Μεσημέρι, 2 η ώρα. Βγαίνω από το σταθμό του Μετρό στους Αμπελόκηπους. Ξέρω πως θα είναι κλειστή η Αλεξάνδρας. Τα πιτσιρίκια έχουν καθιστική διαμαρτυρία έξω από τη ΓΑΔΑ στις 12 το μεσημέρι. Είχα πάρει πριν λίγη ώρα μια φίλη που ήξερα πως θα είναι εκεί και μου είπε πως είναι ακόμα εκεί. Τα πράγματα είναι ήσυχα μου λέει. Βγαίνω και βλέπω την εξής εικόνα. Ένα τείχος φτιαγμένο από κλούβες μπροστά από το κτίριο της ΓΑΔΑ (13 ήταν, άκουσα αργότερα στο ραδιόφωνο) και μια σειρά από ΜΑΤ μπροστά στις κλούβες. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, μπροστά από την τράπεζα Κύπρου, μια δεύτερη σειρά ΜΑΤ και ανάμεσά τους πολλοί πιτσιρικάδες πάνω στο οδόστρωμα. Ησυχία γενικά, πολλά πιτσιρίκια πασαλειμένα με μαλόξ. Κάθομαι και χαζεύω παίρνοντας τηλέφωνο τη φίλη μου για να μου πει που βρίσκεται μέσα στο πλήθος. Είχε φύγει τελικά γιατί είχε δουλειά. Χαζεύω τα πιτσιρίκια, σχεδόν όλα είναι μαθητές γυμνασίου και λυκείου και κάποιοι ανάμεσά τους φαίνονται λίγο μεγαλύτεροι. Φοιτητές μάλλον. Τα πιτσιρίκια συζητούν. Θα την πέσουν οι μπάτσοι ή όχι; Γίνονται αλλού εκδηλώσεις; Κάποιος τραγουδάει το περσινό τραγούδι που κέρδισε στη Eurovision, ένας άλλος κάθεται σ’ ένα πεζούλι και γρατζουνάει μια κιθάρα. Ζουν τις δικές τους «Φράουλες και Αίμα» και το ζουν μέχρι το μεδούλι. Κάποια στιγμή πέφτουν κάποια συνθήματα, το γνωστό «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» και κάποια νεράντζια εκσφενδονίζονται προς τις κλούβες. Είμαι πλέον μπροστά στην τράπεζα Κύπρου και πίσω από τις διμοιρίες. Τότε ακριβώς οι διμοιρία που είναι κάθετα πάνω στο οδόστρωμα και αυτές που προστατεύουν τις κλούβες κινούνται με σκοπό να απωθήσουν τους πιτσιρικάδες. Ξαναφεύγουν μερικά νεράντζια, κανα δυο μπουκάλια νερό και ένα σακούλι με αλεύρι που πετυχαίνει έναν ματατζή και τον κάνει κάτασπρο. Οι μπάτσοι σπρώχνουν τον κόσμο πιο έντονα, μερικά νεράντζια ακόμα φεύγουν προς το μέρος τους κι επειδή κάποιος τους είπε πως είναι γομωμένα με απεμπλουτισμένο ουράνιο και κινδυνεύει η ζωή τους, αρχίζουν και ψεκάζουν με χημικά τους πιτσιρικάδες. Φεύγω προς τα κάτω. Δεν έχω μαντήλι αυτή τη φορά να κλείσω τη μύτη μου κι έτσι βήχοντας και κλαίγοντας προσπαθώ να προστατευτώ με το σακκάκι μου. Στη γωνία με το γήπεδο της Λεωφόρου ένα πηγαδάκι μέσα στο δρόμο. Κάποιοι άνθρωποι –μεγάλοι σε ηλικία- έχουν περικυκλώσει έναν αξιωματικό και τον ρωτάνε γιατί έγινε χρήση χημικών, από τι κινδύνεψαν. «Δεν μπορείτε