Zήλεψα τις ιστορίες απιστίας που διάβασα σε άλλα μπλογκς φίλων και αποφάσισα να διηγηθώ κι εγώ μία…
Τι είναι απιστία; Υπάρχει ένας αντικειμενικός ορισμός της, ίδιος για όλους;
Όταν ήμουν έφηβη σκεφτόμουν τον έρωτα σαν εικόνα σε βικτωριανό μυθιστόρημα. Κάτι σαν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Απόλυτο και αιώνιο. Μετά κατάλαβα πως δεν είναι έτσι, στον κόσμο έξω από τα βιβλία της Τζέιν Ώστεν. Κατάλαβα πως έπρεπε να διαπραγματεύομαι συνέχεια με την απιστία. Την απιστία που έπρεπε να υποστώ και την απιστία που έπρεπε να υποστούν οι άλλοι από μένα. Α ναι…. Δεν υπήρξα ποτέ «θύμα» απιστίας που έκλαιγε στους ώμους των φίλων του για τον σκορδόπιστο. Αναρωτιόμουν όμως και ρωτούσα και τους φίλους μου για το τι πιστεύουν πως είναι απιστία. Απιστία είναι να επιθυμήσεις κάποιον/α άλλον/η; Να τον συναντήσεις; Να τον φιλήσεις; Να συντελεστεί το «μοιραίον»; Σε ποιό σημείο της διαδρομής ξεκινάει; Ρωτάω κι αναρωτιέμαι και άκρη δεν βρίσκω. Για τον κάθε άνθρωπο σημαίνει κάτι άλλο.
Τι κι αν δεν κάνεις έρωτα με κάποιον αφού κάποια βλέμματα μπορεί να είναι πιο ερωτικά κι από μια ολόκληρη ερωτική νύχτα; Τι κι αν δεν κάνεις έρωτα με κάποιον από τη στιγμή που κάνεις κάθε βράδυ στον ύπνο σου; Είσαι πιστός ή άπιστος σ’ αυτές τις περιπτώσεις;
Ιστορία απιστίας; Αυτή είναι η ιστορία μιας σχέσης βασισμένης στην απιστία.
Εκείνος κι εκείνη στα δεκαεννιά. Φοιτητάκια. Πουλάνε μαγκιά αλλά είναι και οι δύο αθώοι και άπραγοι σαν απάτητο χιόνι. Κι ερωτεύονται. Στο δόξα πατρί τους βρήκε και δεν ήξεραν από που τους ήρθε. Εκείνος πριν τη συναντήσει έλιωνε για μια συμφοιτήτρια. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Κι αυτή τον παίδευε. Μέχρι που συνάντησε την κοπέλα της ιστορίας μου. Και με το που συναντήθηκαν δεν ξεκόλλησαν ο ένας από τον άλλο. 24 ώρες τη μέρα μαζί.
Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε. Ένας μήνας; Δύο; Κι έφυγαν ένα Σαββατοκύριακο στην Αθήνα. Φοιτητές είπαμε σε επαρχιακή πόλη. Αυτός να δει τους γονείς του, αυτή για να κάνει βόλτες και να δει φίλους. Γύρισε εκείνος πίσω, εκείνη του λέει θα μείνω άλλη μια μέρα και θα έρθω πίσω στην πόλη μας με την κολλητή μου, αύριο. Έμεινε για να δείξει μάλλον πως δεν τον έχει ανάγκη. Έσκαγε όμως. Δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει για να είναι μαζί του. Γυρίσανε την άλλη μέρα με τη φίλη της. Την παράτησε και έτρεξε στο σπίτι του. Κανείς. Είχε κλειδιά, μπήκε και περίμενε. Περίμενε… Περίμενε… Έφυγε. Πήγε σπίτι της μπας και δεν κατάλαβε καλά και την περίμενε αυτός εκεί. Χα χα χα… να δεις αυτό θα είχε γίνει. Τα μπέρδεψαν. Ούτε εκεί ήταν ούτε είχε περάσει, της είπαν οι συγκάτοικοι. Πήρε τους δρόμους να τον βρει. Πέρασε από τα στέκια, τα σπίτια των φίλων. Τα κινητά ήταν τότε επιστημονική φαντασία. Προσπαθούσε και να μην καταλάβουν πως τον έψαχνε. Πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια… Και έφτασε στο σπίτι της κοπέλας που τον έψηνε πριν συναντηθούν οι δύο τους. Έτσι κι αλλιώς κι αυτή στην παρέα ήταν. Χτύπησε το κουδούνι και χτύπησαν καμπάνες στο κεφάλι της. Είδε όλη την εικόνα κι ας μην άκουσε κιχ. Κι ας είχε μια κλειστή πόρτα μπροστά της. Ήταν μαζί στο κρεβάτι της. Ήταν μαζί από χτες που γύρισε εκείνος, μέχρι τώρα. Τα μάζεψε κι έφυγε. Πήγε στη φίλη της και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.
