Στίχοι ζυμωμένοι σε ιστορίες…


Ο . . . ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ . . . με κάλεσε, εγώ ανταποκρίθηκα. Άργησα μεν, την έστησα την ιστορία δε. Με στίχους από τραγούδια του Σωκράτη Μάλαμα. Επειδή τον τελευταίο καιρό μου είχε κολλήσει στο κεφάλι ένα τραγούδι του. Το «μέρες του 1903».
Ιδού λοιπόν το πόνημα.

Την έβλεπε κάθε μέρα στη δουλειά. Του κοβόταν όμως η φωνή και ψέλλιζε μόνο καλημέρα. Κάθε βράδυ το αποφάσιζε να της μιλήσει, αποφάσιζε πως αύριο θα είναι Η μέρα. Κάθε μεσημέρι σκεφτόταν πως κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω, αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια σου, δεν πειράζει… Είναι εκεί και τα βλέπω. Φτάνει αυτό.
Οι μέρες περνούσαν με καλημέρες. Και μετά τις καλημέρες άρχισαν σιγά σιγά να λένε περισσότερα. Το πρόσωπό της σαν νερό συνέχεια μπροστά του. Αν τον ουρανό αγγίζουν θάλασσες τα μάτια της άγγιζαν τον ουρανό. Άγγιζαν τον ουρανό και μετά σταματούσαν πάνω του. Έβγαζε τα γυαλιά της και τον κοίταζε αφηρημένα όταν κουραζότανε. Και μετά του χαμογελούσε. Και κείνες τις στιγμές ήταν δροσιά ο κόσμος κι όνειρο. Φεύγανε μαζί κάθε μέρα. Στην αρχή τυχαία μετά έγινε συνήθεια. Έπαιρναν το τρένο και πήγαιναν ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής παρέα. Στο Σύνταγμα χώριζαν. Εκείνος συνέχιζε κι αυτή έβγαινε να πάρει λεωφορείο. Εκείνο το εικοσάλεπτο της κοινής του διαδρομής λέγανε… λέγανε… Μα πιο πολύ μιλούσαν τα μάτια και οι καρδιές τους.
Μια μέρα, την ώρα που φτιάνανε τον πρωινό καφέ γύρισε εκείνη και του είπε, «πάμε να φύγουμε απ’ αυτή την πόλη, όλα ξηλώθηκαν μείναμε μοναχοί». Αυτός έμεινε στήλη άλατος. Πόσο το είχε ονειρευτεί αυτό! Πόσες πρόβες είχε κάνει τα βράδυα στον καθρέφτη του για να της το πει! Και τώρα του το είπε αυτή. Να φύγουν. Μαζί…
Δεν είπε τίποτε, μόνο την κοιτούσε. Ναι, της είπε. Μαζί. Για οπουδήποτε. Για πάντα. Αύριο.
Έφυγαν μαζί, όπως πάντα. Πήραν το τρένο, όπως πάντα. Και χώρισαν στο Σύνταγμα, όπως πάντα.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκε καλά. Ταραγμένα όνειρα του σκόρπιζαν τον ύπνο. Ύπνος σφαγμένος στα μισά, όνειρα βιαστικά, εφιαλτικά. Έβλεπε πως είχαν φύγει, πως ήταν μαζί. Σε ένα μέρος που δεν το ήξερε, δεν είχε ξαναπάει. Ήθελε να την αγαπάει. Ήθελε να βουλιάζει όλη μέρα στα μάτια της. Αντί γι’ αυτό, άθλιες μέρες και στενή ζωή, δεν ήθελε να βουλιάζει πια στα μάτια της. Με πνίγεις, της έλεγε,
με πνίγεις… , με πνίγεις… , με πνίγεις… , με πνίγεις…
Ξύπνησε πνιγμένος. Πνιγμένος στον ιδρώτα. Δεν θα φύγω αύριο σκέφτηκε. Δεν θα με πνίξουν τα μάτια της. Δεν θα βουλιάξω πουθενά.
Δεν την είδε την ώρα που έφτιαχνε καφέ. Λες; Σκέφτηκε. Τόπε και τόκανε; Έφυγε; Μόνη; Χωρίς εμένα; Την ώρα που με τον καφέ στα χέρια πήγαινε στο γραφείο του την είδε να έρχεται χαμογελαστή προς το μέρος του. «Καλημέρα», του είπε, «άργησα λίγο σήμερα, είχα να στείλω κάτι δεματάκια με δώρα στ’ ανήψια μου και πέρασα από το ταχυδρομείο. Πάω να φτιάξω καφέ»
Κάθησε στο γραφείο του, σηκώθηκε πάλι. Ξανακάθισε, ξανασηκώθηκε… Ήθελε να πάει στο κουζινάκι, να τη ρωτήσει τι έγινε, γιατί δεν ήταν θυμωμένη που την έστησε. Στο διάδρομο την άκουσε να μιλάει. Μόνη της μιλούσε; Όταν πλησίασε κατάλαβε πως σιγοτραγουδούσε. Το τραγούδι του Μάλαμα.
Πάμε να φύγουμε απ’ αυτή την πόλη
όλα ξηλώθηκαν μείναμε μοναχοί
άνθρωποι σπίτια και φωνές
κάνουν κομμάτια το μυαλό μου
βουλιάζουν μέσα μου οι μορφές
που μόλις και διακρίνονται στο γύρω…

