και στ’ αυτιά μου. Δεν ήταν τόσο μακρινά, φυσικά, αλλά ξέρετε πως είναι τα παιδιά….
Τώρα οι ιστορίες προσφυγιάς ήρθαν δίπλα μας, χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων που περνούν δίπλα μας, όπως πέρναγαν κάποτε η μάνα κι η γιαγιά μου δίπλα από άλλους ανθρώπους.
Ο δρόμος της προσφυγιάς, ένας από τους εφιάλτες της ζωής μου
Φωτογραφία προχτεσινή, από το λιμάνι του Πειραιά την ώρα που έφτασαν 4000 πρόσφυγες και τα κορίτσια του «Πλέκουμε Αλληλεγγύη» ήταν εκεί για να φορέσουν ζεστά σκουφάκια, γαντάκια και κασκολάκια στα κεφαλάκια, τα λαιμουδάκια και τα χεράκια των παιδιών.

«Στα δίχτυα της Αράχνης»


hqdefaultΠριν πενήντα χρόνια ξεκίνησε η ελληνική τηλεόραση, 1966 τέτοιες μέρες. Στο σπίτι μου αποχτήσαμε το «μαγικό κουτί» μετά από επτά χρόνια, τέτοιες μέρες το 1973. Ένας δυο είχαν στη γειτονιά και μαζευόμασταν στα σπίτια τους να δούμε «Άγνωστο Πόλεμο» και «Παράξενο ταξιδιώτη». Είχε και στο φροντιστήριο αγγλικών της γειτονιάς τηλεόραση. Έξυπνη η κυρία Βάσω που το είχε -αραβωνιαστικιά υπολοχαγού- έβαλε μια τηλεόραση στην αίθουσα αναμονής και μάζεψε όλο το χαρτί. Και μόνο για να χαζέψουν τηλεόραση στο διάλειμμα και μετά το τέλος του μαθήματος, τα παιδιά έκαναν ουρά για να μάθουν αγγλικά στο δικό της φροντιστήριο.

Τούτες τις μέρες η ΕΡΤ κάνει αφιέρωμα στα 50 χρόνια ζωής της ελληνικής τηλεόρασης. Παλιές σειρές ασπρόμαυρες, εκπομπές λόγου και κωμωδίες κι εγώ να τις παρακολουθώ και να βουτάω στο χρόνο.

«Στα δίχτυα της Αράχνης» και «Στα δίχτυα του Τρόμου» σε παραγωγή του πανταχού παρόντα επί χούντας αλλά και αργότερα Τζέιμς Πάρις. Προπαγάνδα στο φουλ, τα «Δίχτυα της Αράχνης» υπήρχαν και σαν ραδιοφωνική εκπομπή, απόγευμα, κι εγώ να θέλω να την ακούσω κι η μαμά να λέει πως αν το κάνω θα με σκοτώσει. Κακοί κομμουνιστές από το «σιδηρούν παραπέτασμα» που ήθελαν να κάνουν μεγάλο κακό στην πατρίδα μας και καλοί αξιωματικοί που την έσωζαν και νικούσαν τους κακούς και άσχημους κομμουνιστές. Η μαμά να φρικάρει, εγώ να μην καταλαβαίνω ούτε γιατί φρικάρει ούτε τι θα πει «σιδηρούν παραπέτασμα» και τι σχέση έχει με τους «άθλιους κομμουνιστάς». Εγώ μόνο το Σιδηρούν Προσωπείον του Δουμά ήξερα αλλά μάλλον ήταν άσχετο με το παραπέτασμα. Πάντως κάτι κακό θα ήταν που δεν έπρεπε να το αναφέρουμε εμείς, γιατί η μαμά και η γιαγιά χαμήλωναν τη φωνή όταν έλεγαν για κάποιον πως «έχει έρθει από το Πα ρα πέ τα σμα…..».

Τα ίδια και στην τηλεόραση, κακοί με ονόματα όπως Μίρκο απαγάγουν παιδί εθνικόφρονα καθηγητή και τον απειλούν…..  Καλοί αξιωματικοί τους κυνηγούν και υποθέτω σωζουν το παιδί και την πατρίδα. Ένα επεισόδιο σήμερα, πριν και μετά ποιος ξέρει τι να είχε η ιστορία είναι όμως εύκολο και προβλέψιμο να το φανταστούμε.

Στο καπάκι άλλη κινηματογραική σειρά επεισοδίων, «Στα δίχτυα του Τρόμου» με εναλλακτικό σενάριο. Καλοί έλληνες, κακοί Γερμανοί, καλοί αντάρτες αλλά όχι με τίποτις μούσια και αγριάδες. Πέφτουν με αλεξίπτωτα μεζί με τους καλούς Άγγλους. Κακός γερμανός Χρήστος Πολίτης αλλά ευαίσθητος και ερωτευμένος με χαζή Δανδουλάκη. Φιλοναζί μπαμπάς της Δανδουλάκη, φιλοαντάρτισσα μαμά, έτσι γίνονται τα δράματα….. Παραγωγή Τζειμς Πάρις φυσικά και όλο το παρισέϊκο δούλευε σ’ αυτές τις παραγωγές. Ασπρόμαυρες γραμμικές σχέσεις καλού-κακού και προπαγάνδα στο φουλ.

tv4Και μετά έπεσε η χούντα. Και μετά γεμίσαμε αντάρτικα και ρεμπέτικα και παντού μιλούσαμε με τσιτάτα του Μαρξ και δεν χρειαζόταν να χαμηλώνουμε τη φωνή όταν αναφερόμασταν στο «παραπέτασμα». Περάσαμε χωρίς ενδιάμεσο στάδιο από τον Τζέιμς Πάρις στον Αϊζενστάιν και τον Ταρκόφσκι, ζηλέψαμε που δεν ζήσαμε κι εμείς το δικό μας Μάη ή το δικό μας Μπέρκλεϊ (της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά όπως είπε κι ο Πορτοκάλογλου). Και μετά μεγαλώσαμε κι έπεσε το Τείχος και η ΕΣΣΔ και γίναμε μεταμοντέρνοι και μιλούσαμε για το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και το τέλος της πάλης των τάξεων. Κι ανακαλύψαμε τα λεφτά, τη Μύκονο και τον Βασίλη Καρρά και αποκηρύξαμε τον παλιό κουλτουριάρη εαυτό μας που γλεντούσε με Πάνο Τζαβέλα και ονειρευόταν επαναστάσεις. Και ξεχάσαμε τα πάντα αλλάζοντας αυτοκίνητο κάθε δυο χρόνια διότι «παραπάνω δεν αξίζει, σου βγάζει ζημιές ρε αδελφέ…. Αντί να τα δίνεις στο συνεργείο το πουλάς, παίρνεις κι ένα δανειάκι και κυκλοφοράς με καινούριο σαν άρχοντας….»

