Ραντεβού το Σεπτέμβρη


Η Daria Pavlovna φεύγει. Κλείνει το μαγαζί και πάει διακοπές. Έλεγα να πάω πίσω στις παγωμένες στέπες της Σιβηρίας αλλά το μετάνοιωσα και θα πάω θάλασσα. Αν βρίσκω πρόσβαση, θα μπαίνω να κάνω καμμιά βόλτα και στους διαδικτυακούς δρόμους. Αλλιώς τα λέμε το Σεπτέβρη.
Καλές διακοπές και φιλιά στα μούτρα σας…
Advertisements

αλάνες


Θυμάται κανείς τις αλάνες; Σκέφτομαι πως για τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα στις πόλεις, η λέξη «αλάνα» είναι κενή νοήματος. Μια λέξη στο λεξικό ή στα βιβλία που δεν μπορούν να τη μετατρέψουν σε εικόνα στο μυαλό τους.
Αλάνες λοιπόν. Γεμάτες χώμα, σκόνη, πέτρες, χόρτα…. Ό,τι πρέπει για να κυκλοφοράει ένα πιτσιρίκι με τα γόνατα μόνιμα γδαρμένα και μπανταρισμένα. Είχαμε πολλές αλάνες στη γειτονιά. Τρεις τουλάχιστον. Η αλάνα της Μακεδονίας, η αλάνα της Δελφών και τα «βουναλάκια». Τις έχω μετρήσει όλες με τα γόνατά μου, μέτρο μέτρο. Όλα τα πετραδάκια τους είχαν πάνω τους αίμα από τα ανοιγμένα μου γόνατα και τους αγκώνες.
Η αλάνα της Μακεδονίας ήταν ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και στη μια άκρη του ήταν ένα εργαστήριο που έφτιαχνε τελάρα για φρούτα. Το «εργοστάσιο», έτσι το λέγαμε. Ήταν στην πάνω μεριά της Μακεδονίας, μετά την Ιταλίας. Μύριζε ξύλο και το χώμα ήταν ανακατεμμένο με πριονίδι από το «εργοστάσιο». Με τρέλαινε η μυρωδιά εκεί. Μαζευόμασταν εκεί τα καλοκαιρινά βράδυα, ένα μελίσσι παιδιά όταν το σκάγαμε από τους γονείς και παίζαμε. Κυνηγητά, κρυφτό, το «λουρί της μάνας» (το θυμάται κανείς άραγε αυτό το παιχνίδι;), «τζαμί»…. Ήταν ιδανικά για κρυφτό. Εκατοντάδες καβάντζες να χωθούμε συν το «εργοστάσιο» που δεν ήταν δύσκολο να μπούμε μέσα. Κανένας δεν φοβότανε το σκοτάδι –άντε λίγο- και κανένας γονιός δεν σκεφτότανε στα σοβαρά πως παίζαμε δυό τετράγωνα παραπέρτα στα σκοτάδια –άντε λίγοι…
Από την κάτω μεριά ήταν η αλάνα της Δελφών. Στην ουσία απέναντι ήταν αυτές οι δύο η μία από την άλλη. Ήταν όλο το οικοδομικό τετράγωνο ανάμεσα στην Ορέστου, τη Δελφών και τη Μητροπούλου. Με μια μόνο πολυκατοικία στη μια γωνία. Εκεί υπήρχε το ζαχαροπλαστείο της Λέλας. Το βράδυ μαζεύονταν εκεί οι μπαμπάδες και κάθονταν για κουβεντούλα. Εμείς λυσσάγαμε στο παιχνίδι. Εφευρίσκαμε διάφορα παιχνίδια πέρα από τα κλασικά. Ένα καλοκαίρι τα αγόρια της γειτονιάς βρήκαν τον τρόπο να ακινητοποιούν τα κορίτσια τρομαγμένα. Έδεναν στην άκρη ενός σκοινιού ένα κομμάτι συρματάκι ψιλό που έτριβαν οι μανάδες τις κατσαρόλες. Του έβαζαν φωτιά και το στριφογύριζαν μπροστά στα κορίτσια που κόλλαγαν τρομαγμένα στον τοίχο της μοναδικής πολυκατοικίας. Έβγαζε σπίθες μέχρι να καεί τελείως και ήταν θεαματικότατο και τρομαχτικότατο για τις πιτσιρίκες.
