Υπόγειο, με –νομίζω- τρία διαμερίσματα. Αλλά ποιοί έμεναν σ’ αυτά; Θα σας γελάσω και δεν το θέλω. Μόνο μια οικογένεια θυμάμαι. Η Ευανθία με τη μάνα της, τη Θεοπίστη. Κάποια στιγμή άφησαν το υπόγειο και βρέθηκαν στο ρετιρέ. Η Ευανθία λοιπόν. Λίγο σαλεμμένη με μια μάνα μαυροφόρα που είχε μια ελαφριά ακράτεια και δεν έκανε και συχνά μπάνιο με αποτέλεσμα να αφήνει ένα χαρακτηριστικό «άρωμα» στο διάβα της. Πάντα ήξερα πότε είχε περάσει η κυρά Θεοπίστη, όταν έμπαινα στην πολυκατοικία. Πρέπει να είχε κι έναν αδελφό παντρεμμένο η Ευανθία. Ήταν καλές γυναίκες αλλά στην κοσμάρα τους και οι δύο. Η Ευανθία αγράμματη όπως και η μάνα της. Μια φορά που θα έκαναν ευχέλαιο χτύπαγε τις πόρτες της οικοδομής να μας καλέσει λέγοντας: «Κυρία Ανθή, θα έρθετε αύριο στο σπίτι μας; Έχουμε ευκοίλια…». Με μια σύνταξη πρέπει να ζούσαν αλλά στη γειτονιά λέγανε διάφορα για την Ευανθία, που έφταναν στ’ αυτιά μας ακαταλαβίστικα. Μεγαλώνοντας κατάλαβα τι σήμαινε αυτό που ψιθύριζαν οι γειτόνισσες μεταξύ τους, πως την Ευανθία την πήδαγε όποιος ήθελε γιατί το είχε χαμένο και δεν καταλάβαινε τι έκανε. Αλήθεια; ψέμματα; Ποιός ξέρει; Πάντως τη θυμάμαι να χαριεντίζεται με διάφορους μαντράχαλους και όσο κι αν ήμουν μικρούλα, το βλέμμα των μαντράχαλων δεν μου άρεσε. Φαινόταν πως την κορόιδευαν.
Στο σπίτι της Ευανθίας (το υπόγειο) μας είχε αφήσει η μάνα μου όταν έτρεξε σαν τρελή στο νοσοκομείο, τον Άγιο Δημήτριο, γιατί την ειδοποίησαν πως η γιαγιά είχε σπάσει το πόδι της. Εκείνο το απόγευμα, παίζοντας η αδελφή μου με το ανήψι της Ευανθίας έσπασε το χέρι της. Γύρισε η μάνα μου από το νοσοκομείο να μας μαζέψει και πίσω πάλι, αυτή τη φορά με την κόρη. Έτσι είχε δύο Ανθές στο νοσοκομείο, τη μάνα και την κόρη της. Τη μία στο ορθοπεδικό και την άλλη στο παιδιατρικό. Με σπασμένο το χέρι τη μικρή και με διαλυμμένο το κόκκαλο ανάμεσα στο μηρό και τη λεκάνη τη μεγάλη. Της κλήρωσε της μάνας μου ο πρώτος λαχνός. Νοσοκομείο, δουλειά και ακόμα δυό παιδιά στο σπίτι. Άλλης τεχνολογίας άνθρωποι αυτοί. Δεν ξέρω αν θα το άντεχα.