Και μετά μας πλάκωσε η κρίση και ζαλιστήκαμε και φτάσαμε τα πενήντα και τα καβατζάραμε και ήρθε κι ένα αφιέρωμα για τα 50 χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης και βλέπουμε την ασπρόμαυρη απλοϊκή προπαγάνδα των ’70’ς και μελαγχολούμε….

«που είσαι νιότη πού ‘λεγες πως θα γινόμασταν άλλοι…..»

Oh captain, my captain


tumblr_static_untitled-6Σκεφτόμουν την ανοησία που πέταξε -ανάμεσα σε άλλες- αυτός ο νεόκοπος αστέρας της πολιτικής, ο πατριώτης μου βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης σε άρθρο του στην Αυγή (http://www.avgi.gr/article/6166852/apo-ti-theoria-stin-praxi), που ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών σχολίων και «άδειασμά» του από την εκπρόσωπο Τύπου Ράνια Σβίγκου.

Ο κύριος Τριανταφυλλίδης είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., είναι κάτοχος ειδικού μεταπτυχιακού τίτλου για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό και από το βιογραφικό του φαίνεται πως έχει ελάχιστη σχέση με μάχιμο εκπαιδευτικό, αφού το 1997 διορίστηκε ως φιλόλογος με επετηρίδα σε οργανική θέση, από την οποία αργότερα παραιτήθηκε για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία.

Μέσα σ’ όλη τη μπουρδολογία του γράφει το εξής:

Τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των καθηγητικών σχολών. Εκπαιδεύουν μάχιμους εκπαιδευτικούς με όνειρο και φιλοδοξία να είναι μέσα στην τάξη οι δάσκαλοι – παιδαγωγοί έτσι ώστε να κερδίζουν κάθε μέρα την αναγνώριση των μαθητών τους; (σαν την αναγνώριση με την προσφώνηση «Oh captain, my captain», που κέρδισε ο καθηγητής Τζον Κίτιγκ από τους μαθητές του, στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών»; https://www.youtube.com/watch?v=j64SctPKmqk).

Μόνο άσχετος με τη διαδικασία μιας σχολικής τάξης, και ειδικά με το πως εχει εξελιχθεί το σχολείο τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε να πετάξει μια τέτοια στερεοτυπική μπούρδα μεγατόνων. Να τον ενημερώσω λοιπόν πως η πραγματικότητα ΔΕΝ είναι Χόλιγουντ, αν και θα ήταν υπέροχα αν θα μπορούσε να είναι. Αν μπορούσαμε δηλαδή, να γράφουμε εμείς κατά το δοκούν το σενάριο της πραγματικότητας και τους ρόλους των πρωταγωνιστών. Έλα όμως που η κοινωνία και κατ’ επέκταση ο μικρόκοσμος ενός σχολείου, γράφει τα δικά της σενάρια στα οποία καλούμαστε να παίξουμε το ρόλο μας, έναν ρόλο που δεν περιέχει χολιγουντιανά στερεότυπα. Ακόμα όμως κι αν γινόταν να γίνει η πραγματικότητα Χόλιγουντ, να ενημερώσω τον ανόητο βουλευτή πως συγκρίνεις μόνο ομοειδή αντικείμενα κι αυτό δεν είναι μόνον μαθηματική λογική, άρα όφειλε και ως φιλόλογος να το γνωρίζει. Ο καθηγητής Κίτινγκ που μας πέταξε στη μούρη ως επιθυμητό στόχο-πρότυπο, δίδασκε σε ένα σχολείο στο οποίο οι μαθητές δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων σήμερα. Το σχολείο του Κίτινγκ ήταν ένα αυστηρό κολλέγιο της ανώτερης τάξης, προσανατολισμένο στην απόλυτη πειθαρχία και οι μαθητές του ήταν έφηβοι με φιλοδοξίες, γνώσεις και ανησυχίες, στους οποίους ο Κίτινγκ έδωσε έναν εναλλακτικό, πιο ανθρωποκεντρικό τρόπο μάθησης. 9af71b9c0749cab6d06e80138d3f1a0aΕίχε μαθητές που διψούσαν να μάθουν, απλώς δεν βολεύονταν στην αυστηρή πειθαρχεία του σχολείου τους. Κι όχι όλοι, η συντριπτική πλειοψηφία την είχε αποδεχτεί και καθόλου δεν την αμφισβητούσε, περισσότερο αντιδρούσε στους νεωτερισμούς του Κίτινγκ στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι πιο ευαίσθητοι ή πιο επαναστάτες τον ακολούθησαν και τον λάτρεψαν. Πράγμα που συμβαίνει σχεδόν σε όλα τα σχολεία και σε όλους τους δάσκαλους. Κάποιοι μαθητές σου σε λατρεύουν, για τους πολλούς είσαι άλλος ένας που πρέπει να υπομείνουν και κάποιοι σε μισούν. Το να ζητάς όμως να γίνουν Κίτινγκ άνθρωποι που δουλεύουν πολλές φορές σε συνθήκες θηριοτροφείου, με μαθητές χωρίς καμμιά απολύτως φιλοδοξία (νάτο πάλι το Χόλιγουντ, έχει στερεότυπο και γιαυτή την περίπτωση) είναι ανοησία στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη περίπτωση, αν αυτός που το ξεστομίζει είναι βουλευτής, τότε η ανοησία γίνεται επιπλέον και επικίνδυνη.

Το στερεότυπο που αναφέρω παραπάνω  είναι η ταινία Ασυμβίβαστη Γενιά (Dangerous Minds) του 1995 με τη Michelle Pfeiffer . Το κακό είναι πως κανένας από μας δεν μοιάζει στη Μισέλ και πως το τέλος του έργου είναι κάθε φορά απρόβλεπτο.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC

ΥΓ: Δεν ξέρω πάντως πως θα μπορούσα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αν ήμουν ο Κίτινγκ και εξαιτίας της εμπνευσμένης διδασκαλίας μου κάποιος έφηβος έκοβε το λαιμό του στο τέλος του έργου. Αυτό το σημείο της ταινίας ποτέ κανείς δεν το σχολίασε απ’ όσους ονειρεύονται να γίνουν οι ίδιοι ή να πείσουν τους άλλους γίνουν Κίτινγκ

 

