Χρόνος ΙΙ


Σήμερα είναι η κηδεία του Γιώργου. Έμαθα χτες για το θάνατό του ανοίγοντας ένα mail. “ΣΟΥ ΕΧΩ ΑΣΧΗΜΑ ΝΕΑ. ΠΕΘΑΝΕ Ο ΓΚΟΥΝΤΟΥΝΑΣ”. Πρώτα είδα το mail της ATHENA και μετά το σχόλιό της εδώ.
Ζντουπ…. Πάγωσα, πέταξα τα γυαλιά μου στο γραφείο, ‘Ε όχι, ρε γαμώτο…», είπα. Τρόμαξε και η συνάδελφος.
Πέθανε ο Γιώργος. Κάτι είχα ακούσει το Σεπτέμβρη από έναν κοινό φίλο πως κάτι τρέχει και ψάχνεται με την υγεία του. Τον είχα χάσει για χρόνια. Άλλη πορεία εγώ, άλλη αυτός, άλλη ο κοινός μας φίλος. Έτσι είναι η ζωή. Τελειώνεις το πανεπιστήμιο και χάνεσαι ακόμα και μ’αυτούς που είχες καθημερινή επαφή. Μάθαινα όμως σκόρπια νέα του. Τον είχα συναντήσει και μερικές φορές τυχαία. Μια φορά στα Εξάρχεια, μια φορά σ’ ένα σινεμά, μια φορά στα δικαστήρια. Τον είδα και στην τηλεόραση με την υπόθεση των πακιστανών και σκέφτηκα πως δεν άλλαξε, στον ίδιο χώρο κυκλοφορούσε ακόμα. Το οτι άφησε τα μαθηματικά κι έπιασε τη Νομική το κατάλαβα τη φορά που τον πέτυχα στα δικαστήρια με κουστούμι, χαρτοφύλακα και συμμαζεμένο μαλλί. «Τι κάνεις εδώ ρε μαλάκα έτσι ντυμένος;» τον ρώτησα. «Είμαι δικηγόρος πλέον ρε μαλάκα, δεν γίνεται να έρχομαι στα δικαστήρια αλλιώς» μου απάντησε. «Ελπίζω να φοράει κουστούμι μόνο το σώμα σου, όχι και το μυαλό σου» του είπα και γελάσαμε.
Από την ώρα που άνοιξα χτες το mail έχει σφηνωθεί η εικόνα του στο μυαλό μου όπως ήταν 30 χρόνια πριν όταν τον πρωτοσυνάντησα. Όρθιος πάνω σ’ ένα έδρανο, στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος του Πανεπιστημίου στην Πάτρα, να αγορεύει. Ήμουν πρωτοετής και ήταν μία από τις πρώτες συνελεύσεις μου. Κι ο Γιώργος με μαλλί κορακάτο, μούσι και …σαγιονάρες εισπρακτορέ, Νοέμβρη μήνα. Παλιός αυτός πλέον στο Πανεπιστήμιο, είχε ήδη δυο τρία χρόνια εκεί. Ήμουν με κάτι συμφοιτητές σαλονικιούς που είχα γνωρίσει, παλιότερους από μένα. «Ρε συ» μου λένε «τράβα και κάτσε πίσω του εσύ που δεν σε ξέρει να δεις γιατί λαμποκοπάει το μαλλί του. Λούστηκε;» Και πήγα και πράγματι μοσχομύριζε από μακρυά το μαλλί του. Τον ξαναπέτυχα σε μια εκδρομή που οργάνωσε λίγο καιρό μετά το Δ.Σ. των μαθηματικών, στα Καλάβρυτα. Κνίτες την οργάνωναν αλλά βρήκα ευκαιρία για τσάμπα εκδρομή και πήγα. Ήταν κι ο Γιώργος ως μέλος του Δ.Σ. Τον είχαν ήδη διαγράψει από την Π.Α.Σ.Π. σαν τροτσκιστή και αναρχοφέρνοντα αλλά ακόμα είχε τη θέση σαν Πασπίτης. Στα Καλάβρυτα λοιπόν, μέσα στο ψοφόκρυο, κι ο Γιώργος μ’ ένα πουκαμισάκι κι ένα λεπτό σακάκι. Που πας ρε Καραμήτρο; Τον λυπήθηκε η ψυχή μου να τρέμει από το κρύο κι έβγαλα ένα τεράστιο κασκόλ που μου είχε πλέξει η μάνα μου και του το έδωσα να τυλιχτεί. Εκείνη τη μέρα ανακάλυψε την ύπαρξή μου και από τότε είχε να το λέει πως τον έσωσα από το κρύο. Τρίχες δηλαδή…
