Θυμάται κανείς τις αλάνες; Σκέφτομαι πως για τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα στις πόλεις, η λέξη «αλάνα» είναι κενή νοήματος. Μια λέξη στο λεξικό ή στα βιβλία που δεν μπορούν να τη μετατρέψουν σε εικόνα στο μυαλό τους.
Αλάνες λοιπόν. Γεμάτες χώμα, σκόνη, πέτρες, χόρτα…. Ό,τι πρέπει για να κυκλοφοράει ένα πιτσιρίκι με τα γόνατα μόνιμα γδαρμένα και μπανταρισμένα. Είχαμε πολλές αλάνες στη γειτονιά. Τρεις τουλάχιστον. Η αλάνα της Μακεδονίας, η αλάνα της Δελφών και τα «βουναλάκια». Τις έχω μετρήσει όλες με τα γόνατά μου, μέτρο μέτρο. Όλα τα πετραδάκια τους είχαν πάνω τους αίμα από τα ανοιγμένα μου γόνατα και τους αγκώνες.
Η αλάνα της Μακεδονίας ήταν ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και στη μια άκρη του ήταν ένα εργαστήριο που έφτιαχνε τελάρα για φρούτα. Το «εργοστάσιο», έτσι το λέγαμε. Ήταν στην πάνω μεριά της Μακεδονίας, μετά την Ιταλίας. Μύριζε ξύλο και το χώμα ήταν ανακατεμμένο με πριονίδι από το «εργοστάσιο». Με τρέλαινε η μυρωδιά εκεί. Μαζευόμασταν εκεί τα καλοκαιρινά βράδυα, ένα μελίσσι παιδιά όταν το σκάγαμε από τους γονείς και παίζαμε. Κυνηγητά, κρυφτό, το «λουρί της μάνας» (το θυμάται κανείς άραγε αυτό το παιχνίδι;), «τζαμί»…. Ήταν ιδανικά για κρυφτό. Εκατοντάδες καβάντζες να χωθούμε συν το «εργοστάσιο» που δεν ήταν δύσκολο να μπούμε μέσα. Κανένας δεν φοβότανε το σκοτάδι –άντε λίγο- και κανένας γονιός δεν σκεφτότανε στα σοβαρά πως παίζαμε δυό τετράγωνα παραπέρτα στα σκοτάδια –άντε λίγοι…
Από την κάτω μεριά ήταν η αλάνα της Δελφών. Στην ουσία απέναντι ήταν αυτές οι δύο η μία από την άλλη. Ήταν όλο το οικοδομικό τετράγωνο ανάμεσα στην Ορέστου, τη Δελφών και τη Μητροπούλου. Με μια μόνο πολυκατοικία στη μια γωνία. Εκεί υπήρχε το ζαχαροπλαστείο της Λέλας. Το βράδυ μαζεύονταν εκεί οι μπαμπάδες και κάθονταν για κουβεντούλα. Εμείς λυσσάγαμε στο παιχνίδι. Εφευρίσκαμε διάφορα παιχνίδια πέρα από τα κλασικά. Ένα καλοκαίρι τα αγόρια της γειτονιάς βρήκαν τον τρόπο να ακινητοποιούν τα κορίτσια τρομαγμένα. Έδεναν στην άκρη ενός σκοινιού ένα κομμάτι συρματάκι ψιλό που έτριβαν οι μανάδες τις κατσαρόλες. Του έβαζαν φωτιά και το στριφογύριζαν μπροστά στα κορίτσια που κόλλαγαν τρομαγμένα στον τοίχο της μοναδικής πολυκατοικίας. Έβγαζε σπίθες μέχρι να καεί τελείως και ήταν θεαματικότατο και τρομαχτικότατο για τις πιτσιρίκες.
