Σούρουπο


Με τρελαίνει το χρώμα και το φως του ουρανού τα καλοκαιρινά σούρουπα, ίσα ίσα πριν πέσει η νύχτα. Εκείνα τα τελευταία πέντε λεπτά…
Ποτέ, καμμιά φωτογραφία δεν μπορεί να αποδώσει ούτε το χρώμα, ούτε το φως, ούτε το συναίσθημα που κουβαλάνε. Απλά κάνουμε όλοι τίμιες προσπάθειες…
Καλησπέρα σ’ όλους.

Advertisements

Κάψε με πασά’ μ ν’ αγιάσω


Το μεσημέρι γυρνούσα στο σπίτι. Από το γραφείο έβλεπα τις φλόγες πάνω στον Υμηττό και τους καπνούς. Κατεβαίνοντας τη Μεσογείων το ίδιο θέαμα. Έφτασα στην Εθνική Άμυνα. Εκεί το «θέαμα» δεν το εμπόδιζαν τα σπίτια. Και μέσα στους καπνούς, ένα ελικόπτερο να κάνει γύρους σαν το μυγάκι. Στη Μεσογείων ο κόσμος κανονικά. Κανείς δεν είχε γυρίσει το κεφάλι προς το βουνό. Όλα «κανονικά» σαν κάθε μέρα. Περίμεναν το λεωφορείο, κοίταζαν τα ρολόγια τους, έτρεχαν να χωθούν στο Μετρό. Μαζί τους κι εγώ. Για να προλάβω τις δουλειές μου. Να μαζέψω το παιδί, να πάω σπίτι, να κανονίσω δουλειές, με το Bluetooth στ’ αυτί. Και το μάτι στο βουνό. Συνηθίσαμε να καιγόμαστε. Συνηθίσαμε να μας καίνε. Σε λίγο θα καούν οι λεύκες της Αλεξάνδρας, το Πεδίο του Άρεως, ο Εθνικός κήπος, οι μουριές της Καλλιδρομίου. Στο τέλος θα πάρουν σειρά τα γιούκα και οι φίκοι στα μπαλκόνια μας. Ίσως τότε σταματήσουμε να τρέχουμε για να προλάβουμε. Ή μήπως όχι;
Βλέπουμε τις φωτιές στις ειδήσεις όπως βλέπουμε και τον πόλεμο. Με περιέργεια. Με την ίδια περιέργεια που βλέπουμε ανθρώπους να θρηνούν στο Ιρακ ή στη Γάζα, βλέπουμε το θρήνο αυτών που καίγονται. Τα καμμένα δέντρα είναι όπως τα καμμένα σπίτια στη Βαγδάτη. Μακρυά μας.
Πέρσι έκλαιγα όταν έβλεπα να καίγεται το δάσος του Καϊάφα. Είχα περάσει πολλά τετραήμερα εκεί. Και αναρωτιόμουνα πως δεν είχε ξεσπάσει τότε πυρκαγιά, τότε που μέναμε μέσα στο δάσος σε σκηνές και ανάβαμε φωτιές για να ζεσταθούμε τα βράδυα. Προσέχαμε περισσότερο; Τρίχες….
Πιο παλιά έκλαιγα όταν έβλεπα -πάλι στην τηλεόραση- να καίγεται το Σέιχ Σου. Φέτος δεν ξέρω αν θα κλάψω για κάποιο δάσος που θα καεί. Απ’ αυτά που έμειναν.
Έτσι κι αλλιώς δεν φτάνουν μόνο τα δάκρυα. Ούτε οι συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα. Ίσως κάτι να γίνει, όταν αντί να κοιτάμε τα ρολόγια μας τρέχοντας να χωθούμε στο Μετρό, κοιτάξουμε το βουνό και τρέξουμε προς αυτό…
Στην πρώτη φωτογραφία είναι ο καπνός από τη φωτιά στην Πάρνηθα, πέρσι. Στη δεύτερη ο καπνός από τον Υμηττό, σήμερα. Στην τρίτη είναι μια ανατολή. Ο Υμηττός «καίγεται» από τον ήλιο αυτή τη φορά…
Το κειμενάκι αυτό ξεκίνησε σαν σχόλιο στην ανάλογη ανάρτηση του panoptis Βγήκε όμως πολύ σεντόνι για σχόλιο, κι έτσι έσκασε μύτη εδώ…

