Πάσχα με φωτογραφίες



Ακόμα από το τρένο άρχισα να χαίρομαι με το πράσινο έξω από το παράθυρο. Με το που φτάσαμε, ο παππούς είχε στήσει τη μπασκέτα και τα εγγόνια άρχισαν να παίζουν. Με νικητή πάντα τον μεγάλο και ψηλότερο. Αλλά κι ο μικρός δεν το έβαζε κάτω. Το πάλευε…


Πήρα τη μηχανή κι άρχισα να φωτογραφίζω τα δέντρα και τα λουλούδια. Ο κήπος ήταν χαρά θεού. Τα λουλούδια είναι τόσο εφήμερα. Θα χάνονταν σε λίγες μέρες. Πρώτα η μηλιά και μετά η κυδωνιά. Παραδίπλα άνθιζε μια κατακκόκινη νεραγκούλα. Και κάτι κατακίτρινοι πανσέδες που μετά τσαλαπατήθηκαν από τη μπάλα των παιδιών. Τι να κάνουμε; Θυσιάστηκαν στη χαρά τους.


Μετά έκανα μια βόλτα από την κερασιά. Την έχω δει πολλές φορές ανθισμένη αλλά ποτέ δεν κατάφερα να φάω τα κεράσια της. Η μάνα μου λέει πως κάνει λίγα αλλά πολύ νόστιμα. Τι να κάνω όμως; Δεν είναι ούτε πασχαλιάτικο ούτε καλοκαιρινό φρούτο τα κεράσια. Και μ’ αρέσουν τόσο…. Και μετά φωτογράφισα έναν «κλέφτη». Όταν ήμουν μικρή το φοβόμουν αυτό το λουλούδι (;). Δεν μπορούσε τίποτε και κανένας να με πείσουν πως είναι φυτό και όχι ζουζούνι και μάλιστα δηλητηριώδες!!!!


Έκανα μια βόλτα στη θάλασσα μ’ ένα φίλο απ’ τα παλιά. Βρεθήκαμε, μετά από χρόνια που ψάχναμε ο ένας τον άλλο, μέσα από το ίντερνετ. Ήρθε να με δει και χάρηκα πάρα πολύ. Δεν θα ξαναχαθούμε από δω και πέρα….Αυτή τη φορά, στη βόλτα, είχαμε και τα παιδιά μας. Τοπίο στην ομίχλη η παραλία. Γεμάτη από ανθισμένα αλμυρίκια που είμαι πανέμορφα με τα ροζ λουλουδάκια τους. Ένα πλοίο στο βάθος αχνοφαίνεται. Τα πιτσιρίκια παίζουν με την ευκολία που κάνουν παρέα στην ηλικία τους.
Την άλλη μέρα κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Για δουλειές και για την αγαπημένη μου βόλτα, μόνη στην πόλη. Πάλι ένα τοπίο στην ομίχλη αλλά η Θεσσαλονίκη έτσι μ’ αρέσει. Γκρίζα. Ο φάρος στην άκρη του λιμανιού της. Άλλα πλοία αχνοφαίνονται στο δικό της ορίζοντα.


Οι δρόμοι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης μ’ αρέσουν γιατί είναι πράσινοι. Τα πεζοδρόμια στο κέντρο (αλλά και σ’ αρκετά σημεία πιο μακρυά από το κέντρο) τα σκιάζουν μεγάλα δέντρα. Ήπια καφέ σ’ ένα μικρό καφέ, ενώ είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Δεν είχα ομπρέλα μαζί μου αλλά σιγά…. Δεν είμαι κι από ζάχαρη για να λιώσω. Τελικά το ψιλόβροχο σταμάτησε γρήγορα. Ήπια ρακές με δύο φίλους και μετά πήρα το ΚΤΕΛ για να γυρίσω. Όταν έφτασα στη διασταύρωση, τα φανάρια έλαμπαν κόκκινα κάτω από το σκοτεινιασμένο ουρανό και τα φώτα του δρόμου είχαν ανάψει…


Τα λουλούδια που φωτογράφισα την πρώτη μέρα δεν υπήρχαν μετά από μια βδομάδα. Η κερασιά δεν είχε ούτε ένα λουλουδάκι. Η μηλιά μόνον ήταν ακόμα φορτωμένη. Έσκασε όμως μύτη η πρώτη μωβ ίριδα. Οι άσπρες είχαν ήδη ανθίσει. Μια μωβ ίριδα ανθισμένη και μια ακόμα ντροπαλή, μέσα στο πράσινο ράσο της, έτοιμη να βγει στον κόσμο κι αυτή.

Παραδίπλα, στη συκιά έδεσαν τα σύκα. Θα προλάβω να τα δοκιμάσω μιας και η συκιά είναι δίφορη. Προλαβαίνω τα δεύτερα, που είναι το ίδιο μεγάλα και νόστιμα όπως τα πρώτα. Ανάμεσα στα τριφύλλια, κίτρινα αγριολούλουδα και μια πασχαλιά να μοσχοβολάει. Με πασχαλιές ήταν γεμάτο το πατρικό του μπαμπά και κάθε Πάσχα πηγαίναμε και κόβαμε αγκαλιές λουλούδια. Μέχρι που πέθανε η γιαγιά και ερήμωσε το σπίτι που μετά δόθηκε αντιπαροχή, οι πασχαλιές από τον κήπο της σηματοδοτούσαν το Πάσχα. Και για την καταστροφή τους λυπήθηκα περισσότερο απ’ όλα όταν το σπίτι γκρεμίστηκε.


