Αν ήμουνα στρουμφάκι, θα ήμουν ο Σκουντούφλης. Μια ζωή με θυμάμαι να πέφτω. Μια ζωή με ανοιγμένα γόνατα, στραμπουληγμένα πόδια, γεμάτη μελανιές και γρατζουνιές. Να πεις πως ήμουν ζωηρή; Ήσυχο παιδί ήμουν πάντα. Δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο. Μάλλον όμως δεν θα είναι ένας και μοναδικός. Είμαι αφηρημένη; Συνήθως ναι. Περπατάω γρήγορα, κάνω απότομες κινήσεις, σκέφτομαι διάφορα άσχετα την ώρα που κάνω κάτι… Δεν ελέγχω τις κινήσεις μου. . Ένα είναι σίγουρο πάντως. Όταν έρθει η ώρα μου δεν θα πάω από χέσιμο…
Το τελευταίο τριήμερο όμως, έχω βαλθεί να αυτοκαταστραφώ. Απολογισμός; Ένα καρούμπαλο, ένα χτύπημα, μια τεράστια μελανιά.
Για να εξηγούμαι. Προχτές είπα να πηδήσω κάτι κάγκελα (απ’ αυτά του «καγκελάριου» δήμαρχου) στο δρόμο γιατί η έξοδος ήταν μακρυά. Κάπως χαλαρή ήμουν, κάπως κουρασμένη, κάπως το μυαλό μου αλλού, το αποτέλεσμα; Πάρτην κάτω. Έφυγα από το κάγκελο και έπεσα ανάσκελα στο πεζοδρόμιο, σαν αναποδογυρισμένη χελώνα ένα πράγμα. Το χειρότερο ήταν το «γκντουπ» που έκανε το κεφάλι μου στο πλακάκι. Σηκώθηκα, ακούμπησα στο δέντρο λίγο ζαλισμένη, ήρθε ένας φίλος που κι αυτός πέρναγε τα κάγκελα μαζί με τα πιτσιρίκια μας (γυρνούσαμε από το γήπεδο γαρ…), τους είπα πως είμαι καλά, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Ο γιός μου φυσικά έσκασε στα γέλια με τη δόλια μάνα…
Τελείωσε; Σιγά μη και δεν… Στο σπίτι ρίχνω μια κουτουλιά στην πολύ μυτερή γωνία ενός ντουλαπιού , βλέπω το χριστό φαντάρο αλλά κιχ δεν έβγαλα. Ρεζίλι στο μικρό θα γινόμουνα, άσε που θα ξανάσκαγε στα γέλια…
Τελείωσε; Ναι, καλά…. μη φάτε, θα σφάξω το γλάρο το σιτευτό.
Χτες το πρωί έβρεχε. Ωραία που ήταν!! Άφησα τον μικρό στο σχολείο και μετά από δέκα βήματα πατάω κάτι βρεγμένα φύλλα στο πεζοδρόμιο (αυτά τα γαμημένα γλυστράνε σαν διάολοι και χωρίς βροχή) και ναι!! Καλά μαντέψατε!! Πάρτην κάτω ξανά. Την ώρα που έχανα ύψος, σκεφτόμουν «όχι πάλι στο κεφάλι γαμώτο…». Όλα καλά όμως, η ευχή μου έπιασε τόπο. Δεν χτύπησα στο κεφάλι διότι έπεσα ανάμεσα σ’ ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο και ένα σπίτι. Γλύτωσε το κεφάλι αλλά όπως προσγειώθηκα σ’ ένα πεζούλι, απέκτησα και μια τεράστια μελανιά στον χμμμ… χμμμμ… κώλο, έτσι για να μη νιώθει άσχημα το κεφάλι με το καρούμπαλο…
Τελείωσε; Από τώρα καλέ; Τι θα έχουμε να λέμε;
Σκέφτηκα «τρίτωσε το κακό, τη γλύτωσα». Χα, καγχάζει η ζωή…
