Les Jours Tristes


Πονάει το κεφάλι μου. Νυστάζω. Έχω πολλά στο μυαλό μου αλλά δεν έχω και κέφι να γράψω έστω μία αράδα. Μουσική λοιπόν… Μουσική… Μουσική….

It’s hard, hard not to sit on your hands
And bury your head in the sand
Hard not to make other plans
and claim that you’ve done all you can all along
And life must go on

It’s hard, hard to stand up for what’s right
And bring home the bacon each night
Hard not to break down and cry
When every idea that you’ve tried has been wrong
But you must go on

It’s hard but you know it’s worth the fight
’cause you know you’ve got the truth on your side
When the accusations fly, hold tight
Don’t be afraid of what they’ll say
Who cares what cowards think, anyway
They will understand one day, one day

It’s hard, hard when you’re here all alone
And everyone else has gone home
Harder to know right from wrong
When all objectivity’s gone
And it’s gone
But you still carry on

’cause you, you are the only one left
And you’ve got to clean up this mess
You know you’ll end up like the rest
Bitter and twisted, unless
You stay strong and you carry on

It’s hard but you know it’s worth the fight
’cause you know you’ve got the truth on your side
When the accusations fly, hold tight
And don’t be afraid of what they’ll say
Who cares what cowards think, anyway
They will understand one day, one day
.

Από τον Yann Tiersen, αυτόν της Amelie.

Advertisements

Απιστίες… Αμαρτίες;