Οι νεραγκούλες ήταν όλες ανθισμένες και κατακόκκινες, η κληματαριά πετούσε καινούρια φύλλα από παντού. Τα τριαντάφυλλα δεν είχαν ανθίσει ακόμα. Ανάμεσα όμως στα άλλα φυτά, ανακάλυψα τα τριανταφυλλάκια-νάνους της μαμάς. Ήταν ανθισμένα και υπέροχα….
Την άλλη μέρα φύγαμε. Πίσω στο σπίτι μας με περιπέτειες αφού για δεύτερη φορά στη ζωή μου έχασα τρένο. Ουδέν κακόν αμιγές καλού όμως. Είχαμε τέσσερις ώρες για βόλτα στην πόλη με τον μικρό, που ψόφησε στο περπάτημα αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε μια στιγμή. Περπατήσαμε, φάγαμε, αγοράσαμε βιβλία, κάναμε βόλτα στη θάλασσα. Τον κήπο θα τον ξαναβρώ το καλοκαίρι. Τυχερή είμαι που υπάρχει, έστω και για λίγο.
Φωτογραφίες από κατσίκια, αρνιά και κοκορέτσια δεν έχει το Πάσχα μου. Έτσι κι αλλιώς δεν σουβλίζουμε στο σπίτι μου. Το κατσικάκι ψήνεται στο φούρνο. Κι εγώ δεν τρώω τα πασχαλινά εδέσματα παρά μόνον τα τσουρέκια, τ’ αυγά και μπόλικη πράσινη σαλάτα.

