Τραμπούκοι στο διαδίκτυο


Το κείμενο αυτό γράφτηκε εξ αιτίας της αισχρής επίθεσης που έχει δεχτεί η Ξένη . Μου ζητήθηκε από τον Gazi Kapllani ένα κείμενο για να δημοσιευτεί στη στήλη του στα «ΝΕΑ», μιας και έγινα κι εγώ δέκτης των επιθέσεων των blogτραμπούκων λόγω του σλαβικού (!!!) μου ψευδώνυμου και της υπεράσπισης του δικαιώματος της Ξένης να γράφει ελεύθερα την άποψή της. Ελπίζω όταν και αν τελικά μια μικρότερη παραλλαγή αυτού του κειμένου δημοσιευτεί να μην ορμήσει κι εδώ ο ίδιος συρφετός ανεγκέφαλων με σκοπό να τα κάνει μπάχαλο. Αλλά κι αν ορμήσει σκασίλα μου στην τελική…

Ετυμολογία
τραμπούκος < (ισπανικά) trabuco (es)
Η σημασία με την οποία χρησιμοποιείται η λέξη προέρχεται από μια μάρκα πούρων Αβάνας, τα trabucos, τα οποία ορισμένοι πολιτικοί συνήθιζαν να δίνουν ως αμοιβή στους πλέον ζωηρούς και «δραστήριους» οπαδούς τους ή προσφέρονταν στα πολιτικά σαλόνια σε εκείνους που πουλούσαν την ψήφο τους.
Ουσιαστικό
τραμπούκος: αρσενικό άτομο που ανήκει σε παρακρατική οργάνωση ή σε κομματική παράταξη και δημιουργεί επεισόδια ή προβαίνει σε βιαιοπραγίες, συνήθως επί πληρωμή (κατ’ επέκταση) άτομο που προσπαθεί να επιβάλει τις απόψεις του χρησιμοποιώντας βία
Πηγή: el.wiktionary.org

