άλλος δρόμος


Ο δρόμος είναι δρόμος. Είναι πάντα δρόμος. Μόνο δρόμος. Τον τρως πλακάκι το πλακάκι, λακούβα τη λακούβα. Τον τρως κάθε μέρα, δεν αφήνεις ούτε κοκκαλάκι και την άλλη μέρα πάλι εκεί, σε περιμένει να τον περπατήσεις. Δεν έχει πλατείες και αγάλματα. Ούτε πάρκα, ούτε παγκάκια, ούτε πεζούλια. Χάθηκαν και τα βουνά στο βάθος. Τα σύννεφα δεν καθρεφτίζονται στις πλάκες του πεζοδρομίου. Πάνε κι αυτά. Τελείωσαν και τα τσιγάρα και βούλιαξαν τα περίπτερα και δεν πουλάνε άλλα. Τα βήματα…. Κάποια στιγμή θα μετρήσω τα βήματα. Πόσα βήματα είναι 12 στάσεις; Πόσα βήματα με τα ακουστικά στ’ αυτιά, έτσι που να δηλώνεις «δεν θέλω να ξέρω κανέναν και τίποτε» και τα μαύρα γυαλιά στα μάτια για να μη βλέπουν τα μάτια σου και να μη βλέπεις τα δικά τους; Πόσα τραγούδια κατευθείαν μέσα στ’ αυτιά και μόνο για σένα, κάνουν το δρόμο;
Τέλος πόσους δρόμους πρέπει να περάσω; Πόσες φορές να έχω το νου μου, μη τύχει και περάσουν τ’ αυτοκίνητα από πάνω μου;
Ένας δρόμος είναι μόνο ένας δρόμος και έχει χίλιους τρόπους να τον μετρήσεις.

Advertisements

ουρανοί


Όσο χάλια κι αν είναι η πόλη, άμα σηκώσεις το βλέμμα να δεις τον ουρανό, υπάρχει περίπτωση να δεις εικόνες σαν κι αυτή. Τότε βλέπεις πουλιά να πετάνε μέσα στα σύννεφα και ξεχνάς τις σιχαμένες πολυκατοικίες που ορίζουν το κάδρο, με τις ακόμα πιο σιχαμένες κεραίες τους για στέμμα. Ξεχνάς πως τα πουλιά είναι αυτά τα σιχαμένα κωλοπερίστερα, που όλο και κάποια φορά θα σε έχουν καταχέσει, κι αν όχι εσένα, το μπαλκόνι ή την απλωμένη μπουγάδα σου….
Μόνο που δεν το σκεφτόμαστε πως εκεί πάνω είναι φως. Τα κεφάλια κάτω, λες και στο δρόμο έχει -όχι τα ψιχουλάκια του Κοντορεβυθούλη- αλλά χρυσές λίρες.