Advertisements

Άραγε ταξιδεύουν ακόμα με interail; Παρίσι


Δεν επέστρεψα ακόμα αλλά μιας και το μανιτάρι με έκραξε, ορίστε και η συνέχεια του ταξιδιού. Αύριο τελειώνουν οι εξοχές, τα λουλουδάκια και οι ευωδιές και γυρνάμε στο άστυ. Τα κεφάλια μέσα…
Παρίσι!! Ήταν η πρώτη φορά που είδα το Παρίσι (αλλά και η τελευταία). Για μένα λέω, όχι για την ταινία με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
Φτάσαμε πρωί σ’ έναν από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς του Παρισιού αλλά και να με βασανίσετε αποκλείεται να θυμηθώ ακριβώς σε ποιον. Ίσως το Γκαρ ντυ Νορντ… Μετά πάντως κάνοντας βόλτες πέρασα από κανά δυο απ’ αυτούς που ήταν πολύ όμορφοι. Καμμία σχέση με το σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης ή ακόμα χειρότερα της Αθήνας. Πήραμε τηλέφωνο τον Αλέξη που θα μας φιλοξενούσε και ευτυχώς αυτή τη φορά κάποιος το σήκωσε, όχι σαν τα χαίρια μας στην Grenoble. Ο Αλέξης ήταν γνωστός της αδελφής μου, εγώ πρώτη φορά θα τον έβλεπα αλλά δεν μ’ ένοιαζε ιδιαίτερα. Το σημαντικό ήταν πως μπορούσαμε να μείνουμε στο σπίτι του και να κοιμηθούμε επιτέλους σε κρεβάτι μετά από τόσες μέρες ύπνου σε τρένο. Μας έδωσε οδηγίες και ρωτώντας και λίγο σε όσα γαλλικά μπορούσα ν’ ανασύρω από τη μνήμη μου και όσα αγγλικά καταλάβαιναν οι γάλλοι, φτάσαμε στο Port Royal. Ωραία γειτονιά, δίπλα στους κήπους του Λουξεμβούργου. Ωραίο και το σπίτι του Αλέξη. Ο οποίος μας είπε πως το βράδυ θα πήγαινε να μείνει στο σπίτι της καλής του οπότε το σπίτι του θα ήταν για πάρτη μας όσο θα μέναμε. Πολύ καλή ξήγα.
Ξεπεζέψαμε και βγήκαμε για βόλτα στους γύρω δρόμους –παρέα με τον Αλέξη- για να χαζέψουμε τη γειτονιά και τη λαϊκή αγορά που γινόταν εκεί, μιας και ο Αλέξης μας συμβούλεψε να ψωνίσουμε από κει που ήταν φτηνότερα, έτσι ώστε να έχουμε να τρώμε όλη τη βδομάδα που θα μέναμε στο σπίτι του. Με εντυπωσίασε η λαϊκή αγορά λοιπόν! Καμμία σχέση με ό,τι ήξερα από τις λαϊκές στην Ελλάδα. Υπήρχαν τα πάντα από φρούτα και ζαρζαβατικά αλλά καλοταχτοποιημένα στους πάγκους, στολισμένα και οι μανάβηδες δεν γκάριζαν για να πουλήσουν την πραμάτεια τους ούτε οι πελάτες γκάριζαν και παζάρευαν για καλύτερες τιμές. Ψωνίσαμε διάφορα που δεν τα θυμάμαι αλλά θυμάμαι αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση. Παντζάρια, αλλά χωρίς φύλλα, τεράστια και βρασμένα. Έτοιμα!!!! Ούτε θυμάμαι πόσα πήραμε, πάντως αρκετά για να κρατήσουν όλες τις μέρες που θα μέναμε εκεί μιας κι εγώ λατρεύω τα παντζάρια.
Το βράδυ μας ξενάγησε λίγο ο Αλέξης, πήγαμε και σε μια μπυραρία με παραδοσιακό (όπως μας είπε) μεζέ. Τσιπς και μύδια αχνιστά. Δεν ήταν και φτηνά για τα πενιχρά οικονομικά μας αλλά είμαστε large τύποι εμείς. Είχαμε εφόδια στο σπίτι, λιγόφαγες είμαστε, το ρίξαμε έξω το πρώτο βράδυ και πληρώσαμε 30 φράγκα για τις μπύρες και τα μύδια. Μετά τη μπυραρία, ο Αλέξης μας πήγε στο σπίτι, μας έδωσε τα κλειδιά, μας χαιρέτησε και δεν τον ξαναείδαμε.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε η εξερεύνηση της πόλης. Το κόβαμε ποδαρόδρομο μέσα από τους κήπους του Λουξεμβούργο, φτάναμε στο κέντρο κι από κει και πέρα περπατούσαμε συνέχεια. Μια βδομάδα μείμαμε στο Παρίσι και μετρό πήραμε δύο φορές. Μια για να φτάσουμε στο παζάρι στο Γκλινιανκούρ κι άλλη μια γιατί μας έβαλε ο Βασίλης που είχαμε γνωρίσει στο τρένο και τον ξαναβρήκαμε στο Παρίσι, και στον οποίο φαινόταν αδιανόητο να γυρνάμε τέτοιες αποστάσεις με τα πόδια ακόμα και το βράδυ.
Στο Λούβρο πάντως δεν μπήκαμε. Με το που το είδα μου φάνηκε τεράστιο και είχα τόσο μαγευτεί από τους δρόμους της πόλης, που λυπήθηκα να χάσω έστω και μια μέρα βόλτες για να δω τη Τζοκόντα και τη Νίκη της Σαμοθράκης. Πήγαμε ομως στο Μπωμπούρ που ήταν καινούριο τότε. Το γυρίσαμε όλο, ήταν εντυπωσιακό αλλά πάλι δεν θυμάμαι τι είδαμε εκει μέσα. Το ξαναλέω, με είχαν μαγέψει οι δρόμοι, τα πάρκα, οι πλατείες, το ποτάμι. Ήταν και άνοιξη με καλό καιρό, που μυαλό για μουσεία και κουλτούρα; Φεύγαμε κατά τις 9 το πρωί από το σπίτι και μέχρι τις 11 το βράδυ που γυρνούσαμε ξεθεωμένες, περπατούσαμε με μικρές στάσεις σε πλατείες, σε πάρκα, στους πάγκους πάνω στις γέφυρες (τι ωραία που ήταν η Pont Neuve!!!). Κάναμε προσπάθειες να μη μας κλέψουν τα γυφτάκια που ήταν μανούλες στο ξάφρισμα, πίναμε κανέναν καφέ στα υπέροχα Καφέ του Παρισιού ή απλά την αράζαμε κάπου και κάναμε χάζι.