να λέτε πως φταίει όλο το σώμα της αστυνομίας» τους έλεγε αυτός «δύο άτομα έφταιξαν». Ο κόσμος γύρω του αντιδρούσε. «Όλοι φταίτε» του έλεγαν «δεν συμβαίνει πρώτη φορά κάτι τέτοιο, δεν είναι η πρώτη φορά που ψεκάζετε με χημικά σχεδόν εξ’ επαφής, δεν είναι η πρώτη φορά που χτυπάτε άσχημα όποιον πέσει στα χέρια σας». Ο αξιωματικός επιμένει στα δικά του, οι άλλοι στα δικά τους και σε λίγο το πηγαδάκι διαλύεται. Στο ύψος του γηπέδου, πάλι μια διμοιρία κάθετα στο οδόστρωμα και από μια ακόμα διμοιρία δεξιά και αριστερά στα πεζοδρόμια. Και μπροστά τους καμμιά σαρανταριά παιδιά. Σ’ αυτήν την πλευρά έχει ησυχία. Έτσι κι αλλιώς είναι σχεδόν ένας προς έναν. Βρίσκω δύο συνάδελφους και κάθομαι μαζί τους. Οι πιτσιρικάδες πετάνε κανένα σύνθημα ενώ προσπαθούμε να δούμε τι γίνεται στο βάθος, στη συμβολή της Αλεξάνδρας με την Κηφισίας, όπου το άλλο μπλοκ ψεκάζονταν αγρίως. Ξαφνικά βλέπουμε μαύρο καπνό, κάποια φωτιά θα βάλανε σε κάδο για να μειώσουν τ’ αποτελέσματα των χημικών. Οι πιτσιρικάδες φωνάζουν τα συνθήματα εντονότερα αλλά οι άλλοι δεν κουνιούνται. Κάποιοι πιτσιρικάδες παραδίπλα τα έχουν πάρει στο κρανίο μ’ έναν παππού που τους λέει πως καλά του έκαναν του Αλέξη, έπρεπε να ξαπλώσουν καμμιά πενηνταριά ακόμα οι μπάτσοι. Τους κρατάμε με το ζόρι να μην του ορμήσουν. Και ξαφνικά καταλαβαίνουμε πως μπροστά μας οι πιτσιρικάδες έχουν πιάσει κουβέντα με τους ματατζήδες. Πλησιάζουμε από περιέργεια να δούμε τι λένε. Οι ματατζήδες, παιδιά κι αυτοί, λίγο μεγαλύτεροι από τα παιδιά που είναι μπροστά τους. Είναι κουρασμένοι, ένας απ’ αυτούς είναι που συζητάει κυρίως. «Εμείς είμαστε εδώ για να σας προστατέψουμε» τους λέει και γελάνε. «Από τι ρε φίλε;» του λένε « αφού εσείς μας ψεκάζετε σαν να είμαστε κατσαρίδες. Πως κινδυνεύετε από μας; Μας βλέπετε, δεν φοράμε κουκούλες, δεν κρατάμε μολότωφ. Πως πιστεύεις πως μας προστατεύετε;» Στο τέλος «δίκιο έχετε» έλεγαν οι ματατζήδες «αλλά κι εμείς πρέπει να εκτελέσουμε τις εντολές». Πάνω στην ώρα ήρθε η εντολή να αποχωρήσουν και την εκτέλεσαν. Μας γύρισαν την πλάτη ενώ τα παιδιά φώναζαν συνθήματα και στο βάθος βλέπαμε μαύρους καπνούς. Μια φήμη, πως ένα παιδί από την άλλη μεριά χτυπήθηκε άσχημα, δεν την επιβεβαίωσα. Γύρισα κι εγώ και πήγα προς το σπίτι. Άλλη μια όμορφη μέρα με χημικά τελείωσε. Σε λίγο οι κάτοικοι του κέντρου θα φωνάζουμε το σύνθημα «Μη μ’ αφήνετε να ξενερώνω, δακρυγόνο, δακρυγόνο». Λέτε να είναι εθιστικά τελικά;
Advertisements