Κολλητή παρέα δεν κάναμε ποτέ. Όμως η Πάτρα ήταν μικρή πόλη και ήταν μια χούφτα οι φοιτητές που ξημεροβραδιάζονταν στις συνελεύσεις ή γυρνούσαν και άραζαν σε πλατείες και καφενεία. Κι αν δεν συναντιόμασταν μια μέρα θα συναντιόμασταν την επόμενη. Αξέχαστη θα μου μείνει η φάση που μας είχε υποσχεθεί πως μπορούμε να βασιστούμε πάνω του για να περάσουμε Κλασική Ανάλυση ΙV, μάθημα που το σέρναμε από το δεύτερο έτος μέχρι το πτυχίο. «Μη σας νοιάζει ρε μαλάκες, το’ χω διαβάσει το μάθημα. Θα σας περάσω εγώ αρκεί να καθίσουμε όλοι μαζί». Πήγαμε από τη μία στο αμφιθέατρο -δύο η ώρα το μεσημέρι δίναμε- για να καθίσουμε όλοι μαζί. Και το βρήκαμε τύφλα και ξενυχτισμένο. Είχαν μαλώσει με τη δικιά του. Πήγε στο σούπερ μάρκετ απέναντι και γύρισε μ’ ένα μπουκαλάκι ούζο. «Ομοιοπαθητική…» είπε, κι εμείς ήδη αποχαιρετούσαμε το μάθημα γι’ άλλη μια φορά. Παρ’ όλ’ αυτά μπήκαμε στο αμφιθέατρο- τέσσερα κοπρόσκυλα, ο Γιώργος κι ένα μπουκάλι ούζο- καθίσαμε στην τελευταία σειρά των εδράνων με το Γιώργο στη μέση, «βρε καλώς τα εργατικά συμβούλια…» είπαν οι βοηθοί μόλις μπήκαν μέσα και έσκασαν στα γέλια με τα μούτρα μας και το μπουκάλι στη μέση. Μας άφησαν στην ησυχία μας, δεν μας πλησίαζε κανείς τους μπας και αντιγράψουμε από κάπου και ησυχάσουν από μας. Τρίχες… Ο Γιώργος φυσούσε ξεφυσούσε, εμείς τον κοιτούσαμε με αγωνία ανακατεμένη με ελπίδα αλλά τι σκατά μαθηματικά να θυμηθεί μεσ’ τη θολούρα του; Η «ομοιοπαθητική» δεν είχε το ποθητό αποτέλεσμα. Μετά από μιάμιση ώρα σφιξίματος σηκωθήκαμε όλοι μαζί και δώσαμε λευκή κόλλα, με τους βοηθούς σκασμένους απ’ τα γέλια που ούτε καν ν’ αντιγράψουμε δεν φανήκαμε ικανοί…. Ούτε θυμάμαι μετά απ’ αυτό πότε και πως πέρασα το συγκεκριμένο μάθημα…. Πάντως το πέρασα και το πτυχίο το πήρα κι ας βλέπω ακόμα στον ύπνο μου, όταν είμαι αγχωμένη, πως δεν έχω πάρει ακόμα πτυχίο και χρωστάω αυτό κι άλλα κανα δυο μαθήματα και πρέπει να τρέξω πανικόβλητη στα γεράματα να βρω σημειώσεις…!!!…
Αυτές οι εικόνες έχουν κολλήσει από χτες στο μυαλό μου. Και μερικές ακόμα από ατέλειωτα αράγματα στην Πλ. Όλγας και στα Ψηλά Αλώνια, συζητήσεις και ατέλειωτοι καφέδες στα «Ολύμπια» και στο Σταθμό αργά τα χαράματα, συζητήσεις για την ταινία που είδαμε στην προβολή της Κινηματογραφικής Λέσχης, αποκριάτικα πάρτι…
Διάβασα για το Γιώργο διάφορα στο internet. Για τον αγωνιστή Γιώργο, τον αριστερό και τέτοια. Δεν ξέρω, στο δικό μου το μυαλό η εικόνα του είναι πάντα συνδεμένη με χαβαλέ. Ίσως γιατί τα χρόνια εκείνα όλοι ήμασταν ή νομίζαμε πως ήμασταν αγωνιστές. Κι επίσης ήμασταν πολύ, πάρα πολύ νέοι. Ακόμα και την «επανάσταση» την κάναμε γελώντας. Ήταν και πιο light τα πράγματα τότε. Καμμία σχέση με το τώρα και τη μαυρίλα που σκεπάζει κι εμάς και τους πολύ νέους.
Ο θάνατός του ήρθε στο καπάκι από την προτελευταία μου ανάρτηση. Έπεσε πάνω στη φάση που αναρωτιόμουν που θα με πρωτοχτυπήσει ο χρόνος. Αυτόν τον χτύπησε στον πνεύμονα….
Advertisements