«Βρε καλό μου, βρε χρυσό μου» να της λέει η φίλη της, «που το ξέρεις πως ήταν εκεί μαζί της;» «Το ξέρω» της έλεγε «δεν ξέρω πως, αλλά το ξέρω. Τους βλέπω…», και ξανάρχιζε το κλάμα. Πόνεσε το κεφάλι της από το κλάμα. Η μύτη της έγινε σαν μελιτζάνα από το φύσημα. Τ’ αυτιά της βούιζαν. Πήγαινε να ξεχαστεί λίγο και αμέσως ξανάρχιζε το θρήνο. Όλη τη νύχτα έτσι.
Την άλλη μέρα το απόγευμα πήγε και τον βρήκε στο Πανεπιστήμιο. Σαν βρεγμένη γάτα αυτός. Πρησμένη από το κλάμα αυτή. Πάμε του λέει μια βόλτα. Μα έχω πει και με την (βάλτε ότι όνομα θέλετε…) να πάμε μια βόλτα. Τι καταλαβαίνεις, του λέει; Εγώ, εσύ κι αυτή; Διάλεξε τώρα. Ή με μένα ή με την (βάλτε ότι όνομα θέλετε…)
Και διάλεξε τη δικιά μας. Και πέρασαν δεκατρία χρόνια μαζί. Χρόνια γεμάτα αγάπη και απιστία και από τις δυό μεριές. Που τις ήξεραν και τις συζητούσαν κιόλας. Και που όλοι οι φίλοι, τους ζήλευαν για την τέλεια σχέση τους. Μέχρι που κατάλαβαν πως η αγάπη δεν έφτανε για να κλείσει τις πληγές που είχαν ανοίξει οι ομολογημένες απιστίες τους. Και ο εγωισμός τους. Και πήρε ο καθένας το δρόμο του.
Αυτή ακόμα αναρωτιέται τι θα είχε γίνει αν δεν είχαν ξεκινήσει όλα με μια απιστία. Αυτός δεν μου έχει πει.
Ήταν όμως απιστίες οι απιστίες τους; Οι επόμενες, οι ομολογημένες και συζητημένες. Όχι η πρώτη. Η απιστία δεν προϋποθέτει τη μη γνώση του ετέρου ημίσεος για την ύπαρξή της; Η κοπέλα της ιστορίας ακόμα πιστεύει πως η απιστία συντελείται τη στιγμή που θα επιθυμήσεις κάτι άλλο. Τα υπόλοιπα είναι απλή διεκπεραίωση. Άσε που συνήθως απομυθοποιούν το «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μας». Και μετά μουτζωνόμαστε για τα βράδυα που περάσαμε ποθώντας το αβυσαλλέα…
Το αγόρι της ιστορίας δεν ξέρω τι πιστεύει. Δεν μου είπε όταν το ρώτησα.
Advertisements