παπαγάλοι


a4673b1fde2cf6c156f27a24acc405c4Προχτές ο 17χρονος γιος, μου ανακοίνωσε πως θα πάρει μέρος στο διαγωνισμό EUROSCOLA ελπίζοντας να τα πάει καλά και να καταφέρει να πάει βόλτα στο Στρασβούργο, μιας και όσοι επιτύχουν θα ταξιδέψουν στο Στρασβούργο ως καλεσμένοι της Ε.Ε. Προφανώς του είπα πως είναι πολύ καλή ιδέα, και για τη βόλτα αλλά και επειδή η πολιτική και η σχέση της με το ιστορικό γίγνεσθαι είναι μέσα στα ενδιαφέροντά του.
Σήμερα το πρωί πήγε στην εξέταση χωρίς να έχει κάνει ιδιαίτερη προετοιμασία, πέρα από ένα σκαρίφημα που είχε φτιάξει στο μυαλό του. Κι όταν λέω σκαρίφημα εννοώ πως διάβασε για τη Συνθήκη της Λισαβόνας, προετοίμασε μερικά επιχειρήματα στο μυαλό του και σκέφτηκε τη δομή του κειμένου που θα έγραφε.
Όταν γύρισε τον ρώτησα -φυσικά- πως τα πήγε, μου είπε πως τελείωσε σε μια ώρα και μετά μου είπε το «κουφό», αν και απορώ με τον εαυτό μου που εντυπωσιάστηκα μετά από τόσα χρόνια στην εκπαίδευση. Όλα, όλα όμως, τα υπόλοιπα παιδιά είχαν πάει να εξεταστούν έχοντας αποστηθίσει εκθέσεις που είχαν προετοιμάσει με τους φροντιστές τους. Όταν τελείωσαν και  συζητούσαν το πως τους φάνηκε και πως νομίζουν ότι έγραψε ο καθένας, δεν έλεγαν μεταξύ τους πως δεν σκέφτηκαν το τάδε ή το δείνα επιχείρημα αλλά πως ΞΕΧΑΣΑΝ το τάδε και το δείνα κομμάτι της έκθεσης που είχαν προσπαθήσει να αποστηθίσουν.
Ο σχολιασμός του υιού:
«Ήταν διαγωνισμός φροντιστών τελικά αλλά θέλω να τους δω εκεί τι θα κάνουν, όσοι απ’ αυτούς περάσουν, αφού εκεί πρέπει να συνεργαστούν με παιδιά από την υπόλοιπη Ευρώπη για να γράψουν ένα κείμενο. Τι σκατά θα έχουν να πουν εκεί αφού οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα για τι πράγμα έγραψαν;».
Να πω ότι έχει άδικο;
Εύχομαι απλώς να περάσει κι αυτός. Και για να πάει το ταξίδι που τόσο επιθυμεί και που θα έχει κερδίσει με το σπαθί του αλλά και για να του λυθεί η απορία για το πως σκατά θα ανταπεξέλθουν οι παπαγάλοι.

Παραληρήματος συνέχεια


Επειδή μεγάλη ταραχή γίνεται με ο διάλογο για την παιδεία ας βγάλω λίγο τα σώψυχά μου κι εγώ, συνεχίζοντας το παραλήρημα του της προηγούμενης ανάρτησης.
Πέρα από τα μεγαλόπνοα ή μη σχέδια και τις βαρύγδουπες και επιστημονικές κουβέντες εγώ ένα έχω να πω μιλώντας στον εαυτό μου.
Δεν ξέρω τι αλλαγές πρέπει να γίνουν σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής το σίγουρο πάντως είναι πως ένα πράγμα δεν θα συζητηθεί καθόλου.
Ποιος είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρέπει επειγόντως να επαναπροσδιορίσουμε το τι είμαστε εμείς οι εκπαιδευτικοί, τι δουλειά πρέπει να κάνουμε μέσα σ’ ένα σχολείο, ποιος είναι ο ρόλος μας βρε αδελφέ. Ή πιο επιστημονικά, ποια είναι η περιγραφή του επαγγελματικού μας προφίλ;
Χρόνια τώρα (και κάθε χρόνο και χειρότερα) βλέπω γύρω μου εκπαιδευτικούς μαμάδες/μπαμπάδες, εκπαιδευτικούς ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς κοινωνικούς λειτουργούς, εκπαιδευτικούς ψυχίατρους, μαθητευόμενους μάγους, νταντάδες και πάει λέγοντας. Τρικυμία εν κρανίω για την κοινωνία και τρικυμία εν κρανίω δικό μας.
Τι σκατά πρέπει να κάνουμε μέσα σε μια τάξη;
Κι αυτό που βλέπω είναι πως όλο και λιγότερο μας ζητάνε όλοι να κάνουμε μάθημα, να μάθουμε στα παιδιά γράμματα όπως έλεγαν οι παλιοί, κι όλο περισσότερο να πρέπει να κάνουμε όλα τα άλλα. Κι εμείς ζαλισμένοι προσπαθούμε (όχι όλοι φυσικά) να ανταποκριθούμε σε όλα αυτά, συνήθως με μικρή επιτυχία.
Εσείς γονείς, όταν πάτε σε γιατρό γαστρεντερολόγο του ζητάτε να κάνει διάγνωση και για τα πνευμόνια σας και ολίγον ορθοπεδική κι άμα του περισσεύει χρόνος να ρίξει και μια ματιά στη φορολογική σας δήλωση; Πως διάολο τα θέλετε όλα από έναν δάσκαλο;
Και το αντίθετο, αν εσείς συνάδελφοι ήσασταν γιατροί γαστρεντερολόγοι θα προσπαθούσατε να το παίξετε και πνευμονολόγοι με ολίγον από λογιστές; Θα το θεωρούσατε φυσιολογικό αυτό;
Εγώ πάντως δηλώνω αδυναμία, δεν τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα και κυρίως δεν θέλω να τα κάνω όλα.
Διάβασα πριν από λίγο και το άλλο, υποθέτω από συνάδελφο, πάνω σε μια φράση που αποδίδεται στον Α. Λιάκο και έλεγε (ο Λιάκος) πως πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά πως να μαθαίνουν. Η απάντηση ήταν όλο αγανάκτηση τύπου «φτάνει πια με το ΠΩΣ μαθαίνουν τα παιδιά, το θέμα είναι ΤΙ μαθαίνουν».
Ρε γαμώτο, το θέμα δεν είναι μόνο το τι μαθαίνουν (τι προσπαθούμε να τους μάθουμε καλύτερα) αλλά και πως το μαθαίνουν (τους το μαθαίνουμε)  και κυρίως αν προσπαθούμε να τους διδάξουμε πως να μαθαίνουν. Δεν θα έχουν πάντα δίπλα τους έναν δάσκαλο-δεκανίκι να τους δείχνει τι πρέπει να διαβάσουν, τι πρέπει να μάθουν. Δεν θα έχουν πάντα κάποιον να μασάει τα παξιμάδια για πάρτη τους μη τυχόν και σπάσουν τα δοντάκια τους. Για παράδειγμα, μου τη δίνει απεριόριστα η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Παθαίνω εγκεφαλικό. Που κολλάει σ’ όλα τα προηγούμενα αυτή η ερώτηση;
Τους κάποια πράγματα από ένα κεφάλαιο και τους λες «και τώρα θα κάνουμε μερικές ασκήσεις για να το καταλάβετε καλύτερα». Και αμέσως πέφτει η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Στην αρχή απαντούσα μέχρι που συνειδητοποίησα πως ρωτάνε επειδή απλώς βαριούνται να ψάξουν να βρουν στο βιβλίο το κεφάλαιο που μόλις διδάχτηκε και να δουν στο τέλος τις ασκήσεις. Γιατί άλλωστε να ψάχνουν αφού είναι πιο εύκολο να τους πει ο δάσκαλος τη σελίδα και να πάνε κατευθείαν; Λεπτομέρειες θα μου πείτε αλλά οι μικρές λεπτομέρειες μαζεμένες κάνουν τα παιδιά ανίκανα να σκεφτούν. Το έκοψα λοιπόν και δεν απαντάω ποτέ σ’ αυτή την ερώτηση λέγοντάς τους πως έχουν αρκετό μυαλό για να βρουν μέσα στο βιβλίο το κεφάλαιο που αναφέρεται σε όσα λέγαμε δύο λεπτά νωρίτερα και να βρουν τις ασκήσεις. Τα βιβλία έχουν μια λογική σειρά δεν είναι χύμα ό,τι νάναι όπου νάναι ώστε να είναι δύσκολο να βρεις τις ασκήσεις μιας θεματικής ενότητας. Με έμαθαν πλέον, παρ’ όλα αυτά όλο και κάποιος θα ρωτήσει κάθε φορά «σε ποια σελίδα κυρία;»και οι υπόλοιποι θα τους φωνάξουν εν χορώ «αφού ρε η κυρία δεν απαντάει σ’ αυτό….».
Δεν ξέρω αν έχουν καταλάβει γιατί δεν απαντώ, παρ’ όλο που κάθε φορά το εξηγώ, πιθανόν απλώς με θεωρούν εκκεντρική για να μην πω στριμένη. Παρ’ όλο που είναι κουραστικό να μην απαντώ (είναι πιο εύκολο να πω σελ. 56 και να τελειώνει εκεί το θέμα) το συνεχίζω σταθερά διότι πιστεύω πως είναι -φυσικά- πολύ σημαντικό το ΤΙ τους μαθαίνουμε αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό να φεύγουν από το σχολείο και να έχουν πάρει μια ιδέα πως να μαθαίνουν, με ποιο μίτο της Αριάδνης πλοηγείσαι στον λαβύρινθο της οποιασδήποτε γνώσης. Ίσως κάποια στιγμή κάποιο απ’ αυτά καταλάβει πως κάτι ήθελε να τους μάθει εκείνη η στριμένη κυρία και γιαυτό δεν απαντούσε στην απλή ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;»

