Πατρίδα


Τι είναι πατρίδα; Θα μου πεις τώρα σου ήρθε να ρωτάς τέτοια πράγματα; Δεν το έμαθες στο δημοτικό;

Τι είν’ η πατρίδα μας;
Μην είναι οι κάμποι;
Μην είναι τ’ άπαρτα ψηλά βουνα;
Κλπ… κλπ… κλπ…
Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα
Κλπ… κλπ… κλπ…

Παρακολουθώ διάφορες συζητήσεις σε φόρα. Όλοι σκοτώνονται με όλους για το ποιοί είναι πατριώτες και ποιοί δεν είναι. Ποιοι αγαπούν την πατρίδα και ποιοι όχι και είναι προδότες. Πατριδολάτρες και πατριδομάχοι… Τι είναι πατρίδα λοιπόν για μένα; Τι είναι αυτό που λένε οι πατριδολάτρες πως θα πέθαιναν για το χατήρι του; Που δεν θ’ αφήσουν κανέναν οχτρό να τους το πάρει;
Πατρίδα είναι για μένα τα παιδικά μου χρόνια. Τελεία. Κι αυτά δεν μπορεί να μου τα πάρει κανείς. Και τα παιδικά χρόνια μου δεν είναι το σπίτι, οι δρόμοι, τα δέντρα, η γειτονιά, οι άνθρωποι. Το σπίτι δεν υπάρχει πια. Το πήρε πρώτα ο σεισμός και μετά οι εργολάβοι. Οι εργολάβοι πήραν και τα διπλανά σπίτια. Οι δρόμοι έγιναν λεωφόροι, το χώμα άσφαλτος, τα δέντρα ξερριζώθηκαν τα περισσότερα, η γειτονιά έγινε αγνώριστη και τους ανθρώπους τους πήρε ο θάνατος. Και τι έμεινε από τα παιδικά μου χρόνια; Οι αναμνήσεις μου. Κι αυτές δεν μπορεί να τις πάρει κανείς. Αν πατρίδα είναι τα κτίρια, τα βουνά κι οι κάμποι, την πατήσατε πατριδολάτρες μου. Αυτά ή άλλαζουν, ή τα παίρνουν οι εργολάβοι ή καίγονται ή μένουν αναλοίωτα και γελάνε μαζί μας. Τα βουνά κι οι κάμποι υπήρχαν πριν από μας και θα υπάρχουν και μετά από τα δισέγγονά μας. Αυτό λέει η μέχρι τώρα εμπειρία. Από δω και πέρα βέβαια, έτσι όπως τα κάναμε σκατά, κανείς δεν ξέρει για πόσο ακόμα θα υπάρχουν. Η πατρίδα όμως δεν είναι ένα θολό ιδεολογικό κατασκεύασμα. Δεν είναι ένα κομμάτι γης που μας ανήκει με τίτλους ιδιοκτησίας. Θα πάλευε κανείς για κάτι που δεν έχει αναμνήσεις; Δικές του αναμνήσεις, όχι επίκτητες. Όχι αναμνήσεις που του τις σφήνωσαν στο μυαλό όπως στην ταινία με τον Σβαρτσενέγκερ. Θα πάλευα για τις ακτές της Κορνουάλλης, όσο υπέροχες κι αν είναι; Αυτή τη στιγμή έχω κάτι παραπάνω από αναμνήσεις από την πόλη που θεωρώ πατρίδα μου; Σχεδόν δεν την αναγνωρίζω. Είναι πατρίδα μου μήπως, η πόλη που πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια; Κι αυτήν σχεδόν δεν τη γνωρίζω. Η πόλη που ζω τώρα; Αλλάζει κι αυτή. Κι εγώ μαζί τους. Αλλάζω. Μόνο στη σφαίρα των αναμνήσεων όλα μένουν ίδια.
Advertisements

Επίσημη πρόσκληση


Στο Ξεμπλοκάρισμα θα βρείτε τις οδηγίες για την συνάντηση του επόμενου Σαββάτου, 27/10.
Επίσης μαζεύονται και βιβλία μπας και γίνουν μαγιά για τη δημιουργία μιας βιβλιοθήκης στις φυλακές.
Άντε παίδες. Ξαραχνιάστε τις βιβλιοθήκες σας και στείλτε κανένα βιβλιαράκι. Δεκτά καινουργή και μεταχειρισμένα.
Οδηγίες προς ναυτιλομένους εδώ