Το άλλο καταπληκτικό παιχνίδι ήταν τα φυσοκάλαμα. Γνωστό σε όλους τους πιτσιρικάδες της γενιάς μας. Πλαστικοί, λεπτοί σωλήνες μέσα από τους οποίους πέρναγαν τα καλώδια στις πολυκατοικίες που χτίζονταν. Τρελή ανοικοδόμηση εκείνη την εποχή, δεν μέναμε ποτέ από «όπλα». Τα «βλήματα» ήταν χωνάκια από χαρτί. Το παιχνίδι εκείνου του καλοκαιριού λοιπόν, ήταν ιδιαιτέρως εμπνευσμένο. Βάζαμε μέσα στα χωνάκια καρφίτσες και κάναμε αγώνες για το ποιός θα καρφώσει τα πιο πολλά χωνάκια στις ρόδες των αυτοκινήτων που περνούσαν. Κινούμενοι στόχοι. Μέχρι που κάποια στιγμή ένας από μας αστόχησε και αντί να καρφωθεί το χωνάκι στις ρόδες πέρασε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, μπροστά από τα μάτια του ταξιτζή. Κοκκάλωσε το αμάξι ο άνθρωπος και βγήκε έξω έξαλλος. Είπε τα καθέκαστα στους μπαμπάδες που βρήκε μπροστά του και έγινε της… Βαγδάτης. Να φεύγουν πιτσιρίκια προς όλες τις κατευθύνσεις και μπαμπάδες να τα κυνηγάνε φωνάζοντας. Κι όποιος έπεφτε στα χέρια τους, που σε πονεί και που σε σφάζει…. Μετά απ’ αυτό έληξε άδοξα η σκοποβολή με στόχο τις ρόδες των αυτοκινήτων.
Τρίτη αλάνα στη σειρά ήταν τα «βουναλάκια». Στα μάτια μας φαίνονταν κάτι χαμηλότερο από το Χορτιάτη. Απέναντι από την προηγούμενη αλάνα, ήταν ένα παλιό εργοστάσιο του Αλλατίνι που καταστράφηκε από πυρκαγιά. Τα συντρίμια σχημάτισαν βουναλάκια, καλύφτηκαν με τον καιρό με χώμα και αγριόχορτα και έγιναν τα «βουναλάκια» μας. Δύο πολυκατοικίες στη γωνία και όλο το υπόλοιπο για πάρτη μας. Καβάτζες απίθανες για κρυφτό, τσουκνίδες που μας έκαναν χάλια τα πόδια αλλά και μολόχες δίπλα για αντίδοτο. Και σκοτάδι πίσσα τα βράδυα. Εννοείτε πως κανένας δεν είχε σκεφτεί να υπάρχει φωτισμός εκεί. Κάθε φορά που περνούσα μόνη μου από κει βράδυ, ανάμεσα στις δυό θεοσκότεινες αλάνες, έτρεμε το φυλοκάρδι μου. Ακόμα το βλέπω στο ύπνο μου να περνάω και να ξαναγεννιέται ο ίδιος φόβος…
Κάποτε αποφασίσαμε να φτιάξουμε μια καλύβα στα βουναλάκια. Ποιός ξέρει που το είδαμε στην τηλεόραση (όσοι είχαν) και σκεφτήκαμε πως θέλουμε κι εμείς κάτι τέτοιο. Βρήκαμε ξύλα και καδρόνια, χαρτόκουτα για τους τοίχους. Τα προβλήματα άρχισαν όταν προσπαθήσαμε να σκάψουμε το χώμα για να χώσουμε τις «κολώνες» της παράγκας μας. Χωρίς εργαλεία, προσπαθούσαμε να σκάψουμε με μεγάλες μυτερές πέτρες το χώμα που δεν ήταν όμως στην ουσία χώμα αλλά τα μπάζα του εργοστασίου. Σαν να προσπαθείς να σκαλίσεις βράχο με σφουγγάρι. Το παλαίψαμε μια δυό μέρες και στο τέλος εγκαταλείψαμε την προσπάθεια και μαζί τα υλικά για την παράγκα των ονείρων μας. Τώρα στα «βουναλάκια» μας υπάρχει άλλη μια πολυκατοικία με μεγάλο γκαράζ, ένα σχολείο και μια παιδική χαρά. Και τα βουναλάκια είναι μια ακόμα ανάμνηση.

Η φωτογραφία δεν είναι από τότε. Την βρήκα μ’ ένα γκούγκλισμα αλλά οι πιτσιρικάδες παίζουν το «τζαμί» γιαυτό την έβαλα.