ο δρόμος


Τι είναι ο δρόμος; Τι μπορεί να φέρει ένας δρόμος; Πως τον μετράμε; Πόσα βήματα είναι 7, 8 ή 12 στάσεις; Πόσα οικοδομικά τετράγωνα μας κάνουν έναν δρόμο; Πόσα μαγαζιά; Πόσα περίπτερα; Πόσα δέντρα έχει κάθε τετράγωνο; Πόσα πάρκα, πόσα αγάλματα, πόσα φανάρια, πόσες κάμερες;
Ένας δρόμος έχει δώδεκα στάσεις στο κατέβασμα και εφτά ή οκτώ στο ανέβασμα. Καμμιά φορά και εννιά… Έχει αέρα που κάνει τα μάτια να δακρύζουν. Έχει ένα φούρνο –όχι σαν τους παλιούς- φούρνος-αλυσίδα είναι, κυριλέ. Κάθε πρωί στάση στο φούρνο. Κουλούρι, κουλούρια και για τους άλλους. Έχει κι ένα περίπτερο έξω από το φούρνο. Ωπ, εδώ παίρνουμε τσιγάρα. Που είσαι; Σ’ έχασα….
Έχει και μια μυρωδιά έξω από την τράπεζα, όταν βρέχει . Ποιά τράπεζα είναι άραγε; Πως το λένε αυτό το δέντρο που μοσχοβολάει κάτι μεταξύ πεύκου και πετρέλαιου; Αλήθεια, τι να είναι αυτό το κτίριο απέναντι από την όγδοη; Πάλι το ξέχασες….
Και σύννεφα έχει. Αλλιώτικα κάθε μέρα. Μπαμπακερά, μαύρα, μικρά και χνουδωτά, χαμηλά στον ορίζοντα, καθισμένα πάνω στο βουνό που φαίνεται στο βάθος, σαν εσάρπα στους ώμους γηραιάς κυρίας.
Σε ποιά στάση έχει τον κάδο που πετάμε τα χαρτάκια; Ένας κάδος κι από πάνω μια κάμερα. Και κάθε πρωί οι ίδιοι σεκιουριτάδες με τα ακουστικά στ’ αυτιά… Ο χοντρός και ο λιγνός. Ο λιγνός με το κουστούμι και το μακρύ παλτό.
Ο δρόμος έχει ήλιο και μαύρα γυαλιά. Έχει κρύο και κασκόλ. Παγωμένα χέρια. Ο δρόμος έχει χαμόγελο. Έχει γέλιο μέχρι δακρύων. Έχει γύρο με πίτα. Πεϊνιρλί και πίτσες. Έχει κόμπο στο λαιμό και το στομάχι γεμάτο πέτρες. Ένας δρόμος έχει χίλια πράγματα, χίλια βλέμματα…
Πόση ώρα κάνουμε να ανέβουμε όλο το δρόμο; Δέκα λεπτά ή δέκα ώρες.

επικοινωνία


…μόνο το 7% των νοημάτων που αντιλαμβανόμαστε μέσω της επικοινωνίας οφείλονται σε λεκτικά μηνύματα, ενώ το υπόλοιπο 93% αντιστοιχεί σε μη λεκτικά και στη γλώσσα του σώματος. Αυτό φανερώνει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η μη λεκτική επικοινωνία στις διαπροσωπικές σχέσεις…

Κατερίνα…


Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδελφέ μου…Μέσα απ’ τ’ αλλεργικά μας βλέφαρα
αργά στα νύχια πατάει η ζωή
μπας και την πάρουμε πρέφα

μακραίνει, χάνεται… κοίτα έγινε κουκκίδα, στρίβει γωνία… πάει…
Σκοτεινιάααα!
Αρνητικά φωτογραφίας κοιτάω και είναι λέει άνθρωποι
κόκκινα φωτιά τα μάτια τους παγιδευμένων λύκων
νύχια δανεικά -πως τους καταντήσαν έτσι- ξένες μασέλες
βδέλλες κολλάνε στο λαρύγγι μας τραβάνε τα κουμπιά μας
μπας και τη βγάλουνε λιγάκι ακόμα
Είναι εκείνοι του τραίνου -τους θυμάμαι καλά-
που όταν κανονίσαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή
μας πέταξαν στις τεντωμένες ράγες του ηλεκτρικού
σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση
για υπερβάλον βάρος.
Όσοι «ζήσαμε» γραμμένο με εισαγωγικά
χιλιάδες κάνες κεντράρουνε πάνω μας
απ’ την ταράτσα του ΟΤΕ
κρύο κρύο και μελό με το μακό μας φανελάκι
κάνουμε τάχα πως έχουμε παλτό
κι ένα -είδες- όλοι μας τόχουμε
βυσινιό νεύρο κάτω από το μάτι μας βαράει ακόμα.
Πόσο ακριβή ειν’ αδελφέ μου η ζωή
πόσο φτηνήνανε τα είδη κουράγιο ρε
Μερικές φορές -μα δεν το βάζω κάτω-
έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά
και γέρνει η παλάντζα
δεν έχει άλλο μπρος
σκύβω τότε και παίρνω στα δόντια μου
το ματωμένο μου μυαλό και πάω πίσω πίσω
γυρίζω πίσω να σωθώ
κι ύστερα δε βρίσκω το δρόμο
γιατί και κει είναι σκατά -σα να μην τόξερα-
παντού σπασμένες σιδεριές και θραυσματα οβίδας
τρομάζω τα χάνω με το παραμικρό και δεν έχω που να πάω
μονάχα η πόρτα της ΥΠΕΡΑΓΟΡΑΣ είναι ανοιχτή
και χώνομαι μέσα
κοιτάω σαν αρπαχτικό που πάνε τα λεφτά
και την αξία χρήσης
Ντελίριουμ Τρέμενς το λεν αυτοί ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ
βάζω τότε όλα τα στερεοφωνικά να παίζουν μαζεμένα
κάθε μάρκα κι άλλο σκοπό
και τα μεγάφωνα στο φουλ να σπάσουν τ’ αφτιά τους
κι ύστερα μ’ ένα Σίγγερ ψαλιδάκι καλό
κόβω γύρω γύρω το στόμα τους το μεγαλώνω
κολλά πάνω κει την ψυχή μου φιλί του θανάτου
και μέσα τους αδειάζω τα ψυχοφάρμακα
τα φαρμακεία τους και τους φαρμακοποιούς τους μαζί
Θάνατος στο Βυζάντιο σιχτίρ οι δυναστείες
το διάφραγμα της φίλης μου τις ειρηνικές επαμβάσεις
οι πουλημένες τραβηχτικές Kodak και Γ. Σταύρου
να πάνε να πεθάνουν
Θάνατος στους Αθάνατους
μαύρες σημαίες και κόκκινο το φως ανοίγει
-Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ- ο δρόμος το στόμα
τα μάτια η καρδιά και το μυαλό.
Έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.
Κι η μηχανή με το αρχαίο φιλμ. Μη. Μη συνέχεια οι άνθρωποι
μαύρα αρνητικά και μεις ΚΑΜΕΝΟΙ ΗΛΙΟΙ
Κατερίνα Γώγου,
από το «Ιδιώνυμο»

