Το τέλος ενός δρόμου…


Κ άπου εδώ τελείωσε ένας δρόμος που άρχισε 12 χρόνια πριν απ’ αυτή τη φωτογραφία. Ακόμα κοιτάμε το φακό με χαμόγελο αν και μερικές ήδη είναι συννεφιασμένες. Κάποιες χάθηκαν στο δρόμο, άλλες άνοιξε η γη και τις κατάπιε, άλλες «έφυγαν». Οι υπόλοιπες βρισκόμαστε που και που. Θα ξαναβρεθούμε, όσες βρεθούμε, αυτό το Σαββατοκύριακο, να γελάσουμε με τις αλλαγές μας, να θυμηθούμε όσες χάθηκαν, να ανταλλάξουμε νέα, εμπειρίες και τηλέφωνα που δεν θα καλέσουμε ποτέ παρά μόνο στο επόμενο reunion.
Να είστε καλά κόρες όπου και να είστε. Με τις υπόλοιπες ραντεβού μεθαύριο...

Advertisements

Οικονομική κρίση


Το έχω πει. Δεν πολυανοίγω τηλεόραση. Δεν μπορώ να βλέπω πια ειδήσεις. Βαρέθηκα να βλέπω ένα απέραντο καφενείο όπου επί μία ώρα προσπαθούν να μας πείσουν πως όλα τα σημαντικά πράγματα σ’ αυτή τη γη είναι τα σκάνδαλα των υπουργών, ο Ρουσόπουλος, ο Ζαχόπουλος και το Βατοπέδι. Ο Γιωρίκας κι ο Κωστίκας.
Παρ’ όλα αυτά τον τελευταίο καιρό άρχισα λίγο λίγο να ακούω και να βλέπω ειδήσεις. Τ’ απόνερα των ειδήσεων για την παγκόσμια οικονομική κρίση έφτασαν και στ’ αυτιά μου, αφού είχαν ήδη φτάσει στην τσέπη μου. Ακούω προσπαθώντας να καταλάβω τι γίνεται. Διαβάζω και καμμιά εφημερίδα και όπου βρω καμμιά ανάλυση στο ίντερνετ. Λίγο εκλαϊκευμένη όμως γιατί τα οικονομικά αυτού του μεγέθους ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου. Έχω πάρει πάνω κάτω μυρωδιά για το τι συμβαίνει. Κι όσο ακούω τόσο προσπαθώ να μην πανικοβληθώ. Όχι για τις καταθέσεις ή τις μετοχές μου. Ποτέ δεν είχα καταθέσεις και μετοχές. Μεροδούλι-μεροφάϊ ήμουν πάντοτε. Και συντηρητική πάντοτε ως προς τη διαχείριση των εσόδων μου γιατί έτσι μεγάλωσα. Δεν ξανοίχτηκα ποτέ σε μεγάλα δάνεια, σε τρελή κατανάλωση. Κι ας είμαι από τους πρώτους στην Ελλάδα που απόκτησαν πιστωτική κάρτα. Έχουν περάσει 21 χρόνια που έβγαλα πιστωτική κάρτα για πρώτη φορά και ποτέ δεν την έφτασα στο όριό της. Ούτε καν στα μισά. Φυσικά κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο για τους γονείς μου αλλά οι άνθρωποι όσο νάναι αλλάζουν από γενιά σε γενιά. Κι όσο κι αν είμαι συγκρατημένη, είμαι σαφώς μεγαλύτερη καταναλώτρια απ’ όσο υπήρξαν ποτέ οι γονείς μου. Τι να κάνουμε όμως; Η γενιά μου μεγάλωσε με την υπόσχεση πως θα ζήσει καλύτερα και με περισσότερα αγαθά απ’ όσα είχαν και μπορούσαν να μας προσφέρουν οι γονείς μας. Κι εμείς το πιστέψαμε αυτό. Αρχίσαμε να το απαιτούμε και όταν είδαμε πως δεν μπορούσε η υπόσχεση να γίνει πραγματικότητα ήρθαν οι τράπεζες, σαν άλλες σειρήνες, και μας πλάνεψαν.
Ανησυχώ λοιπόν παρόλο που δεν είμαι σε τραγική κατάσταση. Χρωστάμε ελάχιστα και ελεγχόμενα, έχω -εγώ τουλάχιστον- σταθερή δουλειά κι ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας που δεν φοβόμαστε πως κάποια τράπεζα θα το πάρει. Τότε γιατί; Μα γιατί σκέφτομαι τον μικρό μου. Τι έχω να του υποσχεθώ; Για ποιό αύριο τον μεγαλώνω; Οι γονείς μου βγήκαν μέσα από την ταλαιπωρία ενός πόλεμου, της πείνας, της προσφυγιάς και του φόβου. Δεν είχαν πλούτο αλλά μπορούσαν να μου δώσουν την ελπίδα πως εγώ θα ζήσω σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Έναν κόσμο σταθερό, χωρίς φόβο, χωρίς πείνα, έναν κόσμο φωτεινό. Εγώ τι απ’ όλα αυτά μπορώ να υποσχεθώ στο γιό μου; Τίποτε. Αυτό που βλέπω να έρχεται έχει φόβο, αστάθεια και ίσως πείνα. Και η πείνα μόνο τα χειρότερα μπορεί να φέρει μαζί της.Γιαυτό ανησυχώ και προσπαθώ να μείνω απλά στην ανησυχία και να μην περάσω στον πανικό. Και ελπίζω αυτοί στις ειδήσεις να είναι κι αυτή τη φορά υπερβολικοί όπως πάντα.