ΥΓ. Κάποιες φορές η ερώτηση είναι μονολεκτική: «Σελίδα;»

Είμαι καθηγήτρια και δεν είμαι καλά


sxoleio-paidiaΕίμαι καθηγήτρια τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τα περισσότερα απ’ αυτά στην Τεχνική και Επαγγελματική εκπαίδευση. Πέρασα κι από ΙΕΚ, πέρασα κι από φορέα του Υπουργείου ως αποσπασμένη (είμαι βλέπετε περίεργος κι ανήσυχος τύπος και θέλω να τα βλέπω και να τα μαθαίνω όλα). Πέρασα και μια διετή διαθεσιμότητα και τελικά κατέληξα να διδάσκω μαθηματικά σ’ ένα γυμνάσιο στο κέντρο της Αθήνας.
Στα είκοσι αυτά χρόνια έζησα μεγάλες «μεταρρυθμίσεις», μικρές μεταρρυθμίσεις, ντεμί μεταρρυθμίσεις, αντιμεταρρυθμίσεις κι ότι βάλει ο νους του ανθρώπου. Μετά απ’ όλες αυτές τις «μεταρρυθμίσεις» το αποτέλεσμα είναι ένα. Τα πάντα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Όλοι μαζί, καθηγητές, μαθητές και γονείς, κυνηγάμε παραζαλισμένοι τις μεταρρυθμίσεις και μέχρι να καταλάβουμε τι συνέβη, τσουπ! εμφανίζεται η νέα μεταρρύθμιση, του νέου επίδοξου Παπανούτσου. Κι έτσι πηδώντας χαρωποί από μεταρρύθμιση σε μεταρρύθμιση, χάσαμε τη μπάλα.
Γράφω αυτό το κείμενο προσπαθώντας να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, να καταλάβω ίσως τι δεν πάει καλά. Κι επειδή είμαι των θετικών επιστημών και τα λέω τσεκουράτα ας τα πιάσουμε από την αρχή. Γιατί έγινα καθηγήτρια; Γιατί ενώ, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, δούλευα σε μια καλοπληρωμένη δουλειά με «κύρος», τα παράτησα όλα και αποφάσισα να δουλέψω στο δημόσιο σχολείο με πολύ λιγότερα χρήματα;
Η απάντηση είναι διπλή. Πρώτον γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησα πως μου έλειπε η «μυρωδιά» του σχολείου ή καλύτερα η μυρωδιά ενός χώρου όπου υπάρχει η διαδικασία της μάθησης. Και δεύτερον γιατί μου άρεσε και μου αρέσει να μοιράζομαι, να μοιράζομαι τα πράγματα που μου αρέσουν και πιστεύω πως αξίζουν να τα μοιραστώ.
Αυτοί ήταν οι δύο λόγοι που με οδήγησαν στο δημόσιο σχολείο κι όχι οι καλοκαιρινές διακοπές. Ακόμα και τότε, στο μακρινό 1995, η πρώτη επαφή μου με το σχολείο ήταν σοκαριστική, βρήκα ένα σχολείο που σε τίποτε δεν θύμιζε το σχολείο που άφησα αρκετά χρόνια πριν. Παρ’ όλα αυτά ακόμα κι εκείνο το σχολείο που τότε με σόκαρε τώρα φαντάζει στα μάτια μου σαν κολέγιο.
Τι άλλαξε; Γιατί κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι γκρινιάζουν για το χάλι του σχολείου; Γιατί κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι μαθητές λένε πως μισούν το σχολείο κι έρχονται σ’ αυτό «με το πιστόλι στο κρόταφο» επειδή τους υποχρεώνουν οι γονείς τους; Τι δεν κάνουμε όλοι μας καλά;
Απάντηση εύκολη δεν υπάρχει αλλά ψυχανεμίζομαι πως το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός πως το μπερδέψαμε το καημένο το σχολείο. Νομίζω πως η αλήθεια κρύβεται σε μια φράση που επαναλαμβάνουν οι παλιότεροι κάθε φορά που νοσταλγούν το σχολείο του καιρού τους, «Τότε μαθαίναμε γράμματα, δεν βγαίναμε από το σχολείο στουρνάρια. Το φοβόμασταν αλλά μαθαίναμε γράμματα». Για μένα αυτή είναι η φράση κλειδί.
Το σχολείο σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν είχε αυστηρότητα, ξύλο και δάσκαλους πολύ λιγότερο μορφωμένους από τους σημερινούς. Γιατί το νοσταλγούν όσοι το έζησαν; Η δική μου απάντηση είναι πως το νοσταλγούν επειδή τότε ήταν ξεκάθαρος ο ρόλος του, ξεκάθαρος κι ο ρόλος των δασκάλων και τέλος ήταν ξεκάθαρο τι περίμεναν μαθητές και γονείς από το σχολείο και τους δάσκαλους. Περίμεναν να μάθουν γράμματα και τίποτε άλλο.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια που βρίσκομαι στην εκπαίδευση τίποτε δεν είναι ξεκάθαρο. Οι γονείς τα θέλουν όλα από το σχολείο και το δάσκαλο. Θέλουν  να μάθει στα παιδιά τους γράμματα αλλά και να τα νταντέψει, να τα καταλάβει, να τα γιατρέψει, να είναι ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, φίλος, να είναι αυστηρός αλλά και να μην είναι, με λίγα λόγια να είναι γονιός, δάσκαλος και γιατρός μαζί.
Ο (κακοπληρωμένος) δάσκαλος από την άλλη είτε προσπαθεί ν’ αντεπεξέλθει με επιτυχία σε όλους αυτούς τους ρόλους για τους οποίους δεν έχει καν προετοιμαστεί και εκπαιδευτεί είτε τα παρατάει ξεπνοημένος και απλώς διεκπεραιώνει. Άλλωστε μέχρι να καταλάβει τι του ζητάνε, έρχεται η επόμενη μεταρρύθμιση και τον απορυθμίζει και φτου κι απ’ την αρχή.
Τέλος, ο μαθητής δεν βρίσκει τίποτε ενδιαφέρον σ’ όλα αυτά και απλά μισεί το σχολείο. Ανάλογα τον ψυχισμό του είτε κάνει υπομονή μέχρι να τελειώσει το βασανιστήριο είτε γίνεται θιασώτης της ιδέας πως «το σχολείο φωτίζει μόνον όταν καίγεται»
Κι η Πολιτεία, το Υπουργείο, το Κράτος; Τι κάνουν αυτά; Αυτά απλώς ετοιμάζουν πάντα μια καινούρια «μεταρρύθμιση», συνήθως στο πόδι και αντιγράφοντας ακόμα ένα «επιτυχημένο» μοντέλο από το εξωτερικό χωρίς ποτέ να λάβουν υπόψη πως αυτό το επιτυχημένο μοντέλο πέτυχε γιατί απευθυνόταν σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη κοινωνία, σε μια διαφορετική οικονομία και δοκιμάστηκε πριν εφαρμοστεί, διορθώθηκαν οι δυσλειτουργίες του και μετά εφαρμόστηκε για αρκετά χρόνια μιας και στην Εσπερία δεν έχουν χόμπι τις «μεταρρυθμίσεις» για να μη βαριόμαστε στη ρουτίνα.

