Βουτιές αλλά όχι στη θάλασσα…


Πολλά πράγματα γύρω μου είναι άσχημα. Πλάκωσε η ζέστη πολύ νωρίς αλλά τι περιμένουμε έτσι όπως έχει γίνει σκατά τι κλίμα… Μπερδεύτηκε η γη και δεν ξέρει τι καιρό να κάνει. Παντού γίνεται χαμός. Έχω κλείσει τηλεόραση και ραδιόφωνο. Δεν διαβάζω εφημερίδα, δεν θέλω να ακούω ειδήσεις. Στρουθοκαμηλισμός; Ίσως…

Τα μαθαίνω όμως τα νέα τελικά. Σπάνια φτάνει κάτι καλό στ’ αυτιά μου. Είτε από τον κόσμο είτε από φίλους. Και για τους σεισμούς και μετασεισμούς στην Κίνα με τους χιλιάδες νεκρούς έμαθα, και για τον Τυφώνα στη Βιρμανία (αυτό το Μυανμάρ δεν μου κάθεται…), και για όλα. Τα εδώ και τα αλλού. Των παραέξω και των φίλων.
Εγώ θα εξακολουθήσω όμως να κάνω την αδιάφορη και να βουτάω στις ιστορίες μιας γειτονιάς πριν σαράντα χρόνια. Τότε που το μέλλον δεν φαινόταν μαύρο, το καλοκαίρι ήταν ζεστό αλλά όχι καυτό, περιμέναμε πως και πως να βγούνε τα καρπούζια, που είχαμε λίγα αλλά μας έφταναν για να γελάμε και που το μόνο που μας στεναχωρούσε στ’ αλήθεια ήταν πως εμείς δεν είχαμε χωριό να πάμε το καλοκαίρι. Άδειαζε η γειτονιά από παιδιά γιατί έφευγαν όλα για τα χωριά τους. Και μέναμε εμείς να σερνόμαστε ψάχνοντας για παρέα, μιας και δεν μας έφτανε η μεταξύ μας παρέα. Για μας τότε το να έχεις ένα χωριό να πας, φαινότανε κάτι σαν παράδεισος… Φυσικά αργότερα μάθαμε πως οι φίλοι μας στο χωριό τους, εκτός από το να παίζουν, βοηθούσαν τους γονείς και τους παππούδες τους στα καπνά για παράδειγμα, αλλά ποιός δίνει σημασία σ’ αυτά όταν ξέρει πως το βράδυ μαζεύονταν μια τσακαλοπαρέα που αλώνιζε πράγμα που για μας ήταν άγνωστο;
Συνεχίζω τις ιστορίες μου λοιπόν. Σε μένα κάνει καλό. Σε όποιον τις διαβάζει, δεν ξέρω…
Οι Κιμισκίδηδες
Νόμιζα πως τελείωσα με το ισόγειο αλλά είχα ξεχάσει ένα διαμέρισμα. Το διαμέρισμα στο οποίο έμεναν οι άνθρωποι που αποτελούσαν ένα από τα παραδείγματα προκομένων ανθρώπων της μάνας μου. Οι Κιμισκίδηδες. Δυαράκι πρέπει να ήταν και ούτε ξέρω πόσοι έμεναν. Θυμάμαι το ζευγάρι των γέρων Κιμισκήδηδων, που ήταν οι γαλατάδες της γειτονιάς. Χαράματα έπαιρναν τις τσάντες και πέρναγαν από τα σπίτια, μάζευαν τα άδεια μπουκάλια που έβρισκαν έξω από τις πόρτες και άφηναν τα γεμάτα. Δύο γεροντάκια που δεν θυμάμαι πια τα ονόματά τους αλλά θυμάμαι το παρουσιαστικό τους. Η γιαγιά μικροκαμωμένη, καμπουριαμένη, σχεδόν διπλωμένη στα δύο, να σέρνει την τσάντα με τα μπουκάλια το γάλα. Κι ο παππούς εξίσου μικροκαμωμένος και καμπουριασμένος. Μ’ αυτές τις τσάντες μεγάλωσαν τρία παιδιά και τα δύο τα σπούδασαν. Τη Δέσποινα παιδίατρο και το Φώτη δικηγόρο. Ήταν κι ο Γιώργος αλλά αυτός ήταν οικοδόμος. Το Φώτη μου έφερνε η μάνα μου σαν παράδειγμα, που ήταν στη νομική και για να μπορεί να διαβάζει ανέβαινε στην ταράτσα και διάβαζε κουκουλωμένος σε κάτι αποθηκούλες που υπήρχαν εκεί και που δεν είχαν καν πόρτα. «Αυτό είναι προκομμένο παιδί και θα πάει μπροστά, οι πόντιοι είναι προκομμένοι και δουλευταράδες», έλεγε η μαμά. Κι εγώ όταν ήμουν πολύ μικρούλα, νόμιζα πως έτσι πρέπει να διαβάζεις για να σπουδάσεις και να γίνεις άνθρωπος. Αλλιώς πάπαλα. Θα μείνεις στουρνάρι και όσο για άνθρωπος ούτε λόγος. Έγινε δικαστής ο Φώτης έμαθα. Κάποια στιγμή πάντως που ανεβήκαμε στην ταράτσα και καθαρίσαμε τις αποθήκες, βρήκαμε στίβα τις «Αυγές» που κυκλοφορούσαν στη δικτατορία. Χαμόγελα συνομωτικά η μαμά και ο μπαμπάς. «Εμ βέβαια, ποιός άλλος να τις διάβαζε» είπαν και τον εκτίμησαν ακόμα περισσότερο το Φώτη. Ποτέ δεν μάθαμε σίγουρα όμως, ποιος τις διάβαζε μέσα στη χούντα. Μαζί τους έμενε και ο άλλος γυιός, ο Γιώργος ο οικοδόμος, που ήταν παντρεμμένος με μια ψηλή, μελαχροινή νταρντάνα πόντια και είχαν και δύο κοριτσάκια, λίγο μικρότερα από μας. Κάποια στιγμή άνοιξαν οι δουλειές τους και έφυγαν από το μικρό και σκοτεινό διαμερισματάκι του ισογείου. Ο παππούς και η γιαγιά πέθαναν, τα κορίτσια του Γιώργου μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν και ο Φώτης ίσως να είναι ένας εισαγγελέας που του έσκασε πριν χρόνια ένα παγιδευμένο γράμμα στα χέρια, κάπου στον Έβρο. Λόγοι εκδίκησης απέναντι στον εισαγγελέα, έγραψαν οι εφημερίδες τότε, και τ’ όνομα του Φώτη. Μπορεί και νάταν αυτός. Νάναι καλά οι άνθρωποι. Ήταν στ’ αλήθεια προκομμένοι…