Θεσσαλονίκη



Σουρουποσόροπο και κόκκινα σύννεφα δίπλα στο Λευκό Πύργο, αεράκι και καλή παρέα, καφεδάκια, μπυρίτσες και ποτάκια…
Κράτησε λίγο, μόνο ένα βραδάκι. Αν κρατούσε πολύ θα γινόταν συνήθεια και ίσως δεν θα το έβλεπα τόσο όμορφο; Αν και η ομορφιά δεν συνηθίζεται. Ή όχι;

Ο κύριος Ντίνος και η κυρία Σουζάννα.


Αχ, η κυρία Σουζάννα… Σύζυγος του κυρίου Ντίνου. Είχαν δύο κόρες, τη Μαρία και την Πέπη. Μεγάλες κοπέλες και οι δύο σε σχέση με μας. Και όμορφες. Ξεχώριζε η οικογένεια Γούση στη γειτονιά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ξεχώριζαν. Δεν θυμάμαι τι δουλειά έκανε ο κύριος Ντίνος αλλά τον θυμάμαι πάντα καλοντυμένο, καλοξυρισμένο, ψηλό και αδύνατο με γκρίζα μαλλιά, και πολύ ευγενικό. Το ίδιο ευγενική ήταν και η γυναίκα του και οι κόρες του. Η κυρία Σουζάννα ποτέ δεν ήταν αχτένιστη ή με άβαφα και απεριποίητα νύχια. Μου θύμιζε πάντα τις κυρίες στις ταίνίες του ασπρόμαυρου ελληνικού σινεμά αλλά χωρίς την ξιπασιά. Και το σπίτι τους μου φαινόταν το πιο κομψό της γειτονιάς. Το διαμέρισμά τους ήταν κάτω ακριβώς από το δικό μας και τα καλοκαίρια που φεύγανε για παραθέριση στο σπίτι που είχαν στην Περαία (ναι, η Περαία τότε ήταν τόπος διακοπών και όχι προέκταση της πόλης…), η μαμά μου αναλάμβανε να ποτίζει τη μεγάλη καμέλια που είχαν στο μπαλκόνι. Όχι πως είχαμε κλειδιά και τέτοια. Με λάστιχο μακρύ από το μπαλκόνι μας την ποτίζαμε. Η κυρία Σουζάννα αγαπούσε πολύ την καμέλια της με τα καταπράσινα φύλλα και τα κατακόκκινα λουλούδια και η δικές μου (μάνα και γιαγιά) λάτρευαν όλα τα λουλούδια. Έτσι η καμέλια δεν είχε ποτέ έλλειψη ποτίσματος. Εμείς άλλωστε τα καλοκαίρια δεν κουνάγαμε ρούπι, πέρα από τις ημερήσιες εκδρομές κάποιες Κυριακές στη Χαλκιδική.
Παρένθεση. Στη Χαλκιδική πρωτοπήγαμε όταν ακόμα δεν είχε δρόμους. Στις παραλίες που τώρα δεν βρίσκεις τόπο ν’ απλώσεις την πετσέτα σου, κατεβαίναμε από τα βράχια. Εμείς και κανά δυό γερμανοί τουρίστες. Τότε που οι χαλκιδικιώτες όταν ήθελαν να «ρίξουν» ένα παιδί τους του έδιναν τις «αμμούδες» και έλεγαν στο μπαμπά να ρίξει μια πέτρα κι όπου φτάσει, δικό του το μέρος για ψίχουλα. Τότε όμως ο μπαμπάς είχε άλλες προτεραιότητες και δεν αγόρασε οικόπεδο για ένα κομμάτι ψωμί… Κλείσιμο της παρένθεσης.
Όταν πήγαμε η μεγάλη κόρη τους, η Πέπη, πρέπει να είχε τελειώσει το γυμνάσιο (εξατάξιο τότε) και η Μαρία να ήταν στις τελευταίες τάξεις. Η Πέπη βρήκε δουλειά και σε λίγο παντρεύτηκε το Γιάννη και έφυγε από το σπίτι. Εντυπωσιαστήκαμε όλοι από το Γιάννη. Ήταν σαν τους γόητες του σινεμά. Με μακρύ μαλλί, μοντέρνο ντύσιμο… Δεν κυκλοφορούσαν τέτοιοι άντρες στη γειτονιά. Μόνο οι γονείς της δεν φάνηκε να χάρηκαν για το γαμπρό τους. Τον θεωρούσαν κάτι σαν το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχαν άδικο. Πολύ γρήγορα γέννησε και τα δίδυμα, τον Κωστάκη και τον Αντωνάκη. Ακόμα τα θυμάμαι, 4-5 χρόνια μικρότερα από μας, στο μπαλκόνι της γιαγιάς τους. Δίδυμες οι αδελφές μου γαλανομάτες και ξανθούλες, δίδυμα και ξανθούλικα της κυρίας Σουζάννας. Και ολόιδια, πολύ δύσκολο να τα ξεχωρίσουμε, όχι σαν τις δικές μας. Και τότε καταλάβαμε γιατί έγινε τόσο ξαφνικά ο γάμος και γιατί οι γονείς της δεν προέβαλλαν τις αντιρρήσεις τους παρόλο που δεν ήθελαν το Γιάννη για γαμπρό. Δεν κράτησε πολύ ο γάμος με το γόη. Ήταν τυπικός γόης-αλήτρα. Νομίζω είχε μαγαζί (μπαράκι, κλαμπάκι; Νύχτα πάντως…) άλλα έφταναν στ’ αυτιά μας μέσα από τα μισόλογα των μεγάλων ιστορίς για χαρτοπαιξίες, γκόμενες και τέτοια. Τον παράτησε γρήγορα η Πέπη και καλά έκανε. Όμορφη κοπέλα, μορφωμένη για την εποχή και δυναμική, σιγά μην έμενε μαζί του να την ταλαιπωρεί. Άλλο που δεν ήθελαν οι γονείς της. Τη θυμάμαι να έρχεται με τα δίδυμα να τους δει, πάντα κομψή και μοδάτη με τα παιδιά το ίδιο κουκλιά. Δεν ξέρω τι έγιναν μετά που τους χάσαμε όλους αλλά νομίζω πως καλά πήγε η ζωή της. Πάντως είναι η πρώτη χωρισμένη που οι μεγάλοι δεν την αποκαλούσαν ζωντοχήρα μ’ έναν «ιδιαίτερο» τρόπο και που χάρηκαν που ξαπόστειλε τον άντρα της. Οι μεγάλοι, τα καλοκαιρινά βράδυα που έβγαζαν καρεκλίτσες και κάθονταν και τα λέγανε, δεν τους κουτσομπόλευαν πολύ φανερά και πολύ άγρια τους Γούσηδες, γιατί όλοι κατά κάποιο τρόπο τους σέβονταν. Μόνο που κουνούσαν το κεφάλι και έλεγαν για το πόσο κακό μπορούν να κάνουν τα παιδιά στον εαυτό τους και στους γονείς τους, όταν είναι άμυαλα και παρασύρονται να ερωτευτούν τον πρώτο τυχόντα όμορφο και δεν ακούν τους γονείς που ξέρουν αυτοί από τη ζωή… Και δώστου να φοβάμαι εγώ μη μεγαλώσω και ερωτευτώ κάποιο εντελώς ερωτεύσιμο ρεμάλι και κάνω κακό σε μένα και τους γονείς μου, άσε που θα λέει κι ο κόσμος όσα έλεγε για την Πέπη. Που τελικά δεν έλεγε και πολλά γιατί ήταν καλό κορίτσι από καλή οικογένεια αλλά παρτασύρθηκε από το ρεμάλι.
Η Μαρία, η μικρή, ήταν πιο χαμηλών τόνων. Δεν ερωτεύτηκε ρεμάλι αλλά δεν θυμάμαι και τι έκανε τελειώνοντας το σχολείο.
Πάντως όποτε βρισκόμασταν για κάποιο λόγο στο σπίτι τους η κυρία Σουζάννα μας κερνούσε κάτι ωραίο και όταν η μαμά τη ρώτησε αν την ενοχλούμε όταν πιάναμε το τραγούδι και δεν σταματούσαμε (γιατί είχαμε ρεπερτόριο για τρεις ώρες και τότε δεν υπήρχαν τηλεόραση και play station να κάθονται τα παιδιά μουγγά μπροστά τους) ή όταν πλακωνόμασταν στον καυγά, η κυρία Σουζάννα της είπε πως το τραγούδι μας ήταν αγγελικό (!) και οι καυγάδες μας παιδικοί. Είχε να το λέει από τότε η μαμά. Πως η κυρία Σουζάννα, που την είχε σε μεγάλη εκτίμηση, είπε πως τα παιδιά της ήταν σαν χορωδία αγγέλων όταν τραγουδούσαν κι εμείς φυσικά καμαρώναμε σαν γύφτικα σκεπάρνια…

