Τουαρέγκ


Κάποτε είχα δει ένα ντοκιμαντέρ για τους Τουαρέγκ. Τους μπλε ανθρώπους της ερήμου. Ένας Γάλλος κινηματογραφιστής είχε πάει και είχε ζήσει μαζί τους για κάποιους μήνες και κινηματογραφούσε τη ζωή τους, τις μετακινήσεις τους μέσα στην έρημο, τις συνήθειές τους. Έχουν περάσει χρόνια από τότε που το είδα αλλά κάποια πράγματα μου έκαναν τρομερή εντύπωση και τα θυμάμαι ακόμα. Κατ’ αρχήν το πόσο όμορφος λαός είναι. Άντρες και γυναίκες. Το δεύτερο που μου έκανε εντύπωση ήταν ο τρόπος που χαιρετάνε. Κάτι σαν χειραψία αλλά χωρίς σφίξιμο του χεριού. Περισσότερο έμοιαζε με φευγαλέο χάδι. Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν, πως όταν μετά από αρκετό καιρό ο γάλλος πήγε να στήσει τη σκηνή του δίπλα στη σκηνή του ανθρώπου με τον οποίο είχε τη μεγαλύτερη επαφή, αυτός δεν τον άφησε. Παραξενεμένος τον ρώτησε ο Γάλλος γιατί και αυτός του είπε πως «αν θέλουμε να είναι κοντά οι καρδιές μας πρέπει να είναι μακρυά οι σκηνές μας». Για τη δυτική μου κουλτούρα αυτό ήταν από τα πιο παράξενα πράγματα που άκουγα. Μου άρεσε όμως και το σκεφτόμουν από τότε κατά καιρούς. Το σκέφτομαι, το σκέφτομαι, τελικά όμως όσο και να μ’ αρέσει σαν ιδέα δεν μπορώ να ξεχάσω τη δυτική μου κουλτούρα. Γεννήθηκα στη Ευρώπη ή έστω στα Βαλκάνια και όχι στη Σαχάρα. Μ’ αρέσει αυτό που είπε ο Τουαρέγκ αλλά δύσκολα τελικά το υιοθετώ. Βέβαια δεν ξέρω αν το αποκωδικοποίησα σωστά. Άλλωστε κάτι παρόμοιο έλεγε και η γιαγιά μου. «Το πολύ το σύρε κι έλα μας πηγαίνει και στην τρέλα». Ίσως κάτι τέτοιο να εννοούσε και ο Τουαρέγκ. Πως η καθημερινή τριβή σε κάνει να ξεχνάς γιατί αγαπάς κάποιον και να βάζει μόνο τα προβλήματα της συνήθειας μπροστά. Το τι θα φάμε, τους λογαριασμούς, τα ψώνια και τις βρώμικες κάλτσες.
Από την άλλη πόσο βοηθάει το μακρυά; Κι όταν σου λείπουν οι άνθρωποι; Τι θα πει τους αγαπάς αλλά δεν τους βλέπεις; Φτάνει να είναι αγαπημένοι αλλά ποτέ δίπλα όταν τους έχεις ανάγκη; Ανάγκη να τους δεις έστω, να τους ακουμπήσεις, να τους χαϊδέψεις στο μάγουλο… Και πόσο μακρυά είναι το μακρυά; Πόσο μακρυά μπορεί να είναι κάποιος στο ένα μέτρο, στην ίδια γειτονιά και πόσο κοντά κάποιος στα 500, στα 1000, στα 2000 χλμ;
Κοίτα τι έπαθα βραδυάτικα από μια φωτογραφία με τους Τουαρέγκ… Ή μήπως βρήκα τη φωτογραφία γιατί αναρωτιόμουν πόσο μακρυά είναι η Αυστραλία;
Που δεν έχει καμμία σχέση με τους Τουαρέγκ…

Advertisements

Νοσταλγία


Αυτό ’ναι η νοσταλγία: να κατοικείς στο κύµα
και να µην έχεις πατρίδα µες στον χρόνο.
Κ’ οι επιθυµίες αυτό ’ναι: σιγαλή συνοµιλία
της αιωνιότητας µε καθηµερνές ώρες.

Κ’ η ζωή ’ναι αυτό: ώσπου από ένα χτες
να βγει η µοναχικώτερη απ’ τις ώρες ώρα,
που, διαφορετικά απ’ τις άλλες αδελφές της
γελώντας, µπροστά στο αιώνιο µόνο θα σωπάσει.

Rainer – Maria Rilke

come to me (Song Of The Water Nymph)


Ξέρετε τι να κάνετε, ναι;

Inkubus Sukkubus – Come To Me (Song Of The Water Nymph)

A summer night, and a long-forgotten dream
She is here, in the moonlit stream
She’s so lonely, her soul screams to be free
She calls to you, Boy give your heart to me!
Come to me, she’s calling you
Come to me, come to me
Like a siren to the sailor moribund
Her song of love will drag you ever down
Her kiss will take you to a fabled sacred land
Her lips will break you and lead you to the dance
Come to me, she’s calling you
Come to me, come to me
Come to me, I’ll break your heart
Come to me, come to me
Ten-thousand years she’s waiting for your touch
Through all her tears she’s dreamed of love and lust
She’s tired of crying each and every night
A sexual bonfire, come set this girl alight!

