Δεν ξέρω τι μέρα έπεφτε η 17η Νοέμβρη το 1973. Θα μπορούσα να ψάξω να το βρω αλλά βαριέμαι. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει μεγάλη σημασία. Ξέρω όμως πως ήμουν στην β΄γυμνασίου και ήμουν απογευματινή. Μέχρι να φύγω από το σπίτι για το σχολείο η μέρα ήταν σαν όλες τις άλλες. Δεν θυμάμαι τίποτε άρα όλα θα ήταν κανονικά. Έφυγα από το σπίτι και πέρασα να πάρω τη φιλενάδα μου τη Δέσποινα, να πάμε μαζί στο σχολείο με τα πόδια, όπως κάθε μέρα. Ήταν μακρυά το σχολείο από το σπίτι. Τα περισσότερα κορίτσια πηγαινοέρχονταν με το λεωφορείο, εγώ και οι φίλες μου όμως όχι. Για πολλούς λόγους. Δεν ξοδεύαμε λεφτά για εισιτήρια, δεν πατικωνόμασταν μέσα στα πλημμυρισμένα από μαθητές και μαθήτριες λεωφορεία και συναντούσαμε στο δρόμο την αντίθετη βάρδια του Ε’ Αρρένων, που εκείνη την ώρα σχολούσε. Λίγο ήταν; Ανταλλαγές βλεμμάτων, σκουντήγματα, κοκκινίσματα και τέτοια. Εκείνη η μέρα λοιπόν ξεκίνησε κανονικά αλλά κάτι στην ατμόσφαιρα έλεγε πως κάτι δεν πάει καλά. Δεν ήξερα τι αλλά όταν είδα τους τίτλους των εφημερίδων στα περίπτερα μπερδεύτηκα. «Πάλι τα τανκς στους δρόμους» έγραφαν, και είναι σαν να το ξαναβλέπω μπροστά μου. Τα τανκς; Ποια τάνκς; Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτε. Η 28η Οκτωβρίου είχε περάσει. Την είδαμε την παρέλαση. Γιατί πάλι τανκς; Όσο κι αν έστιβα το μυαλό μου δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλη εθνική εορτή που να γίνεται παρέλαση και να βγαίνουν τα τανκς στους δρόμους… Είχα μπερδευτεί αλλά φαντάζομαι πως όλο και κάποιος μαθητής του αρρένων θα τράβηξε την προσοχή μου και θα ξεχάστηκα.
Φτάσαμε στο σχολείο. Κι εκεί μια αναταραχή. Το κουδούνι δεν χτύπησε στην ώρα του. Οι μεγαλύτερες μουρμούριζαν σε μικρές ομάδες. Πέρασε μισή ώρα, τίποτε από κουδούνι. Εμείς στην αυλή ν’ αναρωτιόμαστε για το γιατί δεν έχει μάθημα σήμερα. Ποιά γιορτή ήταν που δεν την υπολογίσαμε; Κάποια στιγμή η Φανή, ήρθε και μας είπε πως έγινε κάτι που είχε σχέση με τον Κίσσινγκερ!! Δεν θυμάμαι τι ακριβώς μας είπε αλλά μπήκαμε στην ομάδα της μεγαλύτερης αδελφής της που τα κουβεντιάζανε. Η κάθε μια το κοντό και το μακρύ της. Μέχρι, μιας και δεν χτύπαγε το κουδούνι, το γυρίσαμε σε παιχνίδι ρόλων. Κι εμένα μου δώσανε το ρόλο του κακού. Το ρόλο του Κίσσινγκερ. Άθλιες φιλενάδες μου, σας το χρωστάω αν και δεν θα το θυμάστε. Αλλά και πάλι δεν καταλαβαίναμε γιατί κάτι που έκανε ο Κίσσινγκερ έκανε τους καθηγητές μας να μη χτυπάνε το κουδούνι και να χάνουμε το μάθημα. Όχι πως δεν μας άρεσε αυτό, ούτε λόγος, απλά δεν το καταλαβαίναμε.