Σήμερα το απόγευμα βγαίνουμε από το σπίτι, πάω να κλειδώσω, δεν… Το καμάρι μου είχε αφήσει τα κλειδιά του πίσω από την πόρτα. Αν δεν ήμουν μοντέρνα μάνα του τύπου «όχι βία στα παιδιά», θα τον είχα σαπίσει στο ξύλο, μα τον Τουτάτη. Είμαι όμως και το γλύτωσε το βρωμόξυλο. Πήγαμε στο γήπεδο, πάω να βγάλω το κινητό να ειδοποιήσω τον πιο χρήσιμο μάστορα, τον κλειδαρά, να έρθει να μας ανοίξει και τζίφος. Το κινητό κλειδωμένο μέσα στο σπίτι. Μετά από πολλά, κατάφερα να βρω το τηλέφωνο του κλειδαρά (μη ρωτήσετε γιατί δεν πήρα ένα στην τύχη, ο συγκεκριμένος μας κάνει εξαιρετικές τιμές διότι είμεθα οι καλύτεροι πελάτες του) αλλά είχε δουλειά και έπρεπε να περιμένω τρία τέταρτα. Τι να κάνω; Πήρα τον υπαίτιο από το χέρι, πήγαμε σούπερ μάρκετ κάναμε και κάτι άλλες δουλίτσες κι έμεινε μισή ώρα ακόμα. Μπήκαμε στο φαρμακοποιό της γειτονιάς που είναι και φίλος, να περάσει το μισάωρο να μπούμε επιτέλους σπίτι.
Εσείς τώρα φαντάζεστε πως πέρασε η ώρα με χαλαρή και φιλική κουβεντούλα. Ναι καλά… Hello, με μένα μιλάτε.
Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας και δυνατός πόνος στο έντερο. Τάσεις για λιποθυμία, μια ζεσταίνομαι μια κρυώνω και άσπρη σαν το χαρτί. Τρόμαξε ο Γιάννης, μ’ έβαλε να κάτσω, έφερε ένα σκαμνάκι να βάλω τα πόδια ψηλά , μούδωσε κι ένα ζαντάκ και πάνω στη σύγχιση νάσου και ο κλειδαράς. Πήρα το σαρκίο μου και διπλωμένη στα δύο πήγα να τον βρω. Τρόμαξε κι αυτός που με είδε έτσι, νόμιζε πως έμεινα από μέση. Ανεβήκαμε, μας άνοιξε, τον πλήρωσε ο μικρός από το χαρτζηλίκι του (αυτή ήταν η τιμωρία του, χάλια ξεχάλια εγώ δεν το ξέχασα…). Έπεσα στο κρεβάτι με τον πόνο να έχει γενικευθεί σε κοιλιά και στομάχι. Αν δεν το είχα ξαναπάθει, να ξέρω πως είναι από τσίτωμα και άγχος, θα είχα χεστεί πάνω μου. Αλήθεια το λέω. Με βαθείες αναπνοές χαλάρωσα σιγά σιγά και άρχισε να μου περνάει. Δεν χρειάστηκε το lexotanil που ήθελε να μου δώσει ο Γιάννης. Σιγά μην έπαιρνα εγώ lexotanil . Θα έκανα δυο μέρες να ξυπνήσω. Για ώρα μετά όμως, κρύωνα φορώντας μάλλινη μπλούζα και με αναμμένο καλοριφέρ.
Πριν καμμιά ώρα συνήλθα. Κρίσεις πανικού, μου λέει πως είναι ο Κώστας. Μάλλον κρίση άγχους λέω εγώ. Τσιτώθηκα με όλα αυτά. Γιαυτό τα γράφω. Μπας και ξορκίσω το κακό. Αλλιώς θα πρέπει να κυκλοφοράω με μιαν αρμαθιά σκόρδα. Τι σκατά; Ένα άρθρο για το Μητσοτάκη διάβασα. Πιάνει κι έτσι η γκαντεμιά;
Εσύ βρωμόVlaxos , που έσκασες στα γέλια μόλις σου τα είπα στο τηλέφωνο, μη τολμήσεις να ξαναγελάσεις. Κι εσύ (ναι ρε σε σένα μιλάω, ξέρεις…) που με ξέρεις και μπορείς να φανταστείς τις σκηνές, ούτε εσύ να γελάσεις. Συνεννοηθήκαμε; Άντε μπράβο…
Advertisements