Που είχαμε μείνει; Α! Ναι…. Στο σταθμό του Μιλάνου.

Όπως όλοι καταλάβαμε, από την στιγμή που αφήσαμε την Ελλάδα, είχα επιφορτιστεί με το καθήκον των συνεννοήσεων μιας κι αυτός ήταν ένας πολύ σοβαρός λόγος που ξεκίνησα αυτό το ταξίδι ως συνοδός της μικρής. Στο Μιλάνο λοιπόν έπρεπε να βρω δρομολόγια και τρένα που θα μας πήγαιναν στη Grenoble. Διότι μου είχε κολλήσει η ιδέα, πως μιας και θα βρισκόμουν στη Γαλλία έπρεπε να περάσω να πω ένα «γειά» στον φίλο μου τον Pascal που σπούδαζε στη Grenoble. Ο Pascal ήταν ένας εξαιρετικός τύπος, που είχα γνωρίσει το προηγούμενο καλοκαίρι στις διακοπές μου στην Κρήτη, είχαμε κολλήσει για το υπόλοιπο των διακοπών και ο οποίος μιλούσε εξαιρετικά ελληνικά (εκτός των άλλων γλωσσών που μιλούσε). Ωραίος τύπος, με τον οποίο είχαμε αλληλογραφία και μου άρεσε η ιδέα να περάσω από την πόλη του να τον δω ξανά. Η μικρή δεν είχε πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς, ένας φίλος της που θα μας φιλοξενούσε στο Παρίσι μας περίμενε την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα. Οπότε μια δυο μέρες στη Grenoble μου φαινόταν τέλεια ιδέα. Μόνον που λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το καθολικό Πάσχα. Διότι ξέχασα ν’ αναφέρω πως το συγκεκριμένο ταξίδι ήταν ανοιξιάτικο, προγραμματισμένο να έχει διάρκεια γύρω στις 15 με 20 μέρες για τη μικρή και λίγες παραπάνω για μένα αφού για κείνη το ταξίδι θα τελείωνε στο Βερολίνο, ενώ εγώ θα συνέχιζα για τη Βουδαπέστη και θα επέστρεφα στην Ελλάδα το Μ. Σάββατο ίσα για να κάνω Πάσχα με τους γονείς μου.

Πριν φύγουμε πήρα ένα τηλέφωνο τον Pascal να τον ενημερώσω πως θα περάσω να τον δω στο δρόμο για Παρίσι, δεν τον βρήκα αλλά δεν έδωσα σημασία. Τότε δεν υπήρχνα κινητά ή mail για επικοινωνία. Ούτε και μυαλό υπήρχε όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων αλλά είχε πλάκα η όλη φάση όπως εξελίχτηκε. Παίρνουμε λοιπόν το τρένο και φτάνουμε στη Grenoble. Φορτωνόμαστε τα σακίδια, βρίσκουμε κι ένα τηλεφωνικό θάλαμο και ξαναπαίρνω τηλέφωνο το φίλο μου έτοιμη να του κάνω έκπληξη. Πάλι τίποτε. Δεν πτοούμαι, «θα κάνουμε μια βόλτα στην πόλη και θα ξαναπάρω, που θα πάει θα γυρίσει κάποια στιγμή στο σπίτι του». Βρίσκουμε χάρτη της πόλης στο σταθμό, κλειδώνουμε πάλι τα σακίδια και εξορμούμε. Κάθε τόσο τηλεφωνώ αλλά τζίφος. Μέχρι που συνειδητοποιώ κάποια στιγμή το απόγευμα πως είναι Πάσχα. Για την ακρίβεια Μ. Βδομάδα των καθολικών ή η προηγούμενη. Μάλλον η προηγούμενη. Το θέμα ήταν πως στη Γαλία ήταν διακοπές για τους φοιτητές και είχαν φύγει οι περισσότεροι που δεν ήταν παό την πόλη. Ε ρε γλέντια…..

Οπότε καταλαβαίνω πως ο Pascal δεν θα απαντήσει στο τηλέφωνο γιατί σίγουρα θα έχει φύγει από την πόλη για τις διακοπές και θα έχει πάει να επισκεφτεί τους γονείς του. Ή κάπου αλλού. Ευτυχώς που το σκέφτηκα το τελευταίο γιατί ήμουν έτοιμη να πάρουμε το τρένο για το Annecy που ήξερα πως ζουν οι γονείς του. Κοντά στη Grenoble, ήταν γιατί όχι; Τελικά δεν ήταν εκεί κι ευτυχώς που δεν το πήραμε αυτό το τρένο.

