Ο . . . ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ . . . με κάλεσε, εγώ ανταποκρίθηκα. Άργησα μεν, την έστησα την ιστορία δε. Με στίχους από τραγούδια του Σωκράτη Μάλαμα. Επειδή τον τελευταίο καιρό μου είχε κολλήσει στο κεφάλι ένα τραγούδι του. Το «μέρες του 1903».
Ιδού λοιπόν το πόνημα.

Την έβλεπε κάθε μέρα στη δουλειά. Του κοβόταν όμως η φωνή και ψέλλιζε μόνο καλημέρα. Κάθε βράδυ το αποφάσιζε να της μιλήσει, αποφάσιζε πως αύριο θα είναι Η μέρα. Κάθε μεσημέρι σκεφτόταν πως κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω, αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια σου, δεν πειράζει… Είναι εκεί και τα βλέπω. Φτάνει αυτό.
Οι μέρες περνούσαν με καλημέρες. Και μετά τις καλημέρες άρχισαν σιγά σιγά να λένε περισσότερα. Το πρόσωπό της σαν νερό συνέχεια μπροστά του. Αν τον ουρανό αγγίζουν θάλασσες τα μάτια της άγγιζαν τον ουρανό. Άγγιζαν τον ουρανό και μετά σταματούσαν πάνω του. Έβγαζε τα γυαλιά της και τον κοίταζε αφηρημένα όταν κουραζότανε. Και μετά του χαμογελούσε. Και κείνες τις στιγμές ήταν δροσιά ο κόσμος κι όνειρο. Φεύγανε μαζί κάθε μέρα. Στην αρχή τυχαία μετά έγινε συνήθεια. Έπαιρναν το τρένο και πήγαιναν ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής παρέα. Στο Σύνταγμα χώριζαν. Εκείνος συνέχιζε κι αυτή έβγαινε να πάρει λεωφορείο. Εκείνο το εικοσάλεπτο της κοινής του διαδρομής λέγανε… λέγανε… Μα πιο πολύ μιλούσαν τα μάτια και οι καρδιές τους.
Μια μέρα, την ώρα που φτιάνανε τον πρωινό καφέ γύρισε εκείνη και του είπε, «πάμε να φύγουμε απ’ αυτή την πόλη, όλα ξηλώθηκαν μείναμε μοναχοί». Αυτός έμεινε στήλη άλατος. Πόσο το είχε ονειρευτεί αυτό! Πόσες πρόβες είχε κάνει τα βράδυα στον καθρέφτη του για να της το πει! Και τώρα του το είπε αυτή. Να φύγουν. Μαζί…
Δεν είπε τίποτε, μόνο την κοιτούσε. Ναι, της είπε. Μαζί. Για οπουδήποτε. Για πάντα. Αύριο.
Έφυγαν μαζί, όπως πάντα. Πήραν το τρένο, όπως πάντα. Και χώρισαν στο Σύνταγμα, όπως πάντα.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκε καλά. Ταραγμένα όνειρα του σκόρπιζαν τον ύπνο. Ύπνος σφαγμένος στα μισά, όνειρα βιαστικά, εφιαλτικά. Έβλεπε πως είχαν φύγει, πως ήταν μαζί. Σε ένα μέρος που δεν το ήξερε, δεν είχε ξαναπάει. Ήθελε να την αγαπάει. Ήθελε να βουλιάζει όλη μέρα στα μάτια της. Αντί γι’ αυτό, άθλιες μέρες και στενή ζωή, δεν ήθελε να βουλιάζει πια στα μάτια της. Με πνίγεις, της έλεγε,
με πνίγεις… , με πνίγεις… , με πνίγεις… , με πνίγεις…
Ξύπνησε πνιγμένος. Πνιγμένος στον ιδρώτα. Δεν θα φύγω αύριο σκέφτηκε. Δεν θα με πνίξουν τα μάτια της. Δεν θα βουλιάξω πουθενά.
Δεν την είδε την ώρα που έφτιαχνε καφέ. Λες; Σκέφτηκε. Τόπε και τόκανε; Έφυγε; Μόνη; Χωρίς εμένα; Την ώρα που με τον καφέ στα χέρια πήγαινε στο γραφείο του την είδε να έρχεται χαμογελαστή προς το μέρος του. «Καλημέρα», του είπε, «άργησα λίγο σήμερα, είχα να στείλω κάτι δεματάκια με δώρα στ’ ανήψια μου και πέρασα από το ταχυδρομείο. Πάω να φτιάξω καφέ»
Κάθησε στο γραφείο του, σηκώθηκε πάλι. Ξανακάθισε, ξανασηκώθηκε… Ήθελε να πάει στο κουζινάκι, να τη ρωτήσει τι έγινε, γιατί δεν ήταν θυμωμένη που την έστησε. Στο διάδρομο την άκουσε να μιλάει. Μόνη της μιλούσε; Όταν πλησίασε κατάλαβε πως σιγοτραγουδούσε. Το τραγούδι του Μάλαμα.
Πάμε να φύγουμε απ’ αυτή την πόλη
όλα ξηλώθηκαν μείναμε μοναχοί
άνθρωποι σπίτια και φωνές
κάνουν κομμάτια το μυαλό μου
βουλιάζουν μέσα μου οι μορφές
που μόλις και διακρίνονται στο γύρω…

Οι τίτλοι των τραγουδιών που παίζουν στην ιστορία είναι οι παρακάτω:
Μέρες του 1903
Ανήσυχες μέρες
Δυό τρεις κουβέντες
Αρχή και τέλος
Πάμε να φύγουμε
Ανάσες βιαστικές
Με πνίγεις
Σε ποιόν να πετάξω όμως το μπαλάκι; Για να σκεφτώ… μούμπλε… μούμπλε… μούμπλε….
einai san ena kilk εσείς; Vlaxos εσένα σίγουρα θα σου αρέσει το παιχνίδι μόλις βρεις χρόνο και σύνδεση…

Advertisements