Party (the day after…)


Προχτές ήταν. Κουβέντα δεν έχω πει. Χτες ήθελα να έρθω στα ίσα μου, γιατί καλά τα ξενύχτια και τα πιώματα αλλά η άλλη μέρα είναι λίγο ζόρικη. Κι έπειτα όταν κάθεσαι να γράψεις για κάτι, έχεις ήδη φύγει και το αφήνεις πίσω. Κι εγώ παρόλο που πέρασα εννέα ώρες εκεί μάλλον ήθελα κι άλλο, η αχόρταγη.
Λοιπόν…. Δεν ξέρω για τους υπόλοιπους αλλά εγώ πέρασα πάρα πολύ καλά. Κι ας μη χόρεψα ούτε λεπτό. Ψέμματα, τραβολογούσα το Βλάχο να χορέψουμε κάτω στην πόρτα. Αλλά που αυτός… Ούτε κατάλαβα πως έβγαλα τόση ώρα στην είσοδο. Ακόμα και κάτω ήταν πάρτι και χαρά. Ή εγώ ήμουν χαρούμενη ούτως ή άλλως; Έτσι κι αλλιώς λίγη σημασία έχει.
Για να πω την αλήθεια πίστευα πως θα ερχόταν περισσότερος κόσμος. Θα μου πεις από που το πίστευες κυρά μου; Έλα ντε… Έτσι, χωρίς λόγο. Αλλά ήταν αρκετοί και όσοι ήρθαν. Και νομίζω πως δεν ήμουν η μόνη που το φχαριστήθηκα. Γιατί όλο κάτι γελαστές φάτσες συναντούσα γύρω μου. Που ανήκαν σε μπλόγκερς, σε ξεμπλόγκερς και σε κάποιους μη μπλόγκερς.
Στο τέλος όταν κάναμε τη σούμα μάλλον βγήκε θετική. Όσο ήμουν σε θέση να κάνω λογαριασμούς και καταμέτρηση θετικών-αρνητικών εκείνη τη βάρβαρη ώρα.
Παίδες ήταν καλά που ήρθατε. Ήταν καλά που τα είπαμε, που τα ήπιαμε, που χορέψαμε (όσοι τέλος πάντων), που δροσιστήκαμε στη φοβερή ταράτσα. Έτσι δεν είναι;
Όσον αφορά τον κύριο σκοπό του πάρτι (πέρα από το να περάσουμε όμορφα το σαββατόβραδο και να συναντηθούμε κάντε βόλτα από το Ξεblogάρισμα . Εκεί έχει απολογισμούς και ιδέες για το πως το συνεχίζουμε γιατί δεν λέει να το αφήσουμε στη μέση…

Για να καταλάβετε σε τι νιρβάνα βρισκόμουν, εγώ που κουβαλάω μόνιμα μια φωτογραφική μηχανή και φωτογραφίζω ότι βρω, δεν τράβηξα ούτε μια φωτογραφία….

