Πήζω, πήζω, πήζω….
Γράφω κάτι κι έχω μπλεχτεί. Πρέπει να το τελειώσω κι όσο προχωράει τόσο μπερδεύομαι. Θα τη βρω την άκρη, πάντα έτσι γίνεται, αλλά τώρα πήζω….

Και μπαίνει κι η Άνοιξη…
Που θα βρω μια γλυσίνα (σαλκίμι για
τους Μικρασιάτες) να φυτέψω στο μίζερο μπαλκόνι μου, να μεγαλώσει και ν’ αγκαλιάσει τον τοίχο και την πολυκατοικία ολόκληρη; Να κρέμονται και να μοσχοβολάνε τα υπέροχα μωβ τσαμπιά της. Σαν τη γλυσίνα που βλέπω απέναντι, κι έχει φτάσει στην ταράτσα. Και κάνει ακόμα και την πίσω πλευρά μιας άθλιας πολυκατοικίας του ’60 ομορφότερη. Σ’ όσα φυτώρια ρώτησα δεν είχαν. Μάλλον όμως για να πιάσει θέλει να είναι από «χέρι»…


Ή μια ρολογιά (πασιφλόρα) που είναι κι αυτή αναρριχώμενη και μπορεί κι αυτή να κρέμεται από τα κάγκελα ή να αγκαλιάζει τον τοίχο. Να γυρνάνε τα λουλουδάκια της ανάλογα με το πέρασμα της ώρας. Και να θυμάμαι τις αυλές των σπιτιών κοντά στα «βουναλάκια» που σχεδόν όλες είχαν μια ρολογιά ν’ αγκαλιάζει τα κάγκελα. Κι ένα γιασεμί χιώτικο ή ένα αγιόκλημα. Μέσα στο άγχος μου θέλω να νιώσω ξανά μυρωδιές. Η παλιοάνοιξη φταίει που θα κάνει τα νεύρα μου λάστιχα και τη διάθεσή μου ασανσέρ και μάλιστα σε ώρα αιχμής. Από το Ζενίθ στο Ναδίρ σε τριάντα δευτερόλεπτα.

Advertisements