Μεσημέρι στο λεωφορείο


Μεσημέρι στο λεωφορείο. Το Μετρό έχει στάση εργασίας 12 με 4. Το αποτέλεσμα είναι τα λεωφορεία να είναι σαν ψαροκασέλες. Ζίνγκα, που λένε και τα φιλαράκια μου στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο λεωφορείο δεν έχει κόσμο. Βρίσκω θέση και χαζεύω. Μουσική στ’ αυτιά και ξαφνικά συνειδητοποιώ πως κάτι μ’ ενοχλεί. Χρώμα, πολύ χρώμα. Χρώμα από τις ταμπέλες που πλημμυρίζουν τη λεωφόρο, τις αφίσες που είναι παντού, τις ταμπέλες στα μαγαζιά. Γιγαντοαφίσες, αφίσες, αφισέτες, ταμπέλες πάνω στα κτίρια, ταμπέλες στο δρόμο… Οι χειρότερες είναι αυτές που είναι κρεμασμένες πάνω στις κολώνες, στο διάζωμα στη μέση του δρόμου. Σκυλάδικα με τις φάτσες κάποιων απίθανων τύπων που δεν ξέρω ποιός τους ξέρει. Στην άλλη κολώνα η Ute Lemper να κλείνει το μάτι στον Αγγελάκα και τον Ψαραντώνη. Μια έκθεση για δεν ξέρω τι, ίσως για αυτοκίνηση. Στο πεζοδρόμιο ένας κύριος πολλά βαρύς που κάπου τραγουδάει, κάνει καμάκι σε μια πολύ λεπτή κυρία που καπνίζει ένα ακόμα πιο λεπτό τσιγάρο. Η κυρία όμως δεν του δίνει σημασία γιατί χαζεύει κάτι παγωτά και της τρέχουν τα σάλια. Με την όρεξη θα μείνει. Τα ωραία πράγματα παχαίνουν και η κυρία δεν μπορεί. Ακόμα κι αν φάει το λάιτ γεύμα που βλέπει παραδίπλα θα βάλει αύριο 32 γραμμάρια και μετά δεν θα μπορεί να διαφημίζει αυτά τα πολύ λεπτά τσιγάρα. (Άσχετο, αλλά στην πραγματική ζωή δεν έχω δει πολλές γυναίκες που καπνίζουν αυτά τα τσιγάρα να είναι τόσο λεπτές, το αντίθετο θα έλεγα…). Γυμναστήρια που σου υπόσχονται να σε κάνουν ιδανική για να καπνίζεις τα πολύ λεπτά τσιγάρα, παγωτά, ρούχα για νέους, ρούχα για παιδιά, για μαθητές, για κυρίες. Δεν αντέχω τόσο χρώμα παντού, δεν αντέχω τόση ακαταστασία. Σαν σπίτι βομβαρδισμένο με τα ρούχα πεταμένα παντού μοιάζει. Προσπαθούσα να φανταστώ το δρόμο χωρίς όλο αυτόν τον καραγκιόζ μπερντέ. Δεν μπορώ, αλλά θέλω να πιστεύω πως θα ήταν λιγότερο μπουνιά στα μάτια μου.
Ωπ, έφτασα. Κατεβαίνω και περιμένω για το επόμενο λεωφορείο. Η μουσική εξακολουθεί να παίζει στ’ αυτιά μου. Σώθηκα εδώ και δύο χρόνια με τα mp3 players. Δεν μπορώ να μη βλέπω αλλά τουλάχιστον μπορώ να μην ακούω. Ήρθε το λεωφορείο. Πως κι έτσι; Λογικά χωρίς Μετρό έπρεπε να μη χωράει να μπει άνθρωπος. Κι όμως, όχι… Ακόμα είχε χώρο. Μπήκα, δεν βρήκα θέση, κρεμάστηκα σε μια χειρολαβή και σταμάτησα να βλέπω και να σκέφτομαι τις ταμπέλες. Άλλα άρχισαν να κινούν την προσοχή μου. Μετά από δυό στάσεις φτάσαμε στην