Στο χάζι επιδιδόταν κυρίως η μικρή γιατί εγώ έπρεπε να έχω τη μύτη μου βυθισμένη στο χάρτη για να βρίσκω που θα πάμε και πως. Έτσι βυθισμένη ήμουν, όταν κατεβαίναμε ένα δρόμο κοντά στην Pigalle και ξαφικά η μικρή μου είπε πως είμαι χαζή που δεν πήρα χαμπάρι τι γινόταν γύρω μας. Ε, δεν είχα πάρει τι να κάνω; Αφού έψαχνα τους δρόμους στο χάρτη… Όταν σήκωσα το κεφάλι μου, κατάλαβα πως βρισκόμασταν σε δρόμο με πουτάνες που κάθονταν ημίγυμνες σε εισόδους κι επειδή ήταν και μεσημέρι, μπορεί δίπλα να ψώνιζαν στο φούρνο ή στο μπακάλικο μαμάδες με παιδάκια χωρίς να τους κάνει εντύπωση το θέαμα. Τέτοιο σκηνικό δεν είχα ξανασυνατήσει κι εντυπωσιάστηκα. Μετά μπήκαμε να πάρουμε κάπου ένα σάντουιτς και μέχρι να παραγγείλω (εγώ φυσικά, η μικρή είπαμε δεν μίλαγε καμμιά γλώσσα πλην ελληνικών) τη βλέπω να έχει πιάσει κουβέντα (μη ρωτήσει κανείς σε τι γλώσσα, θα σας γελάσω) με δύο μυστήριους τύπους. Μας φορτώθηκαν λοιπόν τα παληκάρια, μου τους φόρτωσε και μένα η μικρή, στην αρχή για να συνεννοηθώ μαζί τους και μετά για να τους ξαποστείλω γιατί τους βαρέθηκε. Μου έκανε κάτι τέτοια αλλά έδειχνα ψυχραιμία εκεί στην ξενητιά. Στην Ελλάδα θα την είχα παρατήσει να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Η ίδια μέρα πρέπει να ήταν που πήγαμε και βρήκαμε το Βασιλη που είχαμε γνωρίσει στο τρένο. Ο Βασίλης είχε πάγκο με κρέπες. Οικογενειακή επιχείρηση κι απ’ ότι μας είπε, οι περισσότεροι κρεπατζήδες και καστανάδες του Παρισιού ήταν έλληνες. Τον βρήκαμε στο πόστο του, μας κέρασε καφεδάκι στο διπλανό Καφέ μας γνώρισε στους φίλους του και μετά πήγαμε σ’ ένα τεράστιο Λούνα Πάρκ στη Βενσέν. Ωραία ήταν αν κι εγώ δεν το φχαριστήθηκα πολύ μιας και λόγω υψοφοβίας, ούτε στην τεράστια ρόδα ανέβηκα ούτε σ’ όλα εκείνα τα παιχνίδια που σε στιφογυρίζουν, σε γυρνάνε τα πάνω κάτω και σε χτυπάνε αλύπητα. Ακόμα όμως κι έτσι ήμουν με συμπαθητική παρέα και δεν είχα ξαναδεί τόσο μεγάλο λούνα πάρκ. Κάτι ήταν κι αυτό. Ο Βασίλης το βράδυ μας συνόδευσε ιπποτικά μέχρι την πόρτα μας, διότι του φαινόταν αδιανόητο και τρομερά επικίνδυνο να κυκλοφορούμε μόνες. Εμείς πάλι ούτε για μια στιγμή δεν νιώσαμε κίνδυνο, ίσως γιατί είχαμε άγνοια κινδύνου. Ποιος ξέρει;
Α, ναι! Ανεβήκαμε και στο πύργο του Άιφελ. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά το Παρίσι το χάζεψα από ψηλά, όλα κι όλα…
Όταν επέστρεψα οι φίλοι μου δεν το πίστευαν. «Καλά ρε συ» μου έλεγαν «μια βδομάδα βολόδερνες εκεί και δεν φιλοτιμήθηκες να δεις τη Μόνα Λίζα;». Τι να κάνω ρε παιδιά; Δεν την είδα…. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό και είχα ξεκινήσει πιστεύοντας πως δεν θα βγαίνω από τα μουσεία. Όταν έφτανα όμως κάπου το μόνο που ήθελα ήταν κυρίως να περπατάω και να «μυρίζω» τη ζωή των ανθρώπων, ν’ ανακατεύομαι μαζί τους παρά να χωθώ σ’ ένα μουσείο. Το κάνω πάντα αυτό από τότε. Όπου και να βρεθώ προηγείται το ανακάτεμά μου με τους ανθρώπους και έπονται τα μουσεία και οι καθεδρικοί.
Πάντως μια βδομάδα που ξεπατωθήκαμε στο περπάτημα, που περνάγαμε το βράδυ από το Καρτιέ Λατέν κι από στενάκια, που χωνόμασταν σ’ όποιο δρομάκι μας έκανε εντύπωση, κίνδυνο δεν νιώσαμε. Μπορεί και να ήταν θέμα τύχης.
Μετά από μια βδομάδα περπάτημα, φάγαμε και τις τελευταίες προμήθειες, παραδώσαμε τα κλειδιά στον Αλέξη και πήραμε το τρένο για το Βερολίνο.
UPDATE
Μετά το σχόλιο της ΟΘΠΚ θυμήθηκα άλλες δυο «σημαντικές» επισκέψεις. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά μια επίσκεψη στη Gαleries Lafayette την κάναμε. Θάμαξα η μικρή βαλκάνια κορασίς. Τα μόνα πολυκαταστήματα που ήξερα ως τότε ήταν ο Κατράντζος στη Θεσσαλονίκη και ο Λαμπρόπουλος. Ούτε καν στο Μινιόν δεν είχα μπει .. Τι να κλάσουν όμως αυτά, μπροστά στη Gαleries Lafayette!!! Ζαλίστηκα. Λεφτά δεν περίσσευαν ν’ αγοράσουμε τα θαυμαστά που βλέπαμε αλλά σπατάλησα κάποια από τα φράγκα που είχα για να πάρω ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες μωβ και δυό ζευγάρια κάλτσες μέχρι το γόνατο, κι αυτές σε δύο αποχρώσεις του μωβ. Από τότε είχα τρέλα με το μωβ χρώμα (σαν γραφείο τελετών έλεγε η μαμά μου πως κυκλοφορώ). Στην Ελλάδα τότε οι εσπαντρίγιες υπήρχαν μόνο σε δυο τρία βασικά χρώματα και ούτε λόγος για τόσες αποχρώσεις στις κάλτσες. Τα φορούσα από τη μέρα που τα πήρα συνέχεια μέχρι που διαλύθηκαν. Κι έκανα και το κομμάτι μου πίσω στην Ελλάδα. Καμμιά φίλη μου δεν είχε τέτοιες κάλτσες και τέτοιες εσπαντρίγιες.
Η άλλη επίσκεψη ήταν στο παζάρι του Clignancourt. Κάτι σαν το Μοναστηράκι μου είχαν πει πως είναι αλλά τελικά καμμία σχέση. Ήταν τεράστιο και είχε μόνον πάγκους, όχι μαγαζιά. Κάναμε κι εκεί τα ψώνια μας. Ένα τεράστιο ινδικό, πολύχρωμο πανί, που το πήρα για να καλύπτω το φοιτητικό μου κρεβάτι και που δεν θυμάμαι που είναι πλέον. Το έχασα; Το χάρισα; Ποιος ξέρει…
Σαν τα επαρχιωτάκια κυκλοφορούσαμε μέχρι που μια κυρία μας έκραξε γιατί η αδελφή μου ,εντελώς μαλακωδώς, άνοιγε το πορτοφόλι της και έδειχνε στους πάντες σχεδόν το περιεχόμενό του. Κι έβγαλε πενηντόφραγκο (αυτή ήταν η πλούσια της παρέας, εγώ τα είπαμε … φτωχή συγγενής) για να πληρώσει κάτι που πήρε και ήταν πάμφτηνο. «Κρύψτε τα λεφτά σας» μας είπε «αν θέλετε να σας μείνουν». Τόσο μας έκοβε. Ευτυχώς που μας λυπήθηκε η γυναίκα.