Το άλλο καταπληκτικό παιχνίδι ήταν τα φυσοκάλαμα. Γνωστό σε όλους τους πιτσιρικάδες της γενιάς μας. Πλαστικοί, λεπτοί σωλήνες μέσα από τους οποίους πέρναγαν τα καλώδια στις πολυκατοικίες που χτίζονταν. Τρελή ανοικοδόμηση εκείνη την εποχή, δεν μέναμε ποτέ από «όπλα». Τα «βλήματα» ήταν χωνάκια από χαρτί. Το παιχνίδι εκείνου του καλοκαιριού λοιπόν, ήταν ιδιαιτέρως εμπνευσμένο. Βάζαμε μέσα στα χωνάκια καρφίτσες και κάναμε αγώνες για το ποιός θα καρφώσει τα πιο πολλά χωνάκια στις ρόδες των αυτοκινήτων που περνούσαν. Κινούμενοι στόχοι. Μέχρι που κάποια στιγμή ένας από μας αστόχησε και αντί να καρφωθεί το χωνάκι στις ρόδες πέρασε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, μπροστά από τα μάτια του ταξιτζή. Κοκκάλωσε το αμάξι ο άνθρωπος και βγήκε έξω έξαλλος. Είπε τα καθέκαστα στους μπαμπάδες που βρήκε μπροστά του και έγινε της… Βαγδάτης. Να φεύγουν πιτσιρίκια προς όλες τις κατευθύνσεις και μπαμπάδες να τα κυνηγάνε φωνάζοντας. Κι όποιος έπεφτε στα χέρια τους, που σε πονεί και που σε σφάζει…. Μετά απ’ αυτό έληξε άδοξα η σκοποβολή με στόχο τις ρόδες των αυτοκινήτων.
Τρίτη αλάνα στη σειρά ήταν τα «βουναλάκια». Στα μάτια μας φαίνονταν κάτι χαμηλότερο από το Χορτιάτη. Απέναντι από την προηγούμενη αλάνα, ήταν ένα παλιό εργοστάσιο του Αλλατίνι που καταστράφηκε από πυρκαγιά. Τα συντρίμια σχημάτισαν βουναλάκια, καλύφτηκαν με τον καιρό με χώμα και αγριόχορτα και έγιναν τα «βουναλάκια» μας. Δύο πολυκατοικίες στη γωνία και όλο το υπόλοιπο για πάρτη μας. Καβάτζες απίθανες για κρυφτό, τσουκνίδες που μας έκαναν χάλια τα πόδια αλλά και μολόχες δίπλα για αντίδοτο. Και σκοτάδι πίσσα τα βράδυα. Εννοείτε πως κανένας δεν είχε σκεφτεί να υπάρχει φωτισμός εκεί. Κάθε φορά που περνούσα μόνη μου από κει βράδυ, ανάμεσα στις δυό θεοσκότεινες αλάνες, έτρεμε το φυλοκάρδι μου. Ακόμα το βλέπω στο ύπνο μου να περνάω και να ξαναγεννιέται ο ίδιος φόβος…
Κάποτε αποφασίσαμε να φτιάξουμε μια καλύβα στα βουναλάκια. Ποιός ξέρει που το είδαμε στην τηλεόραση (όσοι είχαν) και σκεφτήκαμε πως θέλουμε κι εμείς κάτι τέτοιο. Βρήκαμε ξύλα και καδρόνια, χαρτόκουτα για τους τοίχους. Τα προβλήματα άρχισαν όταν προσπαθήσαμε να σκάψουμε το χώμα για να χώσουμε τις «κολώνες» της παράγκας μας. Χωρίς εργαλεία, προσπαθούσαμε να σκάψουμε με μεγάλες μυτερές πέτρες το χώμα που δεν ήταν όμως στην ουσία χώμα αλλά τα μπάζα του εργοστασίου. Σαν να προσπαθείς να σκαλίσεις βράχο με σφουγγάρι. Το παλαίψαμε μια δυό μέρες και στο τέλος εγκαταλείψαμε την προσπάθεια και μαζί τα υλικά για την παράγκα των ονείρων μας. Τώρα στα «βουναλάκια» μας υπάρχει άλλη μια πολυκατοικία με μεγάλο γκαράζ, ένα σχολείο και μια παιδική χαρά. Και τα βουναλάκια είναι μια ακόμα ανάμνηση.

Η φωτογραφία δεν είναι από τότε. Την βρήκα μ’ ένα γκούγκλισμα αλλά οι πιτσιρικάδες παίζουν το «τζαμί» γιαυτό την έβαλα.

Advertisements