Στον πρώτο όροφο έμενε και ο Μακούλης με την οικογένειά του. Ποιός ήταν ο Μακούλης; Ο κολλητός της αδελφής μου. Κι όταν λέμε κολλητός, εννοούμε πως μόνο το βράδυ που μαζευόμασταν στο σπίτι για ύπνο χωρίζανε αυτά τα δύο. Θρηνώντας το καθένα στην αγκαλιά της μαμάς του και απλώνοντας τα χεράκια το ένα προς το άλλο. «Μακούλη μου…» φώναζε η αδελφή μου, «Ανθούλη μου…» φώναζε ο Μακούλης. Ξανθός και σγουρομάλης ο Μακούλης. Ήσυχο παιδάκι και η δικιά μου που ήταν τότε τσαμπουκαλού, τον είχε υπό την προστασία της. «Ποιός πείραξε το Μακούλη μου» έλεγε και όρμαγε σε όποιον τον πείραζε κι ας έπρεπε να τα βάλει με το πιο δυνατό αγόρι της γειτονιάς. Αγοροκόριτσο σκέτο που μόλις μπήκε στην εφηβεία άλλαξε εντελώς. Έπαιζε πόλεμο και κυνηγητό με τ’ αγόρια, δεν γούσταρε κούκλες αλλά αυτοκινητάκια και μια φορά την έπιασε η γιαγιά μου να βουτάει γόπες από το δρόμο και να κάνει πως καπνίζει. Ε ρε τι έγινε τότε… Που σε πονεί και που σε σφάζει και μετά δεύτερος γύρος από μαμά και μπαμπά. Δεν χαμπάριαζε όμως η μικρή μέχρι που μπήκε στην εφηβεία και γύρισαν τα πάνω κάτω.
Πίσω στο Μακούλη όμως. Ο Μακούλης λοιπόν, έμενε στον πρώτο με τους γονείς, τη μεγαλύτερη αδελφή του την Πόπη, τον παππού και τη γιαγιά. Η φυσιογνωμία της οικογένειας ήταν ο παππούς, ο κύριος Σεραφείμ. Έβγαινε πάντα καλοντυμένος με κουστούμι, γιλέκο γραβάτα, καπέλο και μπαστούνι. Το χαρακτηριστικό του όμως ήταν η μουστάκα του. Μεγάλο μαύρο μουστάκι τσιγγελωτό, που το έστριβε συνέχεια. Τώρα που το σκέφτομαι μάλλον το έβαφε. Τότε όμως δεν μας πέρναγαν τέτοιες πονηρές σκέψεις από το μυαλό. Ούτε μας εντυπωσίαζε που μας χάιδευε τα μαγουλάκια λέγοντας «Αρνάκια’ μ, αρνάκια’ μ…». Στις μαμάδες της γειτονιάς βέβαια δεν άρεσε αυτό. Λέγανε «καλημέρα» μ’ ένα ευγενικό μισοχαμόγελο και μας τράβαγαν διακριτικά. Όπως μόλις άρχισαν να μεγαλώνουν ο Μακούλης και η αδελφή μου, δεν άρεσε στις μαμάδες μας το κολλητηλίκι τους. Έτσι αποφάσισαν να τους χωρίσουν και το κατάφεραν. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως ποτέ δεν έδωσαν επαρκείς και κανονικές εξηγήσεις για τις πράξεις τους. Γιατί χώρισαν τα πιτσιρίκια, γιατί δεν μας άφηναν να πηγαίνουμε σπίτι τους, γιατί δεν έπρεπε ο παππούς να χαϊδεύει τα μαγουλάκια μας; Και γιατί την καημένη την Πόπη τη γλωσοτρώγανε συνέχεια; Όμορφο κορίτσι, «πεταχτό» λέγανε τα λαδικά της γειτονιάς. Είχε ξανθά, σγουρά μαλλιά όμορφο κορμί και ψηλά πόδια και φόραγε τα μίνι φουστανάκια της όπως όλα τα κορίτσια τότε. Και πήγαινε βόλτες. Το θανάσιμο αμάρτημα για τη γειτονιά, ήταν πως στις βόλτες μιλούσε με αγόρια. Μπορεί και να την είχαν δει να φιλιέται σε καμμιά γωνία. Έτσι ψιθύρισαν κάποιοι μπαμπάδες στις γυναίκες τους και μετά αυτές τα ψιθύρισαν μεταξύ τους. Ασυγχώρητα λάθη αυτά για την υπόληψη ενός κοριτσιού εκείνη την εποχή. Και λέγανε, λέγανε, λέγανε… Σ’ όλη τη γειτονιά υπήρχαν οι φωνές και οι ψίθυροι. Κάποιες φορές όμως οι ψίθυροι ήταν πιο εκκωφαντικοί κι από ξεφωνητά. Με ενοχλούσε πολύ αυτό το κουβεντολόι και με μπέρδευε ταυτόχρονα. Η δική μου η μαμά ήταν της άποψης (την άκουγα να τη λέει στις γειτόνισσες) πως δεν πειράζει να μιλάμε με αγόρια και καλύτερα μάλιστα να το κάνουμε για να μην πονηρέψουμε νωρίς. Γιατί αν δεν μας