Ο Μακούλης


Στον πρώτο όροφο έμενε και ο Μακούλης με την οικογένειά του. Ποιός ήταν ο Μακούλης; Ο κολλητός της αδελφής μου. Κι όταν λέμε κολλητός, εννοούμε πως μόνο το βράδυ που μαζευόμασταν στο σπίτι για ύπνο χωρίζανε αυτά τα δύο. Θρηνώντας το καθένα στην αγκαλιά της μαμάς του και απλώνοντας τα χεράκια το ένα προς το άλλο. «Μακούλη μου…» φώναζε η αδελφή μου, «Ανθούλη μου…» φώναζε ο Μακούλης. Ξανθός και σγουρομάλης ο Μακούλης. Ήσυχο παιδάκι και η δικιά μου που ήταν τότε τσαμπουκαλού, τον είχε υπό την προστασία της. «Ποιός πείραξε το Μακούλη μου» έλεγε και όρμαγε σε όποιον τον πείραζε κι ας έπρεπε να τα βάλει με το πιο δυνατό αγόρι της γειτονιάς. Αγοροκόριτσο σκέτο που μόλις μπήκε στην εφηβεία άλλαξε εντελώς. Έπαιζε πόλεμο και κυνηγητό με τ’ αγόρια, δεν γούσταρε κούκλες αλλά αυτοκινητάκια και μια φορά την έπιασε η γιαγιά μου να βουτάει γόπες από το δρόμο και να κάνει πως καπνίζει. Ε ρε τι έγινε τότε… Που σε πονεί και που σε σφάζει και μετά δεύτερος γύρος από μαμά και μπαμπά. Δεν χαμπάριαζε όμως η μικρή μέχρι που μπήκε στην εφηβεία και γύρισαν τα πάνω κάτω.
Πίσω στο Μακούλη όμως. Ο Μακούλης λοιπόν, έμενε στον πρώτο με τους γονείς, τη μεγαλύτερη αδελφή του την Πόπη, τον παππού και τη γιαγιά. Η φυσιογνωμία της οικογένειας ήταν ο παππούς, ο κύριος Σεραφείμ. Έβγαινε πάντα καλοντυμένος με κουστούμι, γιλέκο γραβάτα, καπέλο και μπαστούνι. Το χαρακτηριστικό του όμως ήταν η μουστάκα του. Μεγάλο μαύρο μουστάκι τσιγγελωτό, που το έστριβε συνέχεια. Τώρα που το σκέφτομαι μάλλον το έβαφε. Τότε όμως δεν μας πέρναγαν τέτοιες πονηρές σκέψεις από το μυαλό. Ούτε μας εντυπωσίαζε που μας χάιδευε τα μαγουλάκια λέγοντας «Αρνάκια’ μ, αρνάκια’ μ…». Στις μαμάδες της γειτονιάς βέβαια δεν άρεσε αυτό. Λέγανε «καλημέρα» μ’ ένα ευγενικό μισοχαμόγελο και μας τράβαγαν διακριτικά. Όπως μόλις άρχισαν να μεγαλώνουν ο Μακούλης και η αδελφή μου, δεν άρεσε στις μαμάδες μας το κολλητηλίκι τους. Έτσι αποφάσισαν να τους χωρίσουν και το κατάφεραν. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως ποτέ δεν έδωσαν επαρκείς και κανονικές εξηγήσεις για τις πράξεις τους. Γιατί χώρισαν τα πιτσιρίκια, γιατί δεν μας άφηναν να πηγαίνουμε σπίτι τους, γιατί δεν έπρεπε ο παππούς να χαϊδεύει τα μαγουλάκια μας; Και γιατί την καημένη την Πόπη τη γλωσοτρώγανε συνέχεια; Όμορφο κορίτσι, «πεταχτό» λέγανε τα λαδικά της γειτονιάς. Είχε ξανθά, σγουρά μαλλιά όμορφο κορμί και ψηλά πόδια και φόραγε τα μίνι φουστανάκια της όπως όλα τα κορίτσια τότε. Και πήγαινε βόλτες. Το θανάσιμο αμάρτημα για τη γειτονιά, ήταν πως στις βόλτες μιλούσε με αγόρια. Μπορεί και να την είχαν δει να φιλιέται σε καμμιά γωνία. Έτσι ψιθύρισαν κάποιοι μπαμπάδες στις γυναίκες τους και μετά αυτές τα ψιθύρισαν μεταξύ τους. Ασυγχώρητα λάθη αυτά για την υπόληψη ενός κοριτσιού εκείνη την εποχή. Και λέγανε, λέγανε, λέγανε… Σ’ όλη τη γειτονιά υπήρχαν οι φωνές και οι ψίθυροι. Κάποιες φορές όμως οι ψίθυροι ήταν πιο εκκωφαντικοί κι από ξεφωνητά. Με ενοχλούσε πολύ αυτό το κουβεντολόι και με μπέρδευε ταυτόχρονα. Η δική μου η μαμά ήταν της άποψης (την άκουγα να τη λέει στις γειτόνισσες) πως δεν πειράζει να μιλάμε με αγόρια και καλύτερα μάλιστα να το κάνουμε για να μην πονηρέψουμε νωρίς. Γιατί αν δεν μας αφήνουν, θα πονηρέψουμε εξ αιτίας της απαγόρευσης. Αλλά τότε γιατί δεν άφηνε την αδελφή μου να κάνει παρέα με το Μακούλη; Και όλο και κάτι έλεγε για την αδελφή του. Τι σήμαινε «να πονηρέψουμε»; Δεν μπορούσα να καταλάβω το όριο ανάμεσα στο πονηρό και το όχι πονηρό. Μάλλον ούτε η μαμά το είχε ξεκάθαρο στο μυαλό της. Αυτές όμως δεν ήταν ερωτήσεις που τις έκανες στη μαμά σου εκείνα τα χρόνια. Το κακό ήταν πως ότι καταλαβαίναμε για «πονηρό», ότι και νάταν αυτό, γεννούσε ενοχές. Και πολλοί από μας κάνανε/με χρόνια να τις ξεκολλήσουνε/με από πάνω μας, αν το καταφέρανε/με κι αυτό…
Πάντως η μαμά της οικογένειας, η κυρία Μένη, πρέπει να τραβούσε το διάολό της. Με άντρα και πεθερό (και τι πεθερό) στο σπίτι, δύο παιδιά και πεθερά η οποία όμως μας άφησε νωρίς σχετικά. Έπρεπε να τους ταίζει, να τους ποτίζει, να τους παστρεύει, να τους ντύνει και να απολογείται και στις γειτόνισσες για την κόρη. Που σιγά και τι έκανε… Ήταν απλά κοπελίτσα, ομορφούλα που άρεσε στα αγόρια και την κοιτούσαν και της άρεσε αυτό. Σιγά τα ωά… Αλλά είπαμε, άλλες εποχές άλλα ήθη, άλλα πάθη.
Ούτε η μαμά της όμως γλύτωνε τα ψιθυρίσματα. Γιατί προσπαθούσε να είναι προσεγμένη και καλοντυμμένη. Και πως το έκανε αυτό έχοντας να φροντίσει όλο το λόχο με τις παραξενιές του; Με τον παππού που έπρεπε να έχει τα πάντα στην τρίχα και το σύζυγο που ήθελε επίσης να είναι στην τρίχα, για να την κερατώνει έλεγαν οι γλωσσούδες που τα μάθαιναν απ’ τους άντρες τους που κυκλοφορούσαν παραέξω από τη γειτονιά και τον είχαν δει να «γυρνάει»… Είχαν δεν είχαν δίκιο, κάποια στιγμή η Μένη τους σιχτίρισε και πήρε διαζύγιο και τότε ακόμα χειρότερα. Γιατί πήρε τον -καθόλου επίζηλο για την εποχή- τίτλο της ζωντοχήρας. Έφυγε από την πολυκατοικία με τα παιδιά και μετά δεν θυμάμαι… Μεγάλωνα κι εγώ και είχα τα δικά μου ντέρτια. Ομφαλοσκοπούσα όπως όλοι οι έφηβοι, πάντα και παντού. Δεν μου έμενε καιρός να παρατηρώ τους γύρω μου. Κι έτσι έχασα τα ίχνη τους. Ξέχασε κι η αδελφή μου το Μακούλη, χαμένη στις δικές της ομφαλοσκοπήσεις.