Zήλεψα τις ιστορίες απιστίας που διάβασα σε άλλα μπλογκς φίλων και αποφάσισα να διηγηθώ κι εγώ μία…
Τι είναι απιστία; Υπάρχει ένας αντικειμενικός ορισμός της, ίδιος για όλους;
Όταν ήμουν έφηβη σκεφτόμουν τον έρωτα σαν εικόνα σε βικτωριανό μυθιστόρημα. Κάτι σαν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Απόλυτο και αιώνιο. Μετά κατάλαβα πως δεν είναι έτσι, στον κόσμο έξω από τα βιβλία της Τζέιν Ώστεν. Κατάλαβα πως έπρεπε να διαπραγματεύομαι συνέχεια με την απιστία. Την απιστία που έπρεπε να υποστώ και την απιστία που έπρεπε να υποστούν οι άλλοι από μένα. Α ναι…. Δεν υπήρξα ποτέ «θύμα» απιστίας που έκλαιγε στους ώμους των φίλων του για τον σκορδόπιστο. Αναρωτιόμουν όμως και ρωτούσα και τους φίλους μου για το τι πιστεύουν πως είναι απιστία. Απιστία είναι να επιθυμήσεις κάποιον/α άλλον/η; Να τον συναντήσεις; Να τον φιλήσεις; Να συντελεστεί το «μοιραίον»; Σε ποιό σημείο της διαδρομής ξεκινάει; Ρωτάω κι αναρωτιέμαι και άκρη δεν βρίσκω. Για τον κάθε άνθρωπο σημαίνει κάτι άλλο.
Τι κι αν δεν κάνεις έρωτα με κάποιον αφού κάποια βλέμματα μπορεί να είναι πιο ερωτικά κι από μια ολόκληρη ερωτική νύχτα; Τι κι αν δεν κάνεις έρωτα με κάποιον από τη στιγμή που κάνεις κάθε βράδυ στον ύπνο σου; Είσαι πιστός ή άπιστος σ’ αυτές τις περιπτώσεις;
Ιστορία απιστίας; Αυτή είναι η ιστορία μιας σχέσης βασισμένης στην απιστία.
Εκείνος κι εκείνη στα δεκαεννιά. Φοιτητάκια. Πουλάνε μαγκιά αλλά είναι και οι δύο αθώοι και άπραγοι σαν απάτητο χιόνι. Κι ερωτεύονται. Στο δόξα πατρί τους βρήκε και δεν ήξεραν από που τους ήρθε. Εκείνος πριν τη συναντήσει έλιωνε για μια συμφοιτήτρια. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Κι αυτή τον παίδευε. Μέχρι που συνάντησε την κοπέλα της ιστορίας μου. Και με το που συναντήθηκαν δεν ξεκόλλησαν ο ένας από τον άλλο. 24 ώρες τη μέρα μαζί.
Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε. Ένας μήνας; Δύο; Κι έφυγαν ένα Σαββατοκύριακο στην Αθήνα. Φοιτητές είπαμε σε επαρχιακή πόλη. Αυτός να δει τους γονείς του, αυτή για να κάνει βόλτες και να δει φίλους. Γύρισε εκείνος πίσω, εκείνη του λέει θα μείνω άλλη μια μέρα και θα έρθω πίσω στην πόλη μας με την κολλητή μου, αύριο. Έμεινε για να δείξει μάλλον πως δεν τον έχει ανάγκη. Έσκαγε όμως. Δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει για να είναι μαζί του. Γυρίσανε την άλλη μέρα με τη φίλη της. Την παράτησε και έτρεξε στο σπίτι του. Κανείς. Είχε κλειδιά, μπήκε και περίμενε. Περίμενε… Περίμενε… Έφυγε. Πήγε σπίτι της μπας και δεν κατάλαβε καλά και την περίμενε αυτός εκεί. Χα χα χα… να δεις αυτό θα είχε γίνει. Τα μπέρδεψαν. Ούτε εκεί ήταν ούτε είχε περάσει, της είπαν οι συγκάτοικοι. Πήρε τους δρόμους να τον βρει. Πέρασε από τα στέκια, τα σπίτια των φίλων. Τα κινητά ήταν τότε επιστημονική φαντασία. Προσπαθούσε και να μην καταλάβουν πως τον έψαχνε. Πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια… Και έφτασε στο σπίτι της κοπέλας που τον έψηνε πριν συναντηθούν οι δύο τους. Έτσι κι αλλιώς κι αυτή στην παρέα ήταν. Χτύπησε το κουδούνι και χτύπησαν καμπάνες στο κεφάλι της. Είδε όλη την εικόνα κι ας μην άκουσε κιχ. Κι ας είχε μια κλειστή πόρτα μπροστά της. Ήταν μαζί στο κρεβάτι της. Ήταν μαζί από χτες που γύρισε εκείνος, μέχρι τώρα. Τα μάζεψε κι έφυγε. Πήγε στη φίλη της και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.
«Βρε καλό μου, βρε χρυσό μου» να της λέει η φίλη της, «που το ξέρεις πως ήταν εκεί μαζί της;» «Το ξέρω» της έλεγε «δεν ξέρω πως, αλλά το ξέρω. Τους βλέπω…», και ξανάρχιζε το κλάμα. Πόνεσε το κεφάλι της από το κλάμα. Η μύτη της έγινε σαν μελιτζάνα από το φύσημα. Τ’ αυτιά της βούιζαν. Πήγαινε να ξεχαστεί λίγο και αμέσως ξανάρχιζε το θρήνο. Όλη τη νύχτα έτσι.
Την άλλη μέρα το απόγευμα πήγε και τον βρήκε στο Πανεπιστήμιο. Σαν βρεγμένη γάτα αυτός. Πρησμένη από το κλάμα αυτή. Πάμε του λέει μια βόλτα. Μα έχω πει και με την (βάλτε ότι όνομα θέλετε…) να πάμε μια βόλτα. Τι καταλαβαίνεις, του λέει; Εγώ, εσύ κι αυτή; Διάλεξε τώρα. Ή με μένα ή με την (βάλτε ότι όνομα θέλετε…)
Και διάλεξε τη δικιά μας. Και πέρασαν δεκατρία χρόνια μαζί. Χρόνια γεμάτα αγάπη και απιστία και από τις δυό μεριές. Που τις ήξεραν και τις συζητούσαν κιόλας. Και που όλοι οι φίλοι, τους ζήλευαν για την τέλεια σχέση τους. Μέχρι που κατάλαβαν πως η αγάπη δεν έφτανε για να κλείσει τις πληγές που είχαν ανοίξει οι ομολογημένες απιστίες τους. Και ο εγωισμός τους. Και πήρε ο καθένας το δρόμο του.
Αυτή ακόμα αναρωτιέται τι θα είχε γίνει αν δεν είχαν ξεκινήσει όλα με μια απιστία. Αυτός δεν μου έχει πει.
Ήταν όμως απιστίες οι απιστίες τους; Οι επόμενες, οι ομολογημένες και συζητημένες. Όχι η πρώτη. Η απιστία δεν προϋποθέτει τη μη γνώση του ετέρου ημίσεος για την ύπαρξή της; Η κοπέλα της ιστορίας ακόμα πιστεύει πως η απιστία συντελείται τη στιγμή που θα επιθυμήσεις κάτι άλλο. Τα υπόλοιπα είναι απλή διεκπεραίωση. Άσε που συνήθως απομυθοποιούν το «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μας». Και μετά μουτζωνόμαστε για τα βράδυα που περάσαμε ποθώντας το αβυσαλλέα…
Το αγόρι της ιστορίας δεν ξέρω τι πιστεύει. Δεν μου είπε όταν το ρώτησα.

