Ήρθε η ώρα να μιλήσω για τη Μαρία, τη φίλη των παιδικών μου χρόνων. Η Μαρία έμενε στη γειτονιά, στο τριώροφο της γωνίας. Ήταν οικογενειακό το σπίτι τους. Στο ισόγειο ζούσε η γιαγιά, στον πρώτο όροφο η θεία και στον δεύτερο η Μαρία με την οικογένειά της. Δεν κάναμε παρέα μέχρι την Τρίτη τάξη του δημοτικού γιατί δεν πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο παρ’ όλο που ζούσαμε στην ίδια γειτονιά. Είχε την ίδια ηλικία με μένα αλλά εγώ πήγα σχολείο μια χρονιά νωρίτερα, μιας και τότε ίσχυε το σύστημα «κερδίζω χρονιά» για τα παιδιά που γεννήθηκαν μέχρι τέλος Μάρτη. Έτσι, ενώ θα μπορούσαμε να βρεθούμε συμμαθήτριες τουλάχιστον στο νηπιαγωγείο του «Κοραή» που πήγα, δεν έτυχε. Αυτή ήταν και η μοναδική μου χρονιά σε ιδιωτικό σχολείο, μιας και η γειτονιά μας δεν είχε νηπιαγωγείο και αυτό στη διπλανή γειτονιά δεν με δέχτηκε. Τι να κάνουν οι γονείς μου; Είχα λυσσάξει να πάω σχολείο, ήταν και μια ευκαιρία να γλιτώσουν για λίγες ώρες από μένα μιας και οι άλλες ήταν μωρά ακόμα, κι έτσι μ’ έστειλαν στον «Κοραή» που ήταν το ιδιωτικό της περιοχής. Την επόμενη χρονιά πήγε και η Μαρία εκεί αλλά αυτή συνέχισε και στο δημοτικό, ενώ εγώ όχι. Έτσι δεν βρεθήκαμε ποτέ στο ίδιο σχολείο. Βρεθήκαμε όμως στο φροντιστήριο αγγλικών που άνοιξε στη γειτονιά μας. Ήταν η εποχή που άνοιγαν τα πρώτα φροντιστήρια αγγλικών. Μόλις το είδα να ετοιμάζεται το καλοκαίρι, άρχισα το ψηστήρι στους γονείς μου. Ήταν το καλοκαίρι πριν πάω τρίτη δημοτικού. Το σκέφτηκαν οι άνθρωποι και είπαν το ναι. Ήταν τ’ όνειρό τους να μορφωθούν τα παιδιά τους, έτσι δεν θα μπορούσαν να πουν όχι σ’ ένα παιδί που τους ζητούσε να μάθει ξένη γλώσσα κι ας τους κοιτούσαν περίεργα οι γείτονες. Για τον πολύ κόσμο εκείνα τα χρόνια, το να στείλεις το παιδί σου τόσο μικρό να μάθει αγγλικά, ήταν μια περιττή πολυτέλεια και μόνο για πλούσιους που τους περίσσευαν χρήματα. Στο φροντιστήριο λοιπόν συνάντησα τη Μαρία. Ήμασταν τα δύο μικρότερα της τάξης μας, για να μην πω του φροντιστηρίου ολόκληρου. Και όπως είναι φυσικό κολλήσαμε. Ήμασταν και οι δύο σχετικά ντροπαλά και μοναχικά παιδιά και η Μαρία είχε και το ντεσαβαντάζ να πηγαίνει στο ιδιωτικό σχολείο, πράγμα που την έκανε να μην έχει πολλούς φίλους από τη γειτονιά. Βρήκαμε κοινά ενδιαφέροντα κι εγώ ειδικά βρήκα τη βιβλιοθήκη του μπαμπά της. Αχ, αυτή η βιβλιοθήκη! Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που ανακάλυψα στο σπίτι της Μαρίας που επίσης το θεωρούσα ένα από τα πιο όμορφα σπίτια που ήξερα. Η βιβλιοθήκη λοιπόν, ήταν στο σαλόνι κι έπιανε έναν τοίχο ολόκληρο. Στο σαλόνι, που έφτανες όταν πήγαινες στο σπίτι της από την «καλή» πόρτα. Εκεί υπήρχε και μια από τις υπέροχες πορσελάνινες σόμπες που είχαν στο σπίτι τους και που δεν είχα ξαναδεί τέτοιες στη ζωή μου. Μόνο που το σαλόνι ήταν συνήθως σκοτεινό και κρύο, αφού άνοιγε μόνον στις γιορτές όπως συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια. Τις περισσότερες φορές πήγαινα στο σπίτι της από την πίσω σκάλα, της κουζίνας, μια στριφογυριστή σιδερένια σκάλα που ήταν ο εφιάλτης μου αφού η υψοφοβία μου είχε ήδη εκδηλωθεί. Κι έμπαινα στη μεγάλη και φωτεινή κουζίνα κι από κει στο δωμάτιο της Μαρίας και του αδελφού της, που δεν είχε σχέση με τα δωμάτια στις πολυκατοικίες. Μεγάλο, ψηλοτάβανο και με παράθυρο με φαρδύ περβάζι, απ’ αυτά που ένα πιτσιρίκι μπορούσε να σκαρφαλώσει και να κουρνιάσει στην κώχη τους. Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν ένα τέτοιο παράθυρο… Και μια ακόμα πορσελάνινη σόμπα, την πράσινη νομίζω.