Οι τίτλοι των τραγουδιών που παίζουν στην ιστορία είναι οι παρακάτω:
Μέρες του 1903
Ανήσυχες μέρες
Δυό τρεις κουβέντες
Αρχή και τέλος
Πάμε να φύγουμε
Ανάσες βιαστικές
Με πνίγεις
Σε ποιόν να πετάξω όμως το μπαλάκι; Για να σκεφτώ… μούμπλε… μούμπλε… μούμπλε….
einai san ena kilk εσείς; Vlaxos εσένα σίγουρα θα σου αρέσει το παιχνίδι μόλις βρεις χρόνο και σύνδεση…

Advertisements

Μα ποιά είμαι;


Ορίστε φίλε UrBaN , πήρα τη σκυτάλη και έκανα ότι μπορούσα. Μένει να ανταποκριθώ στην πρόσκληση του . . . ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ . . . αλλά σιγά σιγά.

Όνομα:
Κάπου θα το βρείτε ψάχνοντας εδώ μέσα. Κάντε και σεις κάτι…
Γενέθλια:
Την πρώτη μέρα του Μάρτη. Ποιάς χρόνιας; Κάπου στη δεκαετία του ‘60
Ζώδιο:
Το Μάρτη λέμε…. Οι πιγκουίνοι είναι τότε;
Χρώμα μαλλιών:
Αχ!
Χρώμα ματιών:
Άλλες φορές προς το γαλάζιο, άλλες προς το πράσινο και πολλές προς το γκρί. Πάρε και κατάλαβε…
Έχεις ερωτευτεί ποτέ?
Χα χα χα… Νάταν μόνο μια φορά…
Είδος μουσικής που ακούς:
Να πω καλύτερα τι δεν ακούω να τελειώνουμε πιο γρήγορα;
Αγαπημένος Χαρακτήρας Disney-Warner Bros:
Μάλλον ο Ντόναλντ Ντακ
Ποιος φίλος/φίλη σου μένει πιο μακριά?
Ο Niki στο Λονδίνο
Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις:
Γαμώτο, πάλι χτύπησε το γαμημένο; Δεν είναι Κυριακή;
Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι:
Τις σκέψεις, τις επιθυμίες και το ρολόι μου.
Τι έχεις στον τοίχο σου?
Την Άρτα και τα Γιάννενα
Τί έχεις κάτω απ’ το κρεβάτι σου?
Όταν ήμουν πιτσιρίκι είχε κάτι τέρατα που κρυβόταν και περίμεναν να κοιμηθώ για να μου την πέσουν. Τώρα μόνο σκόνη.
Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τί θα έκανες?
Θα άνοιγα τα ντουλάπια να δω ποιό έσπασε
Αγαπημένος αριθμός:
Μάλλον το οκτώ. Μιας κι αυτό μου έρχεται πρώτο όταν μου ζητάνε να πω έναν αριθμό
Αγαπημένο όνομα:
Τι θα πει αγαπημένο όνομα; Αγαπημένοι άνθρωποι ναι…
Τα χόμπι σου:
Τώρα τελευταία να γράφω συνεχώς και επίσης να φωτογραφίζω ουρανούς.
Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα?
Και τώρα και πάντα κοντά σε θάλασσα
Μια ευχή για το μέλλον:
Να αντέχω
Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποια εποχή θα πήγαινες?
Σε πολλές. Σε όλες που άλλαζαν τα πράγματα και γινόταν χαμός
Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου:
Όχι κάτι, κάποιον. Το Μάριο. Πάντα…
Αγαπημένο λουλούδι:
Μιγκέ.
Αγαπημένη παλιά σειρά:
Δεν θυμάμαι κάποια
Αγαπημένη ταινία:
Πως γίνεται να είναι μόνο μία; Αποκάλυψη τώρα, Γλυκιά Συμμορία, Όλες του Ken Loach, Όσα παίρνει ο άνεμος, Blade Runner, Η γειτονιά των καταφρονεμένων, Ο Καυγατζής, 2001: Οδύσσεια του διαστήματος, Κουρδιστό πορτοκάλι, Το φιλί της γυναίκας αράχνης, όλες του Βισκόντι, Ο υπηρέτης, Ο θυρωρός της νύχτας…
Κι άλλες;