Ένας ουρανός…


…αφιερωμένος στον Δον, γιατί οι ουρανοί τον τραβάνε από τα μάτια. Τα πόδια όμως Δον μου, μη τ’ αφήνεις να χώνονται σαν πέτρες στη γη. Βύθισέ τα στη θάλασσα…

σχόλια μου είναι δύσκολο να κάνω. Σχολιάζω λοιπόν με εικόνες, στο δικό μου σπίτι…

κλέφτες κι αστυνόμοι


Είχαν καιρό να παίξουν τα πουλάκια μου «κλέφτες κι αστυνόμους» και έκαναν ότι μπορούσαν την Τετάρτη…

Αυτό το σύνθημα στον τοίχο, σ’ ένα στενό στα Εξάρχεια, πολύ μου άρεσε…
Οι φωτογραφίες δεν είναι δικές μου. Εγώ -κλασικά- ξέχασα να πάρω τη φωτογραφική μηχανή. Ευτυχώς η «μπουμπού» (einai san ena kilk ) την είχε μαζί της. Έτσι απαθανατίστηκαν σκηνές απείρου κάλλους. «Μπουμπού» για ανέβασε και στο μπλογκ μερικά ενδιαφέροντα ενσταντανέ…
Κατά τα άλλα, η ζωή κυλάει δίχως να κοιτάει τη δική μας μελαγχολία.

Παιγνίων συνέχεια….


Ο panoptis λοιπόν, με παιγνιώδη διάθεση μ’ έβαλε και σ’ ένα ακόμη παιχνίδι. Αν και δεν είναι και τόσο παιχνίδια όλα αυτά. Λοιπόν… το θέμα έχει ως εξής: Με ποιό τραγούδι θα μπορούσα ν’ ανοίξω την καρδιά μου;
Έλα ντε; Με πολλά, πάρα πολλά, πάρα πάρα πολλά.

Θα μπορούσα να το κάνω μ’ αυτό:
Zbigniew Preisner – Van den Budenmayer Concerto en Mi Mineur
http://www.youtube.com/watch?v=7bHC8XEfEYk&feature=related

Ή μ’ αυτό:
The Piano by Michael Nyman
http://www.youtube.com/watch?v=hdWLwRexMRA

Ή ακόμα και μ’ αυτό:
Maria Callas is «La Wally»
http://www.youtube.com/watch?v=uyXQz_Rtt4M

Ε voila!!!! Παρ’ όλο που οι φίλοι μου κάτι άλλο θα περίμεναν να δούνε, κάτι πιο «σκοτεινό», θα τους τη φέρω και θα διαλέξω κάτι πιο γλυκό. Είμαι παλιομοδίτισσα και συναισθηματική γλυκοπατάτα τελικά. All time classic… λοιπόν. Μη ξεχνάτε πως όταν ανοίγουμε την καρδιά μας σε κάποιον/α και ίσως του/της τη δίνουμε, είναι μια «φωτεινή» στιγμή, δεν θέλει «σκοτάδια». Λέμε τώρα…
(μάλλον φταίει η καλή επιρροή της άνοιξης στην επιλογή μου. Δεν ξέρω τι θα διάλεγα κάτω από την κακή επιρροή της…)

Romeo and Juliet – What Is a Youth

What is a youth? Impetuous fire.

