Πήζω…


Πήζω, πήζω, πήζω….
Γράφω κάτι κι έχω μπλεχτεί. Πρέπει να το τελειώσω κι όσο προχωράει τόσο μπερδεύομαι. Θα τη βρω την άκρη, πάντα έτσι γίνεται, αλλά τώρα πήζω….

Και μπαίνει κι η Άνοιξη…
Που θα βρω μια γλυσίνα (σαλκίμι για
τους Μικρασιάτες) να φυτέψω στο μίζερο μπαλκόνι μου, να μεγαλώσει και ν’ αγκαλιάσει τον τοίχο και την πολυκατοικία ολόκληρη; Να κρέμονται και να μοσχοβολάνε τα υπέροχα μωβ τσαμπιά της. Σαν τη γλυσίνα που βλέπω απέναντι, κι έχει φτάσει στην ταράτσα. Και κάνει ακόμα και την πίσω πλευρά μιας άθλιας πολυκατοικίας του ’60 ομορφότερη. Σ’ όσα φυτώρια ρώτησα δεν είχαν. Μάλλον όμως για να πιάσει θέλει να είναι από «χέρι»…


Ή μια ρολογιά (πασιφλόρα) που είναι κι αυτή αναρριχώμενη και μπορεί κι αυτή να κρέμεται από τα κάγκελα ή να αγκαλιάζει τον τοίχο. Να γυρνάνε τα λουλουδάκια της ανάλογα με το πέρασμα της ώρας. Και να θυμάμαι τις αυλές των σπιτιών κοντά στα «βουναλάκια» που σχεδόν όλες είχαν μια ρολογιά ν’ αγκαλιάζει τα κάγκελα. Κι ένα γιασεμί χιώτικο ή ένα αγιόκλημα. Μέσα στο άγχος μου θέλω να νιώσω ξανά μυρωδιές. Η παλιοάνοιξη φταίει που θα κάνει τα νεύρα μου λάστιχα και τη διάθεσή μου ασανσέρ και μάλιστα σε ώρα αιχμής. Από το Ζενίθ στο Ναδίρ σε τριάντα δευτερόλεπτα.

Advertisements

Συναυλία


Αυτή είναι μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις που έχω από τον πρώτο καιρό της μεταπολίτευσης.

Δεν θυμάμαι χρονιά και εποχή, πάντως ζεστός καιρός. Γίνεται μια μεγάλη συναυλία στο Καυτατζόγλειο. Θεοδωράκης, Ξαρχάκος. Ο Θεοδωράκης θα διευθύνει το «Θρήνος για το θάνατο του Ιγνάθιο Σάντσες Μεχίας» και ο Ξαρχάκος το «Άξιον Εστί». Το Καυτατζόγλειο γεμάτο ασφυκτικά, οικογένειες ολόκληρες το είχαν κατακλύσει. Δεν ξέρω πόσο κόσμο χωρούσε αλλά δεν υπήρχε ούτε τετραγωνικό εκατοστό άδειο.

Πρώτα το έργο του Ξαρχάκου και στο γήπεδο δεν ακούγεται κιχ. Δεν το ήξερε ο κόσμος, πως θα μπορούσε άλλωστε, παρ’ όλα αυτά σιγή νεκρική για να μην πω κατανυκτική. Ούτε τους στίχους πολυκαταλαβαίνουν αλλά ακούν και σιωπούν. Στο τέλος αποθεώνουν το Θεοδωράκη που διευθύνει.

Δεύτερο μέρος και ο κόσμος περιμένει να τραγουδήσει τα 7 χρόνια απαγορευμένα τραγούδια. Με το που ξεκινάει το «Άξιον εστί» παγώνουν. Όταν ξεκινάει ο Κατράκης ν’ απαγγέλει, δεν ξέρω τι καταλάβαιναν όλοι αυτοί από τους στίχους αλλά ένιωσα να ριγεί το γήπεδο. Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε αλλά με συνεπήρε και μένα το κλίμα συγκίνησης. Αυτό που θα μου μείνει όμως αξέχαστο είναι ένα γήπεδο ολόκληρο να τραγουδάει «Της δικαιοσύνης» και τον πατέρα μου δίπλα μου, να τραγουδάει και να τρέμει. Δεν μπορώ να περιγράψω τι έγινε όταν τελείωσε το έργο και όταν ξανανέβηκε ο Θεοδωράκης στη σκηνή και άρχισε να τραγουδάει μαζί με τους υπόλοιπους τα τραγούδια που περίμενε ο κόσμος….