First they came…


Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει.

Αυτό το κείμενο έχω στο προφίλ μου. Για χρόνια νόμιζα πως ανήκε στο Μπρεχτ. Κάπου το διάβασα έτσι, δεν το έψαξα και περισσότερο. Δεν φαντάστηκα ποτέ πως θα έπρεπε ν’ αμφισβητήσω την πατρότητά του. Μέχρι που ήρθε ένα mail, πριν καιρό, από έναν αναγνώστη του blog ο οποίος πολύ ευγενικά μου επέστησε την προσοχή στο λάθος. Το κείμενο δεν ανήκει στον Μπρεχτ όπως λάθος –εγώ όπως και πολλοί άλλοι- ήξερα. Ανήκει στον Friedrich Gustav Emil Martin Niemöller (14 January 1892 – 6 March 1984), έναν γερμανό αντιναζιστή λουθηρανό πάστορα ο οποίος αρχικά υπήρξε υποστηρικτής του Χίτλερ. Ύπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Confessing Church, που αντιστάθηκε στη ναζιστοποίηση της γερμανικής προτεσταντικής εκκλησίας. Εξαιτίας της αντίθεσής του στον έλεγχο της εκκλησίας από τους Ναζί, φυλακίστηκε στα στρατόπεδα Sachsenhausen και Dachau από το 1937 έως το 1945. Τον έσωσαν οι σχέσεις του με πλούσιους και με μεγάλη επιρροή επιχειρηματίες. Μετά την αποφυλάκισή του εξέφρασε την μετάνοιά του γιατί δεν έκανε αρκετά για τα θύματα των Ναζί. Αποκήρυξε τα εθνικιστικά του πιστεύω και ήταν ένας από τους εμπνευστές της Stuttgart Declaration of Guilt. Μέχρι το 1950 ήταν ειρηνιστής και ακτιβιστής εναντίον του πολέμου καθώς επίσης και αντιπρόεδρος του War Resisters’ International. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, συναντήθηκε με τον Χο Τσι Μινχ και ήταν υποστηρικτής του πυρηνικού αφοπλισμού. Το 1961 έγινε πρόεδρος του World Council of Churches. Πέθανε το 1984 στο Wiesbaden της Γερμανίας.
Το ποιήμα, μέχρι το 1970, αποδίδονταν στις ισπανόφωνες χώρες λανθασμένα στον Μπ. Μπρεχτ. Η προέλευση του ποιήματος δεν είναι ξεκάθαρη και υπάρχει τουλάχιστον ένας ιστορικός που λέει πως δημοσιεύτηκε αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Niemöller πράμα που είναι λάθος μιας και το συγκεκριμένο ποιήμα «First they came…” πρωτοδημοσιεύτηκε το 1955 στο βιβλίο του Milton Mayer, «They Thought They Were Free». Το βιβλίο του Milton Mayer βασίζεται σε συνεντεύξεις που πήρε ο ίδιος στη Γερμανία αρκετά χρόνια νωρίτερα. Το απόσπασμα κυκλοφόρησε ευρέως στις Η.Π.Α. ανάμεσα σε κύκλους κοινωνικών ακτιβιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Παρ’όλα αυτά, η φρασεολογία του ποιήματος παραμένει αμφιλεγόμενη, τόσο σε σχέση με την προέλευσή της όσο και την ουσία και την σειρά των ομάδων που αναφέρονται στο πλήθος των παραλλαγών του. Πρόσφατες έρευνες εντόπισαν τα συναισθήματα που εκφράζονται στο ποίημα σε λόγους του Niemöller το 1946. Όταν ο Niemöller δημοσίευσε το 1946 τους λόγους του, έκανε αναφορά σε Κομμουνιστές, ανίατα ασθενείς, Εβραίους ή Μάρτυρες του Ιεχωβά (ανάλογα σε ποιόν λόγο αναφερόμαστε) και ανθρώπους στις κατεχόμενες χώρες. Στο κείμενο του 1955, μία παράφραση ενός γερμανού καθηγητή σε κάποια συνέντευξη, μιλάει για Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές, «τα σχολεία, τον Τύπο, τους Εβραίους, κλπ» και τελειώνει με «την Εκκλησία».
Όταν το 1971 ρωτήθηκε ο Niemöller για τη σωστή εκδοχή του αποσπάσματος, είπε πως δεν θυμάται πότε είπε τα διάσημα αυτά λόγια αλλά αν οι άνθρωποι επιμένουν να τα επικαλούνται, προτιμούσε την παρακάτω εκδοχή:
«In Germany, they came first for the Communists, And I didn’t speak up because I wasn’t a Communist;
And then they came for the trade unionists, And I didn’t speak up because I wasn’t a trade unionist;
And then they came for the Jews, And I didn’t speak up because I wasn’t a Jew;
And then . . . they came for me . . . And by that time there was no one left to speak up.»