Οι φωτογραφίες υπάρχουν, όχι τόσο για τα πρόσωπα όσο για το φόντο. Είναι τραβηγμένες με ένα χρόνο διαφορά περίπου στο ίδιο σημείο. Στη Γωνία των οδών Μακεδονίας και Φλέμινγκ. Παρόλα αυτά στην πρώτη είμαστε με τη φιλενάδα από το σπίτι του Γιουλούντα και τις αδελφές μου αριστερά και δεξιά. Δεξιά το «Ανθούλη» και αριστερά η Δήμητρα, με τη μόνιμη έκφραση ζωχάδας που είχε στις φωτογραφίες σαν παιδί.
Η δεύτερη από τα βαφτίσια τους με τη μαμά και τη γιαγιά, την κυρία Στέλλα και τα κορίτσια. Όλες με τα καλά τους και γαρδένιες καρφιτσωμένες στα φουστάνια. Κι ένας πιτσιρικάς στην άκρη με το τοπ παιχνίδι της εποχής. Το «κατρακύλι». Το θυμάστε άραγε; Για το κατρακύλι την έβαλα. Και για το δρόμο. Χωματόδρομος η Μακεδονίας, χωματόδρομος κι η Φλέμινγκ (πρώην Μισδραχή). Αλλά ήδη έχουν αρχίσει και διακρίνονται πολυκατοικίες να ξεφυτρώνουν στη θέση των γκρεμισμένων σπιτιών.
Στις δύο φωτογραφίες φοράω το ίδιο φουστανάκι. Τη μια χρονιά ήταν το καλό μου και τη δεύτερη το φορούσα κάθε μέρα. Φοράω και τα ίδια παπουτσάκια. Τα καλά του ενός καλοκαιριού τα δίναμε στον τσαγκάρη και τα έκανε «ξώφτερνα» και τα φορούσαμε το επόμενο καλοκαίρι στο παιχνίδι…

