Αυτό το μπλογκ ξεκίνησε πριν ένα χρόνο με δύο ποιήματα (όχι δικά μου) και μια ανάρτηση για «Καλή χρονιά». Ξεκίνησε έτσι, λίγο από περιέργεια, λίγο από ματαιοδοξία, λίγο «γιατί όλοι οι άλλοι κι όχι εγώ», λίγο δεν ξέρω γιατί… Δεν ήξερα αν θα εύρισκα κάτι να γράφω, αν θα κρατούσε το κέφι μου γιαυτό πάνω από μήνα. Φανταζόμουν πως δεν θα έβγαζε χρόνο, πως δεν θα το μάθαιναν παρά κανά δυό φίλοι. Κυρίως δεν φαντάζόμουν πως μέσα απ’ αυττό θα έκανα φίλους, θα έπαιρνα μέρος σε μπλογκοπαίχνιδα και δραστηριότητες σαν αυτές του Ξεblogάρισμα . Ούτε πως θα έμπαινα στο τριπάκι να ξαναθυμηθώ και να καταγράψω όσα θυμάμαι από την οδό Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη στα μέσα του ’60 και το ’70. Ας είναι λοιπόν μια τέτοια ανάρτηση η τελευταία ή η προτελευταία αυτού του χρόνου. Μετά ξαναγυρνάμε στις πέτρες και το ξύλο, αν συνεχιστεί. Η επικαιρότητα σίγουρα θα δώσει αφορμές….

Ξαναγυρνάω λοιπόν στις παλιές ιστορίες. Θα ξεθάψω πάλι τους γείτονες, το χωματόδρομο και τις μονοκατοικίες. Στην πολυκατοικία μου έμεναν και κάποιες ακόμα οικογένειες αλλά δεν τις θυμάμαι σχεδόν καθόλου. Μόνο την κυρία Κατίνα που έμενε στο πάνω από μας διαμέρισμα με την κόρη της τη Νίτσα. Χωρισμένη μ΄ένα παιδί. Καταλαβαίνετε τι σχόλια ακολουθούσαν το πέρασμά της. Όταν μεγάλωσε η Νίτσα ήταν κι αυτή ένα όμορφο μελαχροινό και χαριτωμένο κορίτσι με σγουρά μαλλιά και λεπτό κορμί, συνομήλικη και φιλενάδα της Πόπης από τον πρώτο όροφο της αδελφής του Μακούλη. Ό,τι έλεγαν για την Πόπη τα ίδια και για τη Νίτσα. Ή μάλλον πολύ χειρότερα για τη Νίτσα μιας και ήταν κόρη της ζωντοχήρας. «Τι να περιμένεις; Κατά μάνα κατά κύρη…. « μουρμούριζαν τα λαδικά (τι υπέροχη λέξη αυτή του Παπαδιαμάντη για τις κουτσομπόλες της γειτιονιάς! Την ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που τη διάβασα) της δικής μου γειτονιάς. Πουτανάκι την ανέβαζαν, τσουλάκι την κατέβαζαν. Κόρη της τσούλας της ζωντοχήρας. Κι όλα αυτά γιατί έκανε αυτά που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα για κορίτσια 15 χρόνων. Μιλούσε και χαζογελούσε με αγόρια και νεαρούς, έβγαινε καμμιά βόλτα άντε και κανένα φιλί. Και φορούσε πολύ κοντά φουστανάκια όπως όλες οι κοπελίτσες και τα κοριτσάκια εκείνα τα χρόνια. Σαν αυτά που με πίεζε η δική μου μαμά να φοράω (εγώ ήμουν μπέμπα ακόμα –έλεγε- μπορούσα) κι εγώ ντρεπόμουν γιατί δεν μπορούσα να τρέχω και να χοροπηδάω χωρίς να φανεί το βρακί μου. Με την κυρία Κατίνα φυσικά και καλημερίζονταν όλες οι κυράδες της γειτονιάς, άσχετα με το τι έλεγαν από πίσω της και άσχετα με το γεγονός πως είχαν το μάτι τους γαρίδα όταν η κυρία Κατίνα αντάλλασσε καλημέρες και καμμιά κουβέντα με τους άντρες τους. Όλα καλά αλλά να μη μας φάει τον άντρα η ζωντοχήρα.
Με τους υπόλοιπους που έμεναν στην οικοδομή ή δεν είχαμε πολλά πολλά –όπως με τους Κανάκηδες που έμεναν στο ρετιρέ- ή έφυγαν νωρίς και δεν πρόλαβα να έχω εικόνα τους στη μνήμη μου. Τέτοιοι ήταν μια οικογένεια που έμενε στο διαμέρισμα της κυρίας Κατίνας, πριν να το αγοράσει αυτή. Δεν τους θυμάμαι σαν φυσικές παρουσίες, παρά ελάχιστα, αλλά θυμάμαι το τι σήμαιναν για μας. Κοριούς. Για μια περίοδο οι γονείς μου δεν μπορούσαν να καταλάβουν από που γέμιζε το σπίτι μας κοριούς. Το δικό μας σπίτι που και η μαμά και η γιαγιά όλη μέρα έπλεναν και καθάριζαν. Και τι δεν είχαν κάνει για να γλυτώσουμε. Ήταν και οι αδελφές μου μωρά τότε, η χαρά του κοριού. Ακόμα τους θυμάμαι μια φορά που αφού είδαν κι απόείδαν πήραν παραθείο, έβαλαν βρεγμένα μαντήλια στη μύτη, απέκλεισαν εμάς και τη γιαγιά στην κουζίνα και αφού βουτούσαν κομματάκια βαμβάκι στο παραθείο τα έχωναν σε κάθε μικρή ή μεγαλύτερη τρύπα που εύρισκαν στους τοίχους και στις γωνίες. Παρ’ όλα αυτά οι κοριοί κοριοί. Μέχρι που ένα πρωινό άκουσα τη γιαγιά που ήταν στο μπαλκόνι να ουρλιάζει και να βρίζει την από πάνω. Τίναζε αυτή τις κουβέρτες της και έπεφταν οι κοριοί με τις χούφτες και όσοι μπορούσαν έπαιρναν το δρόμο για το σπίτι μας….Τρελάθηκε η γιαγιά με το θέαμα, βγήκε έξω ο μπαμπάς και η μαμά και έγινε της πουτάνας. Ρεζίλι στη γειτονιά την έκαναν. Μετά από λίγο καιρό όμως έφυγαν και γλυτώσαμε κι εμείς από τους κοριούς.

Advertisements