Άμυνα. Πλημμυρισμένη η στάση με κόσμο. Μπαίνανε… μπαίνανε… και τελειωμό δεν είχαν. Όχι, που νόμιζα πως θα γλύτωνα…. Πριν σταματήσει το λεωφορείο, χαζεύοντας έξω από το παράθυρο κρεμασμένη στη χειρολαβή, είδα μια γιαγιά με ένα καροτσάκι λαϊκής να περιμένει στη μέση του δρόμου. Έκανε μανούβρες ο οδηγός για να μη την πάρει παραμάζωμα και σίγουρα θα έριχνε μπινελίκια, αλλά με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά δεν τον άκουσα. Μπήκε ο κόσμος όπως όπως, προσπάθησε να μπει και η γιαγιά. Το λεωφορείο όμως δεν είναι για όλες τις γιαγιάδες. Είναι για γιαγιάδες που κουβαλάνε μια μεγάλη γλάστρα με καμέλια, για γιαγιάδες με βαλίτσες, για γιαγιάδες με τσάντες από το σούπερ μάρκετ αλλά όχι για γιαγιάδες με καροτσάκι λαϊκής, που μοιάζουν περισσότερο όμως περισσότερο με άστεγες παρά με τη γιαγιά μας. Βγήκε ο οδηγός την έκραξε. Δεν μπαίνεις με το καρότσι μέσα, της φώναζε. Μα γιατί; ρωτούσε η γιαγιά. Δεν μπαίνεις, της έλεγε αυτός. Το εμπέδωσε στο τέλος η γιαγιά, έμεινε απ’ έξω. Κι εγώ βάλθηκα να σκέφτομαι ποιός κανονισμός λέει ποιός μπαίνει και ποιός δεν μπαίνει στο λεωφορείο. Μετά από δύο στάσεις κατάλαβα και ποιός άλλος δεν μπαίνει στο λεωφορείο. Πήχτρα το λεωφορείο κι απ’ έξω, μαζί με άλλους περιμένει μια μαυρούλα μ’ ένα κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά. Προσπάθησε να μπει από τις μεσαίες πόρτες, δεν τα κατάφερε. Έτρεξε με το μωρό να προλάβει να μπει από την μπροστινή που ήταν ανοιχτή κι έμοιαζε να υπάρχει λίγος ψώρος. Σιγά μην έμπαινε… Της έκλεισε ο άρχων οδηγός την πόρτα στα μούτρα. Έμεινε η μαυρούλα να περιμένει το επόμενο με το κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά μέσα στον ήλιο. Ξαναβάλθηκα να σκέφτομαι το τι κάνουν οι οδηγοί όταν κλείσουν την πόρτα κι εσύ τους κάνει νόημα να μπεις. Άλλοι ανοίγουν άλλοι όχι. Χάσατε μαντάμ, σου λένε. Στο επόμενο προσπαθήστε και ίσως τα καταφέρετε. Δεν ήξερα αν ο δικός μας το έκανε σε όλους. Μετά από δυό τρεις στάσεις έγινε το ίδιο με μια ξανθιά κυρία. Πριν προλάβω να στοιχηματίσω με τον εαυτό μου για την αντίδρασή του της άνοιξε την πόρτα. Άρα εκτός από τις γιαγιάδες με καρότσια λαϊκής δεν μπαίνουν στο λεωφορείο και μαυρούλες με κοιμισμένα μωρά στην αγκαλιά.
Μετά άδειασε μια θέση μπροστά μου. Κάθησα κι άφησα άλλον να κρεμαστεί από τη χειρολαβή μου. Το παράξενο είναι πως με όλα αυτά εγώ δεν τα πήρα στο κρανίο. Λες να κρατάει ακόμα η θερινή ραστώνη; Ή εγώ έχω πλέον αποκτηνωθεί;