Οι τραμπούκοι στο διαδίκτυο είναι σαν τις κατσαρίδες. Όσο κατσαριδοκτόνο και να τους ρίξεις επιβιώνουν. Πριν αρχίσω να ασχολούμαι σχετικά έντονα με το διαδίκτυο, η λέξη τραμπούκος μου έφερνε στο μυαλό εικόνες ανθρώπων βάρβαρων, που με κρυμμένα πρόσωπα και στειλιάρια στα χέρια, όρμαγαν σε συγκεντρώσεις ανθρώπων και τα έκαναν γυαλιά καρφιά. Ή χουλιγκάνους έξω από τα γήπεδα. Ή μου θύμιζαν συνελεύσεις στο πανεπιστήμιο στις οποίες -όταν κατέληγαν σε γενική σύρραξη- τότε εμφανίζονταν κάποιοι τύποι, άσχετοι με το πανεπιστήμιο αλλά με γερά μπράτσα, και έμπαιναν στην πρώτη γραμμή των αντίπαλων στρατοπέδων και όποιον πάρει ο χάρος. Εκεί σταματούσαν οι γνώσεις μου για τους τραμπούκους. Μέχρι που άρχισα δειλά δειλά, πριν από δύο τρία χρόνια, να μπαίνω σε forums, να επισκέπτομαι blogs φίλων και στο τέλος να φτιάξω το δικό μου blog. Τότε κατάλαβα πως εκτός από τους κανονικούς τραμπούκους της αληθινής ζωής, υπάρχουν και οι τραμπούκοι του διαδικτύου. Δεν φοράνε κουκούλα αλλά καλύπτονται πολύ καλά πίσω από το φερετζέ της ανωνυμίας που εξασφαλίζει το ίντερνετ. Δεν κρατάνε στειλιάρια στα χέρια, δέρνουν όμως με τις λέξεις φτύνοντας χολή και μπινελίκια απίστευτης προστυχιάς. Βάρδα δε, μην πέσουν πάνω σε γυναίκα. Θα μου πεις πως το ξέρουν αν έχουν να κάνουν με γυναίκα. Πρώτη ένδειξη είναι ένα γυναικείο nickname. Δεύτερη ένδειξη, αν και για τους περισσότερους από δαύτους η πρώτη είναι αρκετή, ο τρόπος γραφής. Για κάποιον που είναι χρόνια στο διαδίκτυο είναι εύκολο να διαβάσει ανάμεσα στις λέξεις και να πιάσει τις ελαφριές διαφορές ενός γυναικείου από έναν αντρικό λόγο, όσο καλά κι αν προσπαθεί κάποιος/α να αποκρύψει το πραγματικό του φύλο. Κάποια στιγμή θα χαλαρώσει και θα αποκαλυφθεί σε κάποιον που ξέρει να αποκωδικοποιεί κείμενα. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι διαδικτυακοί τραμπούκοι αρκούνται σ’ ένα γυναικείο ψευδώνυμο. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονται στο διαδίκτυο με δύο, κυρίως, τρόπους οι οποίοι είναι ανάλογοι με τη συμπεριφορά που θα επιλέξουν οι ίδιες για τη διαδικτυακή περσόνα τους. Αν ακκίζονται και χαριεντίζονται και γεμίζουν τα κείμενα και τα blogs τους με καρδούλες, πουλάκια, ροζ κουφέτα, emoticons και λεξούλες του στιλ: «Άαααντεεεεεε!!!!!! Σοβαράαααααααα;;;;;» τις αντιμετωπίζουν με συγκατάβαση και μια υποψία καμακιού (η οποία υποψία κάποιες φορές μετατρέπεται σε αισχρή βεβαιότητα έως παρενόχληση). Αν όμως η θηλυκή περσόνα έχει άποψη, αριστερίζει, χώνεται και προσπαθεί να εκφέρει λόγο σε θέματα που δεν άπτονται του νοικοκυριού, της μαγειρικής άντε και της τέχνης, μαύροι φίδι που την έφαγε. Οι αισχροί χαρακτηρισμοί, τα υπονοούμενα για τη σεξουαλική της πληρότητα και για την εξωτερική της εμφάνιση, η οποία σίγουρα είναι χάλια, δίνουν και παίρνουν. Σπάνια θα υπάρχει σοβαρός αντίλογος στο λόγο που προσπαθούν να αρθρώσουν. Φυσικά κανείς απ’ αυτούς του μάγκες που ξεχειλίζουν από τεστοστερόνη δεν θα τολμούσε να κάνει τέτοιους χαρακτηρισμούς πρόσωπο με πρόσωπο. Μου έχει συμβεί. Κάλεσα κάποιον που για καιρό με έβριζε αισχρά διαδικτυακά, να συναντηθούμε για να μου αποδείξει πόσο «φοβερός» άντρας είναι και να μου τα πει όλα αυτά «ζωντανά». Γιατί επέμενε πως δεν τα λέει πίσω από την κάλυψη της ανωνυμίας αλλά θα μπορούσε να μου τα πει και από κοντά οποιαδήποτε στιγμή. Ακόμα τον περιμένω τον μάγκα του γλυκού νερού.
Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί τον τελευταίο καιρό μια φίλη μου, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, δέχεται μια τέτοια –άνευ ορίων- διαδικτυακή επίθεση. Τόλμησε να γράψει τις απόψεις της και τη γνώμη της για το πώς βιώνει τη ζωή στην Ελλάδα. Πως βιώνει το ρατσισμό τα τελευταία 14 ή 15 χρόνια που ζει εδώ. Τόλμησε αυτή –μια «ξένη» να γράψει μέσα στο blog της πράγματα που έχει βιώσει σ’ αυτή τη χώρα και την πληγώνουν. Ποια; Μια μετανάστρια, μια ξένη. Αντί να μας ευχαριστεί για το κομμάτι ψωμί που της «δώσαμε» (από πού τάχα; Μήπως μας το έκλεψε;) και να κάνει τεμενάδες κάθε φορά που ένας έλληνας της έκανε την τιμή να της δώσει σημασία, αυτή γράφει για τα άσχημα αυτής της χώρας. Τους εκνεύρισε που μια «ξένη» κατέχει και χειρίζεται την ελληνική γλώσσα πολύ καλύτερα απ’ αυτούς που το λεξιλόγιό τους περιορίζεται σε βρισιές και 100 λέξεις της καθημερινότητας, ίσα για να συνεννοούνται με τους ομοίους τους. Κι όμως αυτή η «ξένη» είναι ελληνίδα στην καταγωγή. Και μέχρι να έρθει και να βιώσει στο πετσί της τον «ελληνικό παράδεισο» τον έβλεπε σαν αληθινό παράδεισο στον οποίο δεν θα ένιωθε ξένη όπως ένιωθε στον τόπο που γεννήθηκε. Γέμισε το blog της από υβριστικά και απειλητικά σχόλια. Ανώνυμα φυσικά. Γιατί κανείς απ’ αυτούς τους blogοτραμπούκους δεν έχει το θάρρος να βγει από τις σκιές και να σταθεί κάτω από το φως. Τρόμαξε η φίλη μου και με το δίκιο της. Παρόλη την πείρα της δεν φανταζόταν πως θα έβγαινε τόσο μίσος στις σελίδες του blog της. Ούτε κι εμείς, οι φίλοι και οι άγνωστοι επισκέπτες της σελίδας της, το περιμέναμε.
Φυσικά μας πήρε όλους η μπάλα της προστυχιάς. Όσους τολμήσαμε να υπερασπιστούμε όχι της θέσεις της αλλά τουλάχιστον το δικαίωμά της να τις εκφράζει ελεύθερα, σε μια χώρα που η ελευθερία του λόγου είναι κατοχυρωμένη από το Σύνταγμά της.
Δυστυχώς για την «Ξένη» έχει την ατυχία να είναι γυναίκα, να είναι ξένη και ο λόγος της να μην περιέχει ροζ συννεφάκια και καρδούλες αλλά πόνο και πείσμα να μην αφήσει τις όποιες δυσκολίες και τους όποιους τραμπούκους να την πτοήσουν. Και μόνο γι’ αυτό την εκτιμώ ακόμα περισσότερο απ’ όσο την εκτιμούσα μέχρι τώρα.
Advertisements


2ήμερο από το xeblogarisma στην αγορά της κυψέλης.
13 & 14 Δεκέμβρη θα οργανώσουμε τις εκδηλώσεις μας στο χώρο της κλειστής αγοράς τής Κυψέλης.
Συμμαζευόμαστε και αρχίζουμε λοιπόν…BAZAAR – ΠΑΡΤΥ – ΦΑΓΗΤO
Η προετοιμασία έχει ήδη ξεκινήσει……
ΟΣΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΟΡΕΞΗ ΑΣ ΜΑΣ ΤΟ ΠΟΥΝ.
ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΣΗ….

Επειδή είμαι μια μεγάαααλη τεμπέλα, δεν ξαναγράφω το κείμενο της αφίσας στη φωτογραφία. Κάντε ένα κλικ πάνω της και θα το διαβάσετε.
Ελάτε στο πάρτυ να περάσετε καλά, να συναντηθούμε, να τα πούμε, να αγοράσετε ό,τι σας αρέσει και μ’ αυτό τον τρόπο να βοηθήσετε λίγο. Αν θέλετε να προσφέρετε κάτι παραπάνω, λεπτομέρειες στο Ξεblogάρισμα. Πολλά μένουν να γίνουν και όσοι περισσότεροι τόσο καλύτερα.

Σκουντούφλης


Αν ήμουνα στρουμφάκι, θα ήμουν ο Σκουντούφλης. Μια ζωή με θυμάμαι να πέφτω. Μια ζωή με ανοιγμένα γόνατα, στραμπουληγμένα πόδια, γεμάτη μελανιές και γρατζουνιές. Να πεις πως ήμουν ζωηρή; Ήσυχο παιδί ήμουν πάντα. Δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο. Μάλλον όμως δεν θα είναι ένας και μοναδικός. Είμαι αφηρημένη; Συνήθως ναι. Περπατάω γρήγορα, κάνω απότομες κινήσεις, σκέφτομαι διάφορα άσχετα την ώρα που κάνω κάτι… Δεν ελέγχω τις κινήσεις μου. . Ένα είναι σίγουρο πάντως. Όταν έρθει η ώρα μου δεν θα πάω από χέσιμο…
Το τελευταίο τριήμερο όμως, έχω βαλθεί να αυτοκαταστραφώ. Απολογισμός; Ένα καρούμπαλο, ένα χτύπημα, μια τεράστια μελανιά.
Για να εξηγούμαι. Προχτές είπα να πηδήσω κάτι κάγκελα (απ’ αυτά του «καγκελάριου» δήμαρχου) στο δρόμο γιατί η έξοδος ήταν μακρυά. Κάπως χαλαρή ήμουν, κάπως κουρασμένη, κάπως το μυαλό μου αλλού, το αποτέλεσμα; Πάρτην κάτω. Έφυγα από το κάγκελο και έπεσα ανάσκελα στο πεζοδρόμιο, σαν αναποδογυρισμένη χελώνα ένα πράγμα. Το χειρότερο ήταν το «γκντουπ» που έκανε το κεφάλι μου στο πλακάκι. Σηκώθηκα, ακούμπησα στο δέντρο λίγο ζαλισμένη, ήρθε ένας φίλος που κι αυτός πέρναγε τα κάγκελα μαζί με τα πιτσιρίκια μας (γυρνούσαμε από το γήπεδο γαρ…), τους είπα πως είμαι καλά, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Ο γιός μου φυσικά έσκασε στα γέλια με τη δόλια μάνα…
Τελείωσε; Σιγά μη και δεν… Στο σπίτι ρίχνω μια κουτουλιά στην πολύ μυτερή γωνία ενός ντουλαπιού , βλέπω το χριστό φαντάρο αλλά κιχ δεν έβγαλα. Ρεζίλι στο μικρό θα γινόμουνα, άσε που θα ξανάσκαγε στα γέλια…
Τελείωσε; Ναι, καλά…. μη φάτε, θα σφάξω το γλάρο το σιτευτό.
Χτες το πρωί έβρεχε. Ωραία που ήταν!! Άφησα τον μικρό στο σχολείο και μετά από δέκα βήματα πατάω κάτι βρεγμένα φύλλα στο πεζοδρόμιο (αυτά τα γαμημένα γλυστράνε σαν διάολοι και χωρίς βροχή) και ναι!! Καλά μαντέψατε!! Πάρτην κάτω ξανά. Την ώρα που έχανα ύψος, σκεφτόμουν «όχι πάλι στο κεφάλι γαμώτο…». Όλα καλά όμως, η ευχή μου έπιασε τόπο. Δεν χτύπησα στο κεφάλι διότι έπεσα ανάμεσα σ’ ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο και ένα σπίτι. Γλύτωσε το κεφάλι αλλά όπως προσγειώθηκα σ’ ένα πεζούλι, απέκτησα και μια τεράστια μελανιά στον χμμμ… χμμμμ… κώλο, έτσι για να μη νιώθει άσχημα το κεφάλι με το καρούμπαλο…
Τελείωσε; Από τώρα καλέ; Τι θα έχουμε να λέμε;
Σκέφτηκα «τρίτωσε το κακό, τη γλύτωσα». Χα, καγχάζει η ζωή…
Σήμερα το απόγευμα βγαίνουμε από το σπίτι, πάω να κλειδώσω, δεν… Το καμάρι μου είχε αφήσει τα κλειδιά του πίσω από την πόρτα. Αν δεν ήμουν μοντέρνα μάνα του τύπου «όχι βία στα παιδιά», θα τον είχα σαπίσει στο ξύλο, μα τον Τουτάτη. Είμαι όμως και το γλύτωσε το βρωμόξυλο. Πήγαμε στο γήπεδο, πάω να βγάλω το κινητό να ειδοποιήσω τον πιο χρήσιμο μάστορα, τον κλειδαρά, να έρθει να μας ανοίξει και τζίφος. Το κινητό κλειδωμένο μέσα στο σπίτι. Μετά από πολλά, κατάφερα να βρω το τηλέφωνο του κλειδαρά (μη ρωτήσετε γιατί δεν πήρα ένα στην τύχη, ο συγκεκριμένος μας κάνει εξαιρετικές τιμές διότι είμεθα οι καλύτεροι πελάτες του) αλλά είχε δουλειά και έπρεπε να περιμένω τρία τέταρτα. Τι να κάνω; Πήρα τον υπαίτιο από το χέρι, πήγαμε σούπερ μάρκετ κάναμε και κάτι άλλες δουλίτσες κι έμεινε μισή ώρα ακόμα. Μπήκαμε στο φαρμακοποιό της γειτονιάς που είναι και φίλος, να περάσει το μισάωρο να μπούμε επιτέλους σπίτι.
Εσείς τώρα φαντάζεστε πως πέρασε η ώρα με χαλαρή και φιλική κουβεντούλα. Ναι καλά… Hello, με μένα μιλάτε.
Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας και δυνατός πόνος στο έντερο. Τάσεις για λιποθυμία, μια ζεσταίνομαι μια κρυώνω και άσπρη σαν το χαρτί. Τρόμαξε ο Γιάννης, μ’ έβαλε να κάτσω, έφερε ένα σκαμνάκι να βάλω τα πόδια ψηλά , μούδωσε κι ένα ζαντάκ και πάνω στη σύγχιση νάσου και ο κλειδαράς. Πήρα το σαρκίο μου και διπλωμένη στα δύο πήγα να τον βρω. Τρόμαξε κι αυτός που με είδε έτσι, νόμιζε πως έμεινα από μέση. Ανεβήκαμε, μας άνοιξε, τον πλήρωσε ο μικρός από το χαρτζηλίκι του (αυτή ήταν η τιμωρία του, χάλια ξεχάλια εγώ δεν το ξέχασα…). Έπεσα στο κρεβάτι με τον πόνο να έχει γενικευθεί σε κοιλιά και στομάχι. Αν δεν το είχα ξαναπάθει, να ξέρω πως είναι από τσίτωμα και άγχος, θα είχα χεστεί πάνω μου. Αλήθεια το λέω. Με βαθείες αναπνοές χαλάρωσα σιγά σιγά και άρχισε να μου περνάει. Δεν χρειάστηκε το lexotanil που ήθελε να μου δώσει ο Γιάννης. Σιγά μην έπαιρνα εγώ lexotanil . Θα έκανα δυο μέρες να ξυπνήσω. Για ώρα μετά όμως, κρύωνα φορώντας μάλλινη μπλούζα και με αναμμένο καλοριφέρ.
Πριν καμμιά ώρα συνήλθα. Κρίσεις πανικού, μου λέει πως είναι ο Κώστας. Μάλλον κρίση άγχους λέω εγώ. Τσιτώθηκα με όλα αυτά. Γιαυτό τα γράφω. Μπας και ξορκίσω το κακό. Αλλιώς θα πρέπει να κυκλοφοράω με μιαν αρμαθιά σκόρδα. Τι σκατά; Ένα άρθρο για το Μητσοτάκη διάβασα. Πιάνει κι έτσι η γκαντεμιά;
Εσύ βρωμόVlaxos , που έσκασες στα γέλια μόλις σου τα είπα στο τηλέφωνο, μη τολμήσεις να ξαναγελάσεις. Κι εσύ (ναι ρε σε σένα μιλάω, ξέρεις…) που με ξέρεις και μπορείς να φανταστείς τις σκηνές, ούτε εσύ να γελάσεις. Συνεννοηθήκαμε; Άντε μπράβο…

Αφιέρωση


Αφιερωμένο στο φίλο μου το Γιάννη, που σήμερα είναι τα γενέθλιά του κι έχω να τον δω πάνω από τρία χρόνια, μιας και πήραν των ομματιών τους και πήγαν να μείνουν στου διαόλου το κέρατο από πίσω. 1500 χλμ μακρυά.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΜΑΣ!!!

Πολυτεχνείο


Δεν ξέρω τι μέρα έπεφτε η 17η Νοέμβρη το 1973. Θα μπορούσα να ψάξω να το βρω αλλά βαριέμαι. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει μεγάλη σημασία. Ξέρω όμως πως ήμουν στην β΄γυμνασίου και ήμουν απογευματινή. Μέχρι να φύγω από το σπίτι για το σχολείο η μέρα ήταν σαν όλες τις άλλες. Δεν θυμάμαι τίποτε άρα όλα θα ήταν κανονικά. Έφυγα από το σπίτι και πέρασα να πάρω τη φιλενάδα μου τη Δέσποινα, να πάμε μαζί στο σχολείο με τα πόδια, όπως κάθε μέρα. Ήταν μακρυά το σχολείο από το σπίτι. Τα περισσότερα κορίτσια πηγαινοέρχονταν με το λεωφορείο, εγώ και οι φίλες μου όμως όχι. Για πολλούς λόγους. Δεν ξοδεύαμε λεφτά για εισιτήρια, δεν πατικωνόμασταν μέσα στα πλημμυρισμένα από μαθητές και μαθήτριες λεωφορεία και συναντούσαμε στο δρόμο την αντίθετη βάρδια του Ε’ Αρρένων, που εκείνη την ώρα σχολούσε. Λίγο ήταν; Ανταλλαγές βλεμμάτων, σκουντήγματα, κοκκινίσματα και τέτοια. Εκείνη η μέρα λοιπόν ξεκίνησε κανονικά αλλά κάτι στην ατμόσφαιρα έλεγε πως κάτι δεν πάει καλά. Δεν ήξερα τι αλλά όταν είδα τους τίτλους των εφημερίδων στα περίπτερα μπερδεύτηκα. «Πάλι τα τανκς στους δρόμους» έγραφαν, και είναι σαν να το ξαναβλέπω μπροστά μου. Τα τανκς; Ποια τάνκς; Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτε. Η 28η Οκτωβρίου είχε περάσει. Την είδαμε την παρέλαση. Γιατί πάλι τανκς; Όσο κι αν έστιβα το μυαλό μου δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλη εθνική εορτή που να γίνεται παρέλαση και να βγαίνουν τα τανκς στους δρόμους… Είχα μπερδευτεί αλλά φαντάζομαι πως όλο και κάποιος μαθητής του αρρένων θα τράβηξε την προσοχή μου και θα ξεχάστηκα.
Φτάσαμε στο σχολείο. Κι εκεί μια αναταραχή. Το κουδούνι δεν χτύπησε στην ώρα του. Οι μεγαλύτερες μουρμούριζαν σε μικρές ομάδες. Πέρασε μισή ώρα, τίποτε από κουδούνι. Εμείς στην αυλή ν’ αναρωτιόμαστε για το γιατί δεν έχει μάθημα σήμερα. Ποιά γιορτή ήταν που δεν την υπολογίσαμε; Κάποια στιγμή η Φανή, ήρθε και μας είπε πως έγινε κάτι που είχε σχέση με τον Κίσσινγκερ!! Δεν θυμάμαι τι ακριβώς μας είπε αλλά μπήκαμε στην ομάδα της μεγαλύτερης αδελφής της που τα κουβεντιάζανε. Η κάθε μια το κοντό και το μακρύ της. Μέχρι, μιας και δεν χτύπαγε το κουδούνι, το γυρίσαμε σε παιχνίδι ρόλων. Κι εμένα μου δώσανε το ρόλο του κακού. Το ρόλο του Κίσσινγκερ. Άθλιες φιλενάδες μου, σας το χρωστάω αν και δεν θα το θυμάστε. Αλλά και πάλι δεν καταλαβαίναμε γιατί κάτι που έκανε ο Κίσσινγκερ έκανε τους καθηγητές μας να μη χτυπάνε το κουδούνι και να χάνουμε το μάθημα. Όχι πως δεν μας άρεσε αυτό, ούτε λόγος, απλά δεν το καταλαβαίναμε.
Κάποια στιγμή χτύπησε το κουδούνι, μπήκαμε στις τάξεις και ήρθε η καθηγήτρια των αγγλικών, η κυρία Μόδη, και… τίποτε. Μας κοιτούσε, την κοιτούσαμε, λέγαμε σαχλαμαρίτσες αλλά μάθημα γιοκ. Αυτό κι αν ήταν από τ’ ανήκουστα!!! Μόλις κάναμε διάλειμμα, μας μίλησε η λυκειάρχης και μας είπε πως δεν θα κάνουμε μάθημα σήμερα και θα πρέπει να γυρίσουμε στα σπίτια μας αλλά κατευθείαν. Να μην χαζολογήσουμε στο δρόμο και μην πάμε βόλτες αλλά κατευθείαν στο σπίτι. Χοροπηδώντας από τη χαρά για την απρόσμενη εξέλιξη φύγαμε. Δεύτερο παράξενο. Στα περίπτερα δεν υπήρχε καμμία εφημερίδα. Ούτε μία. Μα που πήγαν; Πρώτη φορά μέσα σε δύο ώρες ξεπούλησαν. Μετά από χρόνια έμαθα πως τις είχαν μαζέψει από τα περίπτερα άρον άρον… Δεν καταλάβαινα τίποτε εντελώς. Πέρασα από το μαγαζί της μαμάς, της είπα τι έγινε, με ξαπόστειλε κατευθείαν στο σπίτι και μετά από λίγο έκλεισε κι αυτή το μαγαζί και γύρισε σπίτι. Σιγομουρμούριζαν με τη γιαγιά, έκλεισαν τα παντζούρια μεσημεριάτικα και όταν τα άνοιξα για να βγω στο μπαλκόνι άρχισε να τσιρίζει η μαμά να μπω μέσα γιατί μπορεί να φάω καμμιά αδέσποτη σφαίρα. Τρελάθηκα. Τι σφαίρα έλεγε η μάνα μου; Σφαίρες στη γειτονιά μας; Από που κι ως που; Όλα τα τρελά εκείνη την ημέρα συνέβαιναν. Κι αυτή η ερημιά στους δρόμους!!! Μια κανονική καθημερινή μέρα ήταν και όλα ήταν κλειστά και αμπαρωμένα και δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Και κανένας δεν έλεγε κουβέντα. Μόνο τα μουρ μουρ ανάμεσα στη γιαγιά, τη μαμά και τον μπαμπά που μαζεύτηκε κι αυτός νωρίς.
Το βράδυ τα είδαμε στην τηλεόραση. Το τανκς, τις φωτιές, το χαμό. Και τότε ο μπαμπάς πήρε τη μαμά και άρχισε να την τραβολογάει για χορό. «Πέφτουνε Σταυρούλα, πέφτουνε. Τέλειωσε…» της έλεγε. Και γελούσε και χοροπηδούσε. Και η μαμά γελώντας του έλεγε να μη φωνάζει και πως ακόμα δεν έπεσε κανείς και πως δεν πρέπει ν’ ακουστούμε. Τίποτε δεν καταλάβαινα αλλά γελούσα κι εγώ. Ποιοί πέφτουνε; Άσε που δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Είναι δυνατό να κάψανε την Αθήνα οι φοιτητές; Οι φοιτητές δεν έκαναν τέτοια πράγματα. Φοιτήτρια θα γινόμουν κι εγώ σε λίγα χρόνια και τους είχα σε μεγάλη υπόληψη. Δεν κάνουν τέτοια πράγματα οι φοιτητές…
Το βράδυ, δεν θυμάμαι αν ήταν το ίδιο βράδυ ή το άλλο, είδα την εκπομπή του Μαστοράκη. Εκεί έπεσε η χούντα για το δικό μου το μυαλό. Γκρεμίστηκε και μάλιστα για τον πιο ηλίθιο λόγο. Έβγαλε ο Μαστοράκης κάτι φοιτητές –τα ξέρετε όλοι- που μιλούσαν για το τι έγινε. Και έλεγαν για το πόσο καλά τους φέρθηκαν στην Ασφάλεια και πόσο ευγενικοί ήταν. Δεν το πίστεψα και έγινα έξαλλη. Γιατί όμως; Εδώ είναι το θέμα. Γιατί πρώτον δεν πίστευα πως έκαναν όλα αυτά τα μπάχαλα οι φοιτητές. Αυτό ήταν τεράστιο ψέμα. Οι φοιτητές αποκλείεται να έκαψαν την Αθήνα. Αλλά αν την είχαν κάψει στ’ αλήθεια, ήταν δυνατό να τους έπιαναν και να τους χάϊδευαν; Αν έκαιγαν το σπίτι μας, ο μπαμπάς μου θα τους σούβλιζε. Αυτό λέει η λογική. Κι αυτοί έλεγαν πως τους φέρθηκαν με το γάντι; Ήταν ψέμματα. Και μιας και πίστευα ακράδαντα πως οι φοιτητές δεν λένε ψέμματα, τα έλεγαν οι άλλοι. Τέλος. Απλή λογική.
Από κείνο το βράδυ δεν τους πίστευα. Κι εγώ, ένα παιδί που μεγάλωσα μέσα στη χούντα και έλεγα στη μάνα μου γεμάτη χαρά πως στο δημοψήφισμα πήραν 90%, φέρνοντάς την σε απόγνωση για το παιδί που μεγαλώνει, εγώ που τραγουδούσα τον ύμνο της χούντας, σταμάτησα να τα κάνω όλα αυτά. Μαχαίρι. Γιατί αυτοί ήταν ψεύτες και συκοφάντες.
Η μεταπολίτευση με βρήκε έτοιμη λοιπόν να τρέξω στην πρώτη πορεία για το πολυτεχνείο, αψηφώντας τη μάνα μου και φέρνοντάς την στα πρόθυρα του εγκεφαλικού από το φόβο μη με χάσει στο χαμό. Αλλά αυτές είναι άλλες ιστορίες…

Η συνέχεια της ιστορίας…


Έλεγα να μη συνεχίσω τις ιστορίες από τη γειτονιά που μεγάλωσα. Βαρέθηκα λίγο κι από την άλλη μεριά σκεφτόμουν πως άρχισα να μοιάζω με τη γιαγιά μου, που όταν άρχιζε τις ιστορίες από τα παλιά της λέγαμε με ύφος βαριεστημένο, πως άρχισε πάλι να λέει τις «ιστορίες του μπαρμπαγιαννάκη»… Μετά όμως σκέφτηκα πως άφησα απ’ έξω αυτούς από τους οποίους μου πρωτόρθε η ιδέα να κάνω αυτήν την καταγραφή. Τους μαγαζάτορες της γειτονιάς. Και τη διπλανή μας άφησα απ’ έξω. Την κυρά Μαρίκα, τον τρίτο καρκίνο της πολυκατοικίας.
Η κυρά Μαρίκα, σύζυγος του κυρίου Σάββα με δύο γιους. Το Φοίβο και τον … δεν θυμάμαι. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά ήταν σε μεγάλη βεντέτα με τις δικές μου. Τη μάνα και κυρίως τη γιαγιά μου. Ήταν έτσι από την αρχή που πήγαμε στην πολυκατοικία; Έγινε κάτι αργότερα; Εγώ μια ζωή μαλωμένες τις θυμάμαι. Μάλλον για κάποιο χαζό λόγο. Οπότε, θεωρούσα πως έπρεπε κι εγώ να συμπαραταχθώ με την οικογένεια και δεν της μιλούσα όταν την έβλεπα στο μπαλκόνι ή στη σκάλα. Τι βλακεία!! Παρόλο που η μαμά έλεγε να της λέω καλημέρα. Θυμάμαι κάποτε που η γιαγιά της είχε χρεώσει το θάνατο μιας γλάστρας της. Επέμενε πως ζήλευε η κυρία Μαρίκα το φούλι της, που ήταν μεγάλο, φουντωτό και λουλουδιασμένο και έρριχνε στη γλάστρα σαπουνόνερα και το έκαψε. Ή πως πέταγε βρώμικα νερά στη μπουγάδα μας. Κι αυτό ήταν έγκλημα μέχρι να αποκτήσουμε πλυντήριο. Ξέρετε τι θα πει να πλένονται τα ρούχα εξαμελούς οικογένειας στο χέρι; Εκ των οποίων μελών, τα τρία μικρά παιδιά; Ούτε ψύλλος στον κόρφο της γιαγιάς μου δεν θα ήθελα να είμαι…
Ομηρικοί καυγάδες λοιπόν με τη διπλανή. Έβγαινε η γιαγιά στο μπαλκόνι, όταν ήξερε πως θα την ακούει, κι άρχιζε τη μουρμούρα δυνατά. Χωρίς να λέει όνομα έρριχνε τα μπινελίκια της. Για τις βρωμιάρες που λερώνουν και τα ρούχα των άλλων, για τις σκατόψυχες που λιμπίζονται τις όμορφες γλάστρες κι από την κακία τους τις καίνε. Τελείωνε η γιαγιά κι έμπαινε μέσα, ερχόταν η σειρά της Μαρίκας. Έτσι ακριβώς, μάχη χαρακωμάτων. Που δεν τελείωνε ποτέ γιατί πάντα κάποια αφορμή θα δίνονταν και από τα δύο στρατόπεδα.
Μέρα με τη μέρα που λέτε, εξελισσόταν η κόντρα της γιαγιάς με τη διπλανή… Έμπαινε κι η μάνα μου στο παιχνίδι γιατί τη φυτίλιαζε η γιαγιά όταν γυρνούσε από τη δουλειά της. Έτσι η Μαρίκα, αλλιώς η Μαρίκα… Μέχρι που κάποια στιγμή τη χάσαμε κι άρχισαν οι ψίθυροι για «αρρώστια» και νοσοκομεία. Και γύρισε η κυρά Μαρίκα και της έλειπε ο μισός λαιμός της και ένα κομμάτι από το σαγόνι της. Η γιαγιά και η μαμά σάμπως να μαλάκωσαν. Είχα την αίσθηση πως δεν ήξεραν πως έπρεπε να αντιμετωπίσουν την εχθρά τους. Πως να την πέσεις σ’ έναν εχρό που του έλειπε ο μισός λαιμός; Κάπως σαν να είχε μαλακώσει κι αυτή. Ποτέ δεν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους αλλά οι καυγάδες και οι γκρίνια των δικών μου, σαφώς μειώθηκαν.
Μόνο μια φορά, πριν την αρρώστεια της νομίζω ήταν, που πήγαν να αλλάξουν τα αισθήματα της οικογένειας. Όταν «χάθηκαν» από τη γειτονιά τα αγόρια της, που τότε πρέπει να ήταν φοιτητές ή κάτι τέτοιο. Πρέπει να ρωτήσω τη μαμά για τέτοιου είδους λεπτομέρειες. «Χάθηκαν» λοιπόν τ’ αγόρια και παραξενεύτηκε η γειτονιά. Τους θυμάμαι, όμορφα αγόρια ήταν. Η φήμη λοιπόν που κυκλοφόρησε, ήταν πως τους βούτηξε η Ασφάλεια για πολιτικούς λόγους. Σοκ στη γειτονιά. Τα παιδιά της Μαρίκας και του Σάββα αριστεροί με δράση; Εκεί άκουσα τους γονείς μου να κρυφομιλάνε και σοκαρίστηκα λίγο, γιατί αντί να μιλάνε άσχημα που τα παιδιά τα συνέλαβε η αστυνομία, αντίθετα το συζητούσαν λέγοντας «μωρέ μπράβο τα παληκάρια!! Δεν τους φαίνονταν, σιγανοπαπαδιές ήταν, αλλά μπράβο» Μα να λένε μπράβο; Αφού η αστυνομία έπιανε μόνο τους κακούς. Μπερδεύτηκα λίγο αλλά φυσικά ούτε λόγος να ρωτήσω γιατί το έλεγαν αυτό και τελικά το ξέχασα. Δεν θυμάμαι αν και πότε ξαναφάνηκαν ο Φοίβος και ο αδελφός του. Πριν ή μετά τη μεταπολίτευση; Πάντως ακόμα κι όταν φάνηκαν, νομίζω πως γρήγορα εγκατέλειψαν την οικογενειακή εστία. Τέλος πάντων, αυτή ήταν μια αιτία για να δουν με άλλο μάτι οι δικοί μου τους διπλανούς. Τουλάχιστον δεν ήταν εντελώς κακοί αφού τα παιδιά τους είχαν πολιτική δράση τέτοια, που να τους βουτήξει η ασφάλεια.
Κάποια πράγματα τα έχω πολύ ζωντανά στο κεφάλι μου και κάποια χάνονται στην ομίχλη. Για παράδειγμα ενώ θυμάμαι πολύ καλά το πως ήταν η κυρά Μαρίκα όταν βγήκε από το νοσοκομείο, το πως έφτιαχνε τα μαλλιά της κότσο και το αυστηρό ύφος της δεν θυμάμαι καθόλου πόσο έζησε μετά την αρρώστια. Νομίζω πάντως πως δεν έζησε πολλά χρόνια με το μισό λαιμό η κυρά Μαρίκα. Και πως πέθανε πριν το σεισμό που μας πήρε το σπίτι. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Πρέπει να ρωτήσω τη μαμά γι’ αυτά.
Τη φωτογραφία τη βρήκα εδώ

Just ask me


Προς αυτούς που γκουγκλίζουν μανιωδώς για να με «βρουν».
Παιδάκια, δεν χρειάζεται να μπαίνετε στον κόπο. Μπορείτε απλά να με ρωτήσετε.
Και ο νοών νοείτω…