Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι με μια θάλασσα μπροστά μου. Κι ας είναι μια θάλασσα από αυτοκίνητα. Ανάμεσα σε μένα και τη θάλασσα η άμμος. Κι ας είναι ένα πεζοδρόμιο από τσιμέντο. Κι απέναντι το πλοίο της γραμμής, τεράστιο μέσα στο λιμάνι. Κι ας είναι ένα κτίριο που απλά ξεχωρίζει μεγαλύτερο πίσω από τα άλλα, μαύρο και γυαλιστερό. Πίσω μου ένα ατέλειωτο και πυκνό δάσος από κουκουναριές. Κι ας είναι τρία χαμόδενδρα που ίσα που επιζούν ρουφώντας καυσαέριο. Κοιτάζω τη θάλασσα και είμαι μικρή όσο ένα μόριο. Κοιτάζω τη θάλασσα και είμαι μεγάλη όσο ο ουρανός. Ένας κόκκινος γίγαντας που φλέγεται μέχρι να συρρικνωθεί και να γίνει ένας παγωμένος λευκός νάνος. Μόνο που στην περίπτωσή μου αυτό γίνεται συνέχεια και προς τις δύο κατευθύνσεις. Κόκκινος γίγαντας – λευκός νάνος. Λευκός νάνος – κόκκινος γίγαντας. Διάλλειμα για τσιγάρο. Να σταματήσει αυτό το πήγαινε έλα. Ματιά στο ρολόι. Πόση ώρα έχω ακόμα να χαζεύω τη θάλασσα; Πόσα τσιγάρα ακόμα; Δέκα λεπτά; Πέντε; Τέλος χρόνου. Έγινε η άμαξα κολοκύθα και το αστραφτερό φουστάνι κουρελαρία. Η θάλασσα ξανάγινε μια θάλασσα αυτοκίνητα, η άμμος πεζοδρόμιο και το δάσος τρία ψωραλέα δέντρα. Κι εγώ πρέπει να κατέβω στο υπόγειο. Welcome back to reality…

Advertisements