Οικογένεια Γάκη
Ανεβαίνουμε… Πρώτος όροφος, Α, εδώ τους θυμάμαι όλους. Τρία διαμερίσματα. Δεξιά το δυάρι των Γάκηδων και αριστερά της κυρίας Χρυσής και της κυρίας Μένης. Ποιούς να πιάσω πρώτα; Ας τα πιάσω με τη σειρά. Δυαράκι το σπίτι των Γάκηδων. Η κυρία Γεωργία, ο κύριος Χρήστος και οι τρεις κόρες τους. Η Δήμητρα, η Τασούλα (που όταν μεγάλωσε ήθελε να τη λέμε Νατάσσα) και η Ελενίτσα. Ήμασταν κοντά στην ηλικία και ήταν φιλενάδες μας. Η Δήμητρα ήταν η μεγάλη και μας έβλεπε σαν νιάναρα, ανάξια λόγου και προσοχής. Δυο χρόνια μεγαλύτερη, αλλά σ’ αυτές τις ηλικίες δύο χρόνια είναι πολλά. Η Τασούλα είχε την ηλικία μου και η Ελενίτσα την ηλικία των αδελφών μου. Περάσαμε όλο το δημοτικό σαν άσπονδες φίλες με την Τασούλα. … Τη θυμάμαι μια φορά να με χτυπάει μ’ ένα τρύπιο σωσίβιο (!) και να μου λέει «έτσι, να κλαις για να γίνεσαι άσχημη»… Τι σου είναι τα παιδιά!! Όλο και κάτι θα της έκανα κι εγώ αλλά η μνήμη λειτουργεί επιλεκτικά. Σβύνει τα δικά μας τα άσχημα.
Μετά το δημοτικό απομακρυνθήκαμε. Παντρεύτηκε σχεδόν μόλις τελειώσαμε το λύκειο. Είχα πάει να τη δω στο σπίτι της. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο αταίριαστη εικόνα. Εγώ ένα φρικιό, που μόλις είχα τελειώσει το πρώτο έτος και με διάθεση να γυρίσω και να κατακτήσω -αν μπορώ- τον κόσμο ολόκληρο και φυσικά περήφανη που ζούσα μόνη μου σε άλλη πόλη και η, Νατάσσα πλέον, με μακρυά ρόμπα να μου δείχνει το σύνθετο και τη γαλάζια κρεβατοκάμαρα. Αυτή πρέπει να ήταν και η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε με τη φίλη των παιδικών μου χρόνων. Φυσικά είχα και μια ακόμα φιλενάδα, τη Μαρία, αλλά αυτής της αξίζει ολόκληρο κεφάλαιο μια και περάσαμε πιο πολλά χρόνια μαζί και είναι ακόμα φίλη.
Ο πατέρας των κοριτσιών ήταν σερβιτόρος, ένας ξερακιανός και σιωπηλός άντρας. Ζούσανε μ’ ένα μισθό, άντε και τίποτε πουρμπουάρ που μάζευε, σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Ένα υπνοδωμάτιο και σαλόνι. Το οποίο σαλόνι το βράδυ γινόταν παιδικό δωμάτιο και το πρωί ξαναγινόταν σαλόνι. Αυτό το σπίτι όμως ήταν ένα από τα πρώτα στην οικοδομή που απέκτησε τηλεόραση. Εκεί μαζευόταν η μισή πολυκατοικία για να δει τον «Άγνωστο πόλεμο» Λαϊκό προσκύνημα γινότανε. Και καυγάς με τη μαμά μου που δεν μας άφηνε να πάμε, όχι γιατί δεν ήθελε να βλέπουμε τηλεόραση (τότε κανείς δεν τη θεωρούσε κακό πράγμα) αλλά γιατί σκεφτόταν την καημένη την κυρία Γεωργία που έπρεπε να τρώει στη μάπα όλον αυτό τον κόσμο. Αχ βρε μαμά…Που να πάρουμε χαμπάρι όμως εμείς γιατί δεν μας άφηνες… Εμείς είχαμε μαγευτεί από το χαζοκούτι.
Έχασα κι αυτής της οικογένειας τα ίχνη. Μετά το σεισμό χαθήκαμε όλοι, αν και οι γονείς και οι αδελφές μου όλο και κάπου τους συναντούν. Εγώ τελευταία φορά τους είδα –όπως και πολλούς άλλους από εκείνη τη γειτονιά- στο γάμο της αδελφής μου 15 χρόνια πριν. Δυσκολεύτηκαν να με γνωρίσουν, δυσκολεύτηκα κι εγώ και μετά ψελίσαμε μερικές κοινοτυπίες, απ’ αυτές που λένε οι άνθρωποι που κάποτε μοιράζονταν πολλά αλλά που το πέρασμα του χρόνου τους μετέτρεψε σε άγνωστους μεταξύ τους.
Φυσικά και υπάρχει φωτογραφία. Πρέπει να είμαι από τα λίγα άτομα της γενιάς μου που έχω εκατοντάδες φωτογραφίες από την παιδική μου ηλικία. Ο μπαμπάς είχε φωτογραφική μηχανή και την κουβαλούσε παντού. Απ’ αυτόν φαίνεται κληρονόμησα τη μανία. Λοιπόν, στη φωτογραφία είναι καλοκαιράκι στα γενέθλια των δίδυμων αδελφών μου, παρέα με τα κορίτσια των Γάκηδων στο μπαλκόνι. Οι μεγάλες πίσω και οι μικρές μπροστά με άσπρους φιόγκους στα μαλλιά και τα καλά μας…
Advertisements