Δεν ξέρω τι λέμε τώρα για το αν ήταν ή δεν ήταν πετυχημένες οι μελοποιήσεις. Αυτό που ξέρω είναι πως μια γενιά μουσικών, έκανε τον κόσμο να τραγουδάει στίχους ποιητών και όχι μόνο χαζομάρες που και τότε υπήρχαν. Ο πατέρας μου, που ήταν ένας απλός άνθρωπος, χωρίς το Θεοδωράκη δεν θα είχε ακούσει καν το όνομα του Ελύτη. Εξ αιτίας της μελοποίησης τραγουδούσε τους στίχους του. Και μόνον γιαυτό αξίζουν σεβασμό.

Απορίες…


Μέσα σ’ ένα χρόνο που έχω βάλει τον tracker εδώ, μια απορία έχω άλυτη και μεγάλη. Ποιοί και γιατί ψάχνουν με μανία τον Θόδωρο Ρουμπάνη; Είναι αυτό που ψάχνουν οι περισσότεροι που πέφτουν τυχαία πάνω μου γκουγκλίζοντας. Και δεύτερος έρχεται ο Άλκης Γιαννακάς. Τρίτη και καταϊδρωμένη η αναζήτηση για ιστορίες απιστίας. Ο Θόδωρος όμως τους κερδίζει όλους κατά κράτος. Είναι δε κάτι μέρες, που οι εννιά στους δέκα που επισκέπτονται αυτό τον χώρο ψάχνουν το Θόδωρο. Τόσο που αναρωτιέμαι αν είναι κάποια επέτειός του.
Γιατί ρε παιδιά τον ψάχνετε; Πείτε και σε μένα την περίεργη…

Μου τη σπάει….


Μου ζήτησε η Ξένη να γράψω πέντε πράγματα που μ’ εκνευρίζουν. Λίγα είναι τα πέντε αλλά θα κάνω μια προσπάθεια να τα συμπτύξω σε κατηγορίες σπαστικών πραγμάτων, γιατί αλλιώς δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Έχουμε και λέμε λοιπόν.

1) Μου τη σπάνε χοντρά, μέχρι τρέλας, οι περισσότεροι οδηγοί. Αυτοί που παρκάρουν πάνω στα πεζοδρόμια και σε αναγκάζουν να κατέβεις στη λεωφορειολωρίδα. Μούρχεται να τους κάνω τα κωλάμαξά τους λαμπόγυαλο. Οι ίδιοι συνήθως κορνάρουν για να βιαστείς αν είσαι πάνω σε πεζοδρόμιο και περπατάς κι αυτοί θέλουν να το καβαλήσουν για να παρκάρουν. Βιάζονται από πάνω και τους ενοχλείς, τρομάρα τους. Στην ίδια κατηγορία βάζω όλους τους μαλακοκαύληδες οδηγούς που περνάνε με κόκκινο, που δεν σέβονται την προτεραιότητα του πεζού πάνω στη διάβαση, που ξεκινάν πριν ανάψει το πράσινο. Όλους αυτούς που νομίζεις πως έχουν βάλει στοίχημα ποιος θα φάει πρώτος τη γριά ή το μωρό στο καρότσι.

Α, κι αυτούς που ανοίγουν την πόρτα και αδειάζουν το τασάκι στο δρόμο. Κάποια στιγμή θα τα μπουκώσω στο στόμα κανενός αυτά τ’ αποτσίγαρα….

2) Μου τη σπάνε οι άνθρωποι που πιστεύουν πως η ζωή και οι υπόλοιποι άνθρωποι τους χρωστάνε, ενώ αυτοί δεν χρωστούν τίποτε και σε κανέναν. Αυτοί που πιστεύουν πως ο προορισμός τους στη ζωή είναι ν’ απλώνουν το χέρι και να παίρνουν ό,τι γουστάρουν γιατί πιστεύουν πως τους ανήκει κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτοί οι άνθρωποι όλο κλαίγονται για το πως δεν έχουν όσα τους άξιζαν. Κοινώς σιχαίνομαι τους καρμοίρηδες, γκρινιάρηδες, ματζίριδες…

3) Μου τη σπάνε τα κακομαθημένα παιδιά.