Άραγε ταξιδεύουν ακόμα με interail; Μέρος β’


Που είχαμε μείνει; Α! Ναι…. Στο σταθμό του Μιλάνου.

Όπως όλοι καταλάβαμε, από την στιγμή που αφήσαμε την Ελλάδα, είχα επιφορτιστεί με το καθήκον των συνεννοήσεων μιας κι αυτός ήταν ένας πολύ σοβαρός λόγος που ξεκίνησα αυτό το ταξίδι ως συνοδός της μικρής. Στο Μιλάνο λοιπόν έπρεπε να βρω δρομολόγια και τρένα που θα μας πήγαιναν στη Grenoble. Διότι μου είχε κολλήσει η ιδέα, πως μιας και θα βρισκόμουν στη Γαλλία έπρεπε να περάσω να πω ένα «γειά» στον φίλο μου τον Pascal που σπούδαζε στη Grenoble. Ο Pascal ήταν ένας εξαιρετικός τύπος, που είχα γνωρίσει το προηγούμενο καλοκαίρι στις διακοπές μου στην Κρήτη, είχαμε κολλήσει για το υπόλοιπο των διακοπών και ο οποίος μιλούσε εξαιρετικά ελληνικά (εκτός των άλλων γλωσσών που μιλούσε). Ωραίος τύπος, με τον οποίο είχαμε αλληλογραφία και μου άρεσε η ιδέα να περάσω από την πόλη του να τον δω ξανά. Η μικρή δεν είχε πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς, ένας φίλος της που θα μας φιλοξενούσε στο Παρίσι μας περίμενε την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα. Οπότε μια δυο μέρες στη Grenoble μου φαινόταν τέλεια ιδέα. Μόνον που λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το καθολικό Πάσχα. Διότι ξέχασα ν’ αναφέρω πως το συγκεκριμένο ταξίδι ήταν ανοιξιάτικο, προγραμματισμένο να έχει διάρκεια γύρω στις 15 με 20 μέρες για τη μικρή και λίγες παραπάνω για μένα αφού για κείνη το ταξίδι θα τελείωνε στο Βερολίνο, ενώ εγώ θα συνέχιζα για τη Βουδαπέστη και θα επέστρεφα στην Ελλάδα το Μ. Σάββατο ίσα για να κάνω Πάσχα με τους γονείς μου.

Πριν φύγουμε πήρα ένα τηλέφωνο τον Pascal να τον ενημερώσω πως θα περάσω να τον δω στο δρόμο για Παρίσι, δεν τον βρήκα αλλά δεν έδωσα σημασία. Τότε δεν υπήρχνα κινητά ή mail για επικοινωνία. Ούτε και μυαλό υπήρχε όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων αλλά είχε πλάκα η όλη φάση όπως εξελίχτηκε. Παίρνουμε λοιπόν το τρένο και φτάνουμε στη Grenoble. Φορτωνόμαστε τα σακίδια, βρίσκουμε κι ένα τηλεφωνικό θάλαμο και ξαναπαίρνω τηλέφωνο το φίλο μου έτοιμη να του κάνω έκπληξη. Πάλι τίποτε. Δεν πτοούμαι, «θα κάνουμε μια βόλτα στην πόλη και θα ξαναπάρω, που θα πάει θα γυρίσει κάποια στιγμή στο σπίτι του». Βρίσκουμε χάρτη της πόλης στο σταθμό, κλειδώνουμε πάλι τα σακίδια και εξορμούμε. Κάθε τόσο τηλεφωνώ αλλά τζίφος. Μέχρι που συνειδητοποιώ κάποια στιγμή το απόγευμα πως είναι Πάσχα. Για την ακρίβεια Μ. Βδομάδα των καθολικών ή η προηγούμενη. Μάλλον η προηγούμενη. Το θέμα ήταν πως στη Γαλία ήταν διακοπές για τους φοιτητές και είχαν φύγει οι περισσότεροι που δεν ήταν παό την πόλη. Ε ρε γλέντια…..

Οπότε καταλαβαίνω πως ο Pascal δεν θα απαντήσει στο τηλέφωνο γιατί σίγουρα θα έχει φύγει από την πόλη για τις διακοπές και θα έχει πάει να επισκεφτεί τους γονείς του. Ή κάπου αλλού. Ευτυχώς που το σκέφτηκα το τελευταίο γιατί ήμουν έτοιμη να πάρουμε το τρένο για το Annecy που ήξερα πως ζουν οι γονείς του. Κοντά στη Grenoble, ήταν γιατί όχι; Τελικά δεν ήταν εκεί κι ευτυχώς που δεν το πήραμε αυτό το τρένο.

Αφού συνειδητοποίησα τη μαλακία, άκουσα κι ένα χεστήρι από την αδελφή μου αλλά έπρεπε να δούμε πως θα κινηθούμε από κει και πέρα. Στη Grenoble δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε άσε που δεν περίσσευαν λεφτά να μείνουμε σε ξενοδοχείο. Μας είχε κόψει και η πείνα. Βρήκαμε λοιπόν μια πλατεία, πιάσαμε ένα παγκάκι, ανοίξαμε το χάρτη και τα δρομολόγια των τρένων και κάναμε μίνι σύσκεψη για να δούμε τι θα κάνουμε. Ταυτόχρονα τρώγαμε. Τι; Δεν θυμάμαι πως βρεθήκαμε με κάτι βραστά αυγά στις τσάντες. Ίσως μας τα είχε δώσει η μάνα μου φεύγοντας. Ίσως ο Ιταλός που μας φίλεψε την καρμπονάρα. Το γοεονός είναι πως καθόμασταν σ’ ένα παγκάκι, σκεφτόμασταν τι θα κάνουμε από δω και πέρα και καθαρίζαμε βραστά αυγουλάκια.!!!!