Party βρεεεε….


Το ακούσατε. Το διαβάσατε. Να το πούμε κι άλλη μια να εμπεδώσετε;

Γίνεται πάρτι. Μεγάλο πάρτι. Με καλό σκοπό. Να μαζέψουμε πράγματα και χρήματα. Πράγματα και χρήματα για κάτι μικρά παιδάκια που ζουν με τις μαμάδες τους στις φυλακές και αποκαλούν τους φύλακες «μπαμπά»… Δεν το ξέρατε; Διαβάστε

εδώ να μάθετε. Και τώρα πια δεν είναι μόνο 15. Έφτασαν τα 26 ή 27. Ο panoptis το ξεκίνησε. Πήγαν μια φορά στον Κορυδαλλό. Πήγαν δεύτερη στη Θήβα. Οι ανάγκες όμως είναι πολλές. Και ποτέ δεν τελειώνουν. Ελάτε όλοι λοιπόν. Φέρτε και ότι μπορείτε. Και κυρίως φέρτε κέφι και καλή διάθεση. Για να περάσουμε καλά.

Α, έχει και είσοδο 5 ευρά. Όχι για τα έξοδα του πάρτι. Για τα πιτσιρίκια κι αυτά.

Ξεκουνηθείτε!!! Πόσο καιρό έχετε να πάτε σ’ ένα καλό πάρτι; Με ωραία μουσική και χορό; Ωραίο κόσμο και ποτάκια; Πολύ ε; Κι εγώ… Άσε που θα δούμε ο ένας τη μούρη του άλλου. Λίγο είναι;
Λεπτομέρεις για το που, πότε κλπ
εδώ.