Για την ακρίβεια όχι τα παιδιά αλλά οι γονείς του που τα κακόμαθαν.

4) Μου τη σπάει να μου μιλάνε άγνωστοι με τρόπο λες και γνωριζόμαστε απ’ το στρατό. Ειδικά όταν εγώ τους μιλάω στον πληθυντικό και ευγενικά και μου αντιγυρίζουν το λόγο στον ενικό, να’ ουμ…. Ή αυτοί που τους λες καλημέρα και δεν σου λένε.

5) Μου τη σπάνε οι γυναίκες που δεν ξέρουν να ντύνονται. Όχι αυτές που ντύνονται με φτηνά ρούχα. Αυτές που δεν έχουν συναίσθηση πόσα κιλά είναι και ντύνονται με ρούχα που φοράνε τα μοντέλα στις φωτογραφήσεις για περιοδικά. Που πας μαρή και βγάζεις έξω την κοιλιά όταν μοιάζει με κοιλιά ετοιμόγεννης αλλά στο χαλαρό της; Οι χαμηλοκώλες που φοράνε κολλητά παντελόνια κάπρι. Αυτές που φοράνε πεδιλάκια μ’ ενα λουράκι το καλοκαίρι και το πόδι τους μοιάζει με νταλικιέρη, με μαύρο νύχι και σκισμένες φτέρνες. Κάθε που βλέπω μια από δαύτες μου έρχεται να τις βουτήξω και να τις βάλω μπροστά από έναν καθρέφτη να τις ρωτήσω τι βλέπουν. Θα μου πεις πως μπορεί αυτές να βλέπουν τη Μόνικα Μπελούτσι κι εγώ τη θειά Μαριγώ απ’ το χωριό που είναι 130 κιλά. Κι αυτό σωστό είναι…

Και μια έκτη κατηγορία γιατί δεν μου έφτασαν οι πέντε.

6) Μου τη σπάνε οι βρωμιάρηδες.

Αυτοί που δεν πλένονται και αφήνουν μια μπόχα πίσω τους

Αυτοί που δεν πλένουν ποτέ τα δόντια τους και βρωμάει η ανάσα τους όλα τα τσιγάρα που κάπνισαν στη ζωή τους, όλα τα μπυρόνια, τσίπουρα και άλλα ξύδια που ήπιαν στη ζωή τους και όλα τα τζατζίκια και τους παστουρμάδες που σαβούρωσαν. Μου έρχεται να ξεράσω όταν βρεθεί τέτοιος δίπλα μου.

Αυτοί που τα ρούχα τους μυρίζουν όλα όσα μαγειρεύτηκαν στην κουζίνα τους τα τελευταία 10 χρόνια. Αυτοί κι αυτές που φοράνε βαριές κολώνιες πρωί πρωί.

Οι άντρες που κάθονται στα λεωφορεία με τα πόδια ανοιχτά και πιάνουν μιάμιση θέση. Σιγά ρε μεγάλε, πόσο μεγάλα πια είναι τ’ αρχίδια σου και δεν μπορείς να κλείσεις τα πόδια σου;

Αυτοί που φτύνουν στο δρόμο ή από το παράθυρο του αυτοκινήτου.

Αυτοί που φυσάνε τη μύξα τους στο χέρι και το τινάζουν στο δρόμο.

Αυτοί που κάνουν ανασκαφές στη μύτη τους χωρίς να τους νοιάζει αν τους βλέπουν όλοι.

Τέλος μου τη σπάνε αυτοί που μασάνε τσίχλα δυνατά, μ’ ανοιχτό το στόμα δίπλα στο αυτί σου. Θέλω να εγκληματίσω σ’ αυτές τις περιπτώσεις.