Έλενα


Όταν ήμουν μικρή, στο δίλημμα Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, εγώ ψήφιζα Έλενα Ναθαναήλ. Γιουτιουμπάροντας λοιπόν, έπεσα πάνω της και ξαναθυμήθηκα πόσο ωραία γυναίκα ήταν. Μαζί της δύο κούκλοι της εποχής, ο Σπύρος Φωκάς και ο Θόδωρος Ρουμπάνης. Όλοι τους είχαν κάνει προσπάθειες για διεθνή καρριέρα, όλοι ήταν όμορφοι αλλά νομίζω πως μόνο ο Φωκάς κάτι κατάφερε. Και ο Ρουμπάνης βέβαια που πήγε στο εξωτερικό και πέρναγε για έλληνας θεός, αλλά αυτός ήταν το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη και μάλλον του έμεινε…

Update: Μερικά στοιχεία για την ταινία από την οποία είναι οι σκηνές.

Ντάμα Σπαθί – 1966
Παραγωγή: Θ. Δαμασκηνός, Β. Μιχαηλίδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκαλενάκης
Σενάριο: Γιάννης Τζιώτης
Φωτογραφία: Ανδρέας Αναστασάκος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ηθοποιοί: Έλενα Ναθαναήλ, Σπύρος Φωκάς, Θόδωρος Ρουμπάνης, Δέσπω Διαμαντίδου, Δήμος Σταρένιος, Αρης Μαλλιαγρός