Αφού συνειδητοποίησα τη μαλακία, άκουσα κι ένα χεστήρι από την αδελφή μου αλλά έπρεπε να δούμε πως θα κινηθούμε από κει και πέρα. Στη Grenoble δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε άσε που δεν περίσσευαν λεφτά να μείνουμε σε ξενοδοχείο. Μας είχε κόψει και η πείνα. Βρήκαμε λοιπόν μια πλατεία, πιάσαμε ένα παγκάκι, ανοίξαμε το χάρτη και τα δρομολόγια των τρένων και κάναμε μίνι σύσκεψη για να δούμε τι θα κάνουμε. Ταυτόχρονα τρώγαμε. Τι; Δεν θυμάμαι πως βρεθήκαμε με κάτι βραστά αυγά στις τσάντες. Ίσως μας τα είχε δώσει η μάνα μου φεύγοντας. Ίσως ο Ιταλός που μας φίλεψε την καρμπονάρα. Το γοεονός είναι πως καθόμασταν σ’ ένα παγκάκι, σκεφτόμασταν τι θα κάνουμε από δω και πέρα και καθαρίζαμε βραστά αυγουλάκια.!!!!

Τι θα κάναμε λοιπόν; Ο Αλέξης μας περίμενε στο Παρίσι την μεθεπόμενη μέρα και δεν διακινδυνεύαμε να την ξαναπάθουμε όπως τώρα. Τρένο για να φτάσουμε την μεθεπόμενη το πρωί υπήρχε αλλά έφευγε την άλλη μέρα. Έρχόταν η νύχτα κι εμείς δεν ξέραμε που να μείνουμε. Οπότε λέψ στη μικρή: «Έλα μωρέ, θα πάμε στο σταθμό και θα την πέσουμε εκεί για ύπνο. Πως κοιμούνται στο σταθμό στη Θεσσαλονίκη; Έτσι θα κάνουμε κι εμείς, άλλωστε μου είπε πως έτσι κοιμήθηκε και η φίλη μου η Αθηνά στο σταθμό του Μιλάνου πέρσι» Μια χαρά τη βρήκε την ιδέα η μικρή, οπότε με το που έπεσε η νύχτα γυρίσαμε στο σταθμό και χαζεύαμε περιμένοντας να περάσει η ώρα και να κοιμηθούμε. Όσο ήταν νωρίς στο σταθμό υπήρχε μεγάλη κίονης και χάζι. Η Grenoble είναι κοντά στις Άλπεις και υπήρχε πολύς κόσμος που έπαιρνε το τρένο φορτωμένος σκι και συμπούρμπουλα. Όσο όμως περνούσε η ώρα αραίωνε ο κόσμος που έφευγε για διακοπές και έμεναν διάφοροι περίεργοι τύποι. Στην αρχή το παίζαμε ψύχραιμες, βγάλεμ τα sleeping bags και τα στρώσαμε σε μια γωνιά αλλά όσο περνούσε η ώρα τόσο χεζόμασταν από το φόβο. Παραδίπla ήταν κι ένας γέρος αλκοολικός, που κουτουλούσε κάθε τόσο σ’ ένα κάγκελο κι αυτό το επαναλαμβανόμενο «ντουκ» που έκανε το κεφάλι του ήταν σαν soundtrack σε ταινία τρόμου. Πριν τον απόλυτο πανικό, ξανανοίξαμε τα δρομολόγια να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Διότι μιας και είχαμε interail εισιτήριο ήταν προτιμότερο να κοιμηθούμε σ’ ένα τρένο ταξιδεύοντας για κάπου, οπούδήποτε, παρά στο σταθμό με όλους τους περίεργους. Έτσι κι έγινε. Βρήκαμε ένα δρομολόγιο που δεν θυμάμαι που πήγαινε αλλά που στο τέλος του μπορούσαμε να πάρουμε ένα τρένο που θα μας έβγαζε τη μεθεπόμενη το πρωί στο Παρίσι. Το μόνο που θυμάμαι απ’ όλο αυτό το πράμα είναι πως κάναμε ένα κομμάτι της διαδρομής προς Παρίσι όρθιες, στριμωγμένες σ’ έναν διάδρομο με διάφορους τύπους να ισχυρίζονται πως μιλάμε φλαμανδικά και όχι ελληνικά (γιατί ούτε και σ’ αυτούς μοιάζαμε για ελληνίδες άρα η περίεργη γλώσσα μας δεν μπορούσε παρά να είναι φλαμανδικά!!!) κι ένα ηλίθιο γάλλο φαντάρο στο τελευταίο τρένο που πήραμε το βράδυ, που απαιτούσε να μιλάμε γαλλικά μπροστά του για να μας καταλαβαίνει. Ή να μη μιλάμε καθόλου. Διότι έπρεπε κατά τη γνώμη του να ξέραμε γαλλικά από τη στιγμή που επισκεπτόμασταν τη Γαλλία. Όταν τον ρώτησα (με νοηματική) αν αυτός θα μάθαινε ελληνικά για να επισκεφτεί την Ελλάδα, η απάντησή του ήταν φυσικά αρνητική.

Έτσι, γυρίσαμε τη μισή Γαλλία, λόγω βλακείας, και φτάσαμε μιαν ωραία πρωία στο Παρίσι με σκοπό να μείνουμε μια βδομάδα και να το γυρίσουμε απ’ άκρη σ’ άκρη (καλά, κόψε κάτι….)

Advertisements