Τα παιδιά που μεγαλώνουν στη Θεσσαλονίκη στην οδό Μακεδονίας τα τελευταία χρόνια, είναι σίγουρα αδύνατο να φανταστούν πως μεγάλωναν στον ίδιο δρόμο τα παιδιά στη δεκαετία του ’60, άντε και μέχρι τα μέσα του ’70.
Τώρα η οδός Μακεδονίας όπως και η Δελφών είναι λεωφόροι, με μεγάλη κυκλοφορία αυτοκινήτων και ψηλές πολυκατοικίες. Το μόνο που θυμίζει την παλιά εικόνα είναι οι μεγάλες ακακίες που σκιάζουν το δρόμο και κρύβουν τις πολυκατοικίες.
Μεγάλωσα στη οδό Μακεδονίας όταν ακόμα ήταν χωματόδρομος και τα αυτοκίνητα που περνούσαν ήταν ελάχιστα. Πολυκατοικίες υπήρχαν επίσης ελάχιστες. Σε μια απ’ αυτές ήταν το πατρικό μου σπίτι. Τότε μας θεωρούσαν προνομιούχους. Ήταν τόσο λίγες οι πολυκατοικίες στην περιοχή, που από το μπαλκόνι του σπιτιού μου φαινόταν το αεροδρόμιο και από το πίσω μπαλκόνι βλέπαμε τα πυροτεχνήματα που έπεφταν στα εγκαίνια της Έκθεσης, το Σεπτέμβρη. Τότε που όλη η πόλη ήταν έξω για να τα δει και αντηχούσε ένα «ααααααα» κάθε φορά που έσκαγε ένα εντυπωσιακό στον ουρανό. Γύρω από την πολυκατοικία μας υπήρχαν μόνο χαμηλά σπιτάκια και μερικά δίπατα και τρίπατα. Και υπήρχε και το σπίτι του Γιουλούντα. Πόσο έντονα το έχω στη μνήμη μου αυτό το σπίτι. Το οικόπεδο πάνω στο οποίο χτίστηκε η πολυκατοικία μας ήταν ένα κομμάτι από το οικόπεδο του σπιτιού του Γιουλούντα. Τώρα στη θέση του σπιτιού και της αυλής υπάρχει μια τεράστια πολυκατοικία με ένα μεγάλο μαγαζί ηλεκτρολογικού υλικού στο ισόγειο. Το σπίτι ήταν δίπατο και έμοιαζε το πιο αρχοντικό από τα σπίτια της γειτονιάς.
Ήταν και οι Γιουλουνταίοι με τη στάση και το παράστημά τους που συνέβαλαν στο μύθο γύρω από το σπίτι και την οικογένειά τους. Κατ’ αρχήν ο παππούς Γιουλούντας. Ψηλός, ευθυτενής, πάντα ντυμμένος άψογα με κουστούμι και γραβάτα. Πάντα με το μπαστούνι του και παπούτσια καλογυαλισμένα και «τριζάτα». Ξέρετε τι είναι τα «τριζάτα» παπούτσια; Όχι; Είναι δερμάτινα παπούτσια δετά που όταν τα φοράς και περπατάς κάνουν ένα θόρυβο σαν χριτς χριτς… Έτσι περπατούσε ο παππούς Γιουλούντας. Δεν χαιρετούσε ποτέ κανέναν, δεν γύριζε καν να μας κοιτάξει. Σαν να μην υπήρχαμε και σαν να μας ανεχόταν απλά να υπάρχουμε γύρω του. Το ίδιο και οι δύο γιοί του. Γαλανομάτηδες όλοι –πατέρας και γιοί- που μας τρόμαζε το ψυχρό τους βλέμμα, όταν τύχαινε να πέσει πάνω μας. Ανάμεσα στην πιτσιρικαρία της γειτονιάς κυκλοφορούσαν διάφορες τερατώδεις φήμες για το τι έκαναν οι Γιουλουνταίοι στα παιδιά άμα έβγαιναν τη νύχτα έξω. Κάτι σαν τους δράκουλες της γειτονιάς τους είχαμε στο κεφάλι μας. Εκείνο που μας μπέρδευε ήταν πως ο μεγάλος γιός ήταν παντρεμένος και είχε μια κόρη, τη Γιόλα. Αυτό το στοιχείο μας χάλαγε τα σενάρια… Δράκουλας με γυναίκαι και παιδί; Δύσκολο… Το άλλο που σκεφτόμασταν, όταν πήγαμε στο σχολείο και μάθαμε για την κατοχή ήταν πως ήταν Γερμανοί Ες Ες που είχαν ξεμείνει από τον πόλεμο και κάποια στιγμή θα αποκάλυπταν την ταυτότητά τους και θα μας σκότωναν. Τα γαλανά τους μάτια και το ψυχρό βλέμμα θα έφταιγαν.