Η Έλενα (Ελενα Ναθαναήλ) ένα νεαρό μοντέλο, είναι παντρεμένη με τον Βασίλη (Θόδωρος Ρουμπάνης), που είναι πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού. Στο Ναύπλιο όπου έρχεται όμως με τον άνδρα της, γνωρίζει και ερωτεύεται τον Αλέξανδρο (Σπύρος Φωκάς) έναν παράξενο υπάλληλο του ξενοδοχείου όπου διαμένουν. Όταν αποκαλύπτει το δεσμό της στον Βασίλη αυτός επιστρέφει στην Αθήνα και έτσι ο γάμος τους διαλύεται…

– Η ταινία απέσπασε τρία βραβεία της Ένωσης Κινηματογραφικού Τύπου Αθηνών το 1966, προκρίθηκε για Όσκαρ την ίδια χρονιά, και εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σικάγου το 1969 στην κατηγορία «Ταινιών Τέχνης» . Σε πρώτη, μόνο, προβολή, η ταινία έκοψε 182.000 εισιτήρια στη χώρα μας, ενώ προβλήθηκε επί δεκαεπτά συνεχείς εβδομάδες στο Λονδίνο. Ανάλογη ήταν η επιτυχία της σε κινηματογράφους του Παρισιού, Ρώμης, Ν. Υόρκης και Τόκιο.

Τα στοιχεία για την ταινία τα βρήκα εδώ: http://www.tirins.gr/giorgosantoniou/anton6b.htm

Αποκάλυψη


Τίποτε δεν πάει καλά γύρω μου. Υπερβολή… Πάμε από την αρχή. Απλά συμβαίνουν κάποια άσχημα πράγματα που όσο και να μη θέλω με επηρεάζουν. Υπάρχει μια περιρρέουσα θλίψη για ένα θάνατο που έρχεται… Κι από την άλλη πρέπει να κάνω ότι μπορώ για να μένω ανεπηρέαστη. Για μένα και για τους υπόλοιπους. Κάποιος πρέπει να κρατάει στα μετόπισθεν.
Τέλος με τα καταθλιπτικά. Ας πάμε να δούμε ποιά αλήθεια κρυβόταν μέσα στα ψέμματα. Κατ’ αρχή να πω, πως όλες οι προτάσεις είχαν μια δόση αλήθειας. Μόνο έτσι πιστεύω, θα μπορούσαν να είναι αληθοφανείς.

1) Γεννήθηκα στη Σαλονίκη. Σωστό. Και είναι επίσης σωστό πως όταν γεννήθηκα νόμιζαν πως ήμουν πεθαμένη. Όχι όμως γιατί ήμουν πρόωρο παιδί, ίσα ίσα πήρα και μέρες από το δέκατο. Απλά γεννήθηκα διπλωμένη στα δύο (με τον κώλο που λένε κι έχει να το λέει η μάνα μου για τη στραβοξυλίαση του χαρακτήρος μου, την εκ γενετής όπως πιστεύει…), και δεν έβγαλα κιχ με αποτέλεσμα να με θεωρήσουν νεκρή, να με πετάξουν παραδίπλα και να προσπαθήσουν να σώσουν τη μάνα μου από την αιμορραγία. Μόνο όταν νιαούρησα κατάλαβαν πως ζω…

2) Αυτή η πρόταση είναι ολόκληρη αληθινή. Ε ναι λοιπόν, στα 18 φοιτήτρια ούσα, τραγουδούσα σε μπουάτ αλλά η καρριέρα μου δεν κράτησε πάνω από 2-3 μήνες. Ήμουν πολύ συνεσταλμένη, δεν έπινα καθόλου αλκοόλ, με φόβιζε η νύχτα και οι άνθρωποί της, παρόλο που αυτοί που ερχόταν εκεί ήταν μια χαρά άνθρωποι. Έτσι έληξε άδοξα η καρριέρα μου και όταν ξαναπαρουσιάστηκε μια ευκαιρία λίγα χρόνια μετά, είπα όχι.

3) Στην εφηβεία μου δεν είχα πάρει πάρα πολλά κιλά. Για την ακρίβεια ήμουν ψηλή και αρκετά αδύνατη. Τα τελευταία χρόνια πήρα κιλά (ου γαρ έρχεται μόνον αλλά κουβαλάει και κιλάκια…) και παρόλο που μάλλον απέχω πολύ ακόμα από το να με αποκαλούν φάλαινα και εξακολουθώ να είμαι ψηλή, με αποκαλώ εγώ μερικές φορές έτσι για να αποφύγω να γίνω στο τέλος.