Οι αλήθειες μου


Πρώτη με κάλεσε η ocean soul . Για να πω την αλήθεια ψιλοβαριόμουν να σκεφτώ αλήθειες για μένα. Όχι πως ήταν δύσκολο αλλά βαριόμουν. Μετά ήρθε η πρόσκληση για το ίδιο παιχνίδι από το κοκκινογούλι και στο καπάκι από τον george. Ε, τι να κάνω κι εγώ; Άφησα τις βαρεμάρες κατά μέρος και έγραψα επτά αλήθειες.

Απλά αυτά τα παιχνίδια φοβάμαι πως στο τέλος βγαίνουν κάπως σαν τις απαντήσεις των διασήμων όταν τους ρωτάνε ποιό είναι το μεγαλύτερο ελάττωμά τους και δίνουν απαντήσεις του στιλ: «Το μεγαλύτερο ελάττωμά μου είναι η αγάπη προς το συνάνθρωπο, η κατανόηση που δείχνω στους γύρω μου και η μετριοφροσύνη…»
Λοιπόν…. ντα ντα, ντα ντααααν…
1) Είμαι πολύ αγχώδης κι ας μη μου φαίνεται

2) Είμαι αισιόδοξη μέσα από την απαισιοδοξία μου.
3) Βαριέμαι εύκολα. Κι αυτό δεν το θεωρώ ένα από τα καλά μου σημεία.
4) Μ’ αρέσει πολύ η θάλασσα. Όχι τόσο να βρίσκομαι μέσα της όμως, όσο το να την χαζεύω. Αυτό μπορώ να το κάνω με τις ώρες.
5) Δεν αντέχω τη φθορά που φέρνει στους ανθρώπους ο χρόνος. Με θλίβει. Παρόλα αυτά δεν κάνω κάτι για να την αποφύγω. Επίσης τρέμω τις αρρώστιες είτε για μένα είτε για τους αγαπημένους μου.
6) Αν δεν υπήρχε ανάγκη να δουλεύω για τα προς το ζειν, θα έκανα καρριέρα αιώνιας μαθήτριας σε κάτι.
7) Στραβώνω δύσκολα με ανθρώπους. Όταν όμως συμβεί, δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσω πίσω. Και τότε βλέπει κανείς στα μάτια μου ένα παγωμένο βλέμμα, που μέχρι να το δουν δεν πιστεύει κανείς πως υπάρχει.