Αγαπημένο τραγούδι:
Ουφ…. Να μη το κάνουμε όπως με τις ταινίες
Aγαπημένο βιβλίο:
Ιστορία χωρίς τέλος του Μίκαελ Έντε
Αγαπημένο ζώο:
Γάτα
Αγαπημένο ρούχο:
Όσα με βολεύουν
Αγαπημένος καλλιτέχνης/ιδα:
Κανείς ιδιαίτερα
Αγαπημένο χρώμα:
Το χειμώνα μαύρα, το καλοκαίρι γαλάζια, λαχανί, πορτοκαλί, λευκά. All time classic το μωβ.
Αγαπημένο φαγητό:
Σουβλάκια και ψάρια παντός είδους
Με ποιον χαρακτήρα από cartoon (Disney, WB, comics) ταυτίζεσαι?
Κανέναν
Κακή συνήθεια:
Βιάζομαι και εξαιτίας της βιασύνης κάνω απερίσκεπτες κινήσεις
Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει:
Ενθουσιώδης
Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει:
Ενθουσιώδης
Συνηθισμένη ατάκα:
Έχω; Δεν ξέρω… Μάλλον πρέπει να ρωτήσω τους άλλους
Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις, αν δεν έκανες αυτήν που κάνεις τώρα:
Κάποια που να μου επέτρεπε να ταξιδεύω συνέχεια
Μεγαλύτερος φόβος:
Ο θάνατος
Η καλύτερη pizza:
Δεν ξέρω, δεν είμαι φανατική του είδους έτσι ώστε να έχω κάνει συγκριτικά τεστ
Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι…:
Σαν να έχεις ένα ακόμα παιδί να φροντίσεις…
Άν δεν ήσασταν αυτό που είστε, τί θα θέλατε να είστε?:
Τυχοδιώκτρια
Επειδή μάλλον σ’ αυτές τις ερωτήσεις έχουν απαντήσει σχεδόν όλοι, λέω να μη καλέσω κάποιον ιδιαίτερα. Όποιος θέλει το κάνει. Ή μάλλον όχι… Vlaxos γουστάρεις να χαλαρώσεις απαντώντας, όταν ξεμπερδέψεις με τη μετακόμιση; Επίσης θα μου άρεσε να δω τις απαντήσεις του john simon ritchie