ξεblogoπαίγνιον


Το Ξεblogάρισμα ξετσουτσούμωσε και τόριξε στα blogοπαίχνιδα. Voila λοιπόν, παιχνιδάκι εμπνευσμένον και απλούν. Το αντιγράφω εντελώς, πρώτον γιατί βαριέμαι φριχτα τις τελευταίες μέρες και δεύτερον γιατί εκεί τα λένε καλύτερα. Οι απαντήσεις μου με κόκκινο (σαν διορθωμένο γραπτό σε πανελλήνιες…)

Το ερωτηματολόγιο που ακολουθεί, είναι προχείρως μεν, ορεξάτως δε δημιουργημένο
από 127 βιοχημικούς και ερευνητές τής πυρηνικής φυσικής…
Μην ανησυχείτε, αν οι απαντήσεις σας δεν είναι σωστές
δε θα μείνετε στην ίδια τάξη…
Λοιπόν,οι όροι είναι απλοί…

1 Ο καλεσμένος -η, κάνει ανάρτηση με το ερωτηματολόγιο που ακολουθεί.
2 Δίνει τις απαντήσεις του στα σχόλια τής ανάρτησής του, σε αυτόν που τον κάλεσε,και κυρίως πάντα, στο xeblogarisma.
3 Καλεί 3-7 να κάνουν το ίδιο.
4 Στην ανάρτηση του δεν ξεχνά να βάλει τη διεύθυνση του xeblogarismaγια τη διευκόλυνση τού παιχνιδιού και των 127 κριτών…

Για να σας δούμε….

1. ΣΕΞ…
α) είμαι γυναίκα με προτίμηση στους άντρες
β) είμαι άντρας με προτίμηση στις γυναίκες
γ) είμαι γυναίκα με προτίμηση στις γυναίκες
δ)είμαι άντρας με προτίμηση στους άντρες
ε) είμαι απ΄ όλα με προτίμηση σε όλα

2. HOBBY
α) μαγειρική – γυμναστήριο
β) μασάζ – ποδηλασία
γ) ταξίδια – τοξοβολία
δ) συναυλίες – κολύμπι
ε) μοντελισμός – βόλτες με το σκάφος
στ) δεν με καλύπτετε παίδες. Τον τελευταίο καιρό το μόνο που μπορώ να πω πως μοιάζει με χόμπι είναι το bloging

3. ΤΕΧΝΗ
α) μουσική
β) χορός
γ) κινηματογράφος – θέατρο
δ) λογοτεχνία
ε) ζωγραφική – γλυπτική – αρχιτεκτονική
υποθέτω πως οι 127 βιοχημικοί και ερευνητές εννοούν ως φιλοθεάμον κοινό…

4. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ
α) αριστερά (αν και πλέον δεν είμαι σίγουρη για το τι αυτό σημαίνει στην εποχή μας…)
β) κεντροαριστερά
γ) κεντροδεξιά
δ) δεξιά
ε) πάρτο αλλιώς

5. ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ
α) μαθηματικά – γεωμετρία
β) χημεία – φυσική
γ) έκθεση και γλώσσα
δ) ιστορία – γεωγραφία
ε) θρησκευτικά και γυμναστική

6. ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ PET
α) γατάκι
β) σκυλάκι
γ) ψαράκι
δ) πουλάκι
ε) κροκοδειλάκι

7. ΔΙΑΚΟΠΕΣ
α) στη θάλασσα
β) στο βουνό
γ) στη Μύκονο
δ) στη Γαύδο
ε) στην Αθήνα

8. ΧΡΩΜΑ
α) λευκό
β) κόκκινο
γ) μοβ
δ) μπλε
ε) μαύρο

9. ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
α) κρεβατοκάμαρα
β) κουζίνα
γ) τουαλέτα
δ) σαλόνι
ε) πατάρι

10. Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΜΟΥ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ
α) 7 ώρες
β) 7 ημέρες
γ) 7 μήνες
δ) πάνω από 7 χρόνια
ε) ε, όχι και 7 χρόνια._
στ) no se…

Να καλέσω τη συνομιλία, γιατί δεν πάει πουθενά ακάλεστη και δεν ξέρω ποιόν άλλο… Νομίζω πως έχουν καλεστεί οι περισσότεροι αλλά αν κάποιος έμεινε απρόσκλητος είναι καλεσμένος μου.