Παλιό τραγουδάκι


Μικρή άκουγα από το ραδιόφωνα τραγούδια σαν το παρακάτω και στραβομουτσούνιαζα. Στην εφηβεία δήλωνα σε όλους τους τόνους πως τέτοιου είδους τραγούδια μου φέρνουν τάση για εμετό και μάλωνα με τη μάνα μου για τις δικές μου επιλογές. Εκείνη θεωρούσε πως τα τραγούδια πρέπει να έχουν μελωδία κι εγώ πως πρέπει να έχουν ρυθμό, ηλεκτρικές κιθάρες και επανάσταση.
Μάλλον γέρασα και παρόλο που μου φαίνονται ακόμα μελοδραματικά αυτά τα τραγούδια, δεν τα θεωρώ μελό. Τα αναζητώ, κάποιες φορές τα ακούω ευχάριστα και κάποιες στιγμές με συγκινούν.

Καλό φθινόπωρο…

καρκίνος


Ήμουν πολύ μικρή όταν άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη «καρκίνος». Με τρόμαξε από τον τρόπο που την πρόφεραν οι μεγάλοι και από τις φωνές της κυρίας Στραντζάκη, όταν πονούσε. Ίσα που την θυμάμαι την κυρία Στραντζάκη. Ήταν μια ψηλή γυναίκα ασπρομάλλα. Άντρα δεν θυμάμαι, μάλλον θα ήταν χήρα κι αυτή. Δύο κόρες θυμάμαι, η μία από τις οποίες ήταν στη Γερμανία μετανάστρια και ερχόταν τα καλοκαίρια. Η μισή Θεσσαλονίκη τότε ήταν μετανάστες στη Γερμανία. Η άλλη κόρη έμενε μαζί της. Στο σπίτι της πήγαινα κάποιες φορές που ερχόταν τα εγγόνια της από τη Γερμανία. Αλλά ήταν λίγες αυτές οι φορές μιας και ο καρκίνος της χτύπησε νωρίς την πόρτα. Ξαφνικά χάθηκε η κυρία Στραντζάκη από τη γειτονιά, από το μπακάλη, από τη μανάβισσα. Και η κόρη της ήταν πολύ στεναχωρημένη. Οι μεγάλοι ήταν συνέχεια «σου – μου» μεταξύ τους. Όχι πως δώσαμε μεγάλη σημασία τον πρώτο καιρό. Τα πιτσιρίκια δεν νοιάζονται για τέτοια πράγματα. Συνεχίσαμε να παίζουμε όπως πριν. Το καλοκαίρι στο δρόμο και το χειμώνα στα σπίτια μας. Το πρόσεξα πως κάτι συμβαίνει όταν η μαμά άρχισε να μας κάνει παρατηρήσεις να μη κάνουμε φασαρία, όταν παίζαμε στο σπίτι, γιατί η κυρία Στραντζάκη στο δεύτερο, ήταν άρρωστη. Άρρωστη; Μα πόσο καιρό ήταν άρρωστη πια; Αναρωτιόμουν γιατί κι εγώ αρρώσταινα συνέχεια με αμυγδαλίτιδες και ωτίτιδες αλλά το πολύ σε μια βδομάδα ήμουν περδίκι. Όταν άρχισαν οι κραυγές άρχισα να συνειδητοποιώ πως δεν είχε αμυγδαλίτιδα αλλά κάτι άλλο. Έτρεχε η κόρη της στο σπίτι τους, όταν είχε βγει για κάποια δουλειά και μετά από λίγο οι φωνές σταματούσαν. Ανατρίχιαζε όλη η πολυκατοικία. Η μαμά και η γιαγιά κοιτούσαν η μια την άλλη με τρόμο. «Αχ, την καημένη» έλεγαν «αμαρτία είναι να το λέμε αλλά ας την πάρει ο θεός να σταματήσει να ταλαιπωρείται…» Όταν ρώταγα τι έχει και φωνάζει η κυρία Στραντζάκη, μου έλεγαν να μη μιλάω και πως είχε την κακιά αρρώστια. Ανώνυμη ήταν η κακιά αρρώστια. Λες κι αν πρόφεραν τη λέξη θα ερχόταν να χτυπήσει και τη δική μας πόρτα. Κάποια στιγμή το άκουσα. Καρκίνο είχε και όταν πονούσε πολύ και φώναζε, η κόρη της της έδινε «μορφίνη» για να ησυχάσει.
Μορφίνη! Καινούρια λέξη κι αυτή. Δεν μπορούσα να φανταστώ τι ήταν αυτό το θαυματουργό πράγμα που έκανε κάποιον να σταματάει να πονάει. Μια μέρα όμως είδα την Ολυμπία να πηγαίνει στο σπίτι τους και κατάλαβα πως ήταν κάτι που σε πονούσε. Η Ολυμπία ήταν η νοσοκόμα της γειτονιάς. Γύρναγε όλη μέρα με ένα ιατρικό βαλιτσάκι και έκανε ενέσεις σε όποιον το χρειαζόταν. Εκείνο το βαλιτσάκι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών και η Ολυμπία κάτι σαν ο κόμης Δράκουλας της γειτονιάς. Η καημένη!!! Ήταν τόσο καλή γυναίκα αλλά οι γονείς όταν ήθελαν να απειλήσουν τα παιδιά τους τους έλεγαν πως θα φωνάξουν την Ολυμπία να τους κάνει ένεση. Τουλάχιστον η δικιά μου μάνα μ’ αυτή την απειλή μας έβαζε σε μια σειρά. Είχε έρθει και στο σπίτι μας η Ολυμπία, είχαμε δει τι είχε μέσα το βαλιτσάκι της. Κάτι μεγάλες σύριγγες με κάτι μεγαλύτερες βελόνες τυλιγμένες σε πανιά βρεγμένα μάλλον με οινόπνευμα. Να σε πιάσει στα χέρια της να δεις το χριστό φαντάρο!!! Βγάζαμε το σκασμό λοιπόν… Για λίγο….
Η Ολυμπία λοιπόν μπαινόβγαινε συνέχεια στο σπίτι τους κι έκανε τις μορφίνες. Με ένεση. Να πονάς τόσο πολύ και να σου κάνουν και ένεση από πάνω. Πολύ κακιά αρρώστια ο καρκίνος. Στο τέλος βέβαια –μεγαλώνοντας το σκέφτηκα- δεν ξέρω αν η κυρία Στραντζάκη φώναζε γιατί πονούσε ή γιατί της έλειπε η δόση της μορφίνης. Μάλλον και τα δύο. Βλέπεις μέχρι τότε ξέραμε πως η μορφίνη κάνει θαύματα όταν πονάς. Δεν ξέραμε πως μετά από λίγο διάστημα σε κάνει και η ίδια να πονάς, αν δεν την πάρεις.
Δεν θυμάμαι πόσο κράτησε το μαρτύριο της κυρίας Στραντζάκη και το ανατρίχιασμα των υπόλοιπων. Μάλλον όχι πάρα πολύ καιρό. Πέθανε και νόμισα πως αυτό ήταν. Δεν θα τον ξανάκουγα αυτόν τον παλιοκαρκίνο που κάνε τους ανθρώπους να πονάνε και να φωνάζουν. Τον ξανάκουσα δυστυχώς ξανά και ξανά. Πήραν σειρά η κυρία Μαρίκα, η διπλανή μας, ο κυρ Κώστας και πολλοί άλλοι… Παρόλα αυτά οι μεγάλοι πάντα μιλούσαν χαμηλόφωνα και ποτέ δεν την έλεγαν την αρρώστια με τ’ όνομα της μπας και καταφέρουν και την ξορκίσουν…