Το σπίτι του Γιουλούντα


Τα παιδιά που μεγαλώνουν στη Θεσσαλονίκη στην οδό Μακεδονίας τα τελευταία χρόνια, είναι σίγουρα αδύνατο να φανταστούν πως μεγάλωναν στον ίδιο δρόμο τα παιδιά στη δεκαετία του ’60, άντε και μέχρι τα μέσα του ’70.
Τώρα η οδός Μακεδονίας όπως και η Δελφών είναι λεωφόροι, με μεγάλη κυκλοφορία αυτοκινήτων και ψηλές πολυκατοικίες. Το μόνο που θυμίζει την παλιά εικόνα είναι οι μεγάλες ακακίες που σκιάζουν το δρόμο και κρύβουν τις πολυκατοικίες.
Μεγάλωσα στη οδό Μακεδονίας όταν ακόμα ήταν χωματόδρομος και τα αυτοκίνητα που περνούσαν ήταν ελάχιστα. Πολυκατοικίες υπήρχαν επίσης ελάχιστες. Σε μια απ’ αυτές ήταν το πατρικό μου σπίτι. Τότε μας θεωρούσαν προνομιούχους. Ήταν τόσο λίγες οι πολυκατοικίες στην περιοχή, που από το μπαλκόνι του σπιτιού μου φαινόταν το αεροδρόμιο και από το πίσω μπαλκόνι βλέπαμε τα πυροτεχνήματα που έπεφταν στα εγκαίνια της Έκθεσης, το Σεπτέμβρη. Τότε που όλη η πόλη ήταν έξω για να τα δει και αντηχούσε ένα «ααααααα» κάθε φορά που έσκαγε ένα εντυπωσιακό στον ουρανό. Γύρω από την πολυκατοικία μας υπήρχαν μόνο χαμηλά σπιτάκια και μερικά δίπατα και τρίπατα. Και υπήρχε και το σπίτι του Γιουλούντα. Πόσο έντονα το έχω στη μνήμη μου αυτό το σπίτι. Το οικόπεδο πάνω στο οποίο χτίστηκε η πολυκατοικία μας ήταν ένα κομμάτι από το οικόπεδο του σπιτιού του Γιουλούντα. Τώρα στη θέση του σπιτιού και της αυλής υπάρχει μια τεράστια πολυκατοικία με ένα μεγάλο μαγαζί ηλεκτρολογικού υλικού στο ισόγειο. Το σπίτι ήταν δίπατο και έμοιαζε το πιο αρχοντικό από τα σπίτια της γειτονιάς.
Ήταν και οι Γιουλουνταίοι με τη στάση και το παράστημά τους που συνέβαλαν στο μύθο γύρω από το σπίτι και την οικογένειά τους. Κατ’ αρχήν ο παππούς Γιουλούντας. Ψηλός, ευθυτενής, πάντα ντυμμένος άψογα με κουστούμι και γραβάτα. Πάντα με το μπαστούνι του και παπούτσια καλογυαλισμένα και «τριζάτα». Ξέρετε τι είναι τα «τριζάτα» παπούτσια; Όχι; Είναι δερμάτινα παπούτσια δετά που όταν τα φοράς και περπατάς κάνουν ένα θόρυβο σαν χριτς χριτς… Έτσι περπατούσε ο παππούς Γιουλούντας. Δεν χαιρετούσε ποτέ κανέναν, δεν γύριζε καν να μας κοιτάξει. Σαν να μην υπήρχαμε και σαν να μας ανεχόταν απλά να υπάρχουμε γύρω του. Το ίδιο και οι δύο γιοί του. Γαλανομάτηδες όλοι –πατέρας και γιοί- που μας τρόμαζε το ψυχρό τους βλέμμα, όταν τύχαινε να πέσει πάνω μας. Ανάμεσα στην πιτσιρικαρία της γειτονιάς κυκλοφορούσαν διάφορες τερατώδεις φήμες για το τι έκαναν οι Γιουλουνταίοι στα παιδιά άμα έβγαιναν τη νύχτα έξω. Κάτι σαν τους δράκουλες της γειτονιάς τους είχαμε στο κεφάλι μας. Εκείνο που μας μπέρδευε ήταν πως ο μεγάλος γιός ήταν παντρεμένος και είχε μια κόρη, τη Γιόλα. Αυτό το στοιχείο μας χάλαγε τα σενάρια… Δράκουλας με γυναίκαι και παιδί; Δύσκολο… Το άλλο που σκεφτόμασταν, όταν πήγαμε στο σχολείο και μάθαμε για την κατοχή ήταν πως ήταν Γερμανοί Ες Ες που είχαν ξεμείνει από τον πόλεμο και κάποια στιγμή θα αποκάλυπταν την ταυτότητά τους και θα μας σκότωναν. Τα γαλανά τους μάτια και το ψυχρό βλέμμα θα έφταιγαν.