Τι θα κάναμε λοιπόν; Ο Αλέξης μας περίμενε στο Παρίσι την μεθεπόμενη μέρα και δεν διακινδυνεύαμε να την ξαναπάθουμε όπως τώρα. Τρένο για να φτάσουμε την μεθεπόμενη το πρωί υπήρχε αλλά έφευγε την άλλη μέρα. Έρχόταν η νύχτα κι εμείς δεν ξέραμε που να μείνουμε. Οπότε λέψ στη μικρή: «Έλα μωρέ, θα πάμε στο σταθμό και θα την πέσουμε εκεί για ύπνο. Πως κοιμούνται στο σταθμό στη Θεσσαλονίκη; Έτσι θα κάνουμε κι εμείς, άλλωστε μου είπε πως έτσι κοιμήθηκε και η φίλη μου η Αθηνά στο σταθμό του Μιλάνου πέρσι» Μια χαρά τη βρήκε την ιδέα η μικρή, οπότε με το που έπεσε η νύχτα γυρίσαμε στο σταθμό και χαζεύαμε περιμένοντας να περάσει η ώρα και να κοιμηθούμε. Όσο ήταν νωρίς στο σταθμό υπήρχε μεγάλη κίονης και χάζι. Η Grenoble είναι κοντά στις Άλπεις και υπήρχε πολύς κόσμος που έπαιρνε το τρένο φορτωμένος σκι και συμπούρμπουλα. Όσο όμως περνούσε η ώρα αραίωνε ο κόσμος που έφευγε για διακοπές και έμεναν διάφοροι περίεργοι τύποι. Στην αρχή το παίζαμε ψύχραιμες, βγάλεμ τα sleeping bags και τα στρώσαμε σε μια γωνιά αλλά όσο περνούσε η ώρα τόσο χεζόμασταν από το φόβο. Παραδίπla ήταν κι ένας γέρος αλκοολικός, που κουτουλούσε κάθε τόσο σ’ ένα κάγκελο κι αυτό το επαναλαμβανόμενο «ντουκ» που έκανε το κεφάλι του ήταν σαν soundtrack σε ταινία τρόμου. Πριν τον απόλυτο πανικό, ξανανοίξαμε τα δρομολόγια να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Διότι μιας και είχαμε interail εισιτήριο ήταν προτιμότερο να κοιμηθούμε σ’ ένα τρένο ταξιδεύοντας για κάπου, οπούδήποτε, παρά στο σταθμό με όλους τους περίεργους. Έτσι κι έγινε. Βρήκαμε ένα δρομολόγιο που δεν θυμάμαι που πήγαινε αλλά που στο τέλος του μπορούσαμε να πάρουμε ένα τρένο που θα μας έβγαζε τη μεθεπόμενη το πρωί στο Παρίσι. Το μόνο που θυμάμαι απ’ όλο αυτό το πράμα είναι πως κάναμε ένα κομμάτι της διαδρομής προς Παρίσι όρθιες, στριμωγμένες σ’ έναν διάδρομο με διάφορους τύπους να ισχυρίζονται πως μιλάμε φλαμανδικά και όχι ελληνικά (γιατί ούτε και σ’ αυτούς μοιάζαμε για ελληνίδες άρα η περίεργη γλώσσα μας δεν μπορούσε παρά να είναι φλαμανδικά!!!) κι ένα ηλίθιο γάλλο φαντάρο στο τελευταίο τρένο που πήραμε το βράδυ, που απαιτούσε να μιλάμε γαλλικά μπροστά του για να μας καταλαβαίνει. Ή να μη μιλάμε καθόλου. Διότι έπρεπε κατά τη γνώμη του να ξέραμε γαλλικά από τη στιγμή που επισκεπτόμασταν τη Γαλλία. Όταν τον ρώτησα (με νοηματική) αν αυτός θα μάθαινε ελληνικά για να επισκεφτεί την Ελλάδα, η απάντησή του ήταν φυσικά αρνητική.

Έτσι, γυρίσαμε τη μισή Γαλλία, λόγω βλακείας, και φτάσαμε μιαν ωραία πρωία στο Παρίσι με σκοπό να μείνουμε μια βδομάδα και να το γυρίσουμε απ’ άκρη σ’ άκρη (καλά, κόψε κάτι….)

Άραγε ταξιδεύουν ακόμα με interail;


Μου ζήτησε ο Βερολινέζος επισκέπτης να γράψω πως ήταν το Βερολίνο επί τείχους, το 1983 που το είχα επισκεφτεί. Έτσι θυμήθηκα το πρώτο μου ταξίδι στην Ευρώπη με interail. Απίστευτη εμπειρία, που αποφάσισα να καταγράψω. Μόνο επειδή δεν θέλω να βγει σεντόνι διπλόφαρδο, θα τη σπάσω σε μικρότερα κομμάτια.

