Πολλά πράγματα γύρω μου είναι άσχημα. Πλάκωσε η ζέστη πολύ νωρίς αλλά τι περιμένουμε έτσι όπως έχει γίνει σκατά τι κλίμα… Μπερδεύτηκε η γη και δεν ξέρει τι καιρό να κάνει. Παντού γίνεται χαμός. Έχω κλείσει τηλεόραση και ραδιόφωνο. Δεν διαβάζω εφημερίδα, δεν θέλω να ακούω ειδήσεις. Στρουθοκαμηλισμός; Ίσως…

Τα μαθαίνω όμως τα νέα τελικά. Σπάνια φτάνει κάτι καλό στ’ αυτιά μου. Είτε από τον κόσμο είτε από φίλους. Και για τους σεισμούς και μετασεισμούς στην Κίνα με τους χιλιάδες νεκρούς έμαθα, και για τον Τυφώνα στη Βιρμανία (αυτό το Μυανμάρ δεν μου κάθεται…), και για όλα. Τα εδώ και τα αλλού. Των παραέξω και των φίλων.
Εγώ θα εξακολουθήσω όμως να κάνω την αδιάφορη και να βουτάω στις ιστορίες μιας γειτονιάς πριν σαράντα χρόνια. Τότε που το μέλλον δεν φαινόταν μαύρο, το καλοκαίρι ήταν ζεστό αλλά όχι καυτό, περιμέναμε πως και πως να βγούνε τα καρπούζια, που είχαμε λίγα αλλά μας έφταναν για να γελάμε και που το μόνο που μας στεναχωρούσε στ’ αλήθεια ήταν πως εμείς δεν είχαμε χωριό να πάμε το καλοκαίρι. Άδειαζε η γειτονιά από παιδιά γιατί έφευγαν όλα για τα χωριά τους. Και μέναμε εμείς να σερνόμαστε ψάχνοντας για παρέα, μιας και δεν μας έφτανε η μεταξύ μας παρέα. Για μας τότε το να έχεις ένα χωριό να πας, φαινότανε κάτι σαν παράδεισος… Φυσικά αργότερα μάθαμε πως οι φίλοι μας στο χωριό τους, εκτός από το να παίζουν, βοηθούσαν τους γονείς και τους παππούδες τους στα καπνά για παράδειγμα, αλλά ποιός δίνει σημασία σ’ αυτά όταν ξέρει πως το βράδυ μαζεύονταν μια τσακαλοπαρέα που αλώνιζε πράγμα που για μας ήταν άγνωστο;
Συνεχίζω τις ιστορίες μου λοιπόν. Σε μένα κάνει καλό. Σε όποιον τις διαβάζει, δεν ξέρω…
Οι Κιμισκίδηδες
Νόμιζα πως τελείωσα με το ισόγειο αλλά είχα ξεχάσει ένα διαμέρισμα. Το διαμέρισμα στο οποίο έμεναν οι άνθρωποι που αποτελούσαν ένα από τα παραδείγματα προκομένων ανθρώπων της μάνας μου. Οι Κιμισκίδηδες. Δυαράκι πρέπει να ήταν και ούτε ξέρω πόσοι έμεναν. Θυμάμαι το ζευγάρι των γέρων Κιμισκήδηδων, που ήταν οι γαλατάδες της γειτονιάς. Χαράματα έπαιρναν τις τσάντες και πέρναγαν από τα σπίτια, μάζευαν τα άδεια μπουκάλια που έβρισκαν έξω από τις πόρτες και άφηναν τα γεμάτα. Δύο γεροντάκια που δεν θυμάμαι πια τα ονόματά τους αλλά θυμάμαι το παρουσιαστικό τους. Η γιαγιά μικροκαμωμένη, καμπουριαμένη, σχεδόν διπλωμένη στα δύο, να σέρνει την τσάντα με τα μπουκάλια το γάλα. Κι ο παππούς εξίσου μικροκαμωμένος και καμπουριασμένος. Μ’ αυτές τις τσάντες μεγάλωσαν τρία παιδιά και τα δύο τα σπούδασαν. Τη Δέσποινα παιδίατρο και το Φώτη δικηγόρο. Ήταν κι ο Γιώργος αλλά αυτός ήταν οικοδόμος. Το