Τώρα που το σκέφτομαι μάλλον απλά δεν άντεχαν την ιδέα πως για κάποιο λόγο αναγκάστηκαν να δώσουν το μισό τους οικόπεδο για να χτιστεί μια άθλια πολυκατοικία και έπεσαν στην ανάγκη να μένουν όλοι μαζί στον επάνω όροφο του σπιτιού τους και να νοικιάζουν το ισόγειο. Ήταν το μόνο σπίτι που είχε γύρω γύρω ένα ψηλό μαντρότοιχο βαμμένο ώχρα και ο μόνος τρόπος να ρίχνουμε κλεφτές ματιές στην αυλή ήταν από τα κάγκελα στο μπροστινό μέρος του σπιτιού. Μια αυλή γεμάτη δέντρα. Και μια μεγάλη γλυσίνα που στεφάνωνε τα κάγκελα της αυλής και της σκάλας που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Αυτή η γλυσίνα με τα μωβ τσαμπιά των λουλουδιών της, ακόμα έρχεται στα όνειρά μου. Η αυλή του Γιουλούντα ήταν απαγορευμένη φυσικά για όλους. Μόνο εγώ ήμουν η προνομιούχα που μπορούσε να παίζει εκεί. Κι αυτό γιατί στο νοικιασμένο ισόγειο έμενε ένα κοριτσάκι της ηλικίας μου με την οικογένειά του, η Μαρία. Και η Μαρία ήταν φιλενάδα μου. Και ο Γιουλούντας είχε πει πως μπορούσε να φέρνει μόνο μια φίλη στην αυλή και στο σπίτι και μόνο αν δεν έκαναν φασαρία. Ε, αυτή η φίλη ήμουν εγώ. Μόνο εγώ είχα δει από κοντά την τουλούμπα που έβγαζαν νερό από το πηγάδι (αχ αυτό το πηγάδι… ήταν τελικά η αιτία για την καταστροφή του πατρικού μου σπιτιού αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης). Μόνο εγώ είχα δει το καλύβι του Αργύρη. Και μόνο εγώ έπαιζα με τη Μαρία κάτω από τα δέντρα της αυλής. Φυσικά στα παιχνίδια δεν συμμετείχε η Γιόλα. Στη Γιόλα απαγορευόταν να παίζει με την πλέμπα. Γιαυτό και η καημένη, όποτε ήταν στην αυλή, ανέβαινε στο μαντρότοιχο και μας έφτυνε. Κι εμείς απαντούσαμε κοροϊδεύοντάς την. Τη φωνάζαμε Γιόλα-μαργιόλα. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως η κακομοίρα το έκανε γιατί ήθελε να παίξει μαζί μας. Ήταν το μόνο παιδί στη γειτονιά, μαζί με άλλα δύο αδελφάκια που έμεναν στη δεύτερη πολυκατοικία της γειτονιάς, που δεν τα άφηναν να βγουν να παίξουν στο δρόμο μαζί με τους υπόλοιπους. Όταν λέμε υπόλοιποι εννοούμε και 25-30 παιδιά κάποιες φορές. Να φωνάζουμε και να ξεσηκώνεται η γειτονιά στο ποδάρι. Αλλά τώρα λέω για το σπίτι του Γιουλούντα. Για τα παιχνίδια και τις φωνές άλλη φορά ίσως.
Στην αυλή υπήρχε κι ένα καλυβάκι κι εκεί έμενε ο Αργύρης. Ποιός ήταν ο Αργύρης; Ένας γύφτος που του είχαν παραχωρήσει οι Γιουλουνταίοι το καλυβάκι κι αυτός φρόντιζε τον κήπο κι έκανε και διάφορες άλλες δουλειές. Εκτός όμως από τους Γιουλουνταίους έκανε θελήματα και για όλες τις νοικοκυράδες της γειτονιάς. Σου κατέβαζε τα σκουπίδια, τα έδινε στη σκουπιδιάρα και σου έφερνε πίσω τον κουβά, ανέβαζε πάνω τα ψώνια ή σου κουβαλούσε τον πάγο για την παγωνιέρα. Όλα αυτά για μερικά κέρματα και λίγο φαγητό που το μετέφερε και το έτρωγε σ’ ένα κουτί κονσέρβας στην οποία είχε προσαρμόσει ένα ξύλινο χερούλι. Ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία, είχε μόνο ένα δόντι στο στόμα του αλλά γελούσε συνέχεια, καραφλός και φορούσε μόνιμα ένα βρώμικο κασκέτο. Τα ρούχα του ήταν κουρέλια, παρόλο που όλες οι νοικοκυρές του έδιναν κάποιο ρούχο του άντρα τους, και συνήθως γυρνούσε ξυπόλητος. Φαντάσου λοιπόν την έκπληξη της γειτονιάς όταν πέθανε ο Αργύρης και μάθαμε για το κομπόδεμα που είχε (στην τράπεζα; Κάτω από το στρώμα; Δεν θυμάμαι…) και που θα μπορούσε να ήταν όνειρο ζωής για τους περισσότερους από μας. Δεν ξέρω που πήγε τελικά αυτό το κομπόδεμα. Ποιός χάρηκε τελικά τους κόπους που αποθησαύριζε ο Αργύρης φορώντας τα κουρελόρουχα…
Και ω του θαύματος, μετά από μια ανασκαφή στις παλιές φωτογραφίες βρήκα και μία τραβηγμένη στην αυλή του Γιουλούντα με τη φιλενάδα μου τη Μαρία. Και μια ακόμα με τη γιαγιά στο μπαλκόνι(!) του πατρικού μου απ’ όπου φαίνεται η οδός Μακεδονίας και τα χαμηλά της σπίτια.