Περάστε παρακαλώ να παίξετε κι εσείς. Πέντε κρίκοι ένα τάληρο. Όλα τα νούμερα κερδίζουν…

Αφιερωμένη…



Τα πιο ωραία παραμύθια απ’ όσα μου ‘χεις διηγηθεί
αχ είν’ εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που ‘χουν χαθεί.
Για τα παιδιά που χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος
στις λίμνες στο βορρά για τα παιδιά που χάθηκαν
στου δράκου το πηγάδι στης στρίγκλας τη σπηλιά.
Σε συμμορίες με ζητιάνους σε αχυρώνες και σ’ αυλές
και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές.
Για τα παιδιά που τα ‘συραν στης Αφρικής τις αγορές
εμπόροι και ληστές και φοβισμένα κι ορφανά
στη Σμύρνη και στη Βενετιά τα πιάσαν οι φρουρές.
Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη λίγο νερό του καφετζή
τα διώχνει ο πρώτος μ’ ένα φτυάρι κι ο άλλος λύνει το σκυλί
τα διώχνει ο πρώτος μ’ ένα φτυάρι κι ο άλλος λύνει το σκυλί..

Το παιχνίδι των 5 ερωτήσεων.


Ο Θράσος και το κοκκινογούλι ευθύνονται δια την παρούσαν ανάρτησιν. Έλα να παίξουμε και έλα να παίξουμε. Τον Θράσο τον έστησα και σ’ ένα προηγούμενο παιχνίδι που με κάλεσε. Το ξέχασα Θράσο μου… Ένα μυαλό χειμώνα-καλοκαίρι, τι να σου κάνει το έρμο; Ωχ, πάλι φλυαρώ.

Κυρίες και κύριοι, το παιχνίδι των πέντε ερωτήσεων. Τι θα ρώταγα σ’ έναν φιλόσοφο, έναν παλιό έρωτα, ένα μέντιουμ, ένα παιδί και τον καθρέφτη μου,
Για να διούμε λοιπόν…

Στο φιλόσοφο: Τελικά ποιό είναι το νόημα της ζωής; Βρήκες τίποτε ή τόσα χρόνια τσάμπα κόπος; (οσμίζομαι πως θα μου απαντήσει αρνητικά αλλά ας μη προκαταλαμβάνω το φιλοθεάμον κοινό…)

Στον παλιό έρωτα: Αν το παίρναμε από την αρχή θα ξανάκανες τα ίδια λάθη; (εγώ θα τα ξανάκανα πάντως…)

Στο μέντιουμ: Πότε θα πεθάνω; (Αυτή είναι μια ερώτηση που επιθυμώ διακαώς να την κάνω αλλά δεν θα την κάνω ποτέ.)

Στο παιδί: Θα μ’ αγαπάς κι όταν μεγαλώσεις;

Στον καθρέφτη μου: Γιατί δεν είσαι μαγικός να με δείχνεις νέα κι όμορφη πάντα;

Ποιό άλλο καλό παιδάκι θα παίξει; Ας καλέσω με τη σειρά μου (αν και έτσι όπως παίζω από τους τελευταίους ζήτημα είναι αν θα βρω κανέναν να παίξει…) την Ξένη , τη συνομιλία (αν βρει χρόνο), τον Ιανός (αν και δεν ξέρω αν παίζει παιχνίδια), το γκρέμι (αν βρει επίσης χρόνο) και το φίλο μου τον Vlaxos που σίγουρα δεν του περισσεύει χρόνος αλλά να κόψει το λαιμό του να τον βρει.