Έκανα το πρώτο μου ταξίδι με interail το 1983. Μου προέκυψε από το πουθενά αλλά αυτά είναι τα καλύτερα. Σχεδίαζε να πάει η αδελφή μου ταξίδι στην Ευρώπη, το πρώτο της. Τελευταία στιγμή τσάκισε η παρέα και μη θέλοντας να χάσει το ταξίδι μου πρότεινε να πάω εγώ μαζί της. Όχι τόσο ανυστερόβουλη η πρόταση βέβαια αλλά δεν είπα όχι. Η αδελφή μου δεν ήξερε ξένες γλώσσες, εγώ μιλούσα αγγλικά. Εγώ δεν είχα όλα τα χρήματα για ν’ ακολουθήσω εκείνη μου πρότεινε να μου τα συμπληρώσει. Μου φάνηκε τίμια η συναλλαγή –εγώ τ’ αγγλικά εκείνη τα χρήματα που μου έλειπαν- κι έτσι δώσαμε τα χέρια. Της πρότεινα να βγάλουμε εισιτήρια interail αφού, όπως υπολόγισα, για τα χιλιόμετρα που θα κάναμε συνέφερε πολύ, έστω κι αν δεν γυρίζαμε όλη την Ευρώπη. Ένα μικρό εγκεφαλικό ίσα που το γλύτωσαν οι γονείς μας, παρ’ όλο που τη φάση «σακίδιο στην πλάτη και φύγαμε» την είχαν ξαναζήσει μερικά χρόνια πριν, από μένα όταν εμφανίστηκα μια μέρα έτσι και τους είπα πως πάω διακοπές. Τις προηγούμενες φορές όμως μιλούσαμε για διακοπές στα ελληνικά νησιά, όχι στο άγνωστο με βάρκα ένα εισιτήριο interail. Εγκεφαλικό ξε-εγκεφαλικό μας συνόδευσαν ένα πρωί στο σταθμό της Θεσσαλονίκης, μας ανέβασαν στο τρένο, μας κούνησαν μαντήλι και άρχισε η περιπέτειά μας….

Οι θέσεις μας ήταν σε κουπέ 6 ατόμων. Το τρένο ένας παλιός κλασικός «μουτζούρης», που θα διέσχιζε όλη τη Γιουγκοσλαβία έχοντας προορισμό το Μιλάνο στην Ιταλία. Μέσα στο κουπέ βρήκαμε άλλες τρεις κοπέλες, στην ηλικία μας πάνω κάτω, που πήγαιναν στο Μιλάνο να βρουν το γκόμενο της μιας απ’ αυτές που ήταν φοιτητής εκεί. Ήταν κι ένας νεαρός λίγο μεγαλύτερος από μας, Έλληνας που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι. Έξι θέσεις, έξι άτομα, ταμάμ…. Κλείσαμε την πόρτα και πιάσαμε ενθουσιασμένες/οι την κουβέντα. Οι θέσεις μας δε, ήταν απ’ αυτές που «κυλούσαν» προς τα μπροστά και μπορούσες να κοιμηθείς το βράδυ. Λίγο άβολα βέβαια, στο στιλ «κωλομύτη» με τον απέναντι, αλλά καλύτερα από το να κοιμάσαι καθιστός. Έτσι κι αλλιώς απέναντι ήταν η αδελφή μου. Όπως καταλαβαίνετε το ταξίδι ξεκίνησε με άριστους οιωνούς. Καλή παρέα στο τρένο μέχρι το Μιλάνο, τρόπος για να κοιμηθούμε πιο άνετα, το τρένο όχι ιδιαίτερα γεμάτο, τι άλλο θέλαμε; Χα! λέγω….

Με το που περάσαμε τα σύνορα άρχισε να μπαίνει κόσμος. Σε κάθε σταθμό ανέβαιναν δεκάδες. Ξαφνικά, έξω από τις κλειστές πόρτες του κουπέ γινόταν ΤΟ στριμωξίδι. Θέλανε να μπουν να κάτσουν κι αυτοί αλλά που να κάτσουν; Έξι άτομα σε έξι θέσεις ήμασταν. Κλειδώσαμε λοιπόν, τραβήξαμε και τις κουρτίνες και ησυχάσαμε οι Αντουαννέτες. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ο νεαρός (Βασίλη τον έλεγαν) να πάει τουαλέτα και κοντέψαμε να σφαχτούμε με τους Γιουγκοσλάβους που ήθελαν να του φάνε τη θέση. Κάτω από τέτοιες συνθήκες την τουαλέτα την ξεχάσαμε. Πως να περάσεις κατ’ αρχήν και μετά τι θα βρεις εκεί, αν καταφέρεις να φτάσεις. Σ’ αυτό το πρώτο ταξίδι κατάλαβα πόσο ατέλειωτη ήταν η Γιουγκοσλαβία. Ταξιδεύαμε ώρες και δεν έλεγε να τελειώσει αυτή η χώρα. Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος, κλειδωμένοι μέσα στο κουπέ ενώ απ’ έξω γινόταν κόλαση από τη φασαρία και τον απίστευτο κόσμο που συνωστίζονταν. Δεν ξέρω τι ώρα ήταν αλλά κατάλαβα την αδελφή μου να σηκώνεται. Ήθελε να πάει τουαλέτα πια. Ρίξαμε μια ματιά από το τζάμι και δεν είδαμε ψυχή στο διάδρομο, ούτε ακουγόταν φασαρία. «Θα κατέβηκαν» μου λέει η μικρή «ευκαιρία να πάω τουαλέτα γιατί θα σκάσω» Χα! ξανά…. Με το που άνοιξε την πόρτα αντικρύσαμε το πιο απίθανο θέαμα της μέχρι τότε ζωής μας. Όλοι οι ταξιδιώτες που στριμώχνονταν πριν κάποιες ώρες στο διάδρομο, κοιμόταν στο πάτωμα. Αλλά πως; Ο ένας πάνω στον άλλον. Έχετε δει ψάρια σε ψαροκασέλα; Κάπως έτσι… Αδύνατο φυσικά να περάσει οποιοσδήποτε μη ιπτάμενος και να φτάσει στην τουαλέτα. Άτακτος υποχώρησις λοιπόν, ξαναχωθήκαμε στο κλουβί μας και κάναμε υπομονή, τι άλλο να κάνουμε; Σκεφτήκαμε πως κάποια στιγμή θα κατέβουν, δεν θα πάνε μέχρι το Μιλάνο. Ήταν οι εποχές που οι κάτοικοι του ανατολικού μπλοκ δεν ταξίδευαν τόσο εύκολα στο εξωτερικό.

