Δεν επέστρεψα ακόμα αλλά μιας και το μανιτάρι με έκραξε, ορίστε και η συνέχεια του ταξιδιού. Αύριο τελειώνουν οι εξοχές, τα λουλουδάκια και οι ευωδιές και γυρνάμε στο άστυ. Τα κεφάλια μέσα…
Παρίσι!! Ήταν η πρώτη φορά που είδα το Παρίσι (αλλά και η τελευταία). Για μένα λέω, όχι για την ταινία με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
Φτάσαμε πρωί σ’ έναν από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς του Παρισιού αλλά και να με βασανίσετε αποκλείεται να θυμηθώ ακριβώς σε ποιον. Ίσως το Γκαρ ντυ Νορντ… Μετά πάντως κάνοντας βόλτες πέρασα από κανά δυο απ’ αυτούς που ήταν πολύ όμορφοι. Καμμία σχέση με το σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης ή ακόμα χειρότερα της Αθήνας. Πήραμε τηλέφωνο τον Αλέξη που θα μας φιλοξενούσε και ευτυχώς αυτή τη φορά κάποιος το σήκωσε, όχι σαν τα χαίρια μας στην Grenoble. Ο Αλέξης ήταν γνωστός της αδελφής μου, εγώ πρώτη φορά θα τον έβλεπα αλλά δεν μ’ ένοιαζε ιδιαίτερα. Το σημαντικό ήταν πως μπορούσαμε να μείνουμε στο σπίτι του και να κοιμηθούμε επιτέλους σε κρεβάτι μετά από τόσες μέρες ύπνου σε τρένο. Μας έδωσε οδηγίες και ρωτώντας και λίγο σε όσα γαλλικά μπορούσα ν’ ανασύρω από τη μνήμη μου και όσα αγγλικά καταλάβαιναν οι γάλλοι, φτάσαμε στο Port Royal. Ωραία γειτονιά, δίπλα στους κήπους του Λουξεμβούργου. Ωραίο και το σπίτι του Αλέξη. Ο οποίος μας είπε πως το βράδυ θα πήγαινε να μείνει στο σπίτι της καλής του οπότε το σπίτι του θα ήταν για πάρτη μας όσο θα μέναμε. Πολύ καλή ξήγα.
Ξεπεζέψαμε και βγήκαμε για βόλτα στους γύρω δρόμους –παρέα με τον Αλέξη- για να χαζέψουμε τη γειτονιά και τη λαϊκή αγορά που γινόταν εκεί, μιας και ο Αλέξης μας συμβούλεψε να ψωνίσουμε από κει που ήταν φτηνότερα, έτσι ώστε να έχουμε να τρώμε όλη τη βδομάδα που θα μέναμε στο σπίτι του. Με εντυπωσίασε η λαϊκή αγορά λοιπόν! Καμμία σχέση με ό,τι ήξερα από τις λαϊκές στην Ελλάδα. Υπήρχαν τα πάντα από φρούτα και ζαρζαβατικά αλλά καλοταχτοποιημένα στους πάγκους, στολισμένα και οι μανάβηδες δεν γκάριζαν για να πουλήσουν την πραμάτεια τους ούτε οι πελάτες γκάριζαν και παζάρευαν για καλύτερες τιμές. Ψωνίσαμε διάφορα που δεν τα θυμάμαι αλλά θυμάμαι αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση. Παντζάρια, αλλά χωρίς φύλλα, τεράστια και βρασμένα. Έτοιμα!!!! Ούτε θυμάμαι πόσα πήραμε, πάντως αρκετά για να κρατήσουν όλες τις μέρες που θα μέναμε εκεί μιας κι εγώ λατρεύω τα παντζάρια.
Το βράδυ μας ξενάγησε λίγο ο Αλέξης, πήγαμε και σε μια μπυραρία με παραδοσιακό (όπως μας είπε) μεζέ. Τσιπς και μύδια αχνιστά. Δεν ήταν και φτηνά για τα πενιχρά οικονομικά μας αλλά είμαστε large τύποι εμείς. Είχαμε εφόδια στο σπίτι, λιγόφαγες είμαστε, το ρίξαμε έξω το πρώτο βράδυ και πληρώσαμε 30 φράγκα για τις μπύρες και τα μύδια. Μετά τη μπυραρία, ο Αλέξης μας πήγε στο σπίτι, μας έδωσε τα κλειδιά, μας χαιρέτησε και δεν τον ξαναείδαμε.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε η εξερεύνηση της πόλης. Το κόβαμε ποδαρόδρομο μέσα από τους κήπους του Λουξεμβούργο, φτάναμε στο κέντρο κι από κει και πέρα περπατούσαμε συνέχεια. Μια βδομάδα μείμαμε στο Παρίσι και μετρό πήραμε δύο φορές. Μια για να φτάσουμε στο παζάρι στο Γκλινιανκούρ κι άλλη μια γιατί μας έβαλε ο Βασίλης που είχαμε γνωρίσει στο τρένο και τον ξαναβρήκαμε στο Παρίσι, και στον οποίο φαινόταν αδιανόητο να γυρνάμε τέτοιες αποστάσεις με τα πόδια ακόμα και το βράδυ.