Traffic


Πάλι απεργία το Μετρό. Το πρωί νόμιζα πως κυκλοφορούσαν λεωφορεία αλλά φευ… Φρούδες ελπίδες. Πήρα τρόλει, στριμώχτηκα. Κατέβηκα στο Μετρό των Αμπελοκήπων, περπάτησα μέχρι το Μετρό της Κατεχάκη, πήγε 9 η ώρα και. Λέω δεν μπορεί, θα σκάσει λεωφορείο, τι στα κομμάτια; Το πρώτο εμφανίστηκε στις 9:15 αλλά δεν με βόλευε, το δεύτερο στις 9:25 αλλά ήταν χαλασμένο και έφυγε. Το τρίτο κατά τις 9:35. Δεν βόλευε πολύ αλλά τι να κάνω, ανέβηκα. Έστριβε όμως πιο πριν απ’ όπου νόμιζα, κατέβηκα πάλι, περπάτησα μέχρι τη Μεσογείων, πήρα το επόμενο που επιτέλους βόλευε. Ανάσταση!!!
Το μεσημέρι σκέφτηκα έξυπνα. Πήγα στην αφετηρία του Β5. Θα το πάρω σκέφτηκα από την αφετηρία και τουλάχιστον θα πάω σπίτι καθιστή. Καθιστή πήγα (αφού περίμενα 15 λεπτά στην αφετηρία να έρθει λεφωφορείο που είχε κολλήσει στην κίνηση) αλλά μέχρι την Κατεχάκη πάλι. Είχα ένα θέμα με την Κατεχάκη σήμερα. Η Μεσογείων λίγο πριν φτάσουμε στην Κατεχάκη άρχισε να στουμπώνει. Στην Κατεχάκη ήταν ακούνητη. Το λεωφορείο φίσκα κι εγώ καθιστή μεν αλλά έχοντας αγκαλιά όλους τους γύρω όρθιους. Ζέστη, αρώματα, μπόχες, τα πάντα. Ανοιχτά τα παράθυρα μεν αλλά τι να σου κάνουν κι αυτά, άμα το όχημα είναι ακούνητο; Κόντεψε να μου έρθει εγκεφαλικό. Άσχετο αλλά και σχετικό. Μετά από παρατηρήσεις χρόνων στα ΜΜΜ οι άντρες είναι πάντα πιο βρωμύλοι από τις γυναίκες. Πολύ πιο σπάνια θα σταθείς δίπλα σε γυναίκα που να σε διώχνει με τη μυρωδιά της. Πιθανόν να σε διώχνει γιατί λούστηκε με άρωμα βαρύ κι ασήκωτο στις έξι το πρωί και με την τσίμπλα στο μάτι αλλά και οι άντρες λούζονται χειρότερα όταν βάζουν άρωμα. Γιατί σκατά οι μισοί άντρες βρωμάνε;. Δεν πλένονται τόσο συχνά; Είναι το είδος του ιδρώτα; Δεν αλλάζουν ρούχα και εσώρουχα; Ποτέ δεν κατάλαβα…
Βγήκαν στην επιφάνεια όλα τα κλειστοφοβικά μου σύνδρομα. Ένοιωθα πως αν δεν σηκωθώ αμέσως να τεντώσω και να κουνήσω τα πόδια μου, αυτά θα παραλύσουν. Με το που φτάσαμε στη στάση πάτησα τους μισούς και κατέβηκα. Ευτυχώς είχα προνοήσει να καθήσω δίπλα σε πόρτα. Με ξέρω εγώ…. Πάντα κοντά σε έξοδο γιατί σέρνεται και μια ελαφρά κλειστοφοβία.
Εγώ και το καλό μου λεωφορείο κάναμε τον ίδιο χρόνο να φτάσουμε από την Κατεχάκη στην Αλεξάνδρας. Αυτό στο δρόμο κι εγώ από το πεζοδρόμιο. Μέσα σ’ όλα τρύπησε η κάλτσα και με χτύπησε (λίγο) το μποτάκι. Χίλες φορές όμως να κουνάω τα ποδαράκια μου και να περπατάω στο καθαρό καυσαέριο κι ας με πληγώνουν τα παπούτσια παρά να είμαι σφηνωμένη σ’ ένα σαρδελοκούτι παρέα με τα υπόλοιπα ψαράκια.
Ουφ…
Το κερασάκι στην τούρτα ήταν πως αντί να ακούω τραγουδάκια, έβαλα ραδιόφωνο και άκουγα ειδήσεις. Ναι είμαι μαζόχα. Έτσι άκουγα, παστωμένη στο λεωφορείο και μετά περπατώντας, τα πάντα για τα χρηματιστήρια, την πτώση των επιτοκίων, τις εγγυημένες μας καταθέσεις από τον ίδιο το χοντρούλη με το ζαβό βλέμμα. Η μία απελπισία πάνω στην άλλη.
Σε τι κόσμο θα μεγαλώσουμε λοιπόν τα παιδιά μας Νίκο Τσιαμτσίκα;
Φυσικά η φωτογραφία που συνοδεύει την παρούσα ανάρτηση ουδεμίαν σχέσιν έχει με τη σημερινή πραγματικότητα.