What is a maid? Ice and desire.
The world wags on.
A rose will bloom It then will fade
So does a youth. So do-o-o-oes the fairest maid.
Comes a time when one sweet smile
Has its season for a while…Then love’s in love with me.
Some they think only to marry, Others will tease and tarry,
Mine is the very best parry. Cupid he rules us all.
Caper the cape, but sing me the song,
Death will come soon to hush us along.
Sweeter than honey and bitter as gall.
Love is a task and it never will pall.
Sweeter than honey…and bitter as gall
Cupid he rules us all

Ας χώσω στο παιχνίδι λοιπόν και το φιλαράκο μου τον Vlaxos από τις ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ και τη φιλενάδα μου την einai san ena kilk . Για να σας δω βρε… Είμαι πολύ περίεργη να δω τις επιλογές σας.

Edit: Για να δω στο ίδιο θέμα και την kwlogria από το Πάρε μάτι ….

Οδύσσεια


Πως μου ήρθε; Καιρό τώρα είχα την Κατερίνα τη Γώγου στο μυαλό μου. Τον ίδιο καιρό που τυχαία (;) την είχαν κι άλλοι φίλοι στο δικό τους. (Πως το είπες Σπυράκο; Να το γυρίσεις στα μεταφυσικά;) Στριφογυρνάει από τότε. Με ρώτησε κάποια στιγμή κι η Μαργαρίτα αν έχω την Οδύσσεια. Την έχω, της είπα. Όλα τα έχω της Κατερίνας, αλλά την «Οδύσσεια» δεν την έχω διαβάσει . Τα «κατέβασα» μια μέρα όλα στον υπολογιστή. Αν την έχεις, με ρώτησε, κανονική ρε παιδί μου, σε χαρτί. Όχι Μαργαρίτα, όχι «κανονική» μόνο ηλεκτρονική. Καλά θα σου το στείλω, μου είπε, για τα γενέθλιά σου. Δεν έχει έρθει ακόμα το βιβλίο (Μαργαρίτα δεν είναι σπόντα αυτό, αν ποτέ το διαβάσεις). Σήμερα μου την έδωσε κι αντί να διαβάσω αυτά που πρέπει άνοιξα το αρχείο «Οδύσσεια». Δεν μπορώ να διαβάσω εύκολα κείμενα στον υπολογιστή. Είμαι της παλιάς σχολής. Θέλω τα βιβλία να είναι βιβλία. Με πήρε όμως μαζί του, έστω κι έτσι. Όχι πως το διάβασα όλο. Δεν είναι δυνατό να διαβάσω βιβλίο της Κατερίνας μονοκοπανιάς. Όπως δεν μπορούσα να είμαι και κοντά της πολύ ώρα. Τη συμπαθούσα, μου άρεσε αλλά με άγχωνε ταυτόχρονα. Ήταν «πολύ» σε όλα. Στην αγάπη, στο θυμό, στο αλκοόλ, στα πάντα…
Σ’ αυτό το τελευταίο της βιβλίο λοιπόν είδα μια Κατερίνα που δεν την ήξερα. Ή μάλλον που την ήξερα αλλά αλλιώτικη. Πιο μαλακή, πιο ανθρώπινη, λιγότερο θυμωμένη. Και βρήκα μέσα ανθρώπους που τους ήξερα, φίλους μου. Φίλους της. Πολύ σας αγαπούσε τελικά βρε παιδιά. Πολύ αγαπούσε. Πολύ…. όπως πάντα, όπως όλα.
Αχ βρε Κατερίνα… Ακόμα έχω τύψεις για τη φορά που κατέβαινα στην πλατεία και καθόσουν στο «Τσαφ» κι έκανα πως δεν σε είδα. Και με είδες και με φώναξες και δεν μπορούσα πια να κάνω πως δεν σε βλέπω. Και με ρώτησες «γιατί περνάς και κάνεις πως δεν με βλέπεις;» Και τα’ χασα κι άρχισα να λέω μαλακίες κοκκινίζοντας σαν μικρό παιδί. Δεν μπορούσα όμως να αντέξω το «βάρος» σου…
Τι τόθελα και το διάβασα; Άντε τώρα να δω πως θα μαζέψω το μυαλό μου, το έτσι κι αλλιώς αμάζευτο, για να διαβάσω αυτά που πρέπει και να γράψω αυτά που πρέπει.
Βοήθειαααααααααα……..