Το ποιήμα στα γερμανικά στη μορφή που κυκλοφόρησε το 1976 έχει ως εξής:
Als die Nazis die Kommunisten holten,

habe ich geschwiegen;
ich war ja kein Kommunist.
Als sie die Sozialdemokraten einsperrten,
habe ich geschwiegen;
ich war ja kein Sozialdemokrat.
Als sie die Gewerkschafter holten,
habe ich nicht protestiert;
ich war ja kein Gewerkschafter.
Als sie die Juden holten,
habe ich geschwiegen;
ich war ja kein Jude.
Als sie mich holten,
gab es keinen mehr, der protestieren konnte

Κι αυτή είναι η μετάφρασή του στ’ αγγλικά.
When the Nazis came for the communists,
I remained silent;
I was not a communist.
When they locked up the social democrats,
I remained silent;
I was not a social democrat.
When they came for the trade unionists,
I did not speak out;
I was not a trade unionist.
When they came for the Jews,
I remained silent;
I was not a Jew.
When they came for me,
there was no one left to speak out.

Για περισσότερα στοιχεία εδώ

Άγνωστε φίλε από το Βερολίνο που μου πρωτο-είπες για το λάθος, σ’ ευχαριστώ. Τελικά την έκανα την ανάρτηση που σου υποσχέθηκα.

Χρόνος


Ένα πρόβλημα με τον χρόνο το έχω. Το είχα από τότε που με θυμάμαι. Από τότε που –ήμουν πάνω κάτω 4 χρόνων- έμπαινα κάτω από το τραπέζι της κουζίνας ή της τραπεζαρίας μέχρι να με τραβήξουν, για να μη μεγαλώσω. Νόμιζα βλέπετε, πως αν είμαι συνέχεια κάτω από το τραπέζι θα μ’ εμπόδιζε αυτό να μεγαλώσω μιας και είχα συνδεμμένο στο μυαλό μου το ύψος με την ηλικία. Έτσι θα ξαναγινόμουν πάλι το χαϊδεμένο μωρό της οικογένειας, θέση που έχασα εν μία νυκτί με τη γέννηση των αδελφών μου που ήρθαν δύο μαζί και φωνακλούδες.