Η κυρία Χρυσή


Έμενε μόνη με το γυιό της τον Άρη. Χήρα η κυρία Χρυσή, είχε δύο παιδιά. Τον Άρη, που έμενε μαζί της μέχρι που παντρεύτηκε και το «γιατρό». Άμα ήσουν γιατρός εκείνη την εποχή δεν είχες και όνομα. Τι σημασία είχε αν σε λέγαν Γιώργο, Νίκο ή Παναγιώτη… Το γιατρός ήταν που είχε σημασία. Ο γιατρός λοιπόν είχε και ένα γυιό, το Φαιδωνάκι. Τι είχε τραβήξει ο καημένος από τα τέρατα της γειτονιάς, κάθε φορά που ερχόταν οικογενειακώς να κάνουν επίσκεψη στη γιαγιά! Ο μικρός ήταν θεόρατος. Ήταν το πιο χοντρό παιδί που είχα δει στη μέχρι τότε ζωή μου. Ολοστρόγγυλος, με μάγουλα κόκκινα και σαν έτοιμα να εκραγούν. Και φυσικά σαν γυιός γιατρού που ήταν, πάντα ντυμένος με τα καλά του. Κατέβαινε να παίξει μαζί μας στο χωματόδρομο και έβρισκε το διάολό του. Από τη μια να μη λερώσει τα ρούχα κι από την άλλη να έχει εμάς να προσπαθούμε να τον πείσουμε πως είναι τόσο χοντρός, γιατί τον έχουν φουσκώσει με αέρα και να τον κυνηγάμε μια φορά με καρφίτσα να τον τρυπήσουμε να φύγει ο αέρας και να ξεφουσκώσει. Τέρατα κι εμείς αλλά κι αυτός πολύ χοντρός ρε παιδί μου… Όντως, ακόμα και τώρα που τον θυμάμαι, έχω την εντύπωση πως τα μάγουλα του αν τα τρύπαγες με μια καρφίτσα θα έκαναν φσσσττττ… και ξαφνικά θα γινόταν σαν ξεφουσκωμένη μπάλα. Τόσο έτοιμα να εκραγούν ήταν. ΅Εκείνη την εποχή όμως δεν γίνονταν εκστρατείες κατά της παιδική παχυσαρκίας. Είκοσι και κάτι χρόνια μετά την κατοχή, το πάχος και τα φουσκωμένα μάγουλα ήταν ένδειξη καλοταϊσμένων και υγιών παιδιών. Γιαυτό μας κυνηγούσε η μάνα μου και η γιαγιά μου να μας ταίσουν με το ζόρι, γιατί έλεγαν πως μοιάζαμε με παιδιά από τη Μπιάφρα και πάλι τους κάναμε ρεζίλι που δεν βάζαμε γραμμάριο πάνω μας. «Θα νομίζει ο κόσμος πως σας αφήνουμε νηστικές» έλεγε η μαμά και «Α ρε, μια κατοχή που σας χρειάζεται» έλεγε ο μπαμπάς, κάθε φορά που στραβομουτσουνιάζαμε μπροστά στο πιάτο. Ακόμα θυμάμαι το μπαμπά μου να χορεύει όταν με ανέβασε σε ζυγαριά, ένα μήνα περίπου μετά που έβγαλα τις αμυγδαλές μου, και είδε πως είχα πάρει εννιά ολόκληρα κιλά! Εδώ που τα λέμε πρέπει να παραήμουν αδύνατη. 25 κιλά και το πιο ψηλό κορίτσι της τάξης. Ξέφυγα όμως πάλι…
Ο Άρης, ο γυιός της κυρίας Χρυσής είχε τρία χαρακτηριστικά. Ήταν χοντρός, είχε μηχανή και είχε το ένα πόδι πιο κοντό από το άλλο γιατί μικρός είχε περάσει πολυομυελίτιδα. Μας εντυπωσίαζε φοβερά που οδηγούσε τη μηχανή και όταν κατέβαινε το ένα παπούτσι του ήταν πολύ ψηλό σε σχέση με το άλλο. Σαν παπούτσι με τακούνι κι αυτό κάπως μας φαινόταν. Ακούς άντρας με τακούνια!!! Κι ας ξέραμε πως είναι κουσούρι από την αρρώστια. Ήταν ένα θέμα για το οποίο οι μεγάλοι χαμήλωναν τη φωνή όταν αναφέρονταν σ’ αυτό, όπως τη χαμήλωναν όποτε μιλούσαν για κακιές αρρώστιες. Κάποια στιγμή ο Άρης παντρεύτηκε τη Λευκή, μια όμορφη μελαχροινούλα, και έφυγε από το σπίτι. Και η γειτονιά μουρμούρισε για το πόσο καλό κορίτσι ήταν η Λευκή που πήρε το «σακάτη» και πως μάλλον τον πήρε γιατί δεν είχε προίκα γιατί αλλιώς γιατί; και όλοι της προδιέγραφαν ένα δυσοίωνο μέλλον, με πεθερά τη Χρυσή που ήταν κολλημένη στο γυιό της όπως και ο γυιός της σ’ αυτήν. Δεν είμαι σίγουρη για το αν επιβεβαιώθηκαν οι Κασσάνδρες αλλά έχω την αίσθηση πως μάλλον ναι. Παρόλα αυτά, τη Λευκή τη θυμάμαι πάντα να έρχεται μ’ ένα χαμόγελο που έκανε να φανούν τα δύο αραιά μπροστινά της δόντια (που τότε το θεωρούσα την επιτομή της γοητείας…) και το λακκάκι στο πηγούνι.
Η κυρία Χρυσή πάντως -παρόλο που τη φοβόμασταν λίγο- μαζί με την κυρία Μένη που έμενε δίπλα, ήταν αυτή που τάιζε την αδελφή μου, όταν η μικρή είχε τη φαεινή ιδέα πως αν είχε φάει από νωρίς δεν θα αναγκαζόταν να αφήσει το παιχνίδι και ν’ ανέβει το μεσημέρι στο σπίτι για φαγητό. Έτσι κατά τις 12 το μεσημέρι, γύριζε στα σπίτια της γειτονιάς και ζητούσε λίγο ψωμάκι και τυράκι. Μια μέρα; Δύο; Τρεις; Μέχρι που την πήρε χαμπάρι η μάνα μου και την πέρασε ένα χέρι ξύλο, για να μάθει να μη γυρνάει σαν το ζήτουλα να μας ρεζιλεύει στη γειτονιά… Ακούς εκεί να ζητάει φαγητό λες και στο σπίτι μας δεν είχαμε όλα τα καλά του θεού!!!…
Φοβερή ιδέα είχε η αδελφή μου και ακόμα γελάω με την εφευρετικότητά της, αλλά πνίγηκε γρήγορα στη ανελέητη λογική της μαμάς και σ’ ένα γερό μπερντάκι. Πόσο αλλάξαν τα πράγματα από τότε αλήθεια…