αναμνήσεις


Αναμνήσεις. Ταχτοποιημένες στη θέση τους. Ανώδυνες. Ακίνδυνες. Σαν τις φωτογραφίες στα άλμπουμ, σαν τα βιβλία στη βιβλιοθήκη. Κλεισμένες στα κουτάκια τους. Ξέρεις πως στο ράφι υπάρχουν πολλά κουτάκια με αγαπημένες αναμνήσεις. Ανώδυνες στην ουσία. Πιάνεις ένα κουτάκι στην τύχη. Το ανοίγεις βγάζεις έξω τις αναμνήσεις. Μάρτης 19… κάτι. Άλλο κουτάκι, μπλέ αυτή τη φορά. Η ετικέτα γράφει κάτι άλλο. Γενάρης 200… κάτι. Βγαίνουν οι αναμνήσεις από μέσα σαν φωτογραφίες, σαν λόγια, σαν μουσικές. Χαμογελάς, γελάς, δακρύζεις… Δεν κινδυνεύεις όμως, δεν σε πονάνε σαν πυρωμένο καρφί στις φλέβες σου. Γλυκό δάκρυ, γλυκός πόνος. Χαρμολύπη…. Τα πρόσωπα που κάποτε είχαν σάρκα, φωνή, γέλιο, δέρμα που μπορούσες να το αγγίξεις, μάτια που μπορούσες να χαθείς τώρα είναι μόνο μια ιδέα, άντε μια φωτογραφία. Χάθηκαν στη ζωή και στο χρόνο. Έχουν γίνει μια αγαπημένη ανάμνηση. Δεν είναι πια αγαπημένα πρόσωπα αλλά αγαπημένες αναμνήσεις. Μου φαίνεται δεν τις χωνεύω τις αγαπημένες αναμνήσεις. Ούτε καν τις αναμνήσεις μου φαίνεται δεν χωνεύω, αγαπημένες ή όχι.
Γεμάτα τα ράφια της ζωής μου χρωματιστά κουτάκια με ετικέτες. Γεμάτα με αγαπημένες και ανώδυνες αναμνήσεις

ΜΟΝΟ ΣΕ ΜΕΝΑ


Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που ξέρεις
Δεν είμαι μόνο αυτός που θα ‘πρεπε να μάθεις

Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου και κάπου τη χρωστάω
Αν σ’ αγγίζω με την άκρη του δάχτυλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι

Αν σου μιλήσει μια λέξη μου
Σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι
Αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι

Θ’ αναγνωρίσεις άραγε τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρεις τις πατησιές μου μέσα σε μυριάδες χνάρια;

Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει
Ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι
Τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες μου πράξεις,
οι πεθαμένες σκέψεις μου

Γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν το αίμα μου
Γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου

Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα
Μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω
Γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν

Μη με γυρέψεις αλλού μονάχα εδώ να με γυρέψεις

Μόνο σε μένα

(Τ. Πατρίκιος, 1952)

κρύο


Κρύο. Κάνει κρύο έξω. Χιονόνερο αλλά όχι χιόνι. Μάλλον ούτε κι αυτή τη φορά θα δούμε άσπρη μέρα. Γι’ αυτή την πόλη δεν έχει άσπρες μέρες. Κι έτσι καλά είναι όμως. Θα ήθελα να βγω να κάνω μια βόλτα στους δρόμους. Στους δρόμους που γυαλίζουν από τη βροχή. Ντυμένη ζεστά, με γαντάκια με κομμένα δάχτυλα, σκούφο, χοντρό μπουφάν και μπότες. Το σακίδιο στην πλάτη και ακουστικά στ’ αυτιά. Πάντα μουσική στ’ αυτιά. Δυνατά. Βόλτα στην πόλη αλλά με ήχητική κάλυψη δικής μου επιλογής. Να νιώθω τον κρύο αέρα στο πρόσωπο και το ψιλόβροχο στα μάγουλα. Να παγώνει η μύτη αλλά να μ’ αρέσει. Και τα μάγουλα σιγά σιγά να κοκκινίζουν, παγωμένα. Να γυρίζω, να γυρίζω, να γυρίζω… Και όταν κουραστώ να μπω σ’ ένα μπαράκι, να βγάλω το σκούφο και τ’ ακουστικά, να κάτσω στη μπάρα, να παραγγείλω ένα Jameson με πάγο και να το πιώ σιγά σιγά καπνίζοντας. Να ζεσταθούν τα χέρια μου. Άμα έχω και παρέα καλύτερα.

Αυτό θα ήθελα να κάνω αυτή την κρύα νύχτα αλλά μάλλον θα πιώ ένα ποτό στο σπίτι μου. Ίσως μια άλλη κρύα νύχτα να τα καταφέρω…