Αχ, η κυρία Σουζάννα… Σύζυγος του κυρίου Ντίνου. Είχαν δύο κόρες, τη Μαρία και την Πέπη. Μεγάλες κοπέλες και οι δύο σε σχέση με μας. Και όμορφες. Ξεχώριζε η οικογένεια Γούση στη γειτονιά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ξεχώριζαν. Δεν θυμάμαι τι δουλειά έκανε ο κύριος Ντίνος αλλά τον θυμάμαι πάντα καλοντυμένο, καλοξυρισμένο, ψηλό και αδύνατο με γκρίζα μαλλιά, και πολύ ευγενικό. Το ίδιο ευγενική ήταν και η γυναίκα του και οι κόρες του. Η κυρία Σουζάννα ποτέ δεν ήταν αχτένιστη ή με άβαφα και απεριποίητα νύχια. Μου θύμιζε πάντα τις κυρίες στις ταίνίες του ασπρόμαυρου ελληνικού σινεμά αλλά χωρίς την ξιπασιά. Και το σπίτι τους μου φαινόταν το πιο κομψό της γειτονιάς. Το διαμέρισμά τους ήταν κάτω ακριβώς από το δικό μας και τα καλοκαίρια που φεύγανε για παραθέριση στο σπίτι που είχαν στην Περαία (ναι, η Περαία τότε ήταν τόπος διακοπών και όχι προέκταση της πόλης…), η μαμά μου αναλάμβανε να ποτίζει τη μεγάλη καμέλια που είχαν στο μπαλκόνι. Όχι πως είχαμε κλειδιά και τέτοια. Με λάστιχο μακρύ από το μπαλκόνι μας την ποτίζαμε. Η κυρία Σουζάννα αγαπούσε πολύ την καμέλια της με τα καταπράσινα φύλλα και τα κατακόκκινα λουλούδια και η δικές μου (μάνα και γιαγιά) λάτρευαν όλα τα λουλούδια. Έτσι η καμέλια δεν είχε ποτέ έλλειψη ποτίσματος. Εμείς άλλωστε τα καλοκαίρια δεν κουνάγαμε ρούπι, πέρα από τις ημερήσιες εκδρομές κάποιες Κυριακές στη Χαλκιδική.
Παρένθεση. Στη Χαλκιδική πρωτοπήγαμε όταν ακόμα δεν είχε δρόμους. Στις παραλίες που τώρα δεν βρίσκεις τόπο ν’ απλώσεις την πετσέτα σου, κατεβαίναμε από τα βράχια. Εμείς και κανά δυό γερμανοί τουρίστες. Τότε που οι χαλκιδικιώτες όταν ήθελαν να «ρίξουν» ένα παιδί τους του έδιναν τις «αμμούδες» και έλεγαν στο μπαμπά να ρίξει μια πέτρα κι όπου φτάσει, δικό του το μέρος για ψίχουλα. Τότε όμως ο μπαμπάς είχε άλλες προτεραιότητες και δεν αγόρασε οικόπεδο για ένα κομμάτι ψωμί… Κλείσιμο της παρένθεσης.