Και τώρα Αλέξη, θα τ’ ακούσεις


Ο Έλικας πάντα γράφει όσα σκέφτομαι αλλά πολύ καλύτερα απ’ όσο θα τα έγραφα εγώ

ελεύθερος δικτυογράφος

tsipras_skeftikos

Αγαπητέ Αλέξη,

είμαι ένας από αυτούς που συνέχισαν να σε στηρίζουν δημόσια ακόμα κι όταν υποχώρησες στον εκβιασμό και μας έφερες μνημόνιο, όταν άφησες το κόμμα σου να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, κι όταν έπεφταν όλοι σε ΜΜΕ και social media να σε κατασπαράξουν, είτε επειδή παραήσουν αριστερός για τα γούστα τους είτε επειδή δεν ήσουν καθόλου.

Δεν επιχειρηματολόγησα υπέρ σου επειδή προσδοκώ προσωπικά ανταλλάγματα, ούτε επειδή θαυμάζω το χαμόγελο σου. Απλά είδα ότι όντως διαπραγματεύτηκες όσο μπορούσες, ακολουθώντας μια τολμηρή στρατηγική με μοναδικό όπλο το δίκιο μας ενάντια στα τρισεκατομμύρια των δανειστών και την τεράστια πολιτική επιρροή που τους εξαγοράζουν. Είδα ότι χωρίς να έχεις ταμειακά αποθέματα και ρευστότητα ούτε για μία υποτυπώδη διακυβέρνηση προσπάθησες μέχρι τέλους να μη γίνουν νέες περικοπές και απολύσεις. Είδα ότι πέρασες νόμο για την ιθαγένεια, ξανάνοιξες την ΕΡΤ κι έκανες και μερικά ακόμα μικρά βήματα για να πάει η κοινωνία μας πιο μπροστά. Δεν ήταν αρκετό, αλλά συγκριτικά με αυτό που είχαμε πριν…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.336 επιπλέον λέξεις

σε μια πλατεία, σαββατόβραδο


Φωτογραφία: Άγγελος Καλοδούκας

Σάββατο. Βραδάκι. Ραντεβού στον ΟΤΕ της Πατησίων. Η Αγγελική. Η Άννα. Η Λίζα. Δεν γνωρίζω προσωπικά καμμία από τις τρεις, είμαι σίγουρη πως θα τις γνωρίσω από τις τσ’αντες που θα κουβαλούν. Έτσι έγινε.

Φτάσαμε πολύ νωρίτερα οι τρεις από τις τέσσερις, γνωριστήκαμε από τις τσάντες και τις σακούλες. Λίγες, ό,τι μπορούσαμε να αγοράσουμε και να κουβαλήσουμε στα χέρια. Λίγες πρώτες κουβέντες, ένα τσιγάρο, τηλέφωνο στη Λίζα. Θα αργήσει.

Παίρνουμε τις τσάντες και ξεκινάμε. Πλατεία Βικτωρίας. Κόσμος πολύς  αλλά ελάχιστοι βγαίνουν από τα όρια της πλατείας. Αμηχανία….. δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, από που ν’ αρχίσουμε, σε ποιον να μιλήσουμε…. Και ταυτόχρονα ήδη εγώ νιώθω ανεπαρκής. Τέσσερις σακούλες έχω στα χέρια μου, εκατοντάδες άνθρωποι τριγύρω, δεκάδες παιδιά, μωρά, έφηβοι. Λίγα γάλατα βρεφικά η Αγγελική, 20 κουτάκια χυμούς εγώ, καμμιά δεκαριά πακέτα σερβιέτες, μωρομάντηλα, μπισκότα, ντεπόν παιδικά και ενηλίκων….. λίγα ρούχα παιδικά. Σταγόνα στο ωκεανό. Το ήξερα από πριν, τώρα το βλέπω και μου φαίνομαι αστεία.

