Μεσημέρι στο λεωφορείο. Το Μετρό έχει στάση εργασίας 12 με 4. Το αποτέλεσμα είναι τα λεωφορεία να είναι σαν ψαροκασέλες. Ζίνγκα, που λένε και τα φιλαράκια μου στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο λεωφορείο δεν έχει κόσμο. Βρίσκω θέση και χαζεύω. Μουσική στ’ αυτιά και ξαφνικά συνειδητοποιώ πως κάτι μ’ ενοχλεί. Χρώμα, πολύ χρώμα. Χρώμα από τις ταμπέλες που πλημμυρίζουν τη λεωφόρο, τις αφίσες που είναι παντού, τις ταμπέλες στα μαγαζιά. Γιγαντοαφίσες, αφίσες, αφισέτες, ταμπέλες πάνω στα κτίρια, ταμπέλες στο δρόμο… Οι χειρότερες είναι αυτές που είναι κρεμασμένες πάνω στις κολώνες, στο διάζωμα στη μέση του δρόμου. Σκυλάδικα με τις φάτσες κάποιων απίθανων τύπων που δεν ξέρω ποιός τους ξέρει. Στην άλλη κολώνα η Ute Lemper να κλείνει το μάτι στον Αγγελάκα και τον Ψαραντώνη. Μια έκθεση για δεν ξέρω τι, ίσως για αυτοκίνηση. Στο πεζοδρόμιο ένας κύριος πολλά βαρύς που κάπου τραγουδάει, κάνει καμάκι σε μια πολύ λεπτή κυρία που καπνίζει ένα ακόμα πιο λεπτό τσιγάρο. Η κυρία όμως δεν του δίνει σημασία γιατί χαζεύει κάτι παγωτά και της τρέχουν τα σάλια. Με την όρεξη θα μείνει. Τα ωραία πράγματα παχαίνουν και η κυρία δεν μπορεί. Ακόμα κι αν φάει το λάιτ γεύμα που βλέπει παραδίπλα θα βάλει αύριο 32 γραμμάρια και μετά δεν θα μπορεί να διαφημίζει αυτά τα πολύ λεπτά τσιγάρα. (Άσχετο, αλλά στην πραγματική ζωή δεν έχω δει πολλές γυναίκες που καπνίζουν αυτά τα τσιγάρα να είναι τόσο λεπτές, το αντίθετο θα έλεγα…). Γυμναστήρια που σου υπόσχονται να σε κάνουν ιδανική για να καπνίζεις τα πολύ λεπτά τσιγάρα, παγωτά, ρούχα για νέους, ρούχα για παιδιά, για μαθητές, για κυρίες. Δεν αντέχω τόσο χρώμα παντού, δεν αντέχω τόση ακαταστασία. Σαν σπίτι βομβαρδισμένο με τα ρούχα πεταμένα παντού μοιάζει. Προσπαθούσα να φανταστώ το δρόμο χωρίς όλο αυτόν τον καραγκιόζ μπερντέ. Δεν μπορώ, αλλά θέλω να πιστεύω πως θα ήταν λιγότερο μπουνιά στα μάτια μου.
