«3η Πάροδος Μακεδονίας 3. Τρίτος όροφος.»
Έτσι απαντούσα στην ερώτηση του πατέρα μου «εσύ αν χαθείς και σε βρει ένας αστυνομικός ξέρεις να πεις που μένεις;». Φυσικά και ήξερα. Δεν ήμουν χαζή εγώ, σαν το κοριτσάκι στο παραμύθι που είχε επινοήσει ο πατέρας μου για να μου μάθει τη διεύθυνσή μας. Αυτό το χαζό δεν ήξερε ούτε πως το έλεγαν, ούτε που έμενε κι έτσι δεν θα εύρισκε ποτέ ξανά το σπίτι του και τους γονείς του. Το λυπόμουν το καημένο αλλά εγώ δεν θα την πατούσα έτσι, γιατί εγώ ήξερα. Κι ένοιωθα πως έκανα περήφανο το μπαμπά που το κοριτσάκι του ήταν έξυπνο και μάθαινε εύκολα και μιας και ο μπαμπάς ήταν περήφανος ανέβαινα κι εγώ μερικούς πόντους. Ήμουν δεν ήμουν τριών τότε, και το παραμύθι θυμάμαι πως παιζόταν στην πλατεία του Τέλους… Έτσι έλεγα τότε την πλατεία Αριστοτέλους…
3η Πάροδος Μακεδονίας 3, λοιπόν. Τρίτος όροφος. Μια πολυκατοικία, ένας κόσμος ολόκληρος. Ένα μεγάλο μέρος του δικού μου κόσμου, μέχρι να τελειώσω το δημοτικό και ν’ ανοίξω πανιά για πιο μακρυά.
Ήταν μια πολυκατοικία που χτίστηκε στις αρχές του ’60. Σε μια γειτονιά που είχε πολλές ακακίες και πολλά χαμηλά σπίτια. Κάποια απ’ αυτά ανήκαν παλιά σε Εβραίους της πόλης που χάθηκαν στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο και ποιός ξέρει πως βρέθηκαν στα χέρια των καινούριων ιδιοκτητών τους. Ιστορίες τέτοιες λέγονταν διάφορες στη γειτονιά. Το μόνο που μαρτυρούσε πως στη γειτονιά ζούσαν Εβραίοι πριν τον πόλεμο, ήταν το κτίριο του συλλόγου Μακάμπη στη Φλέμινγκ που υπάρχει ακόμα. Οι δρόμοι τότε ήταν χωματόδρομοι. Μακεδονίας, Φλέμινγκ, Δελφών, Μιαούλη. Αυτά ήταν τα όρια του κόσμου μου. Και λίγο πιο πέρα από τη Φλέμινγκ το ρέμα της Καλλιδοπούλου. Σ΄αυτό το ρέμα κατέληγαν η Μακεδονίας και η Δελφών και μετά από κει το χάος. Στη γωνία Δελφών και Μιαούλη, εκεί που τώρα είναι η εκκλησία του Σωτήρος, ήταν ένα Καραβάν Σαράι. Ένα μεγάλο κτίριο, που δεν ξέρω τι ήταν παλιά και στο οποίο τότε που έπαιζα εγώ στη γειτονία, έμεναν αυτοί που τους λέγαμε «ρωσοπρόσφυγες». Προφανώς θα είχαν έρθει από τη Ρωσία αλλά πότε, πως και γιατί δεν κατάλαβα ποτέ. Ήμουν και πολύ μικρή για να μου εξηγήσουν. Μια οικογένεια σε κάθε δωμάτιο. Τα δωμάτια ήταν μεγάλα και κάποια ήταν χωρισμένα στα δύο με κουρτίνα, αν ήταν μεγάλη η οικογένεια που συνήθως ήταν. Είχα κανά δυό συμμαθητές που έμεναν εκεί και είχα πάει στο «σπίτι» τους κι έτσι ξέρω πως ήταν μέσα. Αυτό το κτίριο γκρεμίστηκε προς το τέλος της χούντας και ήρθε ο Παττακός με το μυστρί και θεμελίωσε την εκκλησία. Ήταν το γεγονός της γειτονιάς αυτό…
Η 3η Πάροδος της οδού Μακεδονίας ήταν ένα αδιέξοδο στενάκι ανάμεσα στην οδό Φλέμινγκ και στην οδό Μιαούλη. Χωματόδρομος φυσικά και μόνο μία πολυκατοικία στην αρχή. Τη δική μας. Που είχε δύο μούρες. Μια στο στενάκι και μια στη Φλέμινγκ. Κλασική πολυκατοικία του ’60 χωρίς ασανσέρ, χωρίς καλοριφέρ, χωρίς ντουλάπες εντοιχισμένες και με στενά μπαλκόνια. Είχε όμως καζάνι στην κουζίνα!!! Και μεγάλη κουζίνα που χωρούσε και ντιβάνι. Από τότε μου έμεινε η συνήθεια να κάθομαι στην κουζίνα. Τότε το σπίτι, μου φαινόταν τεράστιο. Έξι άνθρωποι ζούσαμε εκεί και ενίοτε επτά. Οι γονείς, τρία παιδιά, η γιαγιά και πολλές φορές και η άλλη γιαγιά. Σε 75 τετραγωνικά. Παρόλ’ αυτά εμένα μου φαινόταν τεράστιο. Ίσως γιατί έκανα τη σύγκριση με άλλα σπίτια στην πολυκατοικία, στα οποία ζούσε περίπου ο ίδιος αριθμός ανθρώπων αλλά σε λιγότερα τετραγωνικά. Βέβαια όσο περνούσαν τα χρόνια και μεγαλώναμε άρχισα σιγά σιγά να ασφυκτιώ, να πνίγομαι. Έτσι όμως μεγαλώναμε οι περισσότεροι τότε. Ίσως γιαυτό τώρα θέλουμε ένα τριάρι μόνοι μας και πάλι δεν μας φτάνει. Ή ίσως γιατί οι γονείς μας, μας υποσχέθηκαν μια καλύτερη ζωή. «Κάνουμε οικονομίες -μας έλεγαν- για να πάρουμε σπίτια, να σας σπουδάσουμε κι εσείς να ζήσετε χωρίς στερήσεις, καλύτερα από μας». Και το πιστέψαμε πως θα είναι έτσι. Σκατά όμως. Τα ίδια ζούμε χωρίς όμως να μπορούμε να βάλουμε κάτι στην μπάντα για να αγοράσουμε σπίτια σαν αυτούς και με περισσότερες απαιτήσεις.
Πήρα φόρα και πελαγοδρομώ ενώ ήθελα να πω για τους ανθρώπους που έμεναν σ’ αυτή την πολυκατοικία που δεν υπάρχει πια, γιατί ήταν μια απ’ αυτές που κατέστρεψε ο σεισμός του ’78. Μια κόκκινη… Μετά το σεισμό και το χαρακτηρισμό της σαν κόκκινη αφέθηκε για χρόνια να καταρρέει αργά αργά και στο τέλος γκρεμίστηκε για να χτιστεί μια καινούρια στη θέση της, με φαρδιά μπαλκόνια και πιο μοντέρνα διαρρύθμιση στα διαμερίσματα. Η παλιά οικοδομή έρχεται και ξανάρχεται μόνο στα όνειρά μου και πάντα τη συνοδεύει ο φόβος του σεισμού. Οι γονείς μου άλλαξαν σπίτι κι εγώ έφυγα για σπουδές. Έτσι κανένα άλλο σπίτι δεν κατάφερε να το αντικαταστήσει. Αυτό ήταν και θα είναι το πατρικό μου σπίτι.

Advertisements