Στο Λούβρο πάντως δεν μπήκαμε. Με το που το είδα μου φάνηκε τεράστιο και είχα τόσο μαγευτεί από τους δρόμους της πόλης, που λυπήθηκα να χάσω έστω και μια μέρα βόλτες για να δω τη Τζοκόντα και τη Νίκη της Σαμοθράκης. Πήγαμε ομως στο Μπωμπούρ που ήταν καινούριο τότε. Το γυρίσαμε όλο, ήταν εντυπωσιακό αλλά πάλι δεν θυμάμαι τι είδαμε εκει μέσα. Το ξαναλέω, με είχαν μαγέψει οι δρόμοι, τα πάρκα, οι πλατείες, το ποτάμι. Ήταν και άνοιξη με καλό καιρό, που μυαλό για μουσεία και κουλτούρα; Φεύγαμε κατά τις 9 το πρωί από το σπίτι και μέχρι τις 11 το βράδυ που γυρνούσαμε ξεθεωμένες, περπατούσαμε με μικρές στάσεις σε πλατείες, σε πάρκα, στους πάγκους πάνω στις γέφυρες (τι ωραία που ήταν η Pont Neuve!!!). Κάναμε προσπάθειες να μη μας κλέψουν τα γυφτάκια που ήταν μανούλες στο ξάφρισμα, πίναμε κανέναν καφέ στα υπέροχα Καφέ του Παρισιού ή απλά την αράζαμε κάπου και κάναμε χάζι.
Στο χάζι επιδιδόταν κυρίως η μικρή γιατί εγώ έπρεπε να έχω τη μύτη μου βυθισμένη στο χάρτη για να βρίσκω που θα πάμε και πως. Έτσι βυθισμένη ήμουν, όταν κατεβαίναμε ένα δρόμο κοντά στην Pigalle και ξαφικά η μικρή μου είπε πως είμαι χαζή που δεν πήρα χαμπάρι τι γινόταν γύρω μας. Ε, δεν είχα πάρει τι να κάνω; Αφού έψαχνα τους δρόμους στο χάρτη… Όταν σήκωσα το κεφάλι μου, κατάλαβα πως βρισκόμασταν σε δρόμο με πουτάνες που κάθονταν ημίγυμνες σε εισόδους κι επειδή ήταν και μεσημέρι, μπορεί δίπλα να ψώνιζαν στο φούρνο ή στο μπακάλικο μαμάδες με παιδάκια χωρίς να τους κάνει εντύπωση το θέαμα. Τέτοιο σκηνικό δεν είχα ξανασυνατήσει κι εντυπωσιάστηκα. Μετά μπήκαμε να πάρουμε κάπου ένα σάντουιτς και μέχρι να παραγγείλω (εγώ φυσικά, η μικρή είπαμε δεν μίλαγε καμμιά γλώσσα πλην ελληνικών) τη βλέπω να έχει πιάσει κουβέντα (μη ρωτήσει κανείς σε τι γλώσσα, θα σας γελάσω) με δύο μυστήριους τύπους. Μας φορτώθηκαν λοιπόν τα παληκάρια, μου τους φόρτωσε και μένα η μικρή, στην αρχή για να συνεννοηθώ μαζί τους και μετά για να τους ξαποστείλω γιατί τους βαρέθηκε. Μου έκανε κάτι τέτοια αλλά έδειχνα ψυχραιμία εκεί στην ξενητιά. Στην Ελλάδα θα την είχα παρατήσει να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Η ίδια μέρα πρέπει να ήταν που πήγαμε και βρήκαμε το Βασιλη που είχαμε γνωρίσει στο τρένο. Ο Βασίλης είχε πάγκο με κρέπες. Οικογενειακή επιχείρηση κι απ’ ότι μας είπε, οι περισσότεροι κρεπατζήδες και καστανάδες του Παρισιού ήταν έλληνες. Τον βρήκαμε στο πόστο του, μας κέρασε καφεδάκι στο διπλανό Καφέ μας γνώρισε στους φίλους του και μετά πήγαμε σ’ ένα τεράστιο Λούνα Πάρκ στη Βενσέν. Ωραία ήταν αν κι εγώ δεν το φχαριστήθηκα πολύ μιας και λόγω υψοφοβίας, ούτε στην τεράστια ρόδα ανέβηκα ούτε σ’ όλα εκείνα τα παιχνίδια που σε στιφογυρίζουν, σε γυρνάνε τα πάνω κάτω και σε χτυπάνε αλύπητα. Ακόμα όμως κι έτσι ήμουν με συμπαθητική παρέα και δεν είχα ξαναδεί τόσο μεγάλο λούνα πάρκ. Κάτι ήταν κι αυτό. Ο Βασίλης το βράδυ μας συνόδευσε ιπποτικά μέχρι την πόρτα μας, διότι του φαινόταν αδιανόητο και τρομερά επικίνδυνο να κυκλοφορούμε μόνες. Εμείς πάλι ούτε για μια στιγμή δεν νιώσαμε κίνδυνο, ίσως γιατί είχαμε άγνοια κινδύνου. Ποιος ξέρει;
Α, ναι! Ανεβήκαμε και στο πύργο του Άιφελ. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά το Παρίσι το χάζεψα από ψηλά, όλα κι όλα…
Όταν επέστρεψα οι φίλοι μου δεν το πίστευαν. «Καλά ρε συ» μου έλεγαν «μια βδομάδα βολόδερνες εκεί και δεν φιλοτιμήθηκες να δεις τη Μόνα Λίζα;». Τι να κάνω ρε παιδιά; Δεν την είδα…. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό και είχα ξεκινήσει πιστεύοντας πως δεν θα βγαίνω από τα μουσεία. Όταν έφτανα όμως κάπου το μόνο που ήθελα ήταν κυρίως να περπατάω και να «μυρίζω» τη ζωή των ανθρώπων, ν’ ανακατεύομαι μαζί τους παρά να χωθώ σ’ ένα μουσείο. Το κάνω πάντα αυτό από τότε. Όπου και να βρεθώ προηγείται το ανακάτεμά μου με τους ανθρώπους και έπονται τα μουσεία και οι καθεδρικοί.
