Χτες το απόγευμα κατέβηκα στο κέντρο, στην πορεία. Πήγα στα Προπύλαια ενώ στην Ομόνοια είχε συγκέντρωση το ΚΚΕ. Ο μικρός ήταν σ’ ένα φίλο του κι ο Κώστας μου έλεγε πως είμαι τρελή να κατέβω στο κέντρο μέσα στις φωτιές. Εμένα μου την είχε δώσει στο κρανίο. Δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να υποχωρήσει μπροστά σε όποιους ήθελαν να μου επιβάλλουν το φόβο. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να με φοβίσει και να μην κατέβω να δείξω πόσο θυμωμένη είμαι. Είτε αυτός είναι μπάτσος που με ψεκάζει με χημικά σχεδόν εξ’ επαφής, είτε ένας πιτσιρικάς με με καδρόνι και λοστό στο χέρι που σπάει ό,τι βρει μπροστά του. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα ούτε να με φοβίσει, ούτε να ασκήσει πολιτική στο όνομά μου. Ο θυμός είναι δικός μου και δεν εκχωρώ σε κανέναν το δικαίωμα να τον εκφράσει και να τον διαχειριστεί.
Κατέβηκα λοιπόν. Δεν έμεινα πολύ, μια ώρα. Με τρέλαναν στα τηλέφωνα τ’ αγόρια που έμειναν στο σπίτι και έβλεπαν στην τηλεόραση τα τεκταινόμενα. Τους καταλάβαινα. Κι εγώ αν τα έβλεπα από την τηλεόραση θα ήμουν στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Αυτό που δεν άκουσα σήμερα να λένε στις ειδήσεις είναι πως χτες, στο κέντρο της Αθήνας δεν είχε μόνο οργισμένους πιτσιρικάδες που παίζαν κλεφτοπόλεμο με τους μπάτσους, πιτσιρικάδες που έσπαζαν βιτρίνες και άρπαζαν όσα χωρούσαν οι τσέπες τους. Είχε και χιλιάδες ανθρώπους σαν και μένα, που δεν έχουν πετάξει πέτρα στη ζωή τους αν και πολλές φορές θα ήθελαν. Χιλιάδες τέτοιους ανθρώπους να πορεύονται στη Σταδίου ανάμεσα σε μπάτσους που έρριχναν οβίδες κρότου-λάμψης και απίστευτα πολλά χημικά και τους άλλους με τις πέτρες. Ανθρώπους που δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα, μεγάλους, μικρότερους, μεσήλικες, γέρους. Που είχαν πεισμώσει και έβλεπες στο βλέμμα τους πως δεν γούσταραν να είναι εκφραστές της οργής τους οι πιτσιρικάδες που ήταν οργισμένοι. Που δεν ήξεραν στην τελική, αν γούσταραν ή όχι να βλέπουν να σπάει η τζαμαρία μιας τράπεζας (μιας και οι περισσότεροι είναι δεμένοι με δάνεια με κάποια από δαύτες), που φώναζαν συνθήματα ενάντια στους μπάτσους και ταυτόχρονα έκραζαν τους πιτσιρικάδες με τα λοστάρια όταν έσπαγαν μαγαζιά και προσπαθούσαν να κρατηθούν μαζεμένοι και να μη διαλυθούν από τα χιλιάδες χημικά που κατάπιναν.
Έφυγα κάποια στιγμή ανάμεσα σε βολίδες κρότου-λάμψης και χημικών, περνώντας ανάμεσα σε κάποιους που έσπαγαν ανενόχλητοι τις βιτρίνες στη Βουκουρεστίου, κουκουλοφόρα κι εγώ ανάμεσα στους κουκουλοφόρους, μιας και ένα μαντήλι στο πρόσωπο είναι ο μόνος τρόπος να μπορείς να αναπνεύσεις κάπως και να μην νιώθεις έντονο το κάψιμο που προκαλούν αυτά τα χημικά στο πρόσωπο. Τουλάχιστον το μαντήλι μου ήταν μωβ και όχι μαύρο…
Τα υπόλοιπα τα είδα από την τηλεόραση, παγωμένη και μη ξέροντας πάλι κατά που να φτύσω, που να μουτζώσω.
Σήμερα θα ξανακατέβω σε λίγο στο κέντρο. Για λίγη ώρα πάλι γιατί πρέπει να μαζέψω και το παιδί από το σχολείο, που χτες κοιμήθηκε τρομαγμένος. Που δεν ξέρω τι να του πω για το ποιός φταίει για όλα αυτά που βλέπει και ακούει τρεις μέρες τώρα.
Κι αύριο θα κατέβω. Είναι δικός μου ο θυμός κουφάλες.
Update: Τα έχω πάρει στο κρανίο με το ΚΚΕ. Πάντα δεν τους άντεχα αλλά μετά περνάει ο καιρός κι εκεί που πάω να τους συμπαθήσω κάτι κάνουν για να μου θυμίσουν όλους τους λόγους για τους οποίους τους θεωρώ μαλάκες.
Δυο μέρες τώρα, επευφημούν το ΚΚΕ η Ν.Δ. και ο Καρατζαφύρερ, για το πόσο καλό κόμμα είναι και πόσο καλή οργάνωση έχει κι αυτό δέχεται τα εύσημα και κοκορεύεται. Ξεχάσανε οι μαλάκες όμως, τη δήλωση που έκαναν όταν πέθανε ο Φαράκος και οι ξεφτιλισμένοι δεν χαλάλισαν ούτε μια ανακοίνωση για τα μάτια του κόσμου. Αντίθετα το μόνο που δήλωσαν είναι «πως ο καθένας κρίνεται απ’ αυτούς που λένε καλά λόγια γιαυτόν».
Έτσι κρίνεστε τώρα κι εσείς ξεφτίλες του ΚΚΕ. Απ’ αυτούς που λένε καλά λόγια για σας κι εσείς δεν έχετε κρυφτεί ακόμα.
Advertisements