αφήνουν, θα πονηρέψουμε εξ αιτίας της απαγόρευσης. Αλλά τότε γιατί δεν άφηνε την αδελφή μου να κάνει παρέα με το Μακούλη; Και όλο και κάτι έλεγε για την αδελφή του. Τι σήμαινε «να πονηρέψουμε»; Δεν μπορούσα να καταλάβω το όριο ανάμεσα στο πονηρό και το όχι πονηρό. Μάλλον ούτε η μαμά το είχε ξεκάθαρο στο μυαλό της. Αυτές όμως δεν ήταν ερωτήσεις που τις έκανες στη μαμά σου εκείνα τα χρόνια. Το κακό ήταν πως ότι καταλαβαίναμε για «πονηρό», ότι και νάταν αυτό, γεννούσε ενοχές. Και πολλοί από μας κάνανε/με χρόνια να τις ξεκολλήσουνε/με από πάνω μας, αν το καταφέρανε/με κι αυτό…
Πάντως η μαμά της οικογένειας, η κυρία Μένη, πρέπει να τραβούσε το διάολό της. Με άντρα και πεθερό (και τι πεθερό) στο σπίτι, δύο παιδιά και πεθερά η οποία όμως μας άφησε νωρίς σχετικά. Έπρεπε να τους ταίζει, να τους ποτίζει, να τους παστρεύει, να τους ντύνει και να απολογείται και στις γειτόνισσες για την κόρη. Που σιγά και τι έκανε… Ήταν απλά κοπελίτσα, ομορφούλα που άρεσε στα αγόρια και την κοιτούσαν και της άρεσε αυτό. Σιγά τα ωά… Αλλά είπαμε, άλλες εποχές άλλα ήθη, άλλα πάθη.
Ούτε η μαμά της όμως γλύτωνε τα ψιθυρίσματα. Γιατί προσπαθούσε να είναι προσεγμένη και καλοντυμμένη. Και πως το έκανε αυτό έχοντας να φροντίσει όλο το λόχο με τις παραξενιές του; Με τον παππού που έπρεπε να έχει τα πάντα στην τρίχα και το σύζυγο που ήθελε επίσης να είναι στην τρίχα, για να την κερατώνει έλεγαν οι γλωσσούδες που τα μάθαιναν απ’ τους άντρες τους που κυκλοφορούσαν παραέξω από τη γειτονιά και τον είχαν δει να «γυρνάει»… Είχαν δεν είχαν δίκιο, κάποια στιγμή η Μένη τους σιχτίρισε και πήρε διαζύγιο και τότε ακόμα χειρότερα. Γιατί πήρε τον -καθόλου επίζηλο για την εποχή- τίτλο της ζωντοχήρας. Έφυγε από την πολυκατοικία με τα παιδιά και μετά δεν θυμάμαι… Μεγάλωνα κι εγώ και είχα τα δικά μου ντέρτια. Ομφαλοσκοπούσα όπως όλοι οι έφηβοι, πάντα και παντού. Δεν μου έμενε καιρός να παρατηρώ τους γύρω μου. Κι έτσι έχασα τα ίχνη τους. Ξέχασε κι η αδελφή μου το Μακούλη, χαμένη στις δικές της ομφαλοσκοπήσεις.

Οι φωτογραφίες υπάρχουν, όχι τόσο για τα πρόσωπα όσο για το φόντο. Είναι τραβηγμένες με ένα χρόνο διαφορά περίπου στο ίδιο σημείο. Στη Γωνία των οδών Μακεδονίας και Φλέμινγκ. Παρόλα αυτά στην πρώτη είμαστε με τη φιλενάδα από το σπίτι του Γιουλούντα και τις αδελφές μου αριστερά και δεξιά. Δεξιά το «Ανθούλη» και αριστερά η Δήμητρα, με τη μόνιμη έκφραση ζωχάδας που είχε στις φωτογραφίες σαν παιδί.
Η δεύτερη από τα βαφτίσια τους με τη μαμά και τη γιαγιά, την κυρία Στέλλα και τα κορίτσια. Όλες με τα καλά τους και γαρδένιες καρφιτσωμένες στα φουστάνια. Κι ένας πιτσιρικάς στην άκρη με το τοπ παιχνίδι της εποχής. Το «κατρακύλι». Το θυμάστε άραγε; Για το κατρακύλι την έβαλα. Και για το δρόμο. Χωματόδρομος η Μακεδονίας, χωματόδρομος κι η Φλέμινγκ (πρώην Μισδραχή). Αλλά ήδη έχουν αρχίσει και διακρίνονται πολυκατοικίες να ξεφυτρώνουν στη θέση των γκρεμισμένων σπιτιών.
Στις δύο φωτογραφίες φοράω το ίδιο φουστανάκι. Τη μια χρονιά ήταν το καλό μου και τη δεύτερη το φορούσα κάθε μέρα. Φοράω και τα ίδια παπουτσάκια. Τα καλά του ενός καλοκαιριού τα δίναμε στον τσαγκάρη και τα έκανε «ξώφτερνα» και τα φορούσαμε το επόμενο καλοκαίρι στο παιχνίδι…

Advertisements