μεγάλο γράμμα III


Κι έπειτα,
μείναμε πλάτη με πλάτη.
Στη μια γωνιά ταβέρνα.
Στην άλλη καπνοπωλείο
με κρεμασμένες αθλητικές εφημερίδες.
Κι ανάμεσα το βράδυ.
( Να γύρισε να δει; )
Πέρασες την ταβέρνα.
Εκείνη θα προσπέρασε το καπνοπωλείο
-(Όχι όχι δε γύρισε)
Το’χες σκεφτεί έτσι καλά…
(Βέβαια δε γύρισε.
Έφυγε.)
Έτσι λοιπόν με το μαχαίρι,
καλά τα κατάφερες,
με το μαχαίρι,
κι είσαι χαρούμενος
κουνάς ελεύθερα τα χέρια σου.
Και πρόλαβες.
(Και πάντα αυτός ο φόβος μη δεν πρόλαβες.)
Με το μαχαίρι κι όχι κλάψες
-(Πώς να πήγε σπίτι;
Τι να κατάλαβαν στο πρόσωπό της;
Σε πια καρέκλα κάθισε;
Τι είπε;
Γιατί να συμφωνήσει έτσι μαζί σου;
Γιατί έστω μια λέξη να μην πει
απ’ό,τι πια δεν περιμέναμε;
Γιατί να μη δείξει ένα αδιόρατο σημείο;
Κι εκείνο που’δειξε γιατί να τ’αγνοήσεις;
Γιατί εσύ να μην το φτιάξεις το σημείο εκείνο;
Κι ανάμεσα ένα μαχαίρι
-Όχι. Ένας δρόμος που πάει κι απλώνει πάει κι απλώνει
όπως να στρίψεις πάει κι απλώνει-
Κι ανάμεσα,ένα μαχαίρι.

Τίτος Πατρίκιος

μέρες του 1903 (;)



Ο Σεπτέμβρης του 1903
Τουλάχιστον με πλάναις ας γελιούμαι τώρα
την άδεια την ζωή μου να μη νοιώθω.
Και ήμουνα τόσαις φοραίς τόσο κοντά,
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη
και μέσα μου να κλαίη η άδεια μου ζωή
και να μαυροφορούν η επιθυμίαις μου.
Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι.

Ο Δεκέμβρης του 1903
Κι’ αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω
-αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι’ αν περνώ, όποιαν ιδέα κι’ αν λέγω.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης