Έλεγα να μη συνεχίσω τις ιστορίες από τη γειτονιά που μεγάλωσα. Βαρέθηκα λίγο κι από την άλλη μεριά σκεφτόμουν πως άρχισα να μοιάζω με τη γιαγιά μου, που όταν άρχιζε τις ιστορίες από τα παλιά της λέγαμε με ύφος βαριεστημένο, πως άρχισε πάλι να λέει τις «ιστορίες του μπαρμπαγιαννάκη»… Μετά όμως σκέφτηκα πως άφησα απ’ έξω αυτούς από τους οποίους μου πρωτόρθε η ιδέα να κάνω αυτήν την καταγραφή. Τους μαγαζάτορες της γειτονιάς. Και τη διπλανή μας άφησα απ’ έξω. Την κυρά Μαρίκα, τον τρίτο καρκίνο της πολυκατοικίας.
Η κυρά Μαρίκα, σύζυγος του κυρίου Σάββα με δύο γιους. Το Φοίβο και τον … δεν θυμάμαι. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά ήταν σε μεγάλη βεντέτα με τις δικές μου. Τη μάνα και κυρίως τη γιαγιά μου. Ήταν έτσι από την αρχή που πήγαμε στην πολυκατοικία; Έγινε κάτι αργότερα; Εγώ μια ζωή μαλωμένες τις θυμάμαι. Μάλλον για κάποιο χαζό λόγο. Οπότε, θεωρούσα πως έπρεπε κι εγώ να συμπαραταχθώ με την οικογένεια και δεν της μιλούσα όταν την έβλεπα στο μπαλκόνι ή στη σκάλα. Τι βλακεία!! Παρόλο που η μαμά έλεγε να της λέω καλημέρα. Θυμάμαι κάποτε που η γιαγιά της είχε χρεώσει το θάνατο μιας γλάστρας της. Επέμενε πως ζήλευε η κυρία Μαρίκα το φούλι της, που ήταν μεγάλο, φουντωτό και λουλουδιασμένο και έρριχνε στη γλάστρα σαπουνόνερα και το έκαψε. Ή πως πέταγε βρώμικα νερά στη μπουγάδα μας. Κι αυτό ήταν έγκλημα μέχρι να αποκτήσουμε πλυντήριο. Ξέρετε τι θα πει να πλένονται τα ρούχα εξαμελούς οικογένειας στο χέρι; Εκ των οποίων μελών, τα τρία μικρά παιδιά; Ούτε ψύλλος στον κόρφο της γιαγιάς μου δεν θα ήθελα να είμαι…
Ομηρικοί καυγάδες λοιπόν με τη διπλανή. Έβγαινε η γιαγιά στο μπαλκόνι, όταν ήξερε πως θα την ακούει, κι άρχιζε τη μουρμούρα δυνατά. Χωρίς να λέει όνομα έρριχνε τα μπινελίκια της. Για τις βρωμιάρες που λερώνουν και τα ρούχα των άλλων, για τις σκατόψυχες που λιμπίζονται τις όμορφες γλάστρες κι από την κακία τους τις καίνε. Τελείωνε η γιαγιά κι έμπαινε μέσα, ερχόταν η σειρά της Μαρίκας. Έτσι ακριβώς, μάχη χαρακωμάτων. Που δεν τελείωνε ποτέ γιατί πάντα κάποια αφορμή θα δίνονταν και από τα δύο στρατόπεδα.
Μέρα με τη μέρα που λέτε, εξελισσόταν η κόντρα της γιαγιάς με τη διπλανή… Έμπαινε κι η μάνα μου στο παιχνίδι γιατί τη φυτίλιαζε η γιαγιά όταν γυρνούσε από τη δουλειά της. Έτσι η Μαρίκα, αλλιώς η Μαρίκα… Μέχρι που κάποια στιγμή τη χάσαμε κι άρχισαν οι ψίθυροι για «αρρώστια» και νοσοκομεία. Και γύρισε η κυρά Μαρίκα και της έλειπε ο μισός λαιμός της και ένα κομμάτι από το σαγόνι της. Η γιαγιά και η μαμά σάμπως να μαλάκωσαν. Είχα την αίσθηση πως δεν ήξεραν πως έπρεπε να αντιμετωπίσουν την εχθρά τους. Πως να την πέσεις σ’ έναν εχρό που του έλειπε ο μισός λαιμός; Κάπως σαν να είχε μαλακώσει κι αυτή. Ποτέ δεν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους αλλά οι καυγάδες και οι γκρίνια των δικών μου, σαφώς μειώθηκαν.
Μόνο μια φορά, πριν την αρρώστεια της νομίζω ήταν, που πήγαν να αλλάξουν τα αισθήματα της οικογένειας. Όταν «χάθηκαν» από τη γειτονιά τα αγόρια της, που τότε πρέπει να ήταν φοιτητές ή κάτι τέτοιο. Πρέπει να ρωτήσω τη μαμά για τέτοιου είδους λεπτομέρειες. «Χάθηκαν» λοιπόν τ’ αγόρια και παραξενεύτηκε η γειτονιά. Τους θυμάμαι, όμορφα αγόρια ήταν. Η φήμη λοιπόν που κυκλοφόρησε, ήταν πως τους βούτηξε η Ασφάλεια για πολιτικούς λόγους. Σοκ στη γειτονιά. Τα παιδιά της Μαρίκας και του Σάββα αριστεροί με δράση; Εκεί άκουσα τους γονείς μου να κρυφομιλάνε και σοκαρίστηκα λίγο, γιατί αντί να μιλάνε άσχημα που τα παιδιά τα συνέλαβε η αστυνομία, αντίθετα το συζητούσαν λέγοντας «μωρέ μπράβο τα παληκάρια!! Δεν τους φαίνονταν, σιγανοπαπαδιές ήταν, αλλά μπράβο» Μα να λένε μπράβο; Αφού η αστυνομία έπιανε μόνο τους κακούς. Μπερδεύτηκα λίγο αλλά φυσικά ούτε λόγος να ρωτήσω γιατί το έλεγαν αυτό και τελικά το ξέχασα. Δεν θυμάμαι αν και πότε ξαναφάνηκαν ο Φοίβος και ο αδελφός του. Πριν ή μετά τη μεταπολίτευση; Πάντως ακόμα κι όταν φάνηκαν, νομίζω πως γρήγορα εγκατέλειψαν την οικογενειακή εστία. Τέλος πάντων, αυτή ήταν μια αιτία για να δουν με άλλο μάτι οι δικοί μου τους διπλανούς. Τουλάχιστον δεν ήταν εντελώς κακοί αφού τα παιδιά τους είχαν πολιτική δράση τέτοια, που να τους βουτήξει η ασφάλεια.
Κάποια πράγματα τα έχω πολύ ζωντανά στο κεφάλι μου και κάποια χάνονται στην ομίχλη. Για παράδειγμα ενώ θυμάμαι πολύ καλά το πως ήταν η κυρά Μαρίκα όταν βγήκε από το νοσοκομείο, το πως έφτιαχνε τα μαλλιά της κότσο και το αυστηρό ύφος της δεν θυμάμαι καθόλου πόσο έζησε μετά την αρρώστια. Νομίζω πάντως πως δεν έζησε πολλά χρόνια με το μισό λαιμό η κυρά Μαρίκα. Και πως πέθανε πριν το σεισμό που μας πήρε το σπίτι. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Πρέπει να ρωτήσω τη μαμά γι’ αυτά.
Τη φωτογραφία τη βρήκα εδώ
Advertisements