Τώρα που το σκέφτομαι μάλλον απλά δεν άντεχαν την ιδέα πως για κάποιο λόγο αναγκάστηκαν να δώσουν το μισό τους οικόπεδο για να χτιστεί μια άθλια πολυκατοικία και έπεσαν στην ανάγκη να μένουν όλοι μαζί στον επάνω όροφο του σπιτιού τους και να νοικιάζουν το ισόγειο. Ήταν το μόνο σπίτι που είχε γύρω γύρω ένα ψηλό μαντρότοιχο βαμμένο ώχρα και ο μόνος τρόπος να ρίχνουμε κλεφτές ματιές στην αυλή ήταν από τα κάγκελα στο μπροστινό μέρος του σπιτιού. Μια αυλή γεμάτη δέντρα. Και μια μεγάλη γλυσίνα που στεφάνωνε τα κάγκελα της αυλής και της σκάλας που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Αυτή η γλυσίνα με τα μωβ τσαμπιά των λουλουδιών της, ακόμα έρχεται στα όνειρά μου. Η αυλή του Γιουλούντα ήταν απαγορευμένη φυσικά για όλους. Μόνο εγώ ήμουν η προνομιούχα που μπορούσε να παίζει εκεί. Κι αυτό γιατί στο νοικιασμένο ισόγειο έμενε ένα κοριτσάκι της ηλικίας μου με την οικογένειά του, η Μαρία. Και η Μαρία ήταν φιλενάδα μου. Και ο Γιουλούντας είχε πει πως μπορούσε να φέρνει μόνο μια φίλη στην αυλή και στο σπίτι και μόνο αν δεν έκαναν φασαρία. Ε, αυτή η φίλη ήμουν εγώ. Μόνο εγώ είχα δει από κοντά την τουλούμπα που έβγαζαν νερό από το πηγάδι (αχ αυτό το πηγάδι… ήταν τελικά η αιτία για την καταστροφή του πατρικού μου σπιτιού αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης). Μόνο εγώ είχα δει το καλύβι του Αργύρη. Και μόνο εγώ έπαιζα με τη Μαρία κάτω από τα δέντρα της αυλής. Φυσικά στα παιχνίδια δεν συμμετείχε η Γιόλα. Στη Γιόλα απαγορευόταν να παίζει με την πλέμπα. Γιαυτό και η καημένη, όποτε ήταν στην αυλή, ανέβαινε στο μαντρότοιχο και μας έφτυνε. Κι εμείς απαντούσαμε κοροϊδεύοντάς την. Τη φωνάζαμε Γιόλα-μαργιόλα. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως η κακομοίρα το έκανε γιατί ήθελε να παίξει μαζί μας. Ήταν το μόνο παιδί στη γειτονιά, μαζί με άλλα δύο αδελφάκια που έμεναν στη δεύτερη πολυκατοικία της γειτονιάς, που δεν τα άφηναν να βγουν να παίξουν στο δρόμο μαζί με τους υπόλοιπους. Όταν λέμε υπόλοιποι εννοούμε και 25-30 παιδιά κάποιες φορές. Να φωνάζουμε και να ξεσηκώνεται η γειτονιά στο ποδάρι. Αλλά τώρα λέω για το σπίτι του Γιουλούντα. Για τα παιχνίδια και τις φωνές άλλη φορά ίσως.
Στην αυλή υπήρχε κι ένα καλυβάκι κι εκεί έμενε ο Αργύρης. Ποιός ήταν ο Αργύρης; Ένας γύφτος που του είχαν παραχωρήσει οι Γιουλουνταίοι το καλυβάκι κι αυτός φρόντιζε τον κήπο κι έκανε και διάφορες άλλες δουλειές. Εκτός όμως από τους Γιουλουνταίους έκανε θελήματα και για όλες τις νοικοκυράδες της γειτονιάς. Σου κατέβαζε τα σκουπίδια, τα έδινε στη σκουπιδιάρα και σου έφερνε πίσω τον κουβά, ανέβαζε πάνω τα ψώνια ή σου κουβαλούσε τον πάγο για την παγωνιέρα. Όλα αυτά για μερικά κέρματα και λίγο φαγητό που το μετέφερε και το έτρωγε σ’ ένα κουτί κονσέρβας στην οποία είχε προσαρμόσει ένα ξύλινο χερούλι. Ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία, είχε μόνο ένα δόντι στο στόμα του αλλά γελούσε συνέχεια, καραφλός και φορούσε μόνιμα ένα βρώμικο κασκέτο. Τα ρούχα του ήταν κουρέλια, παρόλο που όλες οι νοικοκυρές του έδιναν κάποιο ρούχο του άντρα τους, και συνήθως γυρνούσε ξυπόλητος. Φαντάσου λοιπόν την έκπληξη της γειτονιάς όταν πέθανε ο Αργύρης και μάθαμε για το κομπόδεμα που είχε (στην τράπεζα; Κάτω από το στρώμα; Δεν θυμάμαι…) και που θα μπορούσε να ήταν όνειρο ζωής για τους περισσότερους από μας. Δεν ξέρω που πήγε τελικά αυτό το κομπόδεμα. Ποιός χάρηκε τελικά τους κόπους που αποθησαύριζε ο Αργύρης φορώντας τα κουρελόρουχα…
Και ω του θαύματος, μετά από μια ανασκαφή στις παλιές φωτογραφίες βρήκα και μία τραβηγμένη στην αυλή του Γιουλούντα με τη φιλενάδα μου τη Μαρία. Και μια ακόμα με τη γιαγιά στο μπαλκόνι(!) του πατρικού μου απ’ όπου φαίνεται η οδός Μακεδονίας και τα χαμηλά της σπίτια.

Advertisements