Όταν έρχονται τα σύννεφα…


Δεν έχω όρεξη για λόγια. Μπορεί να φταίει η άνοιξη. Έφτιαξα όμως ένα βιντεάκι με τους αγαπημένους μου ουρανούς. Μερικές φορές μιλάνε καλύτερα οι εικόνες…

Στην Πάτρα


Σεπτέμβρης. Έχω ανέβει για την Έκθεση στη Θεσσαλονίκη όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια και έχω πετύχει το Μάνο όπως επίσης γίνεται τα τελευταία χρόνια. Είναι κι αυτός εκεί για δουλειές. Αυτός τρέχει κι εγώ κάθομαι γιατί δεν πατάει σχεδόν ψυχή στο περίπτερο. Ανάμεσα σε δύο τρεχάλες του κάθησε να τα πούμε λίγο.
Ποτέ δεν ήμασταν κολλητοί, όμως πλέον μετράνε σχεδόν 30 χρόνια που γνωριζόμαστε. Ήταν κολλητός και συγκάτοικος με έναν κολλητό της δικής μου κολλητής και συγκατοίκου για ένα φεγγάρι. Στις μικρές φοιτητουπόλεις όμως, οι παρέες διαπλέκονται και όλοι γνωρίζουν όλους. Το σπίτι τους και η παρέα του ήταν φημισμένοι για τα αποκριάτικα πάρτι που έκαναν. Όλος ο κόσμος πέρναγε από το σπίτι τους. Σ’ ένα από τα πάρτι τους -ίσως να ήταν και το τελευταίο τους- σερνόμουνα μασκαρεμένη και αγέλαστη μέχρι τις 2 το πρωί και τότε βρήκα ένα μπουκάλι λικέρ. Δοκίμασα και μου θύμισε το λικέρ βύσσινο της γιαγιάς μου. Νοστιμότατο το βρήκα και το κατέβασα σχεδόν ολόκληρο. Και είδα το χριστό φαντάρο. Φύγαμε και δεν με κάνανε καλά. Τι μεθύσι ήταν αυτό!!! Καθόμουν μέσα στη μέση του δρόμου και έβλεπα από μακρυά να έρχεται αυτοκίνητο κι έλεγα σε όλους πως μπορώ να το σταματήσω γιατί είμαι τίγρης… Τελευταία στιγμή με τράβαγε ο καλός μου και τον έβριζα γιατί δεν μ’ αφηνε να δείξω τι μπορώ να κάνω. Στο τέλος με πήγε στο σπίτι του που ήταν το κοντινότερο. Οι υπόλοιποι δεν ξέρω που χάθηκαν. Στο σπίτι του, το κεφάλι μου γύριζε κι ένιωσα πως είχε περάσει ολόκληρο τρένο από πάνω του. Ξέρναγα όπως δεν το είχα κάνει ποτέ στη ζωή μου μέχρι τότε. Με μισούσα για όσο είχα πιεί, ένιωθα πως το τέλος μου είναι κοντά και παρακαλούσα να τελειώνω να ησυχάσω απ’ αυτό το μαρτύριο, μ’ έκοβε κρύος ιδρώτας και χτυπούσαν τα δόντια μου και στον επόμενο τόνο άναβα και ήθελα ν’ ανοίξει το παράθυρο να πάρω αέρα. Ορκιζόμουν συνέχεια πως δεν θα ξαναβάλω ποτέ ξανά αλκοόλ στο στόμα μου. Όχι πως δεν τους πάτησα αυτούς τους όρκους…