Πάντως μια βδομάδα που ξεπατωθήκαμε στο περπάτημα, που περνάγαμε το βράδυ από το Καρτιέ Λατέν κι από στενάκια, που χωνόμασταν σ’ όποιο δρομάκι μας έκανε εντύπωση, κίνδυνο δεν νιώσαμε. Μπορεί και να ήταν θέμα τύχης.
Μετά από μια βδομάδα περπάτημα, φάγαμε και τις τελευταίες προμήθειες, παραδώσαμε τα κλειδιά στον Αλέξη και πήραμε το τρένο για το Βερολίνο.
UPDATE
Μετά το σχόλιο της ΟΘΠΚ θυμήθηκα άλλες δυο «σημαντικές» επισκέψεις. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά μια επίσκεψη στη Gαleries Lafayette την κάναμε. Θάμαξα η μικρή βαλκάνια κορασίς. Τα μόνα πολυκαταστήματα που ήξερα ως τότε ήταν ο Κατράντζος στη Θεσσαλονίκη και ο Λαμπρόπουλος. Ούτε καν στο Μινιόν δεν είχα μπει .. Τι να κλάσουν όμως αυτά, μπροστά στη Gαleries Lafayette!!! Ζαλίστηκα. Λεφτά δεν περίσσευαν ν’ αγοράσουμε τα θαυμαστά που βλέπαμε αλλά σπατάλησα κάποια από τα φράγκα που είχα για να πάρω ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες μωβ και δυό ζευγάρια κάλτσες μέχρι το γόνατο, κι αυτές σε δύο αποχρώσεις του μωβ. Από τότε είχα τρέλα με το μωβ χρώμα (σαν γραφείο τελετών έλεγε η μαμά μου πως κυκλοφορώ). Στην Ελλάδα τότε οι εσπαντρίγιες υπήρχαν μόνο σε δυο τρία βασικά χρώματα και ούτε λόγος για τόσες αποχρώσεις στις κάλτσες. Τα φορούσα από τη μέρα που τα πήρα συνέχεια μέχρι που διαλύθηκαν. Κι έκανα και το κομμάτι μου πίσω στην Ελλάδα. Καμμιά φίλη μου δεν είχε τέτοιες κάλτσες και τέτοιες εσπαντρίγιες.
Η άλλη επίσκεψη ήταν στο παζάρι του Clignancourt. Κάτι σαν το Μοναστηράκι μου είχαν πει πως είναι αλλά τελικά καμμία σχέση. Ήταν τεράστιο και είχε μόνον πάγκους, όχι μαγαζιά. Κάναμε κι εκεί τα ψώνια μας. Ένα τεράστιο ινδικό, πολύχρωμο πανί, που το πήρα για να καλύπτω το φοιτητικό μου κρεβάτι και που δεν θυμάμαι που είναι πλέον. Το έχασα; Το χάρισα; Ποιος ξέρει…
Σαν τα επαρχιωτάκια κυκλοφορούσαμε μέχρι που μια κυρία μας έκραξε γιατί η αδελφή μου ,εντελώς μαλακωδώς, άνοιγε το πορτοφόλι της και έδειχνε στους πάντες σχεδόν το περιεχόμενό του. Κι έβγαλε πενηντόφραγκο (αυτή ήταν η πλούσια της παρέας, εγώ τα είπαμε … φτωχή συγγενής) για να πληρώσει κάτι που πήρε και ήταν πάμφτηνο. «Κρύψτε τα λεφτά σας» μας είπε «αν θέλετε να σας μείνουν». Τόσο μας έκοβε. Ευτυχώς που μας λυπήθηκε η γυναίκα.
Advertisements