Πως μου ήρθε; Καιρό τώρα είχα την Κατερίνα τη Γώγου στο μυαλό μου. Τον ίδιο καιρό που τυχαία (;) την είχαν κι άλλοι φίλοι στο δικό τους. (Πως το είπες Σπυράκο; Να το γυρίσεις στα μεταφυσικά;) Στριφογυρνάει από τότε. Με ρώτησε κάποια στιγμή κι η Μαργαρίτα αν έχω την Οδύσσεια. Την έχω, της είπα. Όλα τα έχω της Κατερίνας, αλλά την «Οδύσσεια» δεν την έχω διαβάσει . Τα «κατέβασα» μια μέρα όλα στον υπολογιστή. Αν την έχεις, με ρώτησε, κανονική ρε παιδί μου, σε χαρτί. Όχι Μαργαρίτα, όχι «κανονική» μόνο ηλεκτρονική. Καλά θα σου το στείλω, μου είπε, για τα γενέθλιά σου. Δεν έχει έρθει ακόμα το βιβλίο (Μαργαρίτα δεν είναι σπόντα αυτό, αν ποτέ το διαβάσεις). Σήμερα μου την έδωσε κι αντί να διαβάσω αυτά που πρέπει άνοιξα το αρχείο «Οδύσσεια». Δεν μπορώ να διαβάσω εύκολα κείμενα στον υπολογιστή. Είμαι της παλιάς σχολής. Θέλω τα βιβλία να είναι βιβλία. Με πήρε όμως μαζί του, έστω κι έτσι. Όχι πως το διάβασα όλο. Δεν είναι δυνατό να διαβάσω βιβλίο της Κατερίνας μονοκοπανιάς. Όπως δεν μπορούσα να είμαι και κοντά της πολύ ώρα. Τη συμπαθούσα, μου άρεσε αλλά με άγχωνε ταυτόχρονα. Ήταν «πολύ» σε όλα. Στην αγάπη, στο θυμό, στο αλκοόλ, στα πάντα…
Σ’ αυτό το τελευταίο της βιβλίο λοιπόν είδα μια Κατερίνα που δεν την ήξερα. Ή μάλλον που την ήξερα αλλά αλλιώτικη. Πιο μαλακή, πιο ανθρώπινη, λιγότερο θυμωμένη. Και βρήκα μέσα ανθρώπους που τους ήξερα, φίλους μου. Φίλους της. Πολύ σας αγαπούσε τελικά βρε παιδιά. Πολύ αγαπούσε. Πολύ…. όπως πάντα, όπως όλα.
Αχ βρε Κατερίνα… Ακόμα έχω τύψεις για τη φορά που κατέβαινα στην πλατεία και καθόσουν στο «Τσαφ» κι έκανα πως δεν σε είδα. Και με είδες και με φώναξες και δεν μπορούσα πια να κάνω πως δεν σε βλέπω. Και με ρώτησες «γιατί περνάς και κάνεις πως δεν με βλέπεις;» Και τα’ χασα κι άρχισα να λέω μαλακίες κοκκινίζοντας σαν μικρό παιδί. Δεν μπορούσα όμως να αντέξω το «βάρος» σου…
Τι τόθελα και το διάβασα; Άντε τώρα να δω πως θα μαζέψω το μυαλό μου, το έτσι κι αλλιώς αμάζευτο, για να διαβάσω αυτά που πρέπει και να γράψω αυτά που πρέπει.
Βοήθειαααααααααα……..

Advertisements