Ξεμάτιασμα


Το ξεμάτιασμα αποτελεί επιστημονικώς τεκμηριωμένην θεραπείαν δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Ανεκαλύφθη υπό του αρχαίου Ελληνορθοδόξου δόκτορος Ιωάννου Δεππ ή «Ψαλιδόχειρος» το έτος 2349 Π.Σ.Φ.Γ. (Προ Σκληρύνσεως Φλοιού Γης). Χρησιμοποιείται κατά κόρον εναντίον των ημικρανιών, της ποδάγρας, της ταινίας, της σαπουνόπερας, της αγαμίας, της πολυγαμίας, της αντε-και-γαμίας, της αποτυχίας σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, των τσουνάμι, της τριχόπτωσης, καθώς και άλλων δεινών. Συνιστάται προσοχή, καθότι τα άτομα με οφθαλμούς γαλανού χρώματος επιρρεπείς στην μετάδοση Ματιού και κάθε λογής κατάρας.
Ανακτήθηκε από το «
http://frikipaideia.wikia.com/wiki/%CE%9E%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1«.

Από την Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Αυτόν τον ορισμό δίνει, μεταξύ σοβαρού και αστείου, η Φρικηπαίδεια. Όταν ήμουν μικρή μας ξεμάτιαζε η γιαγιά. Με μάγευε όλο αυτό το τελετουργικό με το πιάτο γεμάτο νερό, τις σταγόνες το λάδι που έπεφταν στο νερό και εξαφανίζονταν άμα ήσουν ματιαγμένος, τα γαρύφαλλα που έκαιγε η γιαγιά καρφωμένα σε μια βελόνα μέχρι να σκάσει το πρώτο και να διώξει το κακό το μάτι, όταν τα νέρα και τα λάδια δεν το έδιωχναν. Και τα λόγια που μουρμούρζε μέσα από τα δόντια της και δεν μπορούσα να καταλάβω, ούτε ποτέ μου τα αποκάλυψε, μιας και τα ξόρκια πηγαίνουν από γυναίκα σε άντρα και μετά σε γυναίκα. Χάνουν τη δύναμή τους αν τους αλλάξεις αυτή τη σειρά. Στο τέλος μας σταύρωνε με το λαδόνερο, μας ψέκαζε μ’ αυτό και μας έδινε να πιούμε τρεις γουλιές. Το είχαμε βρει κι εμείς παιχνίδι και ξεματιάζαμε η μία την άλλη γεμίζοντας τον κόσμο νερά και λάδια με αποτέλεσμα να μας κυνηγάει η μαμά και η γιαγιά με την παντόφλα. Όταν πέθανε η γιαγιά πίστεψα πως κανένας πια δεν θα με ξεματιάσει.
Που το θυμήθηκα το ξεμάτιασμα; Το θυμήθηκα, γιατί σήμερα ήρθε η ώρα να με ξαναξεματιάσει μια άλλη γιαγιά. Από το πρωί ξύπνησα με τρελό πονοκέφαλο που ούτε τα Panadol Extra, που κατεβάζω δυο δυο όταν με πιάνει ημικρανία, δεν μ’ έπιασαν. Μου απάλυναν λίγο τον πόνο αλλά μου άφησαν μια θολούρα στο κεφάλι κι ένα βάρος λες και είχα στηρίξει ένα κομμάτι σίδερο στην κορφή μου. Άλλωστε σήμερα δεν ήταν η γνωστή ημικρανία αλλά ένας πόνος διάχυτος σ’ όλο το κεφάλι μου. Το απόγευμα ξαναθέριεψε ο πόνος και είχα να πάω να επισκεφτώ μια ξαδέλφη στο μαιευτήριο που γέννησε χτες. Όταν έφυγα απο το μαιευτήριο, εκτός από τον πονοκέφαλο, είχα πλέον τάσεις εμετού και λιποθυμίας. Τόσο χάλια, και τα τελευταία Panadol τα κατάπια το πρωί. Πως ξέμεινα εγώ από παυσίπονα; Φαρμακείο δεν βρήκα αλλά σκέφτηκα πως θα έχει η Όλγα, η φίλη που μένει δίπλα, κάτι να μου δώσει για να μην κόψω το κεφάλι μου μπας και ησυχάσω. Όντως, η Όλγα είχε Panadol αλλά έβαλε και τη μαμά της να με ξεματιάσει. Ήσουν πολύ ματιασμένη, μου είπε η κυρά Φούλα, και μ’ έβαλε να πιω τρεις γουλίτσες από το λαδόνερο που έχυσε μετά η Όλγα σε μια γλάστρα. Δεν κάνει αυτό το νερό να το χύσεις στον νεροχύτη. Ήταν τα παυσίπονα; Ήταν το ξεμάτιασμα; Ή μήπως ή συντονισμένη επίθεση των δυο τους στον πονοκέφαλο; Ο πόνος έφυγε πάντως κι ας έμεινε μια μικρή θολούρα στο κεφάλι μου.
Θα μου πεις, εσύ η πραγματίστρια πιστεύεις σε τέτοια αναχρονιστικά ξόρκια; Τι να πω; Γενικά όχι αλλά μερικές φορές μου φάνηκε πως έπιασαν. Ειδικά μια φορά παλιά, που βγήκα από το σπίτι μου και γύρισα μετά από κανά δυο ώρες άρρωστη. Πονοκέφαλος και τάσεις λιποθυμίας. Αμέσως έβαλε η γιαγιά μπρος τα μεγάλα μέσα και μετά χτυπιόταν πως εκείνη με μάτιαξε που σκέφτηκε πως με βρήκε πολύ όμορφη όταν έφευγα. Αλήθεια ή ψέμματα, μετά από λίγο μου πέρασαν όλα. Μπορεί να ήταν και αυθυποβολή, ποιος ξέρει;
Πάντως άλλη φορά αν με βρείτε όμορφη παρακαλώ να μην το σκεφτείτε ούτε να μου το πείτε. Δεν παλεύεται ο πονοκέφαλος και μόνον όποιος το παθαίνει το ξέρει….