4) Αυτό το πέρα δώθε με τις σπουδές δεν το έκανα ακριβώς έτσι. Έτσι ακριβώς το έκανε μια φίλη. Εγώ τις τελείωνα πρώτα και μετά έκανα τις στροφές των 180 μοιρών. Θέατρο δυστυχώς, παρόλο που μου άρεσε, δεν πρόκαμα να σπουδάσω. Για πόσα πράγματα να φτάσει μόνο μια ζωή;

Σας ευχαριστώ όλους όσους μπήκατε στη διαδικασία να σκεφτείτε και να απαντήσετε είτε με γνωρίζετε (έχουμε συναντηθεί εννοώ) είτε όχι. Είχε ενδιαφέρον για μένα να μάθω το τι τελικά εισπράτει κάποιος που μπαίνει στον κόπο να σταθεί και να διαβάσει κειμενάκια, να χαζέψει φωτογραφίες, να ακούσει τις μουσικές που υπάρχουν εδώ.
Βρε… με τίποτε δεν σας έκανα για τραγουδίστρια; Πάντως και στην απάντηση 4 που δώσατε οι περισσότεροι πέσατε, σχετικά μέσα. Είμαι γεννημένη μαθήτρια (ακόμα σπουδάζω η γραία), πέρασα από διάφορες σπουδές αλλά δεν μπορώ να αφήνω πράγματα στη μέση. 🙂 🙂 🙂

Οι τοίχοι, οι αλήθειες και τα ψέμματα…


To ποντικάκι ο trip με ρώτησε τι έχω στα ντουβάρια μου. Την Άρτα και τα Γιάννενα του απάντησα αλλά δεν ικανοποιήθηκε. Τι είναι η Άρτα και τα Γιάννενα με ξαναρώτησε. Τι να του εξηγώ λοιπόν; Βάζω μερικές φωτογραφίες και θα καταλάβεις ποντικάκι...

Οι «θυμωμένες ελιές». Δεν ξέρω γιατί θύμωσαν. Ίσως να ήμουν εγώ η θυμωμένη όταν τις ζωγράφιζα. Πάντως αυτές έβλεπα βγαίνοντας από τη σκηνή, στον ελαιώνα πάνω στην
παραλία της Μελίντας στη Λέσβο, το 1990.
Μια μάσκα από τις πολλές που είναι σπαρμένες στους τοίχους του σπιτιού. Γιατί αυτή; Γιατί αυτή ήταν που βγήκε καλύτερα στις φωτογραφίες…
Ένα κεραμικό μόμπιλε. Χαρούμενο και λίγο παραμυθένιο. Με φεγγαράκια, αστερίες και καραβάκια. Κάτω αριστερά φαίνεται λίγο και η μεγάλη μυταρόλα μιας ακόμας μάσκας…
Ένα μπατίκ αφρικάνικο. Με το που το είδε ο πατέρας μου ρώτησε γιατί έβαλα στον τοίχο μου αυτά τα διαόλια και τα τριβόλια που χοροπηδάνε. Έλα ντε; Γούστα είναι αυτά.
Οπότε, ζήλεψα το αφρικάνικο μπατίκ και αποφάσισα να κάνω κι ένα δικό μου (αυτό ήταν, δεν υπήρξε δεύτερο). Χωρίς τριβόλια αυτό…
Ένα μπουκέτο αποξηραμμένα τριαντάφυλλα που μου χάρισε ο γυιός μου, όταν ήταν πολύ μικρός, στη γιορτή της μητέρας, κρέμεται από ένα κρεμαστράκι της κουρτίνας. Και γεμίζει τόνους σκόνη αλλά δεν μου πάει η καρδιά να το πετάξω.