Πάμε προς την πρώτη οικογένεια, μιλάμε ελληνικά, μιλάμε αγγλικά, αυτοί μιλάνε τη γλώσσα τους. Συνεννόηση μπουζούκι κι άντε να εξηγήσεις τι είναι το ντεπόν για παιδιά, πως πρέπει να το δίνουν και σε ποια περίπτωση, τι είναι το ντεπόν ενηλίκων….. Παίρνουν ρούχα, μαζεύονται κι άλλοι, οι χυμοί εξαφανίζονται στη στιγμή. Τα μικρά θέλουν όλα χυμό, σε ποιο να πρωτοδώσεις…. Οι άνθρωποι παντού και σε κάθε συνθήκη είναι ίδιοι. Άλλοι ορμούν και καβατζώνουν δυο χυμούς, άλλοι στέκονται δειλά παραπέρα και σε κοιτούν ντροπαλά περιμένοντας να τους δεις και να τους δώσεις εσύ. Γυρνάμε τριγύρω να βρούμε κάποιον που ίσως ξέρει μια δυο λέξεις στ’ αγγλικά. Ψάχνουμε να βρούμε μωρά να δώσουμε γάλα και φαρίν λακτέ. Ξεχάσαμε να φέρουμε πλαστικά ποτηράκια, κάποιο μπιμπερό. Που διάολο θα φτιάξουν το γάλα ή τις κρεμούλες; Δεν το σκεφτήκαμε, σκεφτόμαστε με βάση τη δική μας πραγματικότητα.

Βρίσκουμε μια οικογένεια, ένα μωρό στην αγκαλιά, τρία τέσσερα μεγαλύτερα, μαμά καθισμένη κάτω, τα παιδιά ζουζουνίζουν. Της δίνουμε γάλα και κρέμα, δεν καταλαβαινει τι είναι. Της δίνουμε κι ένα παιδικό ντεπόν, πάλι δεν καταλαβαίνει….. Κάποια στιγμή έρχεται ένας νεαρός, μιλάει πολύ καλά αγγλικά. Εξηγούμε τι τους δώσαμε κι έρχεται η έκπληξη. Μας δίνουν πίσω το γάλα, να το δώσουμε λέει αλλού η μαμά θηλάζει το μωρό ενώ κάποιες άλλες δεν έχουν γάλα και τα μωρά πεινάνε. Παίρνουμε τα κουτιά και τα δίνουμε παραδίπλα. Οι άνθρωποι ίδοι παντού, άλλοι καβατζώνουν διπλά κι άλλοι τα δίνουν δίπλα, εκεί που υπάρχει περισσότερη ανάγκη. Κρατούν το ντεπόν μόνο αλλά μας ρωτούν αν θα φέρει υπερένταση και αϋπνία στα μικρά τους αν το πάρουν. Τους καθησυχάζουμε, έρχεται ο μπαμπάς με το μωρό στην αγκαλιά και μας ρωτάει (με τη διερμηνεία του νεαρού που ήξερε αγγλικά) «τι είσαστε εσείς;»

«Φίλοι» απαντάμε. Μας λέει ευχαριστώ στη γλώσσα του, προσπαθεί να το πει και αγγλικά. Δεν θέλουμε ευχαριστώ, να μπορούσαμε να έχουμε ένα σούπερ μάρκετ θέλουμε.

Καταφτάνει και η Λίζα, ξεφορτώνει δυο τρεις κούτες, έχει πάνες, μωρομάντηλα, κι άλλα ντεπόν. Επιστρέφουμε πίσω, ξαναζουζουνίζει ο κόσμος γύρω μας. Πάω παραδίπλα, ανάβω τσιγάρο. Με κοιτάζουν οι γυναίκες, σίγουρα φαίνομαι περίεργη στα μάτια τους. Κοντοκουρεμένη και καπνίζω…. Ένα χεράκι με τραβάει, γυρίζω και βλέπω μια μικρούλα «Baby μαμ….» μου λέει και μου δείχνει με το δάχτυλο. Ψάχνω να δω αν έμεινε κάποιο κουτί, τυχερή είναι η μικρούλα υπάρχει ένα. Το παίρνει και πριν φύγει μου ζητάει orange water και δεν έχω να της δώσω.

Η Αγγελική ανοίγει τις πάνες και μοιράζει, δεν φτάνουν για όλα τα μωρά. Μια μωρομάνα παίρνει τις πάνες που της δίνει η Αγγελική και αλλάζει το μωρό της. Εκεί, πάνω σ’ ένα χαρτόνι στα πλακάκια της πλατείας. Ένας νεαρός μου λέει (με δυο τρεις αγγλικές λέξεις) πως πονάει το στομάχι του και αν κάνει να πάρει το ντεπόν. Εγώ (με δείχνω) νο ντόκτορ απαντώ και με παντομίμα προσπαθώ να τους δώσω να καταλάβουν για τι πράγμα είναι τα ντεπόν. Ψάχνω με τα μάτια να βρω το νεαρό που νωρίτερα μας μιλούσε σε πολύ καλά αγγλικά αλλά δεν τον βλέπω. Μαχντί τον έλεγαν και μας είπε πως περιμένουν τη Δευτέρα να πάρουν τα χρήματα που θα τους έστελναν συγγενείς να φύγουν για τα σύνορα, όσοι έχουν να περιμένουν, και να έρθουν άλλοι στη θέση τους. Τα παιδιά φοράνε μάσκες ιατρικές, υπάρχει θέμα υγιεινής αλλά δεν ξέρουν τι να κάνουν. Πηγαίνουν στα γύρω μαγαζιά για τουαλέτα, άλλες φορές τους δέχονται κι άλλες όχι. Μαζεύουν τα σκουπίδια όσο μπορούν σε κάδους, δεν θέλουν να κοιμούνται στα σκουπίδια. Χρειάζονται γιατρό, κάποιος να δει τα μωρά και τα παιδιά. «Ήρθαμε» από τη Λέσβο» μας λέει «αύριο θα φύγουμε εμείς και θα έρθουν άλλοι. Εδώ είμαστε μόνο αφγανοί, οι σύριοι πάνε λίγο παρακάτω, σε μια άλλη πλατεία. Ξέρουμε πως ειναι άσχημο που είμαστε εδώ, ξέρουμε πως ενοχλούμε αλλά δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε και που να πάμε»

Τελευταία εικόνα. Την είχα δει νωρίτερα. Μια ψηλή κοπελίτσα γύρω στα δεκατέσσερα. Καστανόξανθη με γλυκό πρόσωπο. Φοράει ένα παντελόνι λευκό κι ένα πουκαμισάκι καρό. Ήταν απ’ αυτούς που σε κοιτάνε ντροπαλά περιμένοντας να τους δεις εσύ πρώτος. Δεν ξέρω τι της έδωσε ο άντρας της Λίζας, ζουζούνιζε πολύς κόσμος γύρω του εκείνη την ώρα. Μας είδε που φεύγαμε και ήρθε να του πει «ευχαριστώ» στη γλώσσα της. Μια κοπελίτσα που αν την έβλεπες ένα δρόμο παραπάνω θα ήσουν σίγουρος πως είναι ένα ανέμελο εφηβάκι που πάει να βρει σαββατόβραδο τις φίλες του.