Μαρία


Ήρθε η ώρα να μιλήσω για τη Μαρία, τη φίλη των παιδικών μου χρόνων. Η Μαρία έμενε στη γειτονιά, στο τριώροφο της γωνίας. Ήταν οικογενειακό το σπίτι τους. Στο ισόγειο ζούσε η γιαγιά, στον πρώτο όροφο η θεία και στον δεύτερο η Μαρία με την οικογένειά της. Δεν κάναμε παρέα μέχρι την Τρίτη τάξη του δημοτικού γιατί δεν πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο παρ’ όλο που ζούσαμε στην ίδια γειτονιά. Είχε την ίδια ηλικία με μένα αλλά εγώ πήγα σχολείο μια χρονιά νωρίτερα, μιας και τότε ίσχυε το σύστημα «κερδίζω χρονιά» για τα παιδιά που γεννήθηκαν μέχρι τέλος Μάρτη. Έτσι, ενώ θα μπορούσαμε να βρεθούμε συμμαθήτριες τουλάχιστον στο νηπιαγωγείο του «Κοραή» που πήγα, δεν έτυχε. Αυτή ήταν και η μοναδική μου χρονιά σε ιδιωτικό σχολείο, μιας και η γειτονιά μας δεν είχε νηπιαγωγείο και αυτό στη διπλανή γειτονιά δεν με δέχτηκε. Τι να κάνουν οι γονείς μου; Είχα λυσσάξει να πάω σχολείο, ήταν και μια ευκαιρία να γλιτώσουν για λίγες ώρες από μένα μιας και οι άλλες ήταν μωρά ακόμα, κι έτσι μ’ έστειλαν στον «Κοραή» που ήταν το ιδιωτικό της περιοχής. Την επόμενη χρονιά πήγε και η Μαρία εκεί αλλά αυτή συνέχισε και στο δημοτικό, ενώ εγώ όχι. Έτσι δεν βρεθήκαμε ποτέ στο ίδιο σχολείο. Βρεθήκαμε όμως στο φροντιστήριο αγγλικών που άνοιξε στη γειτονιά μας. Ήταν η εποχή που άνοιγαν τα πρώτα φροντιστήρια αγγλικών. Μόλις το είδα να ετοιμάζεται το καλοκαίρι, άρχισα το ψηστήρι στους γονείς μου. Ήταν το καλοκαίρι πριν πάω τρίτη δημοτικού. Το σκέφτηκαν οι άνθρωποι και είπαν το ναι. Ήταν τ’ όνειρό τους να μορφωθούν τα παιδιά τους, έτσι δεν θα μπορούσαν να πουν όχι σ’ ένα παιδί που τους ζητούσε να μάθει ξένη γλώσσα κι ας τους κοιτούσαν περίεργα οι γείτονες. Για τον πολύ κόσμο εκείνα τα χρόνια, το να στείλεις το παιδί σου τόσο μικρό να μάθει αγγλικά, ήταν μια περιττή πολυτέλεια και μόνο για πλούσιους που τους περίσσευαν χρήματα. Στο φροντιστήριο λοιπόν συνάντησα τη Μαρία. Ήμασταν τα δύο μικρότερα της τάξης μας, για να μην πω του φροντιστηρίου ολόκληρου. Και όπως είναι φυσικό κολλήσαμε. Ήμασταν και οι δύο σχετικά ντροπαλά και μοναχικά παιδιά και η Μαρία είχε και το ντεσαβαντάζ να πηγαίνει στο ιδιωτικό σχολείο, πράγμα που την έκανε να μην έχει πολλούς φίλους από τη γειτονιά. Βρήκαμε κοινά ενδιαφέροντα κι εγώ ειδικά βρήκα τη βιβλιοθήκη του μπαμπά της. Αχ, αυτή η βιβλιοθήκη! Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που ανακάλυψα στο σπίτι της Μαρίας που επίσης το θεωρούσα ένα από τα πιο όμορφα σπίτια που ήξερα. Η βιβλιοθήκη λοιπόν, ήταν στο σαλόνι κι έπιανε έναν τοίχο ολόκληρο. Στο σαλόνι, που έφτανες όταν πήγαινες στο σπίτι της από την «καλή» πόρτα. Εκεί υπήρχε και μια από τις υπέροχες πορσελάνινες σόμπες που είχαν στο σπίτι τους και που δεν είχα ξαναδεί τέτοιες στη ζωή μου. Μόνο που το σαλόνι ήταν συνήθως σκοτεινό και κρύο, αφού άνοιγε μόνον στις γιορτές όπως συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια. Τις περισσότερες φορές πήγαινα στο σπίτι της από την πίσω σκάλα, της κουζίνας, μια στριφογυριστή σιδερένια σκάλα που ήταν ο εφιάλτης μου αφού η υψοφοβία μου είχε ήδη εκδηλωθεί. Κι έμπαινα στη μεγάλη και φωτεινή κουζίνα κι από κει στο δωμάτιο της Μαρίας και του αδελφού της, που δεν είχε σχέση με τα δωμάτια στις πολυκατοικίες. Μεγάλο, ψηλοτάβανο και με παράθυρο με φαρδύ περβάζι, απ’ αυτά που ένα πιτσιρίκι μπορούσε να σκαρφαλώσει και να κουρνιάσει στην κώχη τους. Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν ένα τέτοιο παράθυρο… Και μια ακόμα πορσελάνινη σόμπα, την πράσινη νομίζω.
Με τη Μαρία παίζαμε, και αργότερα -όταν άρχισα να δανείζομαι με τη σειρά τα βιβλία του πατέρα της- την έβαλα κι αυτήν στο τριπάκι του διαβάσματος και συζητούσαμε τα βιβλία που είχαμε διαβάσει. Με την εφηβεία ήρθε και η μεταπολίτευση και οι νέες «επαναστατικές» ιδέες μου, τις οποίες τις δοκίμαζα σε συζητήσεις με τη Μαρία. Κάπου εκεί φαντάζομαι άρχισε να μη με συμπαθεί η μάνα της και να με θεωρεί κακή επιρροή. Ακούγαμε στο πικάπ της Pink Floyd προσπαθώντας να καταλάβουμε τους στίχους (αλλά και Christophe), συζητούσαμε για επανάσταση και κομμουνισμό, προσπαθούσα να την τραβολογήσω σε πορείες, κι αυτά όλα έκαναν τις τρίχες στο κεφάλι της μαμάς της να ορθώνονται από φρίκη. Μέχρι τότε όμως με θεωρούσαν καλή παρέα μιας και είχα κάνει τη Μαρία να εκτιμήσει τη βιβλιοθήκη του μπαμπά της και το διάβασμα. Και με έπαιρναν μαζί τους στο σπίτι τους στη Νικήτη (τότε που ήταν μια άδεια, υπέροχη παραλία με 5 σπίτια όλα κι όλα) και εκδρομές.
