-Βουλιάζω, βουλιάζω, βουλιάζω… είπε. Βουλιάζω σε κάτι που μοιάζει με απόγνωση. Ένας βούρκος είναι. Το δάσος της θλίψης. Το θυμάσαι; Ρώτησε…
-Ποιό δάσος της θλίψης;

-Εκείνο στην «Ιστορία χωρίς τέλος». Το δάσος με τις κλαίουσες που μόλις κάποιος έμπαινε μέσα, πάταγε στο βούρκο και τον κυρίευε μια απίστευτη θλίψη. Και ο βούρκος τον ρούφαγε κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να γλυτώσει, γιατί ήταν πολύ, μα πάρα πολύ θλιμμένος. Έτσι με ρουφάει η θλίψη.

-Μη λες χαζά. Δεν μπήκες στο δάσος. Δεν σε ρουφάει ο βούρκος. Εσύ είσαι ένα χαμόγελο. Το χαμόγελο ενός ξωτικού με φωσφοριζέ μάτια.

-Τα ξωτικά όμως ζούνε στα δάση, το ξέχασες; Δεν μπήκα στο δάσος. Ζω στο δάσος, γιατί εκεί είναι ο τόπος μου. Και το χαμόγελο είναι το χαμόγελο των ξωτικών με τα φωσφοριζέ μάτια. Τα φωσφοριζέ μάτια που το πρωί γεμίζουν κρυουλάκια. Ξέρεις τι είναι τα κρυουλάκια, δεν ξέρεις; Ξέρεις θαρρώ, εσύ τα ονομάτισες. Μέχρι τότε δεν είχαν όνομα. Τα έλεγε ο καθένας όπως ήθελε. Μόνο που δεν ήξερες τι είναι. Δεν τα είχες ξαναδεί. Μόνο τα ξωτικά του δάσους τα ξέρουν. Γιατί και τα κρυουλάκια εκεί ζουν. Ανάμεσα στις κλαίουσες. Ανάμεσα στην υγρασία που βγαίνει από τους βάλτους. Ζουζουνίζουν γύρω γύρω και κρύβονται στα μάτια των ξωτικών με τα φωσφοριζέ μάτια. Το πρωί βγαίνουν για βόλτα και μετά ξανακρύβονται. Χώνονται στα μάτια τους και περιμένουν. Περιμένουν να ξαναγυρίσουν τα ξωτικά στο σκοτάδι του δάσους τους. Και τότε βγαίνουν και πετάνε. Την ώρα που τα ξωτικά βουλιάζουν στο βούρκο τους. Την κινούμενη άμμο που μισούν και αγαπούν. Την αγαπούν και δεν ζουν έξω απ’ αυτήν. Όσο κι αν προσπαθούν να βγουν στο φως και να ζήσουν στον ήλιο. Τα καίει το φως. Γιαυτό τα βλέπεις κάποιες στιγμές να «χάνονται». Είναι οι ώρα που γυρνάνε στον τόπο τους. Στο δάσος τους. Που παίρνουν τα κρυουλάκια τους και χάνονται στο σκοτάδι.

-Τα βλέπουν οι άνθρωποι τα ξωτικά;

-Τα βλέπουν. Ανάμεσά τους κυκλοφορούν. Μόνο που σέρνουν το δάσος και το βούρκο τους μαζί. Κι ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο. Και τα κρυουλάκια κρυμμένα καλά, πίσω από τα μάτια τα φωσφοριζέ. Μόνο όταν φυσάει αέρας, τα μικρά τα διαολάκια βγαίνουν να κάνουν παρέα στο χαμόγελο. Και τότε τα βλέπουν όλοι, αλλά φταίει ο αέρας γιαυτό. Κάτι νεραϊδοπαρμένοι μόνο τα αναγνωρίζουν αλλά κι αυτοί δεν μπορούν να πουν το μυστικό που έμαθαν. Τους έχουν πάρει οι νεράιδες τη φωνή. Το ξέρεις αυτό, δεν το ξέρεις;

-………………………
Advertisements