Κάποια στιγμή κοιμήθηκα και το πρωί έφυγε ο δικός μου και με άφησε μόνη να κοιμάμαι. Ξύπνησα και νόμισα πως όλα πέρασαν. Ένα κακό όνειρο ήταν. Αμ δε… Με το που σηκώθηκα ξαναπέρασε το τρένο από το κεφάλι μου, άρχισαν πάλι οι κρύοι ιδρώτες και ξανάρχισα να θέλω να ξεράσω. Μόνο που επειδή δεν υπήρχε τίποτα πια να βγάλω είχα μόνο τους σπασμούς στο στομάχι. Σκέτοι σπασμοί χωρίς μια –έστω και προσωρινή- ανακούφιση. Μόλις δε θυμόμουν την προηγούμενη βραδυά άντε πάλι από την αρχή. Η ιδέα και μόνο του πόσο είχα πιει με έστελνε αδιάβαστη…. Και πεινούσα επίσης. Αλλά και μόνο στην ιδέα του να φάω κάτι με έπιανε πανικός. Γύρισε κάποια στιγμή κι ο δικός μου, με βρήκε χαλκοπράσινη να σέρνομαι και να είμαι σίγουρη πως δεν την βγάζω καθαρή, τελείωσε η ζωή για μένα. Και άρχισε το …κήρυγμα, γιατί πίνω αφού δεν το αντέχω και τι σκατά πήγα και ήπια ένα μπουκάλι λικέρ αφού ξέρουμε τι σκατομεθύσια κάνεις μ’ αυτά… Αμ δεν το ξέραμε χρυσέ μου. Τώρα το μάθαμε. Μόνο αυτό μου έλειπε εκείνη τη στιγμή. Δέσαμε…
Τέλος πάντων, μέχρι το βράδυ συνήλθα κάπως, πείστηκα πως το τέλος μου είχε πάρει παράταση επ’ αόριστον και ξανακοιμήθηκα. Την άλλη μέρα ήμουν καλά.
Πως μου ήρθε αυτό το μεθύσι στο μυαλό; Είναι γιατί ο Μάνος έγραψε ένα βιβλίο για κείνα τα χρόνια, εκεί στην Πάτρα. Και άρχισα, τώρα που χαλάρωσα από τα άλλα, να το διαβάζω. Και με γύρισε πίσω. Στο τότε. Ένα «τότε» που τελικά φαίνεται πως δεν είναι έντονο μόνο για μένα αλλά και για πολλούς ακόμα. Και για το Μάνο, αφού κάθησε κι έγραψε ένα βιβλίο για τότε και το αφιέρωσε σε όλους μας. Όσους θυμόταν τέλος πάντων. Και μέσα στα ονόματα βρήκα ανθρώπους που τους είχα ξεχάσει κι αναρωτήθηκα τι να γίνονται άραγε. Και κάποιους που χάθηκαν, σαν τη συγκάτοικό μου –μία απ’ όλες- που χάθηκε το καλοκαίρι του ’83. Οι ήρωες του βιβλίου του μια σύνθεση από πολλά υπαρκτά πρόσωπα αλλά κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει μόνο ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Κάθε σελίδα που διαβάζω με ανταριάζει. Βρίσκω εικόνες, μυρωδιές, ονόματα, πρόσωπα, δρόμους, πλατείες, μαγαζιά … Αναμνήσεις που είναι πάντα έντονες και ζωντανές σαν να έγιναν όλα χτες. Σαν προχτές να καθόμαστε και να συζητάμε μέχρι το πρωί στα Ψηλά Αλώνια ή στο σταθμό μετά που είχαν κλείσει όλα τα μαγαζιά. Παρέες που μπορούσαν να φτάσουν τα 30 και 40 άτομα.
Κλείνω το κουτάκι προς το παρόν. Τι το κλείνω δηλαδή; Μέχρι να τελειώσει το βιβλίο και για μερικές μέρες μετά, θα μένει ανοιχτό να με τσιγκλίζει.