«θα ξανάρθουμε» είπαμε φεύγοντας, το είπαμε με παντομίμα.

Πήρα την εικόνα της ψηλής κοπελίτσας μαζί μου και ξαναγύρισα στην ασφάλεια του κόσμου μου…..

Ο συνεταίρος του Διαβόλου


ελεύθερος δικτυογράφος

illuminati

Ξέχνα για λίγο τη μιζέρια και την απογοήτευση των ημερών, και προσπάθησε να φανταστείς ότι στέκεσαι στην κορυφή της πυραμίδας.

Προσπάθησε να φανταστείς ότι είσαι ο ταξικός εχθρός προσωποποιημένος. Δεν μιλάω για μάνατζερ που κερδίζουν με το ζόρι εκατό χιλιάρικα το χρόνο, ούτε καν για κάποιους γιατρούς και δικηγόρους που καθαρίζουν τα δεκαπλάσια και αφορολόγητα. Αυτοί είναι μικρά ψάρια. Το πολύ-πολύ να καταλήξουν να γίνουν τίποτα βουλευτές από ψώνιο, ελπίζοντας να βγάλουν κάνα εκατομμύριο παραπάνω από μίζες. Ασήμαντοι.

Όχι, εσύ είσαι μεγαλοεργολάβος, εφοπλιστής, τραπεζίτης, ιδιοκτήτης της δικής σου πετρελαϊκής εταιρείας, εφημερίδας και ποδοσφαιρικής ομάδας. Και δεν χρειάζεται καν να είσαι Έλληνας, αφού το χρήμα δεν γνωρίζει σύνορα. Μπορεί να είσαι κάλλιστα Γερμανός, Ελβετός, Γάλλος, Αμερικάνος, Ρώσος, Άραβας ή ακόμα και Κινέζος. Με το δικό σου hedge fund, τη δική σου off shore, επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με σοβαρά ποσοστά μετοχών στις πιο κερδοφόρες πολυεθνικές του κόσμου, ιδιωτικά τζετ, νησιά και πίνακες ζωγραφικής που ανάθεμα κι αν σε νοιάζει τι σκατά…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.108 επιπλέον λέξεις

Ζόρια


Προσπαθώ να δω το μεγάλο κάδρο. Σίγουρα δεν μπορώ να το δω ολόκληρο και σίγουρα υπάρχουν στοιχεία που δεν θα τα μάθουμε ποτέ.
Σ’ αυτό όμως υπάρχουν:

  • Η γεωπολιτική θέση της χώρας μας.
  • Ο καυγάς για τον έλεγχο και την εξουσια στην Ευρώπη ανάμεσα σε Γερμανούς- Αμερικάνους
  • Οι δηλώσεις των Τούρκων
  • Οι συρράξεις στη Μέση Ανατολή και τα καραβάνια προσφύγων που φτάνουν εδώ
  • Η περιοδεία της φράου στα Βαλκάνια αυτές τις μέρες
  • Οι προσπάθειες των Γάλλων να δείξουν πως δεν είναι αδύναμοι και τσιράκια των Γερμανών
  • Η κουλτούρα των γερμανών που δεν θ’ αφήσουν κανένα να τους πάρει τον έλεγχο με όποιο τίμημα κι αυτό το τελευταίο είναι αυτό που με τρομάζει.

Πριν κοντά 70 χρόνια τα έκαναν Κούγκι, τους νίκησαν οι υπόλοποι, τους «συγχώρεσαν» και τους έδωσαν την ευκαιρία να σταθούν στα πόδια τους. Ήταν η δεύτερη φορά που τα έκαναν μπουρδέλο. Ελπίζω να μην υπάρξει και τρίτη μέσα σ’ εκατό χρόνια. Σίγουρα πάντως δεν θέλουν απλώς να μας επιβληθούν αλλά να μας συντρίψουν.
Οπότε με όλα αυτά στο κάδρο, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο ν’ αρχίσω τα αναθέματα

Δημοψήφισμα


supermarketΣάββατο, 27 Ιουνίου 2015. Τις πρώτες πρωινές ώρες ο Τσίπρας έκανε διάγγελμα και εξήγγειλε δημοψήφισμα. Και μετά έγινε ο χαμός στο διαδίκυο. Στις 3 το πρωί, στην Εθνική της γειτονιάς μου είχε 15 άτομα ουρά να περιμένουν στο ΑΤΜ, μια γυναίκα κατέφτασε με ταξί και στήθηκε στην ουρά. Στην Πειραιώς μόνο 2-3. Κοιμήθηκα αργά χαζεύοντας τις πρώτες αντιδράσεις. Ξυπνάω με τηλέφωνο από τη μαμά, μετά από την αδελφή. Ανησυχούν….

Είναι Σάββατο πρωί, θέλω να βγω να πάω σούπερ μάρκετ και λαϊκή όπως κάνω κάθε Σάββατο και το σκέφτομαι….. Πόση ώρα θα πρέπει να περιμένω στο ταμείο για 2 μπουκάλια γάλα, γιαούρτια και τυρί;

Τελικά το αποφασίζω. Βγαίνω από το σπίτι φορτωμένη με τα σκουπίδια για τον κάδο, μια σακούλα για τον κάδο ανακύκλωσης και μέσα στο καρότσι λαϊκής μια τσάντα με τα χαρτιά για ανακύκλωση. Πετάω τα σκουπίδια και πρώτη στάση στο φαρμακείο.
-καλημέρα….
με χαμόγελο, όλα καλά;
– άσε, μου έχουν πάρει το κεφάλι από το πρωί, δεν φαντάζεσαι τι έχω ακούσει!!!
για πες κανένα προσωπικό συ γκάλοπ. Ναι ή όχι λέει ο λαός;
– 50-50. Οι ηλικίες μέχρι τα 50-55 ψηφίζουν ΟΧΙ, οι μεγαλύτεροι ΝΑΙ. Εσύ που πας;
– Σαββατιάτικα ψώνια ρε, ό,τι κάνω κάθε Σάββατο.
– Άντε γρήγορα μη σε πιάσει καμμιά βροχή.
Πετάω και την ανακύκλωση και σέρνοντας το καρότσι ξεκινάω για τη γύρα στη γειτονιά…