Ο πόλεμος της μαμάς της δεν κατάφερε να μας χωρίσει. Κολλητές και αχώριστες μείναμε, παρόλο που όσο περνούσε ο καιρός η μαμά της δεν ήθελε να με βλέπει ούτε ζωγραφιστή. Μας χώρισε για λίγο το πανεπιστήμιο. Μια τάξη μεγαλύτερη εγώ, έδωσα εξετάσεις μια χρονιά νωρίτερα παρακαλώντας νοερά να περάσω αλλού και να την κοπανήσω. Στάθηκα τυχερή κι έφυγα για Πάτρα, αφήνοντας την μαμά μου κομμάτια και θρύψαλα. Ένα χρόνο μετά με ακολούθησε και η Μαρία (όχι τόσο τυχαία απ’ όσο θυμάμαι) αφήνοντας τη δική της μαμά να βρίζει εμένα που της πήρα την κόρη μακριά. Έτσι είναι οι μαμάδες… Κι η δική μου πίστευε (και ίσως ακόμα πιστεύει) πως πάντα με παράσερνε σε σκοτεινές ατραπούς η άλλη κολλητή μου, η Μαργαρίτα. Για τη Μαργαρίτα όμως σε άλλη ανάρτηση.
Κατέβηκε και η Μαρία στην Πάτρα και τον πρώτο καιρό συνεχίσαμε να είμαστε κολλητές. Εγώ όμως είχα ήδη βρει παρέες στις οποίες έβαλα και τη Μαρία αλλά και η Μαρία άρχισε να κάνει τις δικές της από το τμήμα της. Και μετά…. Μετά ήρθαν οι γκόμενοι. Γνώρισα εγώ απ’ αυτήν τον μεγάλο μου έρωτα, γνώρισε και κείνη το δικό της έρωτα και σιγά σιγά χαθήκαμε. Ήταν και που δεν συμπαθούσαμε τον έρωτά της. Βρισκόμασταν όλο και πιο σπάνια αν και στην ίδια μικρή φοιτητούπολη. Στο τέλος χώρισε η Μαρία, βρέθηκε με τον Αντρέα και μετά από λίγο παντρεύτηκαν και γύρισαν μαζί στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η πρώτη φίλη που παντρεύτηκε και σοκαρίστηκα. Δεν είχαμε γεννηθεί για γάμο εμείς! Πως έγινε αυτό;
Κάποια στιγμή που ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη πήγα να τη δω. Είχε ήδη την κόρη της κι έτρεχε σε ιδιαίτερα. Μπερδεύτηκα ακόμα πιο πολύ μιας κι εγώ εκείνη την εποχή ήμουν δυο λαλούν και τρεις χορεύουν. Ξανά φοιτήτρια -στην Αθήνα πλέον- μπερδεμένη ανάμεσα σε δουλειές του ποδαριού, τη σχολή, γκόμενους και ταξίδια. Καμιά κοινή συνισταμένη με την κολλητή μου. Χαθήκαμε για χρόνια από κει και πέρα. Μέχρι που πριν μερικά χρόνια ξαναβρεθήκαμε. Με κόρες μεγάλες η Μαριώ, με μωρό εγώ. Πήγα και τη βρήκα ένα καλοκαίρι, στο σπίτι της στη Νικήτη. Αγνώριστη η παραλία αλλά όχι εμείς. Ήταν ωραία. Ξαναβρήκα την παιδική μου φίλη μετά από χρόνια και ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Από τότε, όποτε ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη προσπαθώ να βρεθούμε, όχι πάντα με επιτυχία. Άλλες φορές δεν προλαβαίνω, άλλες δεν είναι εκεί. Όποτε όμως βρεθούμε ξαναγίνεται το Μαράκι των παιδικών μου χρόνων. Και πάντα με γεμίζουν με γλύκα και ζεστασιά οι συναντήσεις μας.
Θα ψάξω να βρω τη φωτογραφία μας, που σαν ασπρόμαυρες Νηρηίδες αναδυόμαστε από τη θάλασσα, ένα καλοκαίρι στη Νικήτη.