Σήμερα είναι η κηδεία του Γιώργου. Έμαθα χτες για το θάνατό του ανοίγοντας ένα mail. “ΣΟΥ ΕΧΩ ΑΣΧΗΜΑ ΝΕΑ. ΠΕΘΑΝΕ Ο ΓΚΟΥΝΤΟΥΝΑΣ”. Πρώτα είδα το mail της ATHENA και μετά το σχόλιό της εδώ.
Ζντουπ…. Πάγωσα, πέταξα τα γυαλιά μου στο γραφείο, ‘Ε όχι, ρε γαμώτο…», είπα. Τρόμαξε και η συνάδελφος.
Πέθανε ο Γιώργος. Κάτι είχα ακούσει το Σεπτέμβρη από έναν κοινό φίλο πως κάτι τρέχει και ψάχνεται με την υγεία του. Τον είχα χάσει για χρόνια. Άλλη πορεία εγώ, άλλη αυτός, άλλη ο κοινός μας φίλος. Έτσι είναι η ζωή. Τελειώνεις το πανεπιστήμιο και χάνεσαι ακόμα και μ’αυτούς που είχες καθημερινή επαφή. Μάθαινα όμως σκόρπια νέα του. Τον είχα συναντήσει και μερικές φορές τυχαία. Μια φορά στα Εξάρχεια, μια φορά σ’ ένα σινεμά, μια φορά στα δικαστήρια. Τον είδα και στην τηλεόραση με την υπόθεση των πακιστανών και σκέφτηκα πως δεν άλλαξε, στον ίδιο χώρο κυκλοφορούσε ακόμα. Το οτι άφησε τα μαθηματικά κι έπιασε τη Νομική το κατάλαβα τη φορά που τον πέτυχα στα δικαστήρια με κουστούμι, χαρτοφύλακα και συμμαζεμένο μαλλί. «Τι κάνεις εδώ ρε μαλάκα έτσι ντυμένος;» τον ρώτησα. «Είμαι δικηγόρος πλέον ρε μαλάκα, δεν γίνεται να έρχομαι στα δικαστήρια αλλιώς» μου απάντησε. «Ελπίζω να φοράει κουστούμι μόνο το σώμα σου, όχι και το μυαλό σου» του είπα και γελάσαμε.
Από την ώρα που άνοιξα χτες το mail έχει σφηνωθεί η εικόνα του στο μυαλό μου όπως ήταν 30 χρόνια πριν όταν τον πρωτοσυνάντησα. Όρθιος πάνω σ’ ένα έδρανο, στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος του Πανεπιστημίου στην Πάτρα, να αγορεύει. Ήμουν πρωτοετής και ήταν μία από τις πρώτες συνελεύσεις μου. Κι ο Γιώργος με μαλλί κορακάτο, μούσι και …σαγιονάρες εισπρακτορέ, Νοέμβρη μήνα. Παλιός αυτός πλέον στο Πανεπιστήμιο, είχε ήδη δυο τρία χρόνια εκεί. Ήμουν με κάτι συμφοιτητές σαλονικιούς που είχα γνωρίσει, παλιότερους από μένα. «Ρε συ» μου λένε «τράβα και κάτσε πίσω του εσύ που δεν σε ξέρει να δεις γιατί λαμποκοπάει το μαλλί του. Λούστηκε;» Και πήγα και πράγματι μοσχομύριζε από μακρυά το μαλλί του. Τον ξαναπέτυχα σε μια εκδρομή που οργάνωσε λίγο καιρό μετά το Δ.Σ. των μαθηματικών, στα Καλάβρυτα. Κνίτες την οργάνωναν αλλά βρήκα ευκαιρία για τσάμπα εκδρομή και πήγα. Ήταν κι ο Γιώργος ως μέλος του Δ.Σ. Τον είχαν ήδη διαγράψει από την Π.Α.Σ.Π. σαν τροτσκιστή και αναρχοφέρνοντα αλλά ακόμα είχε τη θέση σαν Πασπίτης. Στα Καλάβρυτα λοιπόν, μέσα στο ψοφόκρυο, κι ο Γιώργος μ’ ένα πουκαμισάκι κι ένα λεπτό σακάκι. Που πας ρε Καραμήτρο; Τον λυπήθηκε η ψυχή μου να τρέμει από το κρύο κι έβγαλα ένα τεράστιο κασκόλ που μου είχε πλέξει η μάνα μου και του το έδωσα να τυλιχτεί. Εκείνη τη μέρα ανακάλυψε την ύπαρξή μου και από τότε είχε να το λέει πως τον έσωσα από το κρύο. Τρίχες δηλαδή…