Πρώτη στάση στο χασάπη, όλα κανονικά. Δυο τρεις πελάτες ψωνίζουν τα συνηθισμένα. Πάω δίπλα στο μαγαζί με τα χύμα όσπρια και ρύζια και μπαχαρικά και ξηρούς καρπούς που έχει ανοίξει εδώ και κανένα χρόνο, έχει πολύ καλά προϊόντα και μ’ έχει κάνει πελάτη σταθερό. Ζητάω 2 κιλά ρύζι και μισό κιλό φυστίκια. Πέφτει το πρώτο γέλιο. Χαμός από το πρωί με το ρύζι, κοντεύει να μείνει από προμήθειες η γυναίκα….. Βρήκα κι εγώ μέρα να θέλω να πάρω ρύζι….. Τα φυστίκια τα έχουν γράψει στ’ αρχίδια τους, κανείς δεν ψωνίζει φυστίκια.
Παίρνω το δρόμο για σούπερ μάρκετ. Περνάω μπροστά από το ψαράδικο της γειτονιάς. Οι πάγκοι άδειοι, μόνο ένα τελάρο με λίγα ψάρια από 2-3 είδη.
– καλημέρα, τι έγινε; Στα πήραν όλα; λέω στη ψαρού
– άστα, μη τα συζητάς..
– καλά ρε, τα ψάρια δεν κρατάνε πολύ!!
– θα τα βάλουν στη κατάψυξη!!!
Να πληρώσεις την τσιπούρα και το γάβρο φρέσκα για να τα φας κατεψυγμένα το λες και μαλακία…..
Τα ψάρια τα κατεψυγμένα αγαπητοί μου εξυπνέλληνες, καταψύχονται σε βαθιά κατάψυξη αμέσως μόλις ψαρευτούν. Τα δικά σας, αυτά που «θερίσατε» από το ψαράδικο, είναι ψαρεμένα τουλάχιστον δυο τρεις μέρες πριν και το ψυγείο σας δεν είναι βαθείας καταψύξεως.

Στο δρόμο πετυχαίνω μια γνωστή, σχολική φύλακας την ξέρω από τους δρόμους. Κοντοστέκομαι και τα λέμε λιγάκι και ξαφνικά ορμάει πάνω μας μια κυρία πανικόβλητη.
– που έχει εδώ κοντά μηχάνημα τράπεζας;
– έχει δυο τρία στην Αλεξάνδρας, της λέει η γνωστή μου
– έχει ουρές ατέλειωτες, δεν θα προλάβω να πάρω χρήματα!!!
Τη στέλνουμε στην Πλ. Γκύζη, χαιρετιόμαστε και συνεχίζω γεμάτη απορία για το τι θ’ αντικρύσω βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας.
Πολύ ήθελα να την τρολάρω και να της πω ότι δεν θα βρει τίποτε στα μηχανήματα γιατί τα σήκωσα όλα εγώ από παντού.
Στο φανάρι της Αλεξάνδρας μια κοπέλα μιλάει στο τηλέφωνο
-νταξ ντε, ας χρεωκοπήσουμε, τι να γίνει τώρα; Όλοι μαζί θα χρεωκοπήσουμε ό,τι όλοι κι εμείς!!!
Κάτι της λένε και ξαφνικά φωνάζει
– Έλεος ρε μάνα, ηρέμησε λέμε!!! Το πολύ πολύ θα πάμε στο χωριό να βαλουμε μαρούλια στον κήπο, άσε με ήσυχη!!!
Χαμογελάω, γυρνάει και με κοιτάζει
– Κοντεύει να τρελαθεί και να με τρελάνει
– Αργά σε πήρε, της απαντώ, η δική μοιυ με πήρε από το πρωί.
Ανάβει πράσινο και η κοπέλα φεύγει τρέχοντας και γελώντας
Περνάω από το Μαρινόπουλο, δεν βλέπω τεράστιες ουρές στα ταμεια αλλά δεν βλέπω και καμμιά προσφορά της προκοπής και αποφασίζω να την κάνω για ΑΒ.
Εκεί μια διαφορετική κατάσταση από το κανονικό Σάββατο, πολλά καρότσια που έχω να τα δω μήνες. Όχι πολύς λαός αλλά καρότσια, πολλά καρότσια. Παίρνω τυρί και πάω προς τα πάνω, τα μακαρόνια θα μου δείξουν τι παίζει. Όλως παραδόξως τα ράφια με τα ζυμαρικά δεν είναι άδεια, παίρνω δυο πακέτα φιογκάκια (αυτά παράγγειλε το τέκνο). Η εκπληξη είναι στα κωλόχαρτα, τα σάρωσαν ρεεεεεεεεεεε….
Παίρνω ό,τι είναι να πάρω, τσιμπάω και κάτι οδοντόκρεμες προσφορά. Γάλατα, τυριά, γιαούρτια, όλα κανονικά. Οδεύω προς το ταμείο, μπροστά μου μια οικογένεια με καρότσι. Ο λογαριασμός 100 και κάτι ευρώ.
– Κάρτα έχετε; λέει η ταμίας
– Όχι, δεν έχω κάρτα αλλά έχω κουπόνια.
Και βγάζει ένα μπλοκάκι κι αρχίζει και κόβει. Τα περνάει η ταμίας και όλοι κοιταζόμαστε μεταξύ μας με απορία.
Φεύγει η οικογένεια και ρωτάω την ταμία που την ξέρω χρόνια ενώ η κυρία από πίσω μου αναρωτιέται «που μοιράζουν κουπόνια;
– Τους τα δίνουν οι εταιρίες που δουλεύουν αντί για μισθό!!! Παλιά τα έδιναν σαν μπόνους, τώρα τα δίνουν σαν μισθό.
Ένας κύριος παραπίσω λέει:
– Με κουπόνια θα πληρώνουμε όλοι σε λίγο
– Δεν πά να πληρώνουμε και με πέτρες…., του απαντώ, το θεμα είναι να έχουν ανταλλακτική αξία.
Βάζω τα πράγματά μου στο καρότσι, το κλείνω και παίρνω το δρόμο για το σπίτι. Άργησα μ’ αυτά και μ’ αυτά και πρέπει να μαγειρέψω….

Στις τράπεζες σκηνικό ουράς. Δύο ουρές στην Εθνική και μία στην Πειραιώς, μικρότερη η δεύτερη.