Σεπτέμβρης. Έχω ανέβει για την Έκθεση στη Θεσσαλονίκη όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια και έχω πετύχει το Μάνο όπως επίσης γίνεται τα τελευταία χρόνια. Είναι κι αυτός εκεί για δουλειές. Αυτός τρέχει κι εγώ κάθομαι γιατί δεν πατάει σχεδόν ψυχή στο περίπτερο. Ανάμεσα σε δύο τρεχάλες του κάθησε να τα πούμε λίγο.
Ποτέ δεν ήμασταν κολλητοί, όμως πλέον μετράνε σχεδόν 30 χρόνια που γνωριζόμαστε. Ήταν κολλητός και συγκάτοικος με έναν κολλητό της δικής μου κολλητής και συγκατοίκου για ένα φεγγάρι. Στις μικρές φοιτητουπόλεις όμως, οι παρέες διαπλέκονται και όλοι γνωρίζουν όλους. Το σπίτι τους και η παρέα του ήταν φημισμένοι για τα αποκριάτικα πάρτι που έκαναν. Όλος ο κόσμος πέρναγε από το σπίτι τους. Σ’ ένα από τα πάρτι τους -ίσως να ήταν και το τελευταίο τους- σερνόμουνα μασκαρεμένη και αγέλαστη μέχρι τις 2 το πρωί και τότε βρήκα ένα μπουκάλι λικέρ. Δοκίμασα και μου θύμισε το λικέρ βύσσινο της γιαγιάς μου. Νοστιμότατο το βρήκα και το κατέβασα σχεδόν ολόκληρο. Και είδα το χριστό φαντάρο. Φύγαμε και δεν με κάνανε καλά. Τι μεθύσι ήταν αυτό!!! Καθόμουν μέσα στη μέση του δρόμου και έβλεπα από μακρυά να έρχεται αυτοκίνητο κι έλεγα σε όλους πως μπορώ να το σταματήσω γιατί είμαι τίγρης… Τελευταία στιγμή με τράβαγε ο καλός μου και τον έβριζα γιατί δεν μ’ αφηνε να δείξω τι μπορώ να κάνω. Στο τέλος με πήγε στο σπίτι του που ήταν το κοντινότερο. Οι υπόλοιποι δεν ξέρω που χάθηκαν. Στο σπίτι του, το κεφάλι μου γύριζε κι ένιωσα πως είχε περάσει ολόκληρο τρένο από πάνω του. Ξέρναγα όπως δεν το είχα κάνει ποτέ στη ζωή μου μέχρι τότε. Με μισούσα για όσο είχα πιεί, ένιωθα πως το τέλος μου είναι κοντά και παρακαλούσα να τελειώνω να ησυχάσω απ’ αυτό το μαρτύριο, μ’ έκοβε κρύος ιδρώτας και χτυπούσαν τα δόντια μου και στον επόμενο τόνο άναβα και ήθελα ν’ ανοίξει το παράθυρο να πάρω αέρα. Ορκιζόμουν συνέχεια πως δεν θα ξαναβάλω ποτέ ξανά αλκοόλ στο στόμα μου. Όχι πως δεν τους πάτησα αυτούς τους όρκους…
Κάποια στιγμή κοιμήθηκα και το πρωί έφυγε ο δικός μου και με άφησε μόνη να κοιμάμαι. Ξύπνησα και νόμισα πως όλα πέρασαν. Ένα κακό όνειρο ήταν. Αμ δε… Με το που σηκώθηκα ξαναπέρασε το τρένο από το κεφάλι μου, άρχισαν πάλι οι κρύοι ιδρώτες και ξανάρχισα να θέλω να ξεράσω. Μόνο που επειδή δεν υπήρχε τίποτα πια να βγάλω είχα μόνο τους σπασμούς στο στομάχι. Σκέτοι σπασμοί χωρίς μια –έστω και προσωρινή- ανακούφιση. Μόλις δε θυμόμουν την προηγούμενη βραδυά άντε πάλι από την αρχή. Η ιδέα και μόνο του πόσο είχα πιει με έστελνε αδιάβαστη…. Και πεινούσα επίσης. Αλλά και μόνο στην ιδέα του να φάω κάτι με έπιανε πανικός. Γύρισε κάποια στιγμή κι ο δικός μου, με βρήκε χαλκοπράσινη να σέρνομαι και να είμαι σίγουρη πως δεν την βγάζω καθαρή, τελείωσε η ζωή για μένα. Και άρχισε το …κήρυγμα, γιατί πίνω αφού δεν το αντέχω και τι σκατά πήγα και ήπια ένα μπουκάλι λικέρ αφού ξέρουμε τι σκατομεθύσια κάνεις μ’ αυτά… Αμ δεν το ξέραμε χρυσέ μου. Τώρα το μάθαμε. Μόνο αυτό μου έλειπε εκείνη τη στιγμή. Δέσαμε…
Τέλος πάντων, μέχρι το βράδυ συνήλθα κάπως, πείστηκα πως το τέλος μου είχε πάρει παράταση επ’ αόριστον και ξανακοιμήθηκα. Την άλλη μέρα ήμουν καλά.
Πως μου ήρθε αυτό το μεθύσι στο μυαλό; Είναι γιατί ο Μάνος έγραψε ένα βιβλίο για κείνα τα χρόνια, εκεί στην Πάτρα. Και άρχισα, τώρα που χαλάρωσα από τα άλλα, να το διαβάζω. Και με γύρισε πίσω. Στο τότε. Ένα «τότε» που τελικά φαίνεται πως δεν είναι έντονο μόνο για μένα αλλά και για πολλούς ακόμα. Και για το Μάνο, αφού κάθησε κι έγραψε ένα βιβλίο για τότε και το αφιέρωσε σε όλους μας. Όσους θυμόταν τέλος πάντων. Και μέσα στα ονόματα βρήκα ανθρώπους που τους είχα ξεχάσει κι αναρωτήθηκα τι να γίνονται άραγε. Και κάποιους που χάθηκαν, σαν τη συγκάτοικό μου –μία απ’ όλες- που χάθηκε το καλοκαίρι του ’83. Οι ήρωες του βιβλίου του μια σύνθεση από πολλά υπαρκτά πρόσωπα αλλά κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει μόνο ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Κάθε σελίδα που διαβάζω με ανταριάζει. Βρίσκω εικόνες, μυρωδιές, ονόματα, πρόσωπα, δρόμους, πλατείες, μαγαζιά … Αναμνήσεις που είναι πάντα έντονες και ζωντανές σαν να έγιναν όλα χτες. Σαν προχτές να καθόμαστε και να συζητάμε μέχρι το πρωί στα Ψηλά Αλώνια ή στο σταθμό μετά που είχαν κλείσει όλα τα μαγαζιά. Παρέες που μπορούσαν να φτάσουν τα 30 και 40 άτομα.
Κλείνω το κουτάκι προς το παρόν. Τι το κλείνω δηλαδή; Μέχρι να τελειώσει το βιβλίο και για μερικές μέρες μετά, θα μένει ανοιχτό να με τσιγκλίζει.

Advertisements