Κολλητή παρέα δεν κάναμε ποτέ. Όμως η Πάτρα ήταν μικρή πόλη και ήταν μια χούφτα οι φοιτητές που ξημεροβραδιάζονταν στις συνελεύσεις ή γυρνούσαν και άραζαν σε πλατείες και καφενεία. Κι αν δεν συναντιόμασταν μια μέρα θα συναντιόμασταν την επόμενη. Αξέχαστη θα μου μείνει η φάση που μας είχε υποσχεθεί πως μπορούμε να βασιστούμε πάνω του για να περάσουμε Κλασική Ανάλυση ΙV, μάθημα που το σέρναμε από το δεύτερο έτος μέχρι το πτυχίο. «Μη σας νοιάζει ρε μαλάκες, το’ χω διαβάσει το μάθημα. Θα σας περάσω εγώ αρκεί να καθίσουμε όλοι μαζί». Πήγαμε από τη μία στο αμφιθέατρο -δύο η ώρα το μεσημέρι δίναμε- για να καθίσουμε όλοι μαζί. Και το βρήκαμε τύφλα και ξενυχτισμένο. Είχαν μαλώσει με τη δικιά του. Πήγε στο σούπερ μάρκετ απέναντι και γύρισε μ’ ένα μπουκαλάκι ούζο. «Ομοιοπαθητική…» είπε, κι εμείς ήδη αποχαιρετούσαμε το μάθημα γι’ άλλη μια φορά. Παρ’ όλ’ αυτά μπήκαμε στο αμφιθέατρο- τέσσερα κοπρόσκυλα, ο Γιώργος κι ένα μπουκάλι ούζο- καθίσαμε στην τελευταία σειρά των εδράνων με το Γιώργο στη μέση, «βρε καλώς τα εργατικά συμβούλια…» είπαν οι βοηθοί μόλις μπήκαν μέσα και έσκασαν στα γέλια με τα μούτρα μας και το μπουκάλι στη μέση. Μας άφησαν στην ησυχία μας, δεν μας πλησίαζε κανείς τους μπας και αντιγράψουμε από κάπου και ησυχάσουν από μας. Τρίχες… Ο Γιώργος φυσούσε ξεφυσούσε, εμείς τον κοιτούσαμε με αγωνία ανακατεμένη με ελπίδα αλλά τι σκατά μαθηματικά να θυμηθεί μεσ’ τη θολούρα του; Η «ομοιοπαθητική» δεν είχε το ποθητό αποτέλεσμα. Μετά από μιάμιση ώρα σφιξίματος σηκωθήκαμε όλοι μαζί και δώσαμε λευκή κόλλα, με τους βοηθούς σκασμένους απ’ τα γέλια που ούτε καν ν’ αντιγράψουμε δεν φανήκαμε ικανοί…. Ούτε θυμάμαι μετά απ’ αυτό πότε και πως πέρασα το συγκεκριμένο μάθημα…. Πάντως το πέρασα και το πτυχίο το πήρα κι ας βλέπω ακόμα στον ύπνο μου, όταν είμαι αγχωμένη, πως δεν έχω πάρει ακόμα πτυχίο και χρωστάω αυτό κι άλλα κανα δυο μαθήματα και πρέπει να τρέξω πανικόβλητη στα γεράματα να βρω σημειώσεις…!!!…
Αυτές οι εικόνες έχουν κολλήσει από χτες στο μυαλό μου. Και μερικές ακόμα από ατέλειωτα αράγματα στην Πλ. Όλγας και στα Ψηλά Αλώνια, συζητήσεις και ατέλειωτοι καφέδες στα «Ολύμπια» και στο Σταθμό αργά τα χαράματα, συζητήσεις για την ταινία που είδαμε στην προβολή της Κινηματογραφικής Λέσχης, αποκριάτικα πάρτι…
Διάβασα για το Γιώργο διάφορα στο internet. Για τον αγωνιστή Γιώργο, τον αριστερό και τέτοια. Δεν ξέρω, στο δικό μου το μυαλό η εικόνα του είναι πάντα συνδεμένη με χαβαλέ. Ίσως γιατί τα χρόνια εκείνα όλοι ήμασταν ή νομίζαμε πως ήμασταν αγωνιστές. Κι επίσης ήμασταν πολύ, πάρα πολύ νέοι. Ακόμα και την «επανάσταση» την κάναμε γελώντας. Ήταν και πιο light τα πράγματα τότε. Καμμία σχέση με το τώρα και τη μαυρίλα που σκεπάζει κι εμάς και τους πολύ νέους.
Ο θάνατός του ήρθε στο καπάκι από την προτελευταία μου ανάρτηση. Έπεσε πάνω στη φάση που αναρωτιόμουν που θα με πρωτοχτυπήσει ο χρόνος. Αυτόν τον χτύπησε στον πνεύμονα….
Advertisements