Φώτη μου έφερνε η μάνα μου σαν παράδειγμα, που ήταν στη νομική και για να μπορεί να διαβάζει ανέβαινε στην ταράτσα και διάβαζε κουκουλωμένος σε κάτι αποθηκούλες που υπήρχαν εκεί και που δεν είχαν καν πόρτα. «Αυτό είναι προκομμένο παιδί και θα πάει μπροστά, οι πόντιοι είναι προκομμένοι και δουλευταράδες», έλεγε η μαμά. Κι εγώ όταν ήμουν πολύ μικρούλα, νόμιζα πως έτσι πρέπει να διαβάζεις για να σπουδάσεις και να γίνεις άνθρωπος. Αλλιώς πάπαλα. Θα μείνεις στουρνάρι και όσο για άνθρωπος ούτε λόγος. Έγινε δικαστής ο Φώτης έμαθα. Κάποια στιγμή πάντως που ανεβήκαμε στην ταράτσα και καθαρίσαμε τις αποθήκες, βρήκαμε στίβα τις «Αυγές» που κυκλοφορούσαν στη δικτατορία. Χαμόγελα συνομωτικά η μαμά και ο μπαμπάς. «Εμ βέβαια, ποιός άλλος να τις διάβαζε» είπαν και τον εκτίμησαν ακόμα περισσότερο το Φώτη. Ποτέ δεν μάθαμε σίγουρα όμως, ποιος τις διάβαζε μέσα στη χούντα. Μαζί τους έμενε και ο άλλος γυιός, ο Γιώργος ο οικοδόμος, που ήταν παντρεμμένος με μια ψηλή, μελαχροινή νταρντάνα πόντια και είχαν και δύο κοριτσάκια, λίγο μικρότερα από μας. Κάποια στιγμή άνοιξαν οι δουλειές τους και έφυγαν από το μικρό και σκοτεινό διαμερισματάκι του ισογείου. Ο παππούς και η γιαγιά πέθαναν, τα κορίτσια του Γιώργου μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν και ο Φώτης ίσως να είναι ένας εισαγγελέας που του έσκασε πριν χρόνια ένα παγιδευμένο γράμμα στα χέρια, κάπου στον Έβρο. Λόγοι εκδίκησης απέναντι στον εισαγγελέα, έγραψαν οι εφημερίδες τότε, και τ’ όνομα του Φώτη. Μπορεί και νάταν αυτός. Νάναι καλά οι άνθρωποι. Ήταν στ’ αλήθεια προκομμένοι…
Οικογένεια Γάκη
Ανεβαίνουμε… Πρώτος όροφος, Α, εδώ τους θυμάμαι όλους. Τρία διαμερίσματα. Δεξιά το δυάρι των Γάκηδων και αριστερά της κυρίας Χρυσής και της κυρίας Μένης. Ποιούς να πιάσω πρώτα; Ας τα πιάσω με τη σειρά. Δυαράκι το σπίτι των Γάκηδων. Η κυρία Γεωργία, ο κύριος Χρήστος και οι τρεις κόρες τους. Η Δήμητρα, η Τασούλα (που όταν μεγάλωσε ήθελε να τη λέμε Νατάσσα) και η Ελενίτσα. Ήμασταν κοντά στην ηλικία και ήταν φιλενάδες μας. Η Δήμητρα ήταν η μεγάλη και μας έβλεπε σαν νιάναρα, ανάξια λόγου και προσοχής. Δυο χρόνια μεγαλύτερη, αλλά σ’ αυτές τις ηλικίες δύο χρόνια είναι πολλά. Η Τασούλα είχε την ηλικία μου και η Ελενίτσα την ηλικία των αδελφών μου. Περάσαμε όλο το δημοτικό σαν άσπονδες φίλες με την Τασούλα. … Τη θυμάμαι μια φορά να με χτυπάει μ’ ένα τρύπιο σωσίβιο (!) και να μου λέει «έτσι, να κλαις για να γίνεσαι άσχημη»… Τι σου είναι τα παιδιά!! Όλο και κάτι θα της έκανα κι εγώ αλλά η μνήμη λειτουργεί επιλεκτικά. Σβύνει τα δικά μας τα άσχημα.