Μετά από 24 ώρες ταξίδι ακατούρητες, φτάσαμε στα σύνορα με την Ιταλία, Ventimiglia αν θυμάμαι καλά λεγόταν ο σταθμός. Αλλά πριν τη Ventimiglia έπρεπε να ελέγξουν τα χαρτιά μας οι Γιουγκοσλάβοι. Που είχαν κλειδώσει τις τουαλέτες. Για να μην κρυφτεί κανείς μέσα, για να τις καθαρίσουν και γιατί απαγορεύεται να χρησιμοποιείς την τουαλέτα στους σταθμούς. Κοντέψαμε να τρελαθούμε ή μάλλον να κατουρηθούμε όλοι μας. Εδέησεν ο Κύριος, τελείωσαν τους ελέγχους οι Γιουγκοσλάβοι, άνοιξαν τις τουαλέτες και ορμήσαμε σ’ όποια βρήκαμε μπροστά μας! Χα! τρίτη φορά…. Διότι πριν προλάβουμε να ανακουφιστούμε, το τρένο σταμάτησε και άρχισαν να χτυπάν τις πόρτες και να φωνάζουν στα ιταλικά πλέον. Εγώ πάντως -εκείνη την ώρα- και ο θεός ο ίδιος να χτυπόσε την πόρτα και να με φώναζε για να μου δώσει ελευθέρας για τον παράδεισο, δεν υπήρχε περίπτωση να βγω πριν τελειώσω. Μας έκραξαν οι Ιταλοί τελωνειακοί και αστυνομικοί, με ύφος «εμείς είμαστε πολιτισμένοι ευρωπαίοι και ξέρουμε που και πότε μπορούμε να κατουράμε, όχι σαν κι εσάς τους βάρβαρους βαλκάνιους…» αλλά ποιός τους έχεζε; Σημασία είχε πως μετά από 24 ώρες αυτοσυγκράτησης και ελέγχου της κύστης και του εντέρου, επιτέλους ανακουφιστήκαμε έστω και πάνω στις γραμμές του τρένου σε κατοικημένη περιοχή.

Φτάσαμε κάποια ώρα στο Μιλάνο κι εκεί θα χωρίζαμε. Ο Βασίλης για Παρίσι, εμείς για Grenoble, που ήθελα να περάσουμε να δω έναν φίλο πριν πάμε στο Παρίσι και τα κορίτσια θα έμεναν εκεί. Επειδή το τρένο για Grenoble θα έφευγε βράδυ και είχαμε ώρες μπροστά μας κλειδώσαμε τα πράγματά μας στο σταθμό.Μας είχαν καλέσει στο σπίτι του γκόμενου, που ήταν Ιταλός και μας τάισε μια εξαιρετική ιταλική καρμπονάρα, χωρίς τις κρέμες και αηδίες που βάζουν εδώ στην Ελλάδα. Μετά το φαί βγήκαμε μια βόλτα να δούμε ό,τι προλαβαίναμε από το Μιλάνο και αράξαμε στην πλατεία του Duomo χαζεύοντας την κίνηση κι εκεί μάθαμε πως δεν πρέπει να ξεστομίζουμε τη λέξη «μαλάκας» για κανένα λόγο και πουθενά. Διότι την ξεστόμισε το αδελφάκι μου κουτσομπολεύοντας κάποιους που μας καμάκωναν κι έπεσε πάνω σε ελληνικό καμάκι. Ω ναι, παντού υπάρχει ένας Έλληνας να κάνει μαλακίες.

Όταν ήρθε η ώρα, χαιρετήσαμε τα κορίτσια και πήραμε το μετρό να πάμε στο σταθμό. Μπήκε ένας τυπάκος λοιπόν που ζητιάνευε (νέο παιδί και όμορφο, τι κρίμα να είναι παραπληγικό…). «Τρίχες», μου λέει η μικρή, «αν αυτός είναι ανάπηρος εγώ είμαι ο Πάπας». Τελικά είχε δίκιο. Διότι στον σταθμό τον είδαμε να πιλαλάει χαρωπός και καθόλου ανάπηρος. Δεν κρατήθηκε η μικρή, τον πλησιάσαμε και μ’ έβαλε να τον ρωτήσω λίγο με νοήματα, λίγο αγγλικά -μιας κι αυτός ήξερε μόνον ιταλικά- αν ήταν αυτός στο μετρό. Έσκασε στα γέλια που τον γνωρίσαμε και μας ρώτησε από που είμαστε. Ελληνίδες του είπαμε αλλά δεν το πίστεψε. Τον ρωτήσαμε γιατί δεν μας πιστεύει και ακούστε απάντηση: «Εσείς είστε ψηλές, ξανθές και γαλανομάτες. Οι Ελληνίδες είναι κοντές, χοντρές, μελαχροινές και με μουστάκι άρα αποκλείεται να είστε ελληνίδες!!!!!» Τον κράξαμε κι εμείς ελληνικότατα, του είπαμε πως έτσι είναι οι σισιλιάνες κι ανεβήκαμε στο τρένο για τη Grenoble.

Αλλά για τις περιπέτειες στη Grenoble, στο Παρίσι και το Βερολίνο άλλη φορά. Θα πρέπει να περιμένεις λίγο φίλε μου. Αλλά μιας και θυμήθηκα αυτό το ταξίδι ας μη το γράψω μισό….