Βαριέμαι. Βαριέμαι απίστευτα. Έχω πέσει σε νιρβάνα και σέρνομαι όσο περισσότερο μπορώ. Μου μένει ακόμα μια εργασία να γράψω και φαντάζει στα μάτια μου σαν την ανάβαση στο Έβερεστ. Η άνοιξη δεν πρόκαμε ακόμη να μπει για να έχω τη δικαιολογία του «εαρινού κάματου». Ουφ…. Για να ξεκολλήσω από την τεμπελιά θα συνεχίσω την ιστορία.
Ήταν που λέτε μια γειτονιά στη Θεσσαλονίκη, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Είχε χωματόδρομους, χαμηλά σπίτια και μερικές πολυκατοικίες που τότε ήταν πολύ «κυριλέ» να μένεις σε τέτοια. Είχε και παράγκες που έμεναν οι φτωχότεροι της γειτονιάς. Κι ένα μεγάλο Καραβάν Σαράι όπου έμεναν οι «ρωσοπρόσφυγες» ο ένας πάνω στον άλλο σε μικρά δωμάτια. Τι να απέγιναν όλοι αυτοί άραγε όταν το Καραβάν Σαράι γκρεμίστηκε για να γίνει η λαμπρή εκκλησία της γειτονιάς; Μάλλον θα μετακόμισαν σε υπόγεια και πίσω ισόγεια της γειτονιάς. Ποιός ξέρει;
Σε κείνη τη γειτονιά, στο στενάκι, εκτός από δυο τρεις πολυκατοικίες είχε και πολλά χαμηλά μονώροφα σπιτάκια. Άλλα ιδιόκτητα και άλλα νοικιασμένα. Σ’ ένα απ’ αυτά, διώροφο μάλιστα, έμενε η κυρία Ελευθερία και ο κύριος Μάχος με τις κόρες τους, την Ηρώ, την Ολίβια και την Άννα. Ονόματα παράξενα για μια λαϊκή γειτονιά που ήταν γεμάτη από Μαρίες, Ρίτσες, Σούλες και Νούλες, κι αυτό τους έδινε μια ξεχωριστή αίγλη. Βίος και πολιτεία η κυρία Ελευθερία. Μελαχρινή, παχουλή, πενηντάρα και βάλε, με τα μαλλιά πάντα περιποιημένα και πιασμένα σ’ έναν περίτεχνο κότσο, μου θύμιζε κυρίες από ζωγραφιές άλλων εποχών. Έβγαινε στη γειτονιά με τις ρομπ ντε σαμπρ και τις παντοφλίτσες λουί κενζ. Δεν ξέρω γιατί αλλά στο μυαλό μου την έχω να φοράει πράσινα. Πράσινη ρόμπα; Πράσινο φόρεμα; Δεν θυμάμαι αλλά κάτι πράσινο… Περίεργο πράγμα η μνήμη.
Όλοι την αποκαλούσαν, σχεδόν φανερά, «η γυναίκα του τσάρου» πράγμα που η ίδια το είχε προκαλέσει. Τρεις άντρες είχε παντρευτεί και τα τρία κορίτσια είχαν τρεις διαφορετικούς πατεράδες. Μόνον η Άννα, η μικρότερη, ήταν του Μάχου. Η κυρία Ελευθερία λοιπόν, έλεγε πως ο δεύτερος άντρας της ήταν ο πρώην τσάρος της Βουλγαρίας και γι’αυτό μας κοιτούσε λιγάκι αφ’ υψηλού εμάς τους παρακατιανούς. Τα κορίτσια της ήταν μεγάλα όταν εγώ έγδερνα τα γόνατά μου στη γειτονιά. Σοβαρές και όμορφες (δεύτερη σκέψη, μόνον η Ολίβια ήταν όμορφη από τις δύο μεγάλες, η Ηρώ ήταν πιο μουντρούχα και αγέλαστη). Τις θυμάμαι να πηγαίνουν και να έρχονται από τη δουλειά τους καλοντυμένες και αγέλαστες. Μόνον η Άννα, που ήταν τότε στην εφηβεία, ασχολιόταν λίγο με την πιτσιρικαρία. Σε μια αμερικάνικη αποθήκη με μεταχειρισμένα ρούχα δούλευαν οι μεγάλες αλλά και μόνο αυτό ήταν άξιο θαυμασμού από τη γειτονιά. Παντρεύτηκαν στο τέλος κι έφυγαν από το σπίτι των γονιών τους, η μία άνοιξε προποτζίδικο με τον άντρα της η άλλη δεν ξέρω. Κι η μικρή σπούδασε κάτι κι έφυγε κι αυτή στην Ιρλανδία. Μια δυο φορές είχα μπει σε κείνο το σπίτι, φαντάζομαι με κάποιο πρόσχημα του τύπου «διψάω και θέλω ένα ποτήρι νερό». Μ’ έτρωγε η περιέργεια να δω πως είναι το σπίτι της ψηλομύτας κυρίας Ελευθερίας που ποτέ δεν κάθονταν με τους υπόλοιπους τα καλοκαιρινά βράδια να κουτσομπολέψει. Κάποιες φορές καθόταν στο παράθυρο και χάζευε μ’ ένα μαξιλαράκι στο περβάζι για ν’ ακουμπάει τους αγκώνες της. Σκοτεινό το θυμάμαι με βαριά έπιπλα που τότε σηματοδοτούσαν την αρχοντιά. Κι ο κύριος Μάχος; Αυτός ήταν μια φιγούρα στο φόντο. Εφοριακός, καλή δουλειά έλεγαν οι γείτονες και καλός άνθρωπος ήσυχος και αμίλητος, αλλά τον λυπόντουσαν για τη γυναίκα του που ήταν ψώνιο και μιλούσε όλο για τα περασμένα μεγαλεία με τον τσάρο. Ποιός ξέρει πόση αλήθεια υπήρχε σ’ όλα αυτά; Αυτός πέθανε πρώτος κι έμεινε η κυρία Ελευθερία μόνη σε διαμέρισμα μετά το σεισμό και την τρομακτικά απότομη αλλαγή της γειτονιάς. Νοίκιασε ένα διαμερισματάκι κοντά στην Ολίβια και στο τέλος τζάζεψε. Τη χτύπησε το Αλτσχάιμερ και τριγυρνούσε αλλοπαρμένη, βυθισμένη για πάντα στο ένδοξο παρελθόν της μέχρι που μας άφησε κι αυτή χρόνους.
Advertisements