Με καλεί ο… που τον κάλεσε ο…που τον κάλεσε η…. που την κάλεσαν…


Καλεί ο UrBaN που τον κάλεσε ο/η incontinentia που καλέστηκε από την Mane-tarious και απαντώ με χαρά στο ερωτηματολόγιο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας , (μοιρασμένο, όπως διάβασα, πριν 2 χρόνια στην έκθεση «Φαντασία της πραγματικότητας»). Μετά από το διήμερο εορτασμό του τέλους των εργασιών για φέτος, με ένα γκράντε πάρτι με ημικρανίες και κοκτέιλ panadol extra, μην περιμένετε σοβαρά πράγματα… Αν και εδώ που τα λέμε ποιά είναι τα σοβαρά και ποιά όχι; Έχουμε και λέμε λοιπόν!

-Γιατί κλαις;
– Φταίει ο αέρας…
– Γιατί δεν κλαις;
– Γιατί κρατιέμαι.
– Πού είναι ο βάλτος;
– Στο δάσος της θλίψης.
– Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
– Στο κεφάλι μου.
– Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
– Στο κεφάλι μου μου. Δίπλα στο δεσμοφύλακα.
– Περιφρονείς κάτι;
– Τη βλακεία
– Θα ερωτευόσουν για πάντα;
– Τίποτε δεν κρατάει για πάντα….
– Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
– Γιατί όλα μπορούν να πουληθούν, αν το επιθυμούν.
– Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
– Μπορεί…. μερικές φορές.
– Do you remember revolution?
– Χα χα χα… μόνο κάποιες μικρές προσωπικές μπορώ να θυμηθώ.
– Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
– Θα ανέβαινα σ’ ένα βουνό για να βρω έναν ξυλοκόπο. Ίσως…
-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ’ τον πάγο;
– Τον παππού μου; Γιατί;
– Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
– Ανάλογα που θα μου την είχε στημένη…
– Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ΄το νόμο;
– Δεν παίρνω κι όρκο πως όχι. Όλοι έχουμε ένα μικρό δολοφόνο μέσα μας…
– Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ΄την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
– Πως να την διανύσω; Και γιατί να με συλλάβουν; Συλλαμβάνονται οι περιπατητές;
-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
– Μπορεί και με λιγότερα. Second thougt, όχι. Θα του αφαιρούσα το δικαίωμα να «παίζει»
-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ΄αστέρια;
– Μα όλη την ώρα στον καθρέφτη είμαι; Πως αλλιώς να δει κάποιος τα αστέρια στα δόντια του; Λάθος ερώτηση μου φαίνεται…
– Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Όχι (κατηγορηματικά)

Ποιός άλλος θέλει να υποβληθεί στις ερωτήσεις; panoptis ; Sally Finkenstein ; Surrealist ; Vlaxos ; karaflokotsifas ; ceralex ; Don Psychote ; . . . ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ . . . ; LoRy ; m ; einai san ena kilk ; the act of touching ; Ο Σκύλος της Βάλια Κάλντα ; kwlogria ; Εσείς ANONYMUS ; Pastaflora ;