Με τη Μαρία παίζαμε, και αργότερα -όταν άρχισα να δανείζομαι με τη σειρά τα βιβλία του πατέρα της- την έβαλα κι αυτήν στο τριπάκι του διαβάσματος και συζητούσαμε τα βιβλία που είχαμε διαβάσει. Με την εφηβεία ήρθε και η μεταπολίτευση και οι νέες «επαναστατικές» ιδέες μου, τις οποίες τις δοκίμαζα σε συζητήσεις με τη Μαρία. Κάπου εκεί φαντάζομαι άρχισε να μη με συμπαθεί η μάνα της και να με θεωρεί κακή επιρροή. Ακούγαμε στο πικάπ της Pink Floyd προσπαθώντας να καταλάβουμε τους στίχους (αλλά και Christophe), συζητούσαμε για επανάσταση και κομμουνισμό, προσπαθούσα να την τραβολογήσω σε πορείες, κι αυτά όλα έκαναν τις τρίχες στο κεφάλι της μαμάς της να ορθώνονται από φρίκη. Μέχρι τότε όμως με θεωρούσαν καλή παρέα μιας και είχα κάνει τη Μαρία να εκτιμήσει τη βιβλιοθήκη του μπαμπά της και το διάβασμα. Και με έπαιρναν μαζί τους στο σπίτι τους στη Νικήτη (τότε που ήταν μια άδεια, υπέροχη παραλία με 5 σπίτια όλα κι όλα) και εκδρομές.
Ο πόλεμος της μαμάς της δεν κατάφερε να μας χωρίσει. Κολλητές και αχώριστες μείναμε, παρόλο που όσο περνούσε ο καιρός η μαμά της δεν ήθελε να με βλέπει ούτε ζωγραφιστή. Μας χώρισε για λίγο το πανεπιστήμιο. Μια τάξη μεγαλύτερη εγώ, έδωσα εξετάσεις μια χρονιά νωρίτερα παρακαλώντας νοερά να περάσω αλλού και να την κοπανήσω. Στάθηκα τυχερή κι έφυγα για Πάτρα, αφήνοντας την μαμά μου κομμάτια και θρύψαλα. Ένα χρόνο μετά με ακολούθησε και η Μαρία (όχι τόσο τυχαία απ’ όσο θυμάμαι) αφήνοντας τη δική της μαμά να βρίζει εμένα που της πήρα την κόρη μακριά. Έτσι είναι οι μαμάδες… Κι η δική μου πίστευε (και ίσως ακόμα πιστεύει) πως πάντα με παράσερνε σε σκοτεινές ατραπούς η άλλη κολλητή μου, η Μαργαρίτα. Για τη Μαργαρίτα όμως σε άλλη ανάρτηση.
Κατέβηκε και η Μαρία στην Πάτρα και τον πρώτο καιρό συνεχίσαμε να είμαστε κολλητές. Εγώ όμως είχα ήδη βρει παρέες στις οποίες έβαλα και τη Μαρία αλλά και η Μαρία άρχισε να κάνει τις δικές της από το τμήμα της. Και μετά…. Μετά ήρθαν οι γκόμενοι. Γνώρισα εγώ απ’ αυτήν τον μεγάλο μου έρωτα, γνώρισε και κείνη το δικό της έρωτα και σιγά σιγά χαθήκαμε. Ήταν και που δεν συμπαθούσαμε τον έρωτά της. Βρισκόμασταν όλο και πιο σπάνια αν και στην ίδια μικρή φοιτητούπολη. Στο τέλος χώρισε η Μαρία, βρέθηκε με τον Αντρέα και μετά από λίγο παντρεύτηκαν και γύρισαν μαζί στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η πρώτη φίλη που παντρεύτηκε και σοκαρίστηκα. Δεν είχαμε γεννηθεί για γάμο εμείς! Πως έγινε αυτό;
Κάποια στιγμή που ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη πήγα να τη δω. Είχε ήδη την κόρη της κι έτρεχε σε ιδιαίτερα. Μπερδεύτηκα ακόμα πιο πολύ μιας κι εγώ εκείνη την εποχή ήμουν δυο λαλούν και τρεις χορεύουν. Ξανά φοιτήτρια -στην Αθήνα πλέον- μπερδεμένη ανάμεσα σε δουλειές του ποδαριού, τη σχολή, γκόμενους και ταξίδια. Καμιά κοινή συνισταμένη με την κολλητή μου. Χαθήκαμε για χρόνια από κει και πέρα. Μέχρι που πριν μερικά χρόνια ξαναβρεθήκαμε. Με κόρες μεγάλες η Μαριώ, με μωρό εγώ. Πήγα και τη βρήκα ένα καλοκαίρι, στο σπίτι της στη Νικήτη. Αγνώριστη η παραλία αλλά όχι εμείς. Ήταν ωραία. Ξαναβρήκα την παιδική μου φίλη μετά από χρόνια και ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Από τότε, όποτε ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη προσπαθώ να βρεθούμε, όχι πάντα με επιτυχία. Άλλες φορές δεν προλαβαίνω, άλλες δεν είναι εκεί. Όποτε όμως βρεθούμε ξαναγίνεται το Μαράκι των παιδικών μου χρόνων. Και πάντα με γεμίζουν με γλύκα και ζεστασιά οι συναντήσεις μας.
Θα ψάξω να βρω τη φωτογραφία μας, που σαν ασπρόμαυρες Νηρηίδες αναδυόμαστε από τη θάλασσα, ένα καλοκαίρι στη Νικήτη.
Advertisements