Ωπ, έφτασα. Κατεβαίνω και περιμένω για το επόμενο λεωφορείο. Η μουσική εξακολουθεί να παίζει στ’ αυτιά μου. Σώθηκα εδώ και δύο χρόνια με τα mp3 players. Δεν μπορώ να μη βλέπω αλλά τουλάχιστον μπορώ να μην ακούω. Ήρθε το λεωφορείο. Πως κι έτσι; Λογικά χωρίς Μετρό έπρεπε να μη χωράει να μπει άνθρωπος. Κι όμως, όχι… Ακόμα είχε χώρο. Μπήκα, δεν βρήκα θέση, κρεμάστηκα σε μια χειρολαβή και σταμάτησα να βλέπω και να σκέφτομαι τις ταμπέλες. Άλλα άρχισαν να κινούν την προσοχή μου. Μετά από δυό στάσεις φτάσαμε στην Άμυνα. Πλημμυρισμένη η στάση με κόσμο. Μπαίνανε… μπαίνανε… και τελειωμό δεν είχαν. Όχι, που νόμιζα πως θα γλύτωνα…. Πριν σταματήσει το λεωφορείο, χαζεύοντας έξω από το παράθυρο κρεμασμένη στη χειρολαβή, είδα μια γιαγιά με ένα καροτσάκι λαϊκής να περιμένει στη μέση του δρόμου. Έκανε μανούβρες ο οδηγός για να μη την πάρει παραμάζωμα και σίγουρα θα έριχνε μπινελίκια, αλλά με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά δεν τον άκουσα. Μπήκε ο κόσμος όπως όπως, προσπάθησε να μπει και η γιαγιά. Το λεωφορείο όμως δεν είναι για όλες τις γιαγιάδες. Είναι για γιαγιάδες που κουβαλάνε μια μεγάλη γλάστρα με καμέλια, για γιαγιάδες με βαλίτσες, για γιαγιάδες με τσάντες από το σούπερ μάρκετ αλλά όχι για γιαγιάδες με καροτσάκι λαϊκής, που μοιάζουν περισσότερο όμως περισσότερο με άστεγες παρά με τη γιαγιά μας. Βγήκε ο οδηγός την έκραξε. Δεν μπαίνεις με το καρότσι μέσα, της φώναζε. Μα γιατί; ρωτούσε η γιαγιά. Δεν μπαίνεις, της έλεγε αυτός. Το εμπέδωσε στο τέλος η γιαγιά, έμεινε απ’ έξω. Κι εγώ βάλθηκα να σκέφτομαι ποιός κανονισμός λέει ποιός μπαίνει και ποιός δεν μπαίνει στο λεωφορείο. Μετά από δύο στάσεις κατάλαβα και ποιός άλλος δεν μπαίνει στο λεωφορείο. Πήχτρα το λεωφορείο κι απ’ έξω, μαζί με άλλους περιμένει μια μαυρούλα μ’ ένα κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά. Προσπάθησε να μπει από τις μεσαίες πόρτες, δεν τα κατάφερε. Έτρεξε με το μωρό να προλάβει να μπει από την μπροστινή που ήταν ανοιχτή κι έμοιαζε να υπάρχει λίγος ψώρος. Σιγά μην έμπαινε… Της έκλεισε ο άρχων οδηγός την πόρτα στα μούτρα. Έμεινε η μαυρούλα να περιμένει το επόμενο με το κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά μέσα στον ήλιο. Ξαναβάλθηκα να σκέφτομαι το τι κάνουν οι οδηγοί όταν κλείσουν την πόρτα κι εσύ τους κάνει νόημα να μπεις. Άλλοι ανοίγουν άλλοι όχι. Χάσατε μαντάμ, σου λένε. Στο επόμενο προσπαθήστε και ίσως τα καταφέρετε. Δεν ήξερα αν ο δικός μας το έκανε σε όλους. Μετά από δυό τρεις στάσεις έγινε το ίδιο με μια ξανθιά κυρία. Πριν προλάβω να στοιχηματίσω με τον εαυτό μου για την αντίδρασή του της άνοιξε την πόρτα. Άρα εκτός από τις γιαγιάδες με καρότσια λαϊκής δεν μπαίνουν στο λεωφορείο και μαυρούλες με κοιμισμένα μωρά στην αγκαλιά.
Μετά άδειασε μια θέση μπροστά μου. Κάθησα κι άφησα άλλον να κρεμαστεί από τη χειρολαβή μου. Το παράξενο είναι πως με όλα αυτά εγώ δεν τα πήρα στο κρανίο. Λες να κρατάει ακόμα η θερινή ραστώνη; Ή εγώ έχω πλέον αποκτηνωθεί;

Advertisements