Βέβαια όταν μεγάλωσα λίγο, συνειδητοποίησα πως το ύψος και η ηλικία δεν είχαν σχέση και βγήκα κάτω από το τραπέζι αλλά δεν σταμάτησα να αντιπαθώ το χρόνο που περνάει. Όλα τα παιδιά βιάζονταν να μεγαλώσουν, εμένα πάλι δεν με χάλαγε να περνάει πιο αργά ο χρόνος. Όταν έκλεισα τα 19, αντί να χαρώ όπως όλοι οι φίλοι μου που άφηνα πίσω μου δια παντός την εφηβεία, εγώ έκλαιγα με μαύρο δάκρυ διότι το έβλεπα σαν το σημείο εκκίνησης της αντίστροφης μέτρησης για τη ζωή μου. Σ’ όλη τη δεκαετία των 20+ είχα μια αγωνία όποτε το σκεφτόμουν. Στα 20φεύγα δεν ήθελα να το σκέφτομαι. Όταν πάτησα τα πρώτα –άντα, όλως παραδόξως, δεν έπεσα να πεθάνω. Το πήρα πολύ μαλακά. Τα δεύτερα –άντα ήταν περισσότερο δράμα, παρ’ όλο που ήμουν πλέον μαμά μικρού παιδιού και δεν είχα πολύ χρόνο για πολυτέλειες. Κι όμως, αν τα είκοσι τα είχα σαν αρχή της αντίστροφης μέτρησης φανταστείτε τι ήταν για μένα τα 40 που είχε και μια δόση αλήθειας η ιδέα πως καταρρέω. Έβλεπα τα μαλλιά μου ν’ αλλάζουν, το πρόσωπο, το σώμα… Δεν είχε σημασία αν μου φαινόταν ή μου φαίνεται η ηλικία ή όχι. Ούτε το πως νιώθω και τι κάνω στη ζωή μου, αν έχω παραιτηθεί ή όχι. Εγώ την έβλεπα πάνω μου να με βαραίνει. Την έβλεπα στον καθρέφτη και στις μικρές, αδιόρατες ίσως, αλλαγές που όμως δεν ξέφευγαν από το δικό μου μάτι. Την έβλεπα στο βλέμμα μου που ήταν τόσο διαφορετικό από κείνο που είχε εκείνο το κοριτσάκι που υπήρξα στις παλιές φωτογραφίες. Σκεφτόμουν –και σκέφτομαι- πως μόνο αυτές είχαν μείνει. Μερικές στιγμές πάνω σε χαρτί και μερικές εικόνες αποθηκευμένες στη μνήμη. Που πήγαν όλες οι υπόλοιπες; Χιλιάδες ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα που πήγαν χαμένα. Τώρα στα 40φεύγα, εκτός απ’ αυτά, σκέφτομαι ποιό θα είναι το πρώτο κομμάτι του συστήματος που θ’ αρχίσει πρώτο να καταρρέει. Το στομάχι; Η καρδιά, οι πνεύμονες, το συκώτι; Ποιό; Κάποιο θα κάνει την αρχή. Με τρομάζει αυτό γιατί έχω υγεία και διαζύγιο με τους γιατρούς. Κάνω κάθε χρόνο το τσεκ απ μου και οι τιμές είναι παιδικές, μου λένε. Κάποιο όμως θα κάνει την αρχή. Και μετά θα πρέπει να μάθω να ζω με την αρρώστεια και τον πόνο. Όπως η μαμά μου. Όπως η γιαγιά μου. Fuck!!!
Τι μ’ έπιασε και τα λέω όλα αυτά; Τίποτε ιδιαίτερο. Είναι σκέψεις μόνιμες στο κεφάλι μου. Απλά συνειδητοποίησα πως πέρασαν 21 μέρες από την Πρωτοχρονιά, πότε κιόλας; Χτες αναρωτιόμουν σε πόσο καιρό πρέπει να κάνω το ετήσιο τσεκ απ και σκεφτόμουν πως πρέπει να παραδώσω μια εργασία στις 15 του Φλεβάρη και πως δεν έχω τόσο χρόνο όσο νόμιζα. Είναι ίσως η ανάρτηση του Πάνα. Μάλλον θα είδα και κάποιο όνειρο σχετικό που δεν το θυμάμαι. Ε, χρειαζόταν κάτι περισσότερο;
Άλλωστε μια ζωή παλεύω με τις κακές σκέψεις. Συνήθως κερδίζω αλλά ξέρω πως αυτές απλά κρύβονται και καιροφυλακτούν να ορμήσουν στην πρώτη ευκαιρία…
Τη φωτογραφία την τσίμπησα από εδώ

κολαούζος


Daria Pavlovna, με κούρασες.
Ένα χρόνο τώρα και είσαι κολαούζος. Συνεχώς δίπλα μου. Μ’ ακολουθείς συνέχεια, ανάσα δεν μπορώ να πάρω. Έχεις αρχίσει και μου μοιάζεις. Ξεπατίκωσες τις κινήσεις μου, όταν φεύγω φοράς τα ρούχα μου, έκοψες τα μαλλιά σου ίδιο σχέδιο. Που θα πάει αυτή η δουλειά;

Πως είπατε;