Εδώ οι καλές κασέτες


Η κυρά συνομιλία είχε ιδέες… Και μ΄έβαλε να ανοίξω το μεγάλο συρτάρι να βρω κασέτα λέει, που μ’ αρέσει και σημαίνει πράγματα για μένα. Άμα ανοίξει το συρτάρι όμως δεν μπορεί να βγει μόνο μια κασέτα. Μία είπες συνομιλία μου, αλλά δεν γίνεται.


Έχουμε και λέμε λοιπόν.

Δύο κασέτες από το 1980 (έχω και πιο παλιές) Οι δύο διαστροφές. Μου τις χάρισαν και έχουν διάφορα τραγούδια ανακατεμένα. Διαφορετικά είδη μουσικής να διαδέχονται το ένα το άλλο. Τις έλιωσα να τις ακούω και ακόμα παίζουν (αλήθεια) αν και έχω χρόνια να πατήσω το play στο κασετόφωνο. Η τρίτη έχει τον καταπληκτικό τίτλο «Μαλακία Ι». Υπήρχε και η «Μαλακία ΙΙ» αν και δεν την βρήκα με την πρώτη ματιά. Κι εδώ ανακατεμένη κλασική μουσική και πανκ. Sex Pistols και στο καπάκι Prokofiev. Από τότε μου άρεσαν οι μπερδεμένες μουσικές.

Η τέταρτη δεν έχει τίτλο, είναι η Νο 1 (υπάρχει και Νο 2), με ελληνικές επιλογές. Πάλι είναι δώρα. Και πάλι τις είχα λιώσει. Διάλεξα τη Νο1 γιατί είχε το τραγούδι των «Χειμερινών Κολυμβητών» ¨Ο ξένος» που το πρωτάκουσα σ’ αυτή την κασέτα και έπαθα πλάκα και το «Δικό μου» του Γιώργου Μάγγα που είναι ένας καταπληκτικός αυτοσχεδιασμός εντελώς τζαζ…

Αυτά συνομιλία μου. Δεν μπορούσα να διαλέξω μόνο μία…. Οπότε παραβίασα λίγο τους κανόνες.
Vlaxos έχεις σύνδεση; Θέλεις να μας δείξεις την/τις κασέτες σου; (σίγουρα έχεις κάτι τις…)
manetarius; . . . ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ . . .; Lenio-Walker; Ή όποιος άλλος θέλει…