Μια μικρή αφισούλα από μια παράσταση στο στρατόπεδο Κόδρα στη Θεσσαλονίκη. Η παράσταση ήταν ένα σχόλιο πάνω στην «Τρικυμία» του Shakespeare. Αυτά τα πολύ πειραματικά τα αντιμετωπίζω συνήθως με επιφύλαξη. Στη συγκεκριμένη παράσταση όμως είχε δύο εξαιρετικά πράγματα. Την ηθοποιό που έπαιξε και τα σκηνικά. Δεν θυμάμαι δυστυχώς το όνομα της ηθοποιού αλλά ήταν εξαιρετική και με κράτησε, σε μια παράσταση που το κείμενο μου φάνηκε βαρετό. Επίσης τα σκηνικά ήταν ευρηματικότατα όσο και λιτά, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της παράστασης να γέρνει προς τα θετικά σε μεγάλο βαθμό. Μια και είχα πάρει λοιπόν την αφισούλα που μου άρεσε επίσης, την κόλλησα πάνω στη ντουλάπα.
Μια αφίσα που έφτιαξα πριν πολλά χρόνια σαν εργασία στη σχολή. Είναι φυσικά η μία και μοναδική που υπάρχει, μια και δεν τυπώθηκε ποτέ. Χωρίς το φώτισμα στη μέση είναι στα κανονικά της αλλά ας όψεται η έλλειψη τρίποδου που είχε σαν αποτέλεσμα τη χρήση φλας.
Οι φωτογραφίες δεν είναι της προκοπής, οι φωτισμοί κακοί, χωρίς τρίποδο είναι και λίγο κουνημένες. Πάντως ποντικάκι μια ιδέα την πήρες για το τι μπορεί να κατοικοεδρεύει στους τοίχους μου.
Αλήθεια; Ψέμα;
Το άλλο καλό παληκάρι ο . . . ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ . . . θέλει να μπερδέψουμε μια αλήθεια σε ψέμματα και να δω ποιός θα μπορέσει να την καταλάβει. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Πρώτα οι κανόνες και μετά όλα τ’ άλλα.
«Γράφεις 4 προτάσεις που υποτίθεται ότι αφορούν εσένα και ζητάς από τους αναγνώστες να ψηφίσουν ποια απ’όλες είναι αληθινή. Η ΜΙΑ μόνο από αυτές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Πόσο καλά σε γνωρίζουν οι αναγνώστες σου? Τι εντύπωση έχουν για σένα? Πόσο καλά σε έχουν ψυχολογήσει και για τι πράγμα σε έχουν ικανό?»
1) Γεννήθηκα στη Σαλονίκη, αυτό είναι γνωστό, αλλά γεννήθηκα μόλις 1600 γραμμάρια, στους 7 μήνες και με δυσκολία επέζησα, η survivor.
2) Πιτσιρίκα στα 18, τραγουδούσα σε μπουάτ. 2-3 μήνες κράτησε η καρριέρα μου και μετά έσβησε…
3) Κάποτε στην εφηβεία μου, είχα πάρει πάρα πολλά κιλά αλλά τα έχασα το σκυλί το μαύρο, γιατί το είχα βάλει πείσμα πως εμένα φάλαινα δεν θα με ξαναφωνάξει κανείς, έστω κι αν το λέει από μέσα του.
4) Ξεκίνησα τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο αλλά τα παράτησα για να σπουδάσω θέατρο, το οποίο παράτησα για να συνεχίσω τις παρατημένες σπουδές στο πανεπιστήμιο…
Τι λέτε καλά μου παιδιά; Που η αλήθεια και που το ψέμα;
Όσο για να καλέσω κάποιους νομίζω πως όλοι καλούν όλους. Όποιος έχει όρεξη λοιπόν από τους γνωστούς και μη, ας βγάλει στη φόρα ντουβάρια, αλήθειες και ψέμματα. Ναι;

3η Πάροδος Μακεδονίας 3 – Μέρος β’