Μετά το δημοτικό απομακρυνθήκαμε. Παντρεύτηκε σχεδόν μόλις τελειώσαμε το λύκειο. Είχα πάει να τη δω στο σπίτι της. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο αταίριαστη εικόνα. Εγώ ένα φρικιό, που μόλις είχα τελειώσει το πρώτο έτος και με διάθεση να γυρίσω και να κατακτήσω -αν μπορώ- τον κόσμο ολόκληρο και φυσικά περήφανη που ζούσα μόνη μου σε άλλη πόλη και η, Νατάσσα πλέον, με μακρυά ρόμπα να μου δείχνει το σύνθετο και τη γαλάζια κρεβατοκάμαρα. Αυτή πρέπει να ήταν και η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε με τη φίλη των παιδικών μου χρόνων. Φυσικά είχα και μια ακόμα φιλενάδα, τη Μαρία, αλλά αυτής της αξίζει ολόκληρο κεφάλαιο μια και περάσαμε πιο πολλά χρόνια μαζί και είναι ακόμα φίλη.
Ο πατέρας των κοριτσιών ήταν σερβιτόρος, ένας ξερακιανός και σιωπηλός άντρας. Ζούσανε μ’ ένα μισθό, άντε και τίποτε πουρμπουάρ που μάζευε, σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Ένα υπνοδωμάτιο και σαλόνι. Το οποίο σαλόνι το βράδυ γινόταν παιδικό δωμάτιο και το πρωί ξαναγινόταν σαλόνι. Αυτό το σπίτι όμως ήταν ένα από τα πρώτα στην οικοδομή που απέκτησε τηλεόραση. Εκεί μαζευόταν η μισή πολυκατοικία για να δει τον «Άγνωστο πόλεμο» Λαϊκό προσκύνημα γινότανε. Και καυγάς με τη μαμά μου που δεν μας άφηνε να πάμε, όχι γιατί δεν ήθελε να βλέπουμε τηλεόραση (τότε κανείς δεν τη θεωρούσε κακό πράγμα) αλλά γιατί σκεφτόταν την καημένη την κυρία Γεωργία που έπρεπε να τρώει στη μάπα όλον αυτό τον κόσμο. Αχ βρε μαμά…Που να πάρουμε χαμπάρι όμως εμείς γιατί δεν μας άφηνες… Εμείς είχαμε μαγευτεί από το χαζοκούτι.
Έχασα κι αυτής της οικογένειας τα ίχνη. Μετά το σεισμό χαθήκαμε όλοι, αν και οι γονείς και οι αδελφές μου όλο και κάπου τους συναντούν. Εγώ τελευταία φορά τους είδα –όπως και πολλούς άλλους από εκείνη τη γειτονιά- στο γάμο της αδελφής μου 15 χρόνια πριν. Δυσκολεύτηκαν να με γνωρίσουν, δυσκολεύτηκα κι εγώ και μετά ψελίσαμε μερικές κοινοτυπίες, απ’ αυτές που λένε οι άνθρωποι που κάποτε μοιράζονταν πολλά αλλά που το πέρασμα του χρόνου τους μετέτρεψε σε άγνωστους μεταξύ τους.
Φυσικά και υπάρχει φωτογραφία. Πρέπει να είμαι από τα λίγα άτομα της γενιάς μου που έχω εκατοντάδες φωτογραφίες από την παιδική μου ηλικία. Ο μπαμπάς είχε φωτογραφική μηχανή και την κουβαλούσε παντού. Απ’ αυτόν φαίνεται κληρονόμησα τη μανία. Λοιπόν, στη φωτογραφία είναι καλοκαιράκι στα γενέθλια των δίδυμων αδελφών μου, παρέα με τα κορίτσια των Γάκηδων στο μπαλκόνι. Οι μεγάλες πίσω και οι μικρές μπροστά με άσπρους φιόγκους στα μαλλιά και τα καλά μας…
Advertisements