Αυτή είναι μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις που έχω από τον πρώτο καιρό της μεταπολίτευσης.

Δεν θυμάμαι χρονιά και εποχή, πάντως ζεστός καιρός. Γίνεται μια μεγάλη συναυλία στο Καυτατζόγλειο. Θεοδωράκης, Ξαρχάκος. Ο Θεοδωράκης θα διευθύνει το «Θρήνος για το θάνατο του Ιγνάθιο Σάντσες Μεχίας» και ο Ξαρχάκος το «Άξιον Εστί». Το Καυτατζόγλειο γεμάτο ασφυκτικά, οικογένειες ολόκληρες το είχαν κατακλύσει. Δεν ξέρω πόσο κόσμο χωρούσε αλλά δεν υπήρχε ούτε τετραγωνικό εκατοστό άδειο.

Πρώτα το έργο του Ξαρχάκου και στο γήπεδο δεν ακούγεται κιχ. Δεν το ήξερε ο κόσμος, πως θα μπορούσε άλλωστε, παρ’ όλα αυτά σιγή νεκρική για να μην πω κατανυκτική. Ούτε τους στίχους πολυκαταλαβαίνουν αλλά ακούν και σιωπούν. Στο τέλος αποθεώνουν το Θεοδωράκη που διευθύνει.

Δεύτερο μέρος και ο κόσμος περιμένει να τραγουδήσει τα 7 χρόνια απαγορευμένα τραγούδια. Με το που ξεκινάει το «Άξιον εστί» παγώνουν. Όταν ξεκινάει ο Κατράκης ν’ απαγγέλει, δεν ξέρω τι καταλάβαιναν όλοι αυτοί από τους στίχους αλλά ένιωσα να ριγεί το γήπεδο. Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε αλλά με συνεπήρε και μένα το κλίμα συγκίνησης. Αυτό που θα μου μείνει όμως αξέχαστο είναι ένα γήπεδο ολόκληρο να τραγουδάει «Της δικαιοσύνης» και τον πατέρα μου δίπλα μου, να τραγουδάει και να τρέμει. Δεν μπορώ να περιγράψω τι έγινε όταν τελείωσε το έργο και όταν ξανανέβηκε ο Θεοδωράκης στη σκηνή και άρχισε να τραγουδάει μαζί με τους υπόλοιπους τα τραγούδια που περίμενε ο κόσμος….

Δεν ξέρω τι λέμε τώρα για το αν ήταν ή δεν ήταν πετυχημένες οι μελοποιήσεις. Αυτό που ξέρω είναι πως μια γενιά μουσικών, έκανε τον κόσμο να τραγουδάει στίχους ποιητών και όχι μόνο χαζομάρες που και τότε υπήρχαν. Ο πατέρας μου, που ήταν ένας απλός άνθρωπος, χωρίς το Θεοδωράκη δεν θα είχε ακούσει καν το όνομα του Ελύτη. Εξ αιτίας της μελοποίησης τραγουδούσε τους στίχους του. Και μόνον γιαυτό αξίζουν σεβασμό.

Advertisements