Υπόγειο, με –νομίζω- τρία διαμερίσματα. Αλλά ποιοί έμεναν σ’ αυτά; Θα σας γελάσω και δεν το θέλω. Μόνο μια οικογένεια θυμάμαι. Η Ευανθία με τη μάνα της, τη Θεοπίστη. Κάποια στιγμή άφησαν το υπόγειο και βρέθηκαν στο ρετιρέ. Η Ευανθία λοιπόν. Λίγο σαλεμμένη με μια μάνα μαυροφόρα που είχε μια ελαφριά ακράτεια και δεν έκανε και συχνά μπάνιο με αποτέλεσμα να αφήνει ένα χαρακτηριστικό «άρωμα» στο διάβα της. Πάντα ήξερα πότε είχε περάσει η κυρά Θεοπίστη, όταν έμπαινα στην πολυκατοικία. Πρέπει να είχε κι έναν αδελφό παντρεμμένο η Ευανθία. Ήταν καλές γυναίκες αλλά στην κοσμάρα τους και οι δύο. Η Ευανθία αγράμματη όπως και η μάνα της. Μια φορά που θα έκαναν ευχέλαιο χτύπαγε τις πόρτες της οικοδομής να μας καλέσει λέγοντας: «Κυρία Ανθή, θα έρθετε αύριο στο σπίτι μας; Έχουμε ευκοίλια…». Με μια σύνταξη πρέπει να ζούσαν αλλά στη γειτονιά λέγανε διάφορα για την Ευανθία, που έφταναν στ’ αυτιά μας ακαταλαβίστικα. Μεγαλώνοντας κατάλαβα τι σήμαινε αυτό που ψιθύριζαν οι γειτόνισσες μεταξύ τους, πως την Ευανθία την πήδαγε όποιος ήθελε γιατί το είχε χαμένο και δεν καταλάβαινε τι έκανε. Αλήθεια; ψέμματα; Ποιός ξέρει; Πάντως τη θυμάμαι να χαριεντίζεται με διάφορους μαντράχαλους και όσο κι αν ήμουν μικρούλα, το βλέμμα των μαντράχαλων δεν μου άρεσε. Φαινόταν πως την κορόιδευαν.
Στο σπίτι της Ευανθίας (το υπόγειο) μας είχε αφήσει η μάνα μου όταν έτρεξε σαν τρελή στο νοσοκομείο, τον Άγιο Δημήτριο, γιατί την ειδοποίησαν πως η γιαγιά είχε σπάσει το πόδι της. Εκείνο το απόγευμα, παίζοντας η αδελφή μου με το ανήψι της Ευανθίας έσπασε το χέρι της. Γύρισε η μάνα μου από το νοσοκομείο να μας μαζέψει και πίσω πάλι, αυτή τη φορά με την κόρη. Έτσι είχε δύο Ανθές στο νοσοκομείο, τη μάνα και την κόρη της. Τη μία στο ορθοπεδικό και την άλλη στο παιδιατρικό. Με σπασμένο το χέρι τη μικρή και με διαλυμμένο το κόκκαλο ανάμεσα στο μηρό και τη λεκάνη τη μεγάλη. Της κλήρωσε της μάνας μου ο πρώτος λαχνός. Νοσοκομείο, δουλειά και ακόμα δυό παιδιά στο σπίτι. Άλλης τεχνολογίας άνθρωποι αυτοί. Δεν ξέρω αν θα το άντεχα.
Ευτυχώς η μικρή Ανθή ήταν πολύ μικρή και το χεράκι της έδεσε γρήγορα. Σε μια βδομάδα έπαιζε μπάλλα με το χέρι στο γύψο. Της άλλης Ανθής της πήρε περισσότερο χρόνο να έρθει στα ίσα της. Κι ευτυχώς που για μένα και την άλλη αδελφή μου υπήρχαν τα κορίτσια της κυρα Στέλλας να μας προσέχουν όταν η μαμά ήταν στη δουλειά ή στο νοσοκομείο. Η Βέτα και η Ρίτσα. Έμεναν στο ισόγειο με τη μάνα και τον πατέρα τους. Την κυρά Στέλλα και τον κυρ Κώστα. Οικοδόμος ο κυρ Κώστας. Καλός άνθρωπος, αριστερός αλλά είχε ένα κακό χούι. Έπινε. Δεύτερο σπίτι είχε κάνει την ταβέρνα της χήρας της Τσαπατώραινας. Μέχρι και το φαγητό που μαγείρευε η γυναίκα του, το έπαιρνε να το φάει στης Τσαπατώραινας με τα φιλαράκια του. Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν δούλευε πάντα, έπινε και τα μισά απ’ όσα έβγαζε, ζορίζονταν η κυρά Στέλλα και τα κορίτσια. Η μάνα μου τα δυο κορίτσια τ’ αγαπούσε πολύ. Πρέπει όταν πήγαμε στην οικοδομή να ήταν μικρότερες από 15 χρονών. Μέσα στο σπίτι μας ήταν συνέχεια. Αγαπούσαν τη μάνα μου σαν αδελφή και σαν μάνα, παρόλο που δεν είχαν μεγάλη διαφορά στην ηλικία. Σ’ αυτές και κυρίως στη Ρίτσα, τη μικρή, βασίστηκε η μάνα μου όσο καιρό έμεινε η γιαγιά στο νοσοκομείο. Και δεν ήταν λίγος. 40 μέρες τουλάχιστον…
Τα κορίτσια το σχολείο το σταμάτησαν όταν τέλειωσαν το δημοτικό και είπαν να μάθουν καμμιά τέχνη να πορευτούν στη ζωή γιατί ο κυρ Κώστας είπαμε… Πρώτος στη χαρά, το τραγούδι και την παρέα αλλά καθόλου δεν σκεφτόταν πως θα γίνει με τα κορίτσια. Να τους κάνει κάτι για προίκα. Άσε που όταν ήταν μεθυσμένος ή αναποδιασμένος τους έρριχνε κι ένα χέρι ξύλο. Η Βέτα δεν θυμάμαι τι έκανε αλλά η Ρίτσα έμαθε κομμώτρια. Άνοιξε κι ένα κομμωτήριο στη γειτονιά αλλά δεν το κράτησε πολύ. Μάλλον δεν πήγαινε καλά παρόλο που η γειτονιά σ’ αυτήν χτενιζότανε. Πολύ μου άρεσε να είμαι στο κομμωτήριο και να χαζεύω όλα αυτά τα μαγικά πράγματα που υπήρχαν εκεί. Ειδικά τις λακ. Υπήρχε η καλή η λακ, η αγοραστή κι αυτή που έφτιαχνε μόνη της και την έβαζε σε κάτι πλαστικά χρωματιστά μπουκάλια που είχαν σπρέι και όταν τα πάταγες έκαναν φους φους… Το πιο τέλειο όμως απ’ όλα ήταν πως είχε πολλά περιοδικά, απ’ αυτά που δεν έμπαιναν ποτέ σπίτι μας γιατί η μάνα μου τα θεωρούσε χαμμένο χρόνο να τα διαβάζεις και χαμμένο χρήμα να τα αγοράζεις. Ρομάντσο, Φαντάζιο, Βεντέττα… Που με έχανες που με έβρισκες, στο κομμωτήριο της Ρίτσας να διαβάζω. Έλεγα και στη μάνα μου πως θέλω να γίνω κι εγώ κομμώτρια και φρίκαρε η καημένη. Άλλα όνειρα είχε για μένα.
Στο τέλος τα κορίτσια είδαν κι αποείδαν, την έκαναν για τη Γερμανία. Πρώτα η μεγάλη και σε λίγο καιρό πήρε και τη μικρή μαζί της. Τη θυμάμαι τη μέρα που θα έφευγαν τα κορίτσια. Είχε μαζευτεί όλο το στενό να τις αποχαιρετήσει. Κοριτσάκια και οι δύο, με δύο τεράστιες βαλίτσες έφευγαν για ένα μέρος που μου φαινόταν απίστευτα μακρυνό να πάνε να δουλέψουν σε εργοστάσιο!!!
Στη Γερμανία η Βέτα παντρεύτηκε το Χάινε. «Χάινε μου» τον φώναζε και όλοι τη μακαρίσανε για την τύχη της που παντρεύτηκε Γερμανό. Άλλη ποιότητα οι Γερμανοί… Κολοκύθια με τη ρίγανη. Ένας βλαχογερμανός ήταν, ντάλε κουάλε οι δικοί μας ελληναράδες αλλά στο πιο ξανθό και τώρα απ’ ότι έμαθα απ’ τη μάνα μου, η Βέτα που κοντέυει τα 60 αν δεν τα πέρασε, ζει στη Γερμανία με ψυχολογικά προβλήματα και αντικαταθλιπτικά. Η Ρίτσα δεν άντεξε στη Γερμανία. Γύρισε πίσω, έκανε διάφορες δουλειές και τώρα ζει με την κυρά Στέλλα στο Βόλο. Ακόμα όμως έχουν επαφή με τη μάνα μου και όταν κάποια φορά η μάνα μου βρέθηκε στην ανάγκη, πάλι η Ρίτσα με την κυρά Στέλλα έτρεξαν από το Βόλο να της συμπαρασταθούν…
Στη φωτογραφία η Βέτα αριστερά και η Ρίτσα κρατάνε στην αγκαλιά τους τις αδελφές μου μετά τη βάφτισή τους. Εμένα με κρατάει η Άννα μια άλλη γειτονοπούλα.