Κάποια στιγμή χτύπησε το κουδούνι, μπήκαμε στις τάξεις και ήρθε η καθηγήτρια των αγγλικών, η κυρία Μόδη, και… τίποτε. Μας κοιτούσε, την κοιτούσαμε, λέγαμε σαχλαμαρίτσες αλλά μάθημα γιοκ. Αυτό κι αν ήταν από τ’ ανήκουστα!!! Μόλις κάναμε διάλειμμα, μας μίλησε η λυκειάρχης και μας είπε πως δεν θα κάνουμε μάθημα σήμερα και θα πρέπει να γυρίσουμε στα σπίτια μας αλλά κατευθείαν. Να μην χαζολογήσουμε στο δρόμο και μην πάμε βόλτες αλλά κατευθείαν στο σπίτι. Χοροπηδώντας από τη χαρά για την απρόσμενη εξέλιξη φύγαμε. Δεύτερο παράξενο. Στα περίπτερα δεν υπήρχε καμμία εφημερίδα. Ούτε μία. Μα που πήγαν; Πρώτη φορά μέσα σε δύο ώρες ξεπούλησαν. Μετά από χρόνια έμαθα πως τις είχαν μαζέψει από τα περίπτερα άρον άρον… Δεν καταλάβαινα τίποτε εντελώς. Πέρασα από το μαγαζί της μαμάς, της είπα τι έγινε, με ξαπόστειλε κατευθείαν στο σπίτι και μετά από λίγο έκλεισε κι αυτή το μαγαζί και γύρισε σπίτι. Σιγομουρμούριζαν με τη γιαγιά, έκλεισαν τα παντζούρια μεσημεριάτικα και όταν τα άνοιξα για να βγω στο μπαλκόνι άρχισε να τσιρίζει η μαμά να μπω μέσα γιατί μπορεί να φάω καμμιά αδέσποτη σφαίρα. Τρελάθηκα. Τι σφαίρα έλεγε η μάνα μου; Σφαίρες στη γειτονιά μας; Από που κι ως που; Όλα τα τρελά εκείνη την ημέρα συνέβαιναν. Κι αυτή η ερημιά στους δρόμους!!! Μια κανονική καθημερινή μέρα ήταν και όλα ήταν κλειστά και αμπαρωμένα και δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Και κανένας δεν έλεγε κουβέντα. Μόνο τα μουρ μουρ ανάμεσα στη γιαγιά, τη μαμά και τον μπαμπά που μαζεύτηκε κι αυτός νωρίς.
Το βράδυ τα είδαμε στην τηλεόραση. Το τανκς, τις φωτιές, το χαμό. Και τότε ο μπαμπάς πήρε τη μαμά και άρχισε να την τραβολογάει για χορό. «Πέφτουνε Σταυρούλα, πέφτουνε. Τέλειωσε…» της έλεγε. Και γελούσε και χοροπηδούσε. Και η μαμά γελώντας του έλεγε να μη φωνάζει και πως ακόμα δεν έπεσε κανείς και πως δεν πρέπει ν’ ακουστούμε. Τίποτε δεν καταλάβαινα αλλά γελούσα κι εγώ. Ποιοί πέφτουνε; Άσε που δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Είναι δυνατό να κάψανε την Αθήνα οι φοιτητές; Οι φοιτητές δεν έκαναν τέτοια πράγματα. Φοιτήτρια θα γινόμουν κι εγώ σε λίγα χρόνια και τους είχα σε μεγάλη υπόληψη. Δεν κάνουν τέτοια πράγματα οι φοιτητές…
Το βράδυ, δεν θυμάμαι αν ήταν το ίδιο βράδυ ή το άλλο, είδα την εκπομπή του Μαστοράκη. Εκεί έπεσε η χούντα για το δικό μου το μυαλό. Γκρεμίστηκε και μάλιστα για τον πιο ηλίθιο λόγο. Έβγαλε ο Μαστοράκης κάτι φοιτητές –τα ξέρετε όλοι- που μιλούσαν για το τι έγινε. Και έλεγαν για το πόσο καλά τους φέρθηκαν στην Ασφάλεια και πόσο ευγενικοί ήταν. Δεν το πίστεψα και έγινα έξαλλη. Γιατί όμως; Εδώ είναι το θέμα. Γιατί πρώτον δεν πίστευα πως έκαναν όλα αυτά τα μπάχαλα οι φοιτητές. Αυτό ήταν τεράστιο ψέμα. Οι φοιτητές αποκλείεται να έκαψαν την Αθήνα. Αλλά αν την είχαν κάψει στ’ αλήθεια, ήταν δυνατό να τους έπιαναν και να τους χάϊδευαν; Αν έκαιγαν το σπίτι μας, ο μπαμπάς μου θα τους σούβλιζε. Αυτό λέει η λογική. Κι αυτοί έλεγαν πως τους φέρθηκαν με το γάντι; Ήταν ψέμματα. Και μιας και πίστευα ακράδαντα πως οι φοιτητές δεν λένε ψέμματα, τα έλεγαν οι άλλοι. Τέλος. Απλή λογική.
Από κείνο το βράδυ δεν τους πίστευα. Κι εγώ, ένα παιδί που μεγάλωσα μέσα στη χούντα και έλεγα στη μάνα μου γεμάτη χαρά πως στο δημοψήφισμα πήραν 90%, φέρνοντάς την σε απόγνωση για το παιδί που μεγαλώνει, εγώ που τραγουδούσα τον ύμνο της χούντας, σταμάτησα να τα κάνω όλα αυτά. Μαχαίρι. Γιατί αυτοί ήταν ψεύτες και συκοφάντες.
Η μεταπολίτευση με βρήκε έτοιμη λοιπόν να τρέξω στην πρώτη πορεία για το πολυτεχνείο, αψηφώντας τη μάνα μου και φέρνοντάς την στα πρόθυρα του εγκεφαλικού από το φόβο μη με χάσει στο χαμό. Αλλά αυτές είναι άλλες ιστορίες…
Advertisements