Κι έπειτα,
μείναμε πλάτη με πλάτη.
Στη μια γωνιά ταβέρνα.
Στην άλλη καπνοπωλείο
με κρεμασμένες αθλητικές εφημερίδες.
Κι ανάμεσα το βράδυ.
( Να γύρισε να δει; )
Πέρασες την ταβέρνα.
Εκείνη θα προσπέρασε το καπνοπωλείο
-(Όχι όχι δε γύρισε)
Το’χες σκεφτεί έτσι καλά…
(Βέβαια δε γύρισε.
Έφυγε.)
Έτσι λοιπόν με το μαχαίρι,
καλά τα κατάφερες,
με το μαχαίρι,
κι είσαι χαρούμενος
κουνάς ελεύθερα τα χέρια σου.
Και πρόλαβες.
(Και πάντα αυτός ο φόβος μη δεν πρόλαβες.)
Με το μαχαίρι κι όχι κλάψες
-(Πώς να πήγε σπίτι;
Τι να κατάλαβαν στο πρόσωπό της;
Σε πια καρέκλα κάθισε;
Τι είπε;
Γιατί να συμφωνήσει έτσι μαζί σου;
Γιατί έστω μια λέξη να μην πει
απ’ό,τι πια δεν περιμέναμε;
Γιατί να μη δείξει ένα αδιόρατο σημείο;
Κι εκείνο που’δειξε γιατί να τ’αγνοήσεις;
Γιατί εσύ να μην το φτιάξεις το σημείο εκείνο;
Κι ανάμεσα ένα μαχαίρι
-Όχι. Ένας δρόμος που πάει κι απλώνει πάει κι απλώνει
όπως να στρίψεις πάει κι απλώνει-
Κι ανάμεσα,ένα μαχαίρι.

Τίτος Πατρίκιος

Advertisements