Είπαμε Καλή Χρονιά; Είπαμε….
Καλά μη φάτε, θα σφάξω το γλάρο το σιτευτό να φτιάξω εκλεκτή γλαρόσουπα και είστε όλοι καλεσμένοι.
Σιγόβραζε, το σιγομουρμούριζαν διάφοροι μεταξύ τους πως κάτι «μαγειρεύεται» πολλή ησυχία έχει πέσει, έγινε η φάση στην Πολυτεχνειούπολη, δεν έκατσε καλά (ούτε νεκροί, ούτε τραυματίες) και δεν πολυασχολήθηκαν τα ΜΜΕ και ο κόσμος (είχαμε και κάτι Χριστούγεννα να γιορτάσουμε, μια γαλοπούλα να τσακίσουμε, να δουλέψουν και τα μαγαζιά της Ερμού…) κι έσκασε η φάση με τους πυροβολισμούς στα Εξάρχεια. Και τώρα δέσαμε…
Σκούζουνε στα ιντερνέτια. «Φταίνε οι αναρχοάπλυτοι, ήταν το ίδιο καλάσνικωφ με την Πολυτεχνειούπολη, Εκδίκηση, Ανάρχες θα σας γαμήσουμε» και άλλα πολλά ευφάνταστα. Όλοι τα ξέρουν όλα. Πριν να έχει όλα τα δεδομένα η Ασφάλεια, τα συμπεράσματα των ιντερνετοκαφενόβιων ήδη βγήκαν. Λίγο μυαλό ρε γαμώτο, λίγο μυαλό. Δεν με νοιάζει κατά που τραβάει η σκούφια του καθενός αλλά λίγο μυαλό πριν αμολήσουμε συμπεράσματα και μαλακίες. Το πιο απλό. Ποιός ωφελείται από κάθε ενέργεια; Και ποιός χάνει; Όχι πως ξέρω, σιγά μη μπορώ να ξέρω. Ποιά είμαι; Ο Σόμπολος; Αλλά ρε παιδί μου, μου βρωμάνε λίγο όλ’ αυτά. Νεκροί από το χεράκι αστυνομικών διάφοροι τόσα χρόνια από εξοστρακισμένες και αυτενεργούσες σφαίρες, ούτε ένας μπάτσος δεν τιμωρήθηκε για κάποιους απ’ αυτούς τους πυροβολισμούς και ούτε ένας δεν υπήρχε να τον αντιπαραβάλλουν σαν αντίπαλο δέος. Μετά δε τον τελευταίο φόνο, πολύς κόσμος φώναξε «μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι» και ήταν άνθρωποι που δεν το είχαν ξαναπεί ποτέ. Είναι να μη μου περνάει από το μυαλό πως και η πλευρά της αστυνομίας ήθελε ένα δικό της θύμα; Τα «κουλά» της όλης ιστορίας δεν θα τα γράψω εγώ. Θα τα γράψουν άλλοι πολύ καλύτερα και συγκροτημένα απ’ όσο θα το έκανα εγώ. Αλλά έχει πολλά κουλά κομμάτια και πολλά που δεν δένουν.Και το θέμα δεν είναι αυτή και άλλες θεωρίες συνομωσίας που περνάνε από το μυαλό διάφορων αφελών και αδαών σαν και τη χάρη μου. Αυτό το πολύ να είναι γραφικό. Να τις κουβεντιάζουμε 5-6 μεταξύ μας όπως άλλοι κουβεντιάζουν το καινούριο στρινγκ της Τζούλιας (μη ρωτήσει κανείς ποιάς Τζούλιας….)
Το θέμα είναι γιατί γίνονται όλ’ αυτά και τι θα φέρουν. Κι εγώ ψυχανεμίζομαι πως θα φέρουν περισσότερη καταστολή, περισσότερες κάμερες -ακόμα και στον κώλο μας-, μεγαλύτερο περιορισμό των ανθρώπινων και ατομικών δικαιωμάτων. Και ρε γαμώτο… μου τη δίνει να ξέρει ο πάσα ένας μαλάκας πότε έχω δυσκοιλιότητα και πότε όχι…
Τι γράφω η γυναίκα; Τι να γράφω; Μη με ξεσυνερίζεστε. Η λογική έχει πλέον παραδώσει τα όπλα και σήκωσε ψηλά τα χέρια . Παραδίδεται στο παράλογο της καθημερινότητάς μας.