Ευτυχώς η μικρή Ανθή ήταν πολύ μικρή και το χεράκι της έδεσε γρήγορα. Σε μια βδομάδα έπαιζε μπάλλα με το χέρι στο γύψο. Της άλλης Ανθής της πήρε περισσότερο χρόνο να έρθει στα ίσα της. Κι ευτυχώς που για μένα και την άλλη αδελφή μου υπήρχαν τα κορίτσια της κυρα Στέλλας να μας προσέχουν όταν η μαμά ήταν στη δουλειά ή στο νοσοκομείο. Η Βέτα και η Ρίτσα. Έμεναν στο ισόγειο με τη μάνα και τον πατέρα τους. Την κυρά Στέλλα και τον κυρ Κώστα. Οικοδόμος ο κυρ Κώστας. Καλός άνθρωπος, αριστερός αλλά είχε ένα κακό χούι. Έπινε. Δεύτερο σπίτι είχε κάνει την ταβέρνα της χήρας της Τσαπατώραινας. Μέχρι και το φαγητό που μαγείρευε η γυναίκα του, το έπαιρνε να το φάει στης Τσαπατώραινας με τα φιλαράκια του. Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν δούλευε πάντα, έπινε και τα μισά απ’ όσα έβγαζε, ζορίζονταν η κυρά Στέλλα και τα κορίτσια. Η μάνα μου τα δυο κορίτσια τ’ αγαπούσε πολύ. Πρέπει όταν πήγαμε στην οικοδομή να ήταν μικρότερες από 15 χρονών. Μέσα στο σπίτι μας ήταν συνέχεια. Αγαπούσαν τη μάνα μου σαν αδελφή και σαν μάνα, παρόλο που δεν είχαν μεγάλη διαφορά στην ηλικία. Σ’ αυτές και κυρίως στη Ρίτσα, τη μικρή, βασίστηκε η μάνα μου όσο καιρό έμεινε η γιαγιά στο νοσοκομείο. Και δεν ήταν λίγος. 40 μέρες τουλάχιστον…
Τα κορίτσια το σχολείο το σταμάτησαν όταν τέλειωσαν το δημοτικό και είπαν να μάθουν καμμιά τέχνη να πορευτούν στη ζωή γιατί ο κυρ Κώστας είπαμε… Πρώτος στη χαρά, το τραγούδι και την παρέα αλλά καθόλου δεν σκεφτόταν πως θα γίνει με τα κορίτσια. Να τους κάνει κάτι για προίκα. Άσε που όταν ήταν μεθυσμένος ή αναποδιασμένος τους έρριχνε κι ένα χέρι ξύλο. Η Βέτα δεν θυμάμαι τι έκανε αλλά η Ρίτσα έμαθε κομμώτρια. Άνοιξε κι ένα κομμωτήριο στη γειτονιά αλλά δεν το κράτησε πολύ. Μάλλον δεν πήγαινε καλά παρόλο που η γειτονιά σ’ αυτήν χτενιζότανε. Πολύ μου άρεσε να είμαι στο κομμωτήριο και να χαζεύω όλα αυτά τα μαγικά πράγματα που υπήρχαν εκεί. Ειδικά τις λακ. Υπήρχε η καλή η λακ, η αγοραστή κι αυτή που έφτιαχνε μόνη της και την έβαζε σε κάτι πλαστικά χρωματιστά μπουκάλια που είχαν σπρέι και όταν τα πάταγες έκαναν φους φους… Το πιο τέλειο όμως απ’ όλα ήταν πως είχε πολλά περιοδικά, απ’ αυτά που δεν έμπαιναν ποτέ σπίτι μας γιατί η μάνα μου τα θεωρούσε χαμμένο χρόνο να τα διαβάζεις και χαμμένο χρήμα να τα αγοράζεις. Ρομάντσο, Φαντάζιο, Βεντέττα… Που με έχανες που με έβρισκες, στο κομμωτήριο της Ρίτσας να διαβάζω. Έλεγα και στη μάνα μου πως θέλω να γίνω κι εγώ κομμώτρια και φρίκαρε η καημένη. Άλλα όνειρα είχε για μένα.
Στο τέλος τα κορίτσια είδαν κι αποείδαν, την έκαναν για τη Γερμανία. Πρώτα η μεγάλη και σε λίγο καιρό πήρε και τη μικρή μαζί της. Τη θυμάμαι τη μέρα που θα έφευγαν τα κορίτσια. Είχε μαζευτεί όλο το στενό να τις αποχαιρετήσει. Κοριτσάκια και οι δύο, με δύο τεράστιες βαλίτσες έφευγαν για ένα μέρος που μου φαινόταν απίστευτα μακρυνό να πάνε να δουλέψουν σε εργοστάσιο!!!
Στη Γερμανία η Βέτα παντρεύτηκε το Χάινε. «Χάινε μου» τον φώναζε και όλοι τη μακαρίσανε για την τύχη της που παντρεύτηκε Γερμανό. Άλλη ποιότητα οι Γερμανοί… Κολοκύθια με τη ρίγανη. Ένας βλαχογερμανός ήταν, ντάλε κουάλε οι δικοί μας ελληναράδες αλλά στο πιο ξανθό και τώρα απ’ ότι έμαθα απ’ τη μάνα μου, η Βέτα που κοντέυει τα 60 αν δεν τα πέρασε, ζει στη Γερμανία με ψυχολογικά προβλήματα και αντικαταθλιπτικά. Η Ρίτσα δεν άντεξε στη Γερμανία. Γύρισε πίσω, έκανε διάφορες δουλειές και τώρα ζει με την κυρά Στέλλα στο Βόλο. Ακόμα όμως έχουν επαφή με τη μάνα μου και όταν κάποια φορά η μάνα μου βρέθηκε στην ανάγκη, πάλι η Ρίτσα με την κυρά Στέλλα έτρεξαν από το Βόλο να της συμπαρασταθούν…
Στη φωτογραφία η Βέτα αριστερά και η Ρίτσα κρατάνε στην αγκαλιά τους τις αδελφές μου μετά τη βάφτισή τους. Εμένα με κρατάει η Άννα μια άλλη γειτονοπούλα.

Advertisements