Χειρόγραφα στη μ.Υ. εποχή…


Πάνω από είκοσι χρόνια χωρίζουν το πρώτο χειρόγραφο από το δεύτερο… Με κάλεσε στο μπλογκοπαίχνιδο με τα χειρόγραφα ο morfeas και πάνω που σκεφτόμουν τι να γράψω έπεσα πάνω στο ποιήμα του Πατρίκιου που το είχα γράψει κάποτε σ’ ένα κίτρινο τετράδιο ανάμεσα σε θεωρήματα των μαθηματικών. Όταν το είδα σκέφτηκα πόσο καλύτερα γράμματα έκανα στην προ ηλεκτρονικών υπολογιστών εποχή… Ο υπολογιστής μου αφαιρεί σιγά σιγά την ικανότητα να κάνω όμορφα γράμματα σε χαρτί.
UrBaN , trip , john simon ritchie, Πένθιμο σκυλί , LoRy , einai san ena kilk , θέλετε κι εσείς; Οι κανόνες απλοί:
1. Γράψε … ( ή … σκάψε )
2. Σκάναρε ( ή φωτογράφισε… )
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποία!
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν
6. Ανέφερε οτι είναι για το http://www.autographcollectors.blogspot.com/
Ψιτ καλέ… εσείς από το http://www.autographcollectors.blogspot.com/ , έχει κι εδώ χειρόγραφο…

Emotional Winter


Speak to me

For I have seen

Your waning smile

Your scars concealed

So far from home, do you know you’re not alone

Sleep tonight

Sweet summerlight

Scattered yesterdays, the past is far away

How fast time passed by

The transience of life

Those wasted moments won’t return

And we will never feel again

Beyond my dreams

Ever with me

You flash before my eyes, a final fading sigh

But the sun will (always) rise

And tears will dry

Of all that is to come, the dream has just begun

And time is speeding by

The transience of life

Those wasted moments won’t return

And we will never feel again