Έγραψα τη λέξη καρκίνος στον τίτλο γιατί δεν θέλω να την ξορκίζω με το να μην την προφέρω και να μη την γράφω. Θα έβαζα και φωτογραφίες αλλά δεν έχω μαζί μου. Άλλη φορά.

Ο Ιπποκράτης ήταν αυτός που έδωσε στην πάθηση του καρκίνου το όνομα της.Παρομοίασε τον όγκο με την εικόνα του κάβουρα(καρκίνου). Πολύ αργότερα, ο Valsalva, το 1704 υποστήριξε ότι αρχικαά ο καρκίνος ήταν ένα τοπικό φαινόμενο που μπορούσε να αφαιρεθεί χειρουργικά ενώ σε πιο προχωρημένο στάδιο ο καρκίνος μπορούσε μέσω των λεμφαγγείων να μεταφερθεί αλλού στο σώμα.
Ο καρκίνος είναι μια πάθηση η οποία μπορεί να προσβάλλει κάθε ιστό και όργανο του σώματος. Ο όρος αναφέρεται σε περίπου 150-200 διαφορετικές παθήσεις ωστόσο έχουν 2 κοινά χαρακτηριστικά στοιχεία: την απεριόριστη αύξηση των κυττάρων και τις δυσλειτουργίες τις οποίες προξενεί αυτή.
Φυσιολογικά, τα κύτταρα ενός οργανισμού αναπτύσσονται με έναν συγκεκριμένο ρυθμό έτσι ώστε να αντικαθιστούν αυτά που πεθαίνουν. Σε αρκετές όμως περιπτώσεις ο οργανισμός μπορεί να παράγει περισσότερα κύτταρα από εκείνα που πραγματικά χρειάζεται. Η συγκέντρωση αυτών των παραπάνω κυττάρων έχει σαν αποτέλεσμα την διμιουργία όγκων. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι συνήθως αβλαβείς. Για να γίνει ένας όγκος επικύνδινος πρέπει τα κύτταρα που τον αποτελούν να εισβάλλουν σε ιστούς και να μεταφερθούν σε άλλα μέρη του σώματος.

τίποτε


Όλη η ζωή μας μια χούφτα αναμνήσεις. Ένα συρτάρι γεμάτο φωτογραφίες. Άνθρωποι που έρχονται, φεύγουν, μένουν λίγο, μένουν μια ζωή. Δέντρα, θάλασσες, δωμάτια, σπίτια, πλατείες, σινεμά, ταβέρνες. Εικόνες, ταμπλό βιβάν. Σαν σχολική γιορτή.