Όταν πήγαμε η μεγάλη κόρη τους, η Πέπη, πρέπει να είχε τελειώσει το γυμνάσιο (εξατάξιο τότε) και η Μαρία να ήταν στις τελευταίες τάξεις. Η Πέπη βρήκε δουλειά και σε λίγο παντρεύτηκε το Γιάννη και έφυγε από το σπίτι. Εντυπωσιαστήκαμε όλοι από το Γιάννη. Ήταν σαν τους γόητες του σινεμά. Με μακρύ μαλλί, μοντέρνο ντύσιμο… Δεν κυκλοφορούσαν τέτοιοι άντρες στη γειτονιά. Μόνο οι γονείς της δεν φάνηκε να χάρηκαν για το γαμπρό τους. Τον θεωρούσαν κάτι σαν το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχαν άδικο. Πολύ γρήγορα γέννησε και τα δίδυμα, τον Κωστάκη και τον Αντωνάκη. Ακόμα τα θυμάμαι, 4-5 χρόνια μικρότερα από μας, στο μπαλκόνι της γιαγιάς τους. Δίδυμες οι αδελφές μου γαλανομάτες και ξανθούλες, δίδυμα και ξανθούλικα της κυρίας Σουζάννας. Και ολόιδια, πολύ δύσκολο να τα ξεχωρίσουμε, όχι σαν τις δικές μας. Και τότε καταλάβαμε γιατί έγινε τόσο ξαφνικά ο γάμος και γιατί οι γονείς της δεν προέβαλλαν τις αντιρρήσεις τους παρόλο που δεν ήθελαν το Γιάννη για γαμπρό. Δεν κράτησε πολύ ο γάμος με το γόη. Ήταν τυπικός γόης-αλήτρα. Νομίζω είχε μαγαζί (μπαράκι, κλαμπάκι; Νύχτα πάντως…) άλλα έφταναν στ’ αυτιά μας μέσα από τα μισόλογα των μεγάλων ιστορίς για χαρτοπαιξίες, γκόμενες και τέτοια. Τον παράτησε γρήγορα η Πέπη και καλά έκανε. Όμορφη κοπέλα, μορφωμένη για την εποχή και δυναμική, σιγά μην έμενε μαζί του να την ταλαιπωρεί. Άλλο που δεν ήθελαν οι γονείς της. Τη θυμάμαι να έρχεται με τα δίδυμα να τους δει, πάντα κομψή και μοδάτη με τα παιδιά το ίδιο κουκλιά. Δεν ξέρω τι έγιναν μετά που τους χάσαμε όλους αλλά νομίζω πως καλά πήγε η ζωή της. Πάντως είναι η πρώτη χωρισμένη που οι μεγάλοι δεν την αποκαλούσαν ζωντοχήρα μ’ έναν «ιδιαίτερο» τρόπο και που χάρηκαν που ξαπόστειλε τον άντρα της. Οι μεγάλοι, τα καλοκαιρινά βράδυα που έβγαζαν καρεκλίτσες και κάθονταν και τα λέγανε, δεν τους κουτσομπόλευαν πολύ φανερά και πολύ άγρια τους Γούσηδες, γιατί όλοι κατά κάποιο τρόπο τους σέβονταν. Μόνο που κουνούσαν το κεφάλι και έλεγαν για το πόσο κακό μπορούν να κάνουν τα παιδιά στον εαυτό τους και στους γονείς τους, όταν είναι άμυαλα και παρασύρονται να ερωτευτούν τον πρώτο τυχόντα όμορφο και δεν ακούν τους γονείς που ξέρουν αυτοί από τη ζωή… Και δώστου να φοβάμαι εγώ μη μεγαλώσω και ερωτευτώ κάποιο εντελώς ερωτεύσιμο ρεμάλι και κάνω κακό σε μένα και τους γονείς μου, άσε που θα λέει κι ο κόσμος όσα έλεγε για την Πέπη. Που τελικά δεν έλεγε και πολλά γιατί ήταν καλό κορίτσι από καλή οικογένεια αλλά παρτασύρθηκε από το ρεμάλι.
Η Μαρία, η μικρή, ήταν πιο χαμηλών τόνων. Δεν ερωτεύτηκε ρεμάλι αλλά δεν θυμάμαι και τι έκανε τελειώνοντας το σχολείο.
Πάντως όποτε βρισκόμασταν για κάποιο λόγο στο σπίτι τους η κυρία Σουζάννα μας κερνούσε κάτι ωραίο και όταν η μαμά τη ρώτησε αν την ενοχλούμε όταν πιάναμε το τραγούδι και δεν σταματούσαμε (γιατί είχαμε ρεπερτόριο για τρεις ώρες και τότε δεν υπήρχαν τηλεόραση και play station να κάθονται τα παιδιά μουγγά μπροστά τους) ή όταν πλακωνόμασταν στον καυγά, η κυρία Σουζάννα της είπε πως το τραγούδι μας ήταν αγγελικό (!) και οι καυγάδες μας παιδικοί. Είχε να το λέει από τότε η μαμά. Πως η κυρία Σουζάννα, που την είχε σε μεγάλη εκτίμηση, είπε πως τα παιδιά της ήταν σαν χορωδία αγγέλων όταν τραγουδούσαν κι εμείς φυσικά